Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η ψυχή του ανθρώπου μετά το θάνατο του

Η ψυχή του ανθρώπου μετά το θάνατο του


ΣT. Που πηγαίνει η ψυχή του ανθρώπου μετά το θάνατό του;
Η εξέταση που δέχεται από τα πονηρά πνεύματα.
Από το Γεροντικό
ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ ο αββάς Μακάριος ότι, περπατώντας κάποτε στην έρημο, βρήκε πεσμένο στο χώμα το κρανίο ενός νεκρού. και καθώς το σκούντησε με το φοινικένιο ραβδί του, άκουσε φωνή άπ’ αυτό. το ρώτησε: Ποιος είσαι συ;
Εγώ, αποκρίθηκε το κρανίο, ήμουν αρχιερέας των ειδώλων και των ειδωλολατρών πού έμεναν σ’ αυτόν τον τόπο. Κι εσύ είσαι ο πνευματοφόρος Μακάριος. Μάθε λοιπόν ότι οποιαδήποτε ώρα σπλαχνιστείς όσους βρίσκονται στην κόλαση και προσευχηθείς γι’ αυτούς, παρηγορούνται λίγο.
Ποία είναι ή παρηγοριά και ποία ή κόλαση; ρώτησε ο γέροντας.
Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, απάντησε το κρανίο, τόσο είναι το βάθος της φωτιάς πού βρίσκεται από κάτω μας σ’ αυτή τη φωτιά είμαστε χωμένοι από τα πόδια μέχρι το κεφάλι μας. Και δεν μπορεί κανείς με το πρόσωπό του ν’ αντικρίσει το πρόσωπο του αλλού, γιατί οι ράχες μας είναι κολλημένες μεταξύ τους. Όταν λοιπόν προσεύχεσαι για μας, βλέπει λιγάκι ο ένας το πρόσωπο του αλλού. Αυτή είναι ή παρηγοριά.
Μόλις άκουσε αυτά ο γέροντας, αναστέναξε βαθιά και είπε:
Αλίμονο στη μέρα πού γεννήθηκε ο άνθρωπος ο αμαρτωλός.
Καλύτερα θα ήταν να μην είχε γεννηθεί, όπως είπε και για τον ‘Ιούδα ο Κύριος (Ματθ. 26:24).
Ύστερα στράφηκε προς το κρανίο:
- Υπάρχει άλλο χειρότερο βάσανο; – Κάτω από μας υπάρχει μεγαλύτερη κόλαση. – και ποιοι βρίσκονται εκεί;
- Εμείς, είπε το κρανίο, μιας και δεν γνωρίσαμε το Θεό, ελεούμαστε έστω και λίγο. Αυτοί όμως πού γνώρισαν το Θεό και μετά τον αρνήθηκαν και δεν έκαναν το θέλημά Του, αυτοί βρίσκονται κάτω από μας και κολάζονται χειρότερα. Πήρε λοιπόν ο γέροντας το κρανίο, το έχωσε στο χώμα και προχώρησε.
Έλεγε ο μακάριος Θεόφιλος ο αρχιεπίσκοπος.
Πόσο φόβο και τρόμο και βία δοκιμάζει ή ψυχή όταν χωρίζεται από το σώμα! Γιατί καταφτάνουν σ’ αυτήν τότε όλοι οι άρχοντες και οι εξουσιαστές τού σκοτεινού κόσμου και της παρουσία ζουν όσα αμαρτήματα έκανε – συνειδητά ή από άγνοια – από τη γέννησή της μέχρι την τελευταία εκείνη στιγμή πού φεύγει από το σώμα.
Στέκονται λοιπόν και την κατηγορούν με δριμύτητα.
Αντιμέτωπες σ’ αυτούς όμως στέκονται και οι άγιες δυνάμεις, αντιπροτείνοντας τα καλά έργα πού τυχόν έκανε ή ψυχή. Σ’ αυτή τη μεγάλη στενοχώρια, μπροστά σ’ ένα τέτοιο αδέκαστο κριτήριο και σε μία τόσο φοβερή εξέταση, φαντάζεσαι τι τρόμο και αγωνία θα έχει ή ψυχή; δεν μπορεί λόγος να διηγηθεί ή νούς να συλλάβει το φόβο εκείνο της ψυχής, ώσπου να τελειώσει ή δίκη και να βγει ή απόφαση από τον δίκαιο Κριτή.
Κι αν μεν της δοθεί ελευθερία, αμέσως οι εχθροί ντροπιάζονται και η ψυχή αρπάζεται απ’ αυτούς και χωρίς κανένα εμπόδιο οδηγείται και τοποθετείται στην ανεκλάλητη εκείνη χαρά και δόξα. Αν όμως έζησε με αμέλεια και δεν κριθεί άξια για την ελευθερία, θ’ ακούσει τη φρικτή εκείνη φωνή: «Αρθήτω ο ασεβής, ίνα μη ίδη την δόξα Κυρίου» «Ης. 26:10). Τότε αρχίζει γι’ αυτήν η ημέρα της οργής, της θλίψεως και της ατέλειωτης οδύνης. Παραδίνεται στό σκότος το εξώτερο, βυθίζεται στον Άδη, καταδικάζεται στην αιώνια φωτιά, όπου θα κολάζεται στους απέραντους αιώνες. που είναι τότε οι κοσμικές επιδείξεις και οι κομπασμοί; που ή κενοδοξία και η καλοπέραση και η απόλαυση της μάταιης και ακατάστατης αυτής ζωής; που είναι τα χρήματα; που η σπουδαία καταγωγή; που ο πατέρας ή η μητέρα ή οι αδελφοί ή οι φίλοι;
Ποιος απ’ αυτούς θα μπορέσει να γλιτώσει την ψυχή πού κατακαίγεται στη φωτιά και δεινοπαθεί από τόσες απερίγραπτες τιμωρίες;
Από το βίο του αγίου Αντωνίου
Κάποια μέρα, στις τρεις το απόγευμα, ο άγιος Αντώνιος ετοιμαζόταν να φάει. Καθώς σηκώθηκε να προσευχηθεί, ένιωσε τον εαυτό του ν’ αρπάζεται νοερά. και το περίεργο είναι ότι, ενώ στεκόταν, έβλεπε την ψυχή του σαν να έχει βγει από το σώμα και να οδηγείται από κάποιους στον αέρα. Έπειτα έβλεπε άλλους, φοβερούς και μοχθηρούς, να στέκονται στον αέρα και να θέλουν να εμποδίσουν τη διάβασή του. εκείνοι όμως πού τον οδηγούσαν αντιδικούσαν μ’ αυτούς πού ζητούσαν λόγο, μήπως ήταν υπεύθυνη απέναντί τους για κάτι. και ενώ ήθελαν να κάνουν έλεγχο της ζωής του από τον καιρό πού γεννήθηκε, οι οδηγοί του αγίου Αντώνιου τους εμπόδιζαν, λέγοντας:
ο Κύριος του έσβησε όλες τις αμαρτίες από τη γέννησή του.
Μπορείτε να λογαριάσετε μόνο όσα έπραξε αφότου έγινε μοναχός και αφιερώθηκε στό Θεό.
Τότε, επειδή τον κατηγορούσαν χωρίς να μπορούν ν’ αποδείξουν τις κατηγορίες, ο δρόμος του έγινε ελεύθερος και ανεμπόδιστος. και αμέσως είδε την ψυχή του να επιστρέφει, κι ένιωσε να συνέρχεται και να γίνεται πάλι ο Αντώνιος, όπως ήταν πρώτα,
Ξέχασε τότε να φάει και πέρασε την υπόλοιπη μέρα κι όλη τη νύχτα με στεναγμούς και προσευχές. Έμενε εκστατικός, καθώς αναλογιζόταν με πόσους έχουμε να παλέψουμε και με τι κόπους πρέπει κανείς να περάσει την εναέρια διάβαση (ώσπου να φτάσει στον ουρανό). και σκεφτόταν ότι αυτό εννοούσε ο απόστολος Παύλος όταν έλεγε, «κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος» (Έφ. 2:2). Γιατί η εξουσία του εχθρού αυτή είναι να πολεμάει και να προσπαθεί να εμποδίσει όσους περνούν από τον εναέριο αυτό δρόμο. Συμβούλευε λοιπόν συνεχώς: “Φορέστε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε ν’ αντισταθείτε την πονηρή μέρα, ώστε να καταντροπιαστεί ο εχθρός, αφού δεν θα έχει να πει κανένα κακό εναντίον μας” (Έφ. 6:13. τι τ. 2:8).
Κάποτε άλλοτε, συζήτησε με μερικούς επισκέπτες για την πορεία της ψυχής και για τον τόπο πού της έχει ετοιμαστεί μετά τη ζωή αυτή.
Την ίδια νύχτα κάποιος τον προσκάλεσε από ψηλά και του είπε:
- Σήκω, . Α Αντώνιε. Βγές έξω και δες.
Σαν βγήκε λοιπόν έξω – γιατί γνώριζε σε ποίους πρέπει να υπακούει – και σήκωσε το βλέμμα του, είδε κάποιον ψηλό, απαίσιο και φοβερό, να στέκεται όρθιος και να φτάνει μέχρι τα σύννεφα. και καθώς κάποιοι ανέβαιναν, λες και είχαν φτερά, εκείνος άπλωνε τα χέρια του και τους εμπόδιζε να περάσουν. Μερικοί όμως με το πέταγμά τους τον ξεπερνούσαν και ανέβαιναν ανενόχλητοι.
Γι’ αυτούς λοιπόν έτριζε τα δόντια του εκείνος ο ψηλός, ενώ χαιρόταν για όσους γκρεμίζονταν και αμέσως ακούστηκε μία φωνή να λέει στον Αντώνιο:
- Προσπάθησε να καταλάβεις αυτό πού βλέπεις.
Φωτίστηκε τότε ο νους του και κατάλαβε ότι το δράμα ήταν το πέρασμα των ψυχών στον ουρανό και ότι ο ψηλός εκείνος πού στεκόταν ήταν ο διάολος, πού φθονεί τούς πιστούς. Αυτός κρατούσε και εμπόδιζε να περάσουν όσους ήταν δούλοι του, ενώ όσους δεν τον ακολούθησαν σ’ αυτή τη ζωή δεν μπορούσε να τούς πιάσει, γιατί περνούσαν ψηλότερα απ’ αυτόν.
Του άββα Ισαάκ
Ο Σωτήρας ονομάζει «πολλάς μονάς Του Πατρός» (πρβλ. ‘!ω. 14:2) τις πνευματικές βαθμίδες αυτών πού κατοικούν σ’ εκείνη τη χώρα, δηλαδή τις ποικιλίες (των πνευματικών χαρισμάτων) πού απολαμβάνει ο νους τους. με τη φράση «πολλάς μονάς» (ο Κύριος) μίλησε όχι για τη διαφορά των τόπων, αλλά για την τάξη των χαρισμάτων. και όπως ο καθένας απολαμβάνει τον αισθητό ήλιο ανάλογα με την καθαρότητα πού έχει ή οπτική του δύναμη και αντίληψη, (και όπως από ένα λυχνάρι πού φέγγει σ’ ένα σπίτι ή λάμψη φαίνεται διαφορετική στον καθένα) χωρίς το φως να μοιράζεται σε πολλές λάμψεις, έτσι και στον μέλλοντα αιώνα. όλοι οι δίκαιοι θα μένουν μαζί σ’ έναν τόπο, αλλά ο καθένας θα φωτίζεται και θα ευφραίνεται από τον νοητό Ήλιο, ανάλογα με την αξία και τα μέτρα της δικής του καθαρότητας.
Του αγίου Γρηγορίου Του Διαλόγου
Όταν έφτασε ο καιρός πού ο όσιος Βενέδικτος θα έφευγε απ’ αυτή τη ζωή και θα πήγαινε ατό θεό, πρόβλεψε ο ίδιος τη μέρα του θανάτου του και την ανήγγειλε στους μαθητές του πού ζούσαν μαζί του και σ’ εκεί νους πού έμεναν μακριά. στους τελευταίους μάλιστα φανέρωσε πώς, με κάποιο σημείο πού θα γινόταν, θα μάθαιναν ότι ή ψυχή του έβγαινε από το σώμα.
Έξι μέρες λοιπόν πριν από την κοίμησή του πρόσταξε να του ανοίξουν το μνήμα. Αμέσως τον έπιασε πολύ υψηλός πυρετός, πού του έψηνε κυριολεκτικά το σώμα. την έκτη μέρα έβαλε τούς μαθητές του να τον μεταφέρουν στο ναό.
Εκεί κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια και, ενώ υποβασταζόταν από τούς μαθητές του, στάθηκε όρθιος, σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό κι έτσι, με υψωμένο βλέμμα και με λόγια προσευχής, παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του.
Την ίδια στιγμή σε δύο αδελφούς, έναν πού έμενε στο μοναστήρι κι έναν άλλο πού κατοικούσε μακριά, εμφανίστηκε το ίδιο όραμα: Είδαν και οι δύο τους ένα θαυμαστό δρόμο, πού εκτεινόταν από το κελί του όσίου προς την ανατολή μέχρι τον ουρανό, όλον στρωμένο με λαμπρά ρούχα και μεταξωτά. Υπέροχοι άνδρες, κρατώντας λαμπάδες στα χέρια, ανέβαιναν αργά-αργά και με τάξη. Κοντά τους έστεκε κάποιος άλλος- λευκοφορεμένος άνδρας πού αστραποβολούσε. Αυτός ρώτησε τούς δύο αδελφούς:
Γνωρίζετε τίνος είναι τούτος ο δρόμος πού τον κοιτάτε με τόσο θαυμασμό;
Δεν γνωρίζουμε, απάντησαν οι αδελφοί.
Αυτός, τούς είπε εκείνος, είναι ο δρόμος από τον όποίο ανεβαίνει στον ουρανό ο αγαπημένος του Θεού Βενέδικτος.
Μόλις συνήλθαν και οι δύο τους από το όραμα, κατάλαβαν ότι άγιος είχε τελειώσει.
‹ Την ώρα του θανάτου up Θεοφιλείς γονείς ›

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (16)

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (16)

Η ΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.

Η δεύτερη μετα-πατερική σύνθεση, μετά τού Φλωρόφσκυ.
ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ .... Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
ΠΕΡΙ ΠΡΟ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
Θεός-κόσμος: τα μονοπάτια του σοφιολογικού προβλήματος.
Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΑΔΑ. 

Η Φύση και η διαφάνειά της στο θείο υποκείμενο
Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ.


Η στροφή της εξορίας: το δοκίμιο υπόσταση και υποστασιακότης.

Ο ΠΑΤΗΡ: Ο ωκεανός και η σκοτεινή άβυσσος της Θεότητος. 

          Αφού απεκτήθη η ταυτότης ανάμεσα στην Φύση και την Σοφία, απομένει να δούμε πώς κάθε ξεχωριστή υπόσταση λαμβάνει θέση στην Τριαδική δυναμική. Καί αυτή η  μοναδική  Σοφία πάντως κατέχεται και αποκαλύπτεται με διαφορετικό τρόπο στα τρία πρόσωπα, παρότι διατηρείται η ενότης του υποκειμένου, που δίνεται από την έννοια του μοναδικού Θείου ΕΓΩ. 

          Ο Τριαδικός χαρακτήρας της Σοφίας αναδύεται με μία πρώτη διάκριση πού εκφράζει τις σχέσεις ανάμεσα σε υποστάσεις: στην Τριάδα υπάρχουν, μία αποκεκαλυμένη υπόσταση και δύο αποκαλύπτουσες υποστάσεις, δηλαδή ένα υπερβατικό υποκείμενο τής αποκαλυπτικής διαδικασίας, που είναι ο ΠΑΤΗΡ και μία δυάς που αποκαλύπτει, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. [Η φιλοσοφία του Πλωτίνου ακριβώς, με θαυμαστή  ακρίβεια χωρίς την πρόοδο, την διαδικασία η οποία ονομάζεται σήμερα υποκείμενο, ή οδός της ταυτότητος. Αφού χωρίζουν τα αχώριστα, στην συνέχεια με μία υπέρτατη θυσία, βοηθούν τον Θεό καί τα ενώνουν. Αυτή είναι η έννοια της ενότητος. Είναι η ουσία της εξατομικεύσεως, δηλαδή της ψυχολογίας και συνέπεια της μειώσεως της Θεολογίας σε απλή ένωση των αντιθέτων, κάτι που εισηγήθηκε πρώτος στην ιστορία ο Cusano. Με ψυχολογικούς όρους, τα αντίθετα συνυπάρχουν στον Ουροβόρο, στην παιδική ηλικία, όπου δεν υπάρχει αρχή και τέλος, επειδή η κεφαλή τρώει την ουρά της. Στην συνέχεια χωρίζουν και απομακρύνονται και αντιτίθενται διά της εμπειρίας και της συνειδήσεως και τέλος η ωριμότης σηματοδοτεί την επανένωση των αντιθέτων, όπου η ένωση αυτή, η ενότης των αντιθέτων, που καθοδηγεί τον Οικουμενισμό σαν ένωση των Εκκλησιών, είναι η αληθινός υπερβατικός εαυτός, το σύμβολο του self, το οποίο δίνει και την αίσθηση της αθανασίας. Απολύτως πρωτόγονη σκέψη, πολύ μακρυά από την Θεολογία]. 
"Ο Πατήρ, λοιπόν. Είναι αδύνατον να πούμε κάτι γι'αυτόν. Η Σιωπή, το Μυστήριο, το Υπερβατικό, αλλά ακόμη και στην αγιότατη Τριάδα; Αποκαλύπτεται αλλά μόνον στις άλλες υποστάσεις. Αυτός ο ίδιος παραμένει απρόσληπτος και απρόσιτος, "στους ουρανούς", άγνωστος, κρυμμένος". [Ο γνωστός Γιαχβέ των Εβραίων. Και με τέχνη θα σχεδιαστεί σιγά-σιγά η ένωση των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών, που ευαγγελίζεται τόσα χρόνια ο Ζηζιούλας. Έχουμε και στην αΐδιο Τριάδα αποκάλυψη, ας χαρούμε. Ο παπισμός εκμηδένισε τον Υιό, βάζοντας τις βάσεις για τον εκμηδενισμό του Αγίου Πνεύματος που πραγματοποίησαν οι Προτεστάντες. Οι Ορθόδοξοι με τους Ρώσους και τον Ζηζιούλα, εκμηδενίζουν τον Πατέρα. Αυτό σημαίνει, ο επίσκοπος δεν κάνει τίποτε, απλώς παρίσταται. Είναι εικών του ΠΑΤΡΟΣ. Η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός ονομάζεται από τους Πατέρες και πρόβλημα. Τώρα οι Σοφοί αποσπώντας το Άγιο Πνεύμα από την Εκκλησία, το προβάλλουν με την σειρά τους στους Ουρανούς, φτιάχνοντας την νέα Αγία Τριάδα, το νέο υπέρτατο Είδωλο, με το υλικό της κενώσεως του ανθρώπου]. 

          Ο Πατήρ εκφράζει στην ενυπάρχουσα (immanent) Τριάδα [που είναι το κατ'εικόνα του ανθρώπου, δεν είναι η Αγία Τριάδα, και η οποία μπορεί να γίνει αντικείμενο αποκαλύψεως], αυτό που στην Οικονομική Τριάδα ήταν η αρχή τής υπερβατικότητος του Θεού. Αυτός είναι η πρώτη και μοναδική αρχή που δεν αποκαλύπτεται [το ΕΝΑ του Πλωτίνου], αλλά επιτρέπει να αποκαλυφθεί στην Δυάδα των δύο υποστάσεων που αποκαλύπτουν, που φέρουν την αποκάλυψη. 
"Ο Πατήρ είναι το βάθος και το μυστήριο του Θεού, η σιωπή που προϋποθέτει τον Λόγο, η νόηση που αυτοστοχάζεται (νόηση της νοήσεως), πρίν ακόμη διακλαδωθεί η σκέψη του. Είναι η πρωτογενής Βούληση, η αρχή κάθε θελήσεως, η πληρότης από όπου ξεκινά όλο το Είναι. Κατανοεί την ενότητα του όλου και προηγείται κάθε διακρίσεως. Η πηγή του Κάλλους, που πρέπει να υπάρξει πριν την ύπαρξη του κτιστού κάλλους. Αυτός είναι η Αγάπη, αλλά συγκρατημένος στον εαυτό του, χωρίς να φανερώνεται ακόμη".

          Ο Μπουλγκάκοφ νομίζει πώς σκέφτεται σε συμφωνία με την Ορθόδοξη παράδοση, και εννοεί την πατρική υπόσταση σαν τον Deus absconditus (τον κεκρυμένο Θεό) στο εσωτερικό της Τριάδος, την πηγή (την μοναδική καταγωγή, την μοναρχία) η οποία παρότι εξέρχεται από τον εαυτό της είναι πάντοτε μία ατέλευτη αποθήκη νοήματος. Σε τι σχέση όμως υπάρχουν αυτή η πηγή και η Σοφία, δηλαδή η Θεία φύσις και ποια σχέση διατρέχει ανάμεσα σ'αυτή και τις άλλες δύο υποστάσεις; 

          Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μία πρώτη ισότητα. "Ο Πατήρ είναι η Σοφία", όμως σ'αυτή την ισότητα δεν ισχύει το αντίστροφο "Η Σοφία είναι ο Πατήρ", από την στιγμή που ο Πατήρ είναι κάτι περισσότερο της Σοφίας, και ταυτοχρόνως αυτή η ταυτότης λέει μόνον μία πλευρά της Σοφίας, η οποία είναι επίσης η αποκαλύπτουσα Δυάδα και η κτιστότης. Η Σοφία είναι ο Πατήρ όταν φανερώνεται, είναι ο Πατήρ ανοιχτός έξω από τον εαυτό του, είναι η ουσία του, η αποκεκαλυμένη και ταυτοχρόνως είναι ο Υιός και το πνεύμα". [Είναι ζάλη οπωσδήποτε]. 

          Η πρώτη ισότης που φανερώσαμε στηρίζει την σχέση ανάμεσα στον Πατέρα και την αποκαλυπτική Δυάδα του Υιού και του Πνεύματος, από την στιγμή που το Υπερβατικό είναι ανοιχτό πάντοτε στο ενυπάρχον (immanent). Η πρόοδος τής αυτοαποκαλύψεως του Πατρός, που για τον Μπουλγκάκοφ δείχνει την παραίτηση του να υποστατικοποιήσει όλη την Θεία Φύση, ζώντας εγωϊστικά "μέσα" και "από" τον κόσμο του, οδηγεί τις τρείς υποστάσεις σε μία ολοκληρωτική "υποστατική διαπερατότητα και διαφάνεια". Ο Πατήρ επιτρέπει στις υποστάσεις που τον αποκαλύπτουν να ξεσκεπάσουν την Φύση του σε κάποιο μέτρο, αλλά η Σοφία τού Θεού κατοικεί σ'αυτόν πρωτογενώς σαν Ουσία, σαν το κρυμμένο Βάθος της Φύσεως του. [Η Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί, του Ηράλειτου, Πολύ Ορθόδοξη Θεολογία]. Η αυτοαποκάλυψη της Πατρικής  ουσίας είναι πλήρης και δεν υπάρχει μυστήριο στο εσωτερικό της τριυποστάσεως. Αναφερόμενος στην πρώτη επιστολή του Ιωάννου, γράφει: "Ο Θεός είναι φώς και δεν υπάρχει απολύτως τίποτε σ'αυτόν που θα μπορούσε να ονομασθεί σκότος. Ο Πατήρ δεν κρατά τίποτε για τον εαυτό του [καλά σε οικογενειακό σεμινάριο βρεθήκαμε;] που δεν είναι ήδη φανερωμένο στον Υιό ή ολοκληρωμένο στο Άγιο Πνεύμα. 

          Η επιμονή στην ολοκληρωτική διατριαδική διαφάνεια τού χρειάζεται για να εκφράσει το γεγονός πώς ο Πατήρ έχει την Φύση του, όχι για τον εαυτό του, αλλά την έχει κοινή με τα άλλα δύο πρόσωπα, έτσι ώστε η Θεία Φύσις να γίνεται μοναδική, για όλη την Τριάδα και οι Τρείς Υποστάσεις να μην σχηματίζουν μεταξύ τους μία κοινότητα, αλλά ένα μοναδικό υποκείμενο που αποκαλύπτεται και ζεί, σε μία μοναδική ουσία. Ακόμη πιο ριζικά, ο Πατήρ, όχι μόνον δεν κρατά για τον εαυτό του την Φύση του, αλλά παραιτείται από την δυνατότητα να την αποκαλύψει Αυτός ο ίδιος [καλός μπαμπάς], έτσι ώστε η υπόστασί του στο εσωτερικό της Τριάδος να παραμένει κρυφή, ώστε οι άλλες υποστάσεις να είναι φωτεινές [για να μην κομπλάρουν].

          Σ'αυτό το σημείο η σκέψη του Μπουλγκάκοφ, λόγω του άπιαστου αντικειμένου, γίνεται σύνθετος και διακινδυνεύει μονοπάτια μοναχικά και μάλιστα αντιφατικά. Δεν είναι ξεκάθαρη π.χ. η σοφιανική ποιότητα του Πατρός, διότι η Σοφία είναι αποκεκαλυμένη Ουσία, αλλά στον Πατέρα δεν υπάρχει προσωπική αποκάλυψη, καθότι Αυτός είναι η πηγή που υπερβαίνει κάθε φανέρωση. Η Πατρική υπόσταση, αφού δεν αποκαλύπτεται τελικώς, αφού δεν έχει πρόσωπο, φαίνεται εντελώς απρόσωπη, μέχρι να εκμηδενιστεί ταυτιζόμενη με το Ουσιώδες, αντί να είναι μία υποστασιοποίηση. 

          Τέλος πάντων, φαίνεται ότι το πρώτο χαρακτηριστικό του Πατρός είναι η δύναμη της θυσίας του, της υποστατικής του απόσυρσης ώστε να υπάρξει η αποκαλύπτουσα Δυάδα. Σ'αυτό το ενδοτριαδικό πλαίσιο βρίσκουμε μ'αυτή την μορφή εκείνη την ιδέα της αγάπης σαν κενώσεως στην οποία σταθήκαμε τόσες φορές. "Το μυστήριο του αποκαλυπτόμενου πίσω από τους αποκαλύπτοντες είναι κένωσις  αιώνια της αγάπης του Πατρός στην ταπεινότητα, και αυτή η κένωσις εμπλέκει και εκείνη του Υιού και του Αγίου Πνεύματος". Η ενδοτριαδική αυτοδιαφάνεια είναι επομένως για τον Πατέρα η φιγούρα της αγάπης που παραιτείται από τον εαυτό της για να υπάρξει ο άλλος, ή καλύτερα που παραιτείται από την αποκλειστική κατοχή της φύσεως της, του κόσμου της ,για να τον μοιραστεί με τον άλλον. 

Συνεχίζεται 

Αμέθυστος.

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (15)

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (15)
 Συνεχίζεται απο : Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Η ΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.

Η δεύτερη μετα-πατερική σύνθεση, μετά τού Φλωρόφσκυ.
ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ .... Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
ΠΕΡΙ ΠΡΟ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
Θεός-κόσμος: τα μονοπάτια του σοφιολογικού προβλήματος.
Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΑΔΑ. 

Η Φύση και η διαφάνειά της στο θείο υποκείμενο
Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ.

Η αν-υποστατική αγάπη σαν ουσία του κόσμου.

Ο Μπουλγκάκοφ επιμένει ιδιαιτέρως σ' αυτή την αμοιβαία διαφάνεια ανάμεσα στα πρόσωπα και στην Σοφία/Φύση. Σ' αυτή την κατεύθυνση βαδίζει μια επιπλέον στοχαστική γραμμή, όπου αναλύεται ο τύπος της αγάπης που δένει την Σοφία με την Τριάδα. Εάν ο Θεός είναι αγάπη, δεν υπάρχει τίποτε σ' Αυτόν που να μην μετέχει της αγάπης, γι' αυτό όχι μόνο οι τρεις Υποστάσεις στην αμοιβαιότητά τους, αλλά και η φύση του θεού είναι αγάπη, και καθορίζεται από την αγάπη. Στην συνέχεια λοιπόν θα ερευνηθεί αυτή η διπλή κατεύθυνση της αγάπης, του Θεού για την Σοφία και της αγάπης της Σοφίας για τον Θεό.
Σε όλη την σοφιολογία η έννοια της αγάπης λειτουργεί σαν οδηγός. Δεν είναι μόνον η προσωπική αγάπη που κάνει την Τριάδα μια Μονάδα εν Τριάδι, μονοτριαδική, ούτε είναι μόνο η δύναμη συνδέσεως της πανπεριέχουσας ενότητος του θείου κόσμου καθαυτή αλλά και ο δεσμός που συνδέει τον θείο κόσμο με τον υποστατικό θεό. [Ιδού χωρίζω τα πάντα και τα ξαναενώνω, αλλά με τον δικό μου τρόπο, ως νέος παντουργός. Η σοφία χωρίζει τον αχώριστο, για να χωρέσει και εμένα, τον ψευτόθεο. Η απόλυτη αντίθεση στην Θεοτόκο που χώρεσε τον αχώρητο και τον κάθε μας Άγιο].

Στην έννοια της αγάπης λοιπόν ο Μπουλγκάκοφ περικλείει κάτι περισσότερο από ένα περσοναλιστικό λόγο σχέσεως, αλλά έναν λόγο μεταφυσικό όπου η αγάπη είναι μια πραγματική και αληθινή δύναμη δεσμού που κρατά ενωμένο, μαζί, το όλον του θεού και το όλον του κόσμου. Και μ' αυτόν τον τρόπο η θεολογία γλιστρά σιγά-σιγά προς μια μεταφυσική φιλοσοφία, λόγω του ότι ο Μπουλγκάκοφ χάνει τελικώς την επαφή του με τα δεδομένα των Γραφών, όπως και με τα δεδομένα του δόγματος.

«Στην πρόταση "ο θεός είναι σοφία" ο σύνδεσμός είναι δεν δείχνει μια αφηρημένη τυπική-λογική σχέση, αλλά είναι ο οντολογικός δεσμός της αγάπης. Ο θεός είναι σοφία σημαίνει πως ο θεός, υποστατική αγάπη, αγαπά την Σοφία και αυτή αγαπά τον θεό με μια αγάπη ανταλλαγής, παρότι δεν είναι υποστατική». [Στη σχολαστική θεολογία του Ακινάτη, η οποία ισχυρίσθηκε πως ο θεός είναι το υπέρτατο Είναι (Summum bonum) οι Ρώσοι προσθέτουν πως ο θεός είναι η υπέρτατη αγάπη (Summum amorum). Μάλιστα δε το ανταλλάσσουν. Εάν μπορούσαν θα είχαν καταργήσει το είναι ακόμη και στην σύνταξη της προτάσεως].

[Ας δούμε τι λέει επ' αυτού ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στην Έκδοση της Ορθοδόξου πίστεως, κεφ. 9, Περί των επί Θεού λεγομένων: «Είναι λοιπόν ανάγκη να καταλάβουμε ότι καθετί από τα λεγόμενα για τον Θεό δεν σημαίνει τι είναι κατά την Ουσία (αυτό δείχνει το ρήμα Είναι), αλλά φανερώνει ή τι δεν είναι ή κάποια σχέση προς κάτι άλλο από τα αντιδιαστελλόμενα ή κάτι από αυτά που είναι ακολουθίες της φύσεως ή ενέργεια... Θεός λοιπόν σημαίνει ότι ἐθεάσατο γὰρ "τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν" ἀχρόνως ἐννοήσας καὶ ἔκαστον κατά τὴν θελητικὴν αὐτοῦ ἄχρονον ἔννοιαν, ἤτις ἐστί προορισμός καὶ εἰκὼν καὶ παράδειγμα, ἐν τῷ προορισθέντι καιρῷ γίνεται».
ΑΥΤΟ ΛΟΙΠΟΝ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ, ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΤΙ ΕΙΝΑΙ, ΕΝΩ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ].

Μέχρι το "υπόσταση και υποστασιακότης" ήταν δυνατόν να εκφράσουμε, κατά τον Μπουλγκάκοφ, το γεγονός πως ο θεός αγαπά την Σοφία, καθώς αυτή η τελευταία είχε μια προσωπική διάσταση, όπως είναι η αγάπη για ένα προσωπικό ον άλλο από τον εαυτό μας, που τοποθετείται από τον θεό ad extra και στην συνέχεια συνδέεται ξανά μαζί του ακριβώς με την αγάπη. Με το νέο κείμενο όμως, καθώς καταργήθηκε η έννοια της τέταρτης υποστάσεως, η αγάπη που δένει την Σοφία στον Θεό δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μια διαπροσωπική υποστατική αγάπη. Αυτό βεβαίως δεν εμποδίζει ξανά τον Μπουλγκάκοφ να δηλώσει πως «η Σοφία σαν αντικείμενο της αγάπης του θεού, είναι αναγκαίως μια ζωντανή και νοερή Ουσία, από την στιγμή που ο θεός δεν αγαπά μια νεφελώδη αφαίρεση ή ένα νεκρό πράγμα [εμάς τους ιδίους, δεν είμαστε νεκροί;], αλλά κάθε συγκεκριμένο ον, άξιο αγάπης, είναι ζωντανό και διαθέτει την δύναμη της ζωής». Ο στοχασμός του αυτός συγκεντρώνεται στο κείμενο  Agnec Božij (1933) όπου στο κεφάλαιο με τον τίτλο "ο θείος κόσμος" βρίσκεται η πιο οργανική διαπραγμάτευση του προβλήματος της θεϊκής αγάπης. Εδώ ορίζεται η αγάπη που από τον θεό πάει στην Σοφία σαν υποστατική αγάπη προς μια πραγματικότητα που δεν είναι υποστατική (αν-υποστατική), αλλά υποστατικοποιημένη, της οποίας το νόημα βρίσκεται στο γεγονός πως η Σοφία είναι η ίδια η Ουσία του θεού-Αγάπη, επομένως αυτή είναι αυτή η Ίδια η αγάπη και ο θεός, αγαπώντας την Σοφία, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αγαπά τον εαυτό του. [Όπως ο Μπουλγκάκοφ, ο θεός του οποίου είναι κατ' εικόνα του].

Υπάρχουν λοιπόν τέσσερεις τύποι αγάπης: η διυποστατική αγάπη, η αγάπη ανάμεσα σε μια υπόσταση και μια υποστασιακότητα (η αγάπη της Σοφίας για τον θεό) και τέλος η ανυποστατική αγάπη που δένει σαν οργανικός δεσμός την Σοφία σαν υποστασιακότητα θεία (δύναμη δεσμού του πληρώματος του θεού) και σαν κοσμική υποστασιακότης (δύναμις δεσμού όλης της κτίσεως). [Τύφλα να 'χει ο Απ. Παύλος, ο Κύριος μας ελευθέρωσε από δεσμούς και νόμους, και εμείς τον φυλακίσαμε μέ τους ίδιους δεσμούς και νόμους που μας ελευθέρωσε, βαπτίζοντάς τους αγάπη. Τώρα πρέπει να τον ελευθερώσουμε με την σειρά μας, με μια μεγαλειώδη κενωτική αγάπη].

Η αγάπη του θεού προς την Σοφία είναι ο δεσμός που την καθιστά ολοκληρωτικά συσσωματωμένη στο εσωτερικό της διυποστατικής ζωής. Η ολοκληρωτική της διαφάνεια παράγεται αντιθέτως από το γεγονός πως η Σοφία και αυτή η ίδια, σαν επιστροφή, αγαπά τον θεό με μια αγάπη ανυποστατική. Είναι μια σκοτεινή έκφραση πολύ σημαντική, διότι σ' αυτή την έννοια στηρίζεται όλη του η στροφή! [Μάλλον για συστροφή στον ύπνο του πρόκειται].
Σύμφωνα με τον θεολόγο μας λοιπόν, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε την ολοκληρωτική διαφάνεια των θείων υποστάσεων στην Φύση, σαν μια ιδιαίτερη ιδιότητα των υποστάσεων, ούτε αυτές σαν ιδιότητες της φύσεως, διότι στην φύση του πνεύματος δεν μπορεί να έχει θέση μια τέτοια αντικειμενοποίηση. Η αλληλοδιείσδυση ανάμεσα στην Φύση και στα πρόσωπα είναι ολοκληρωτική, όχι επειδή τα πρόσωπα δίνουν ποιότητα στην Φύση, αλλά διότι η Φύση αγαπά ανταποδοτικά τον Θεό, παρότι δεν είναι μία υπόσταση.

«Η αν-υποστατική αγάπη δεν μπορεί να γνωρίσει εκείνη την αυτοβεβαιωτική θυσιαστική προσφορά, που εκφράζει την θεία τρισυπόστατη αγάπη. Η πραγματικότητά της είναι διαφορετική. Αυτή η αγάπη μπορεί μόνον να γίνει κτήμα, να προσφερθεί αγαπώντας και σ' αυτό το δόσιμο θηλυκής αγάπης φέρνει το Είναι την ζωτική δύναμη, την αγαπητική ευτυχία [Βίος ανθόσπαρτος στους νεόνυμφους όπως λέμε]. Η ιδιαίτερη αγάπη της Σοφίας είναι μ' αυτή την έννοια θηλυκή και ακριβώς σ' αυτή αναφέρονται, στην πρωταρχική τους σημασία οι βιβλικές εικόνες του γάμου και του αρραβώνος, που συνδέονται με την Εκκλησία.

Διακρίνοντας λοιπόν αυτή την δύναμη δεσμού η θεία ζωή γίνεται ένας τέλειος δυναμισμός όπου το δόσιμο της Σοφίας δεν είναι τίποτε άλλο από την πρόοδο λόγω της οποίας η Φύση του θεού δωρίζεται στις υποστάσεις της στην διαρκή διαδικασία αυτοαποκαλύψεως του Απόλυτου Υποκειμένου»[του Σέλλινγκ. Προσωπικώς δεν μας πειράζει να παραμείνει και αυτοκρυπτόμενο].

Συνεχίζεται


Αμέθυστος

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (13)

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (13)
Συνέχεια από Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Η ΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.
Η δεύτερη μετα-πατερική σύνθεση, μετά τού Φλωρόφσκυ.
ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ .... Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
ΠΕΡΙ ΠΡΟ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
Θεός-κόσμος: τα μονοπάτια του σοφιολογικού προβλήματος.
Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΑΔΑ. 

Η Φύση και η διαφάνειά της στο θείο υποκείμενο

Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ. 
 
Σύμφωνα με τον Μπουλγκάκοφ η Φύση σαν απόλυτο περιεχόμενο της ζωής του Θεού έλαβε στην ιστορία της Θεολογίας πολύ μικρή προσοχή. Ενώ διαλογιστήκαμε με επάρκεια πάνω στην Τριαδικότητα, το πρόβλημα τής ομοουσιότητος ή ουσίας δεν δέχθηκε την αντίστοιχη εμβάθυνση. Η έννοια τής Φύσεως, που υιοθετήθηκε από την Θεολογία σε σχέση με την συζήτηση γύρω από την Τριάδα τής συνόδου της Νίκαιας, σαν ένα μέσον για να πούμε καταλλήλως το ομοούσιο του Υιού προς τον Πατέρα, ήταν ένα δάνειο από την φιλοσοφία της ουσίας του Αριστοτέλη. Η πατριστική, σχολαστική παράδοση της Δύσεως (η οποία ονομάστηκε και μετα-πατερική, στην ιστορία της Θεολογίας) στοχάστηκε και αυτή τό θέμα της διατριαδικής ενότητος στο πλαίσιο του αριστοτελικού θωμισμού, αλλά έχασε την συμβολική πρόθεση με την οποία κάλυψαν οι Πατέρες τής συνόδου την έννοια αυτή και κατά συνέπεια κατέληξε σε μία άστοχη φιλοσοφική αφαίρεση «Το δόγμα τού ομοουσίου που σώζει την ενότητα τής Τριάδος παραμένει τοιουτοτρόπως ένα κλειστό βιβλίο, για ότι μας αφορά και από μία θρησκευτική άποψη, δεν έχει αφομοιωθεί, ούτε έχει ανοίξει κάν».
Αυτή η ουσιώδης άγνοια της δογματικής ενός τόσο σημαντικού στοιχείου τού Χριστιανικού δόγματος οφείλεται κατά τον Μπουλγκάκοφ στην πολύ μικρή προσοχή που δόθηκε στα βιβλικά δεδομένα, τα οποία προσφέρουν μία ξεκάθαρη διδασκαλία πάνω στην ζωή του τρι-μοναδικού Θεού, εκεί όπου αναπτύσσεται το θέμα της σοφίας και της δόξας τού Θεού, θέματα τα οποία αποτελούν μέρος της σοφιολογίας. «Η Θεία Φύσις, σαν απόλυτο περιεχόμενο της ζωής τού Θεού είναι αυτό που στον Λόγο του Θεού ονομάζεται η Θεία Σοφία». (Παροιμ 8,22) : Ο Κύριος με δημιούργησε πρίν απ’τα έργα του όλα, το πρώτο από τα έργα του και από πολύ παλιά!
Αυτή η ζωή του Θεού, στην Θεότητά του ή τον Θείο κόσμο,ζωντανή αντικειμενική αρχή είναι αυτό που στην Γραφή καλείται Σοφία (Παροιμ 8-9): Σύμφωνα με την Γραφή δε, στην έννοια της Θεότητος μπορούμε να διακρίνουμε δύο όψεις: η μία είναι η Σοφία και η άλλη είναι η δόξα σαν αποκάλυψη του κάλλους και της τέλειας θεϊκής χαράς.
Πάνω σ’αυτό το πεδίο ο Θεολογικός στοχασμός ξεπεράστηκε από λειτουργική ευαισθησία, η οποία από αρχαιοτάτων χρόνων, διατύπωσε ύμνους και δοξολογίες που συνδέονται με τα θέματα μας. Είναι πολύ σημαντικό επομένως να ξανακερδίσουμε την βιβλική αναφορά, για να ξαναβρούμε και την Θεολογική τους ανάπτυξη.
Στις παροιμίες λοιπόν σε όλα τα πρώτα 9 κεφάλαια η έννοια χρησιμοποιείται για να εκφράσει μία ηθική ποιότητα του ανθρώπου. Ενώ στο 8,22-31 δεν περιγράφει πλέον μία ανθρωπολογική πραγματικότητα, αλλά φαίνεται να ταυτίζεται με ένα νοητό όν. Ετσι δηλώσεις όπως : Ο Κύριος με είχεν εν τη αρχή των οδών αυτού, πρό των έργων αυτού, απ’αιώνος (παρ 8,22) ή επίσης : «πρό του αιώνος με έχρισεν , απ’αρχής, πρίν υπάρξη η γή» (Παρ 8, 23) μπορούν να αναφερθούν, κατά τον Μπουλγκάκοφ  μόνον σε μία αρχή προϋπάρχουσα του κόσμου, θεϊκής καταγωγής ή τουλάχιστον σε στενή σχέση με τον Θεό.
[Εδώ λοιπόν αποκαλύπτεται η καρδιά της πλανεμένης σοφιολογίας. Είναι ήδη γνωστό στους περισσότερους πώς τα βιβλία αυτά του Εκκλησιαστού, οι παροιμίες και οι Σοφίες της Π.Δ. είναι επηρεασμένα από την Ελληνική φιλοσοφία και συγκεκριμένα από τον Πρόνοια,  την έννοια της οποίας ονομάζουν Σοφία. Όμως σ’αυτό το σημείο,  ευτυχώς ,μέσα στην άφατη σοφία του ο Κύριος, διά του Αποστόλου Παύλου, δίνει την αλήθεια της πρόνοιας, την οποία είχαν ψυχανεμιστεί και οι αρχαίοι φιλόσοφοι, τους οποίους αντιγράφει σήμερα άκριτα η Ρωσική Θεολογία. Προς εφ 1,23…. «Χάριτι έστε σεσωσμένοι διά της πίστεως και τούτο ούκ εξ’υμών, Θεού το δώρον. Ούκ εξ έργων (αλλά διά των έργων της πίστεως, και θα δούμε ποια είναι αυτά), ίνα μη της καυχήσηται. Αυτού γάρ εσμέν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού επί έργοις αγαθοίς (του Θεού δηλαδή διότι μόνον ο Θεός είναι αγαθός), ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΡΓΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΙΝΑ ΕΝ ΑΥΤΟΙΣ ΠΕΡΙΠΑΤΗΣΩΜΕΝ. (αυτή την διδαχή αυτονόμησαν οι Ρώσοι, ονομάζοντας την Σοφία και στην Θέση αυτών των έργων, που είναι η πραγματοποίηση της ευχής μας, Γεννηθήτω το θέλημά σου, έβαλαν την ιστορία, την ιστορική Εκκλησία, την εσχατολογία της ιστορίας και τέλος τον Οικουμενισμό, αυτονομώντας και την ενότητα από τον ΕΝΑ, τον Κύριο, όπως κάνουν οι αντιοικουμενιστές). Και η μετάφραση λέει: Για να αποτελέσουν τον τρόπον τής ζωής μας. Τον λόγο του Κυρίου λοιπόν ΕΓΩ ΕΙΜΙ Η ΟΔΟΣ, κακοποιούν και αρπάζουν βίαια για τον εαυτό τους, αφού οι Γερμανοί ιδεαλιστές δάσκαλοί τους, τους έπεισαν ότι το ΕΓΩ αυτό, έχει στενή σχέση με το ΕΓΩ του ανθρώπου].
[Και ενώ λοιπόν ο Απόστολος μας ανοίγει τα μάτια, οι Ρώσοι προσπαθούν να μας τα κλείσουν, παρότι δεν διαθέτουν πατήματα στην Κ.Δ. για να στηρίξουν την μωρολογία τους. Διότι όπως λέει πάλι ο Απόστολος, την σοφία των ανθρώπων απέδειξε μωρία ο Κύριος. Δεν είναι τυχαία και η προσπάθεια του Βασιλειάδη να αφαιρέσει τον Απ. Παύλο από την Κ.Δ. Τα μόνα ίχνη που χρησιμοποιούν στην Κ.Δ. είναι δύο αποσπάσματα από τον Λουκά 7,35 «Και εδικαιώθη η σοφία από των τέκνων αυτής πάντων». Το οποίο είναι συνέχεια του λόγου: τίνι ούκ ομοιώσω τους ανθρώπους της γενεάς ταύτης; Και τίνι εισίν όμοιοι; Όμοιοι είσι παιδίοις….! Και το ίδιο απόσπασμα από το κατά Ματθαίον 11, όπου διδάσκεται η Μετάνοια].
Ο Μπουλγκάκοφ λοιπόν αυτόν τον στίχο των παροιμιών τον παραλλάσσει ερμηνεύοντας τον σαν να λέει.Μέ δημιούργησε σημαίνει ότι η Σοφία είναι μία κτιστή Αρχή του Σύμπαντος και ίσως δεν αναφέρεται στον κόσμο του Θεού, αλλά είναι ένα εργαλείο στα χέρια του Θεού ή ακόμη και ένας μεσάζων ανάμεσα στον Θεό και στον κόσμο. Οι περισσότεροι Πατέρες πάντως, όσοι έχουν αναφερθεί στον στίχο αυτό, δηλώνουν ότι η Σοφία, είναι ιδιότης του Κυρίου.
Και στο θέμα της δόξας η διαπραγμάτευση του Μπουλγκάκοφ είναι προβληματική. Ταυτίζει την δόξα Κυρίου με την νεφέλη, όπως εμφανίζεται η έκφραση αυτή για πρώτη φορά στην Εξοδο 16,7.10 «Και το πρωί θα δείτε την δόξα του Κυρίου ….και ξάφνου φάνηκε η δόξα του Κυρίου μέσα στο σύννεφο». Και όπως εμφανίζονται πολλές αναφορές στην συνέχεια, στην Π.Δ. [Αδιαφορώντας για το Όρος Θαβώρ. Φυσικά αφού επιθυμεί να κατασκευάσει νέα Εκκλησία, στα Εβραϊκά πρότυπα, περιμένοντας τον Μεσσία και ζώντας μέχρι τότε με την Σοφία του Θεού, με τους όρους του ακτίστου όπως λέει ο Γιανναράς. Επινοώντας καινούργιο Νόμο, όπως οι Ορθόδοξοι κληρικαλιστές μας ξαναφυλάκισαν στον Νόμο του Πηδαλίου, ματαιώνοντας τον Κύριο].
Είναι φανερό λοιπόν για τον Μπουλγκάκοφ ότι η Σοφία είναι μία Θεία Αρχή, αλλά διακεκριμένη από τον προσωπικό Θεό. Η Θεολογική παράδοση, αγνοώντας τις αποδείξεις που έφερε στην επιφάνεια ο Μπουλγκάκοφ, υπενόησε πώς δεν υπάρχουν δεσμοί ανάμεσα στο περιεχόμενο αυτών των κατηγοριών και της ουσίας του Θεού. Αλλά αναρωτιέται, πώς είναι δυνατόν να αγνοείται το γεγονός πώς αυτές οι δύο κατηγορίες περιγράφουν την ζωή της Θεότητος; Έτσι η παράδοση καταλήγει σε έναν δυαλισμό, θέτοντας από το ένα μέρος τις Γραφές και από το άλλο το δόγμα. Από το ένα μέρος το ψυχρό και αφηρημένο μεταφυσικό σχήμα του ομοουσίου και από το άλλο την πύρινη φανέρωση της ενυπάρχουσας ζωής του Θεού, στις φιγούρες της Σοφίας και της δόξας. Αυτή η ταυτότης λοιπόν Σοφίας και δόξας με την ουσία τού Θεού δεν είναι μόνον δυνατή αλλά και υποχρεωτική.
[Αφού όμως είδαμε την φτωχή Σοφία πώς παρουσιάζεται  στην Κ.Δ. και τον Απ. Παύλο, ας δούμε και τους Πατέρες τι λένε για την δόξα, χωρίς να μπούμε στην αρπαγή, στην αίρεση της δόξης από το Όρος Θαβώρ. Συμεών ο Ν.Θεολόγος, Θεολογικός Πρώτος. 14: Εκείνος που δεν παρεκκλίνει από την οδό της μακαρίας ταπεινοφρούνης, βαδίζοντας και πορευόμενος δεξιά και αριστερά, χωρίς να καταδέχεται ν’ακολουθεί τα ίχνη του Ιησού και Θεού, πώς θα εισέλθει μαζί του στον Νυμφώνα του; Και χωρίς να συνεισέλθει, πώς θα ιδεί την δόξα του; Και χωρίς να την ιδεί, πώς θα διηγηθεί σ’άλλους το κατ’αυτήν ή τα περί αυτήν; Και 15: Αλλά πές μας εσύ που δεν θέλεις να διδάσκεσαι περί Θεού, αλλά επιχειρείς να διδάξεις:! Αν πρώτα ανέβηκες από τον Άδη και έφθασες στη Γή, και πώς σου συνέβη αυτό; Με ποια επιστηρίγματα και ποια σκαλοπάτια, με ποιους συνεργούς και βοηθούς στην ανάβαση; Και αφού ανήλθες, γεμάτος βρώμα και φθορά, η καλύτερα κρατούμενος από τον Θάνατο και νεκρός όντας ακόμη, πώς έζησες και έγινες ισχυρότερος του θανάτου και κατόρθωσες να ξεφύγεις από τα χέρια εκείνου πές μας λοιπόν αυτά και τότε μόνο θα μας ειπείς και πώς μετά την άνοδο από τον Άδη και τον ερχομό στη Γή απαλλάχθηκες από την φθορά και ελευθερώθηκες από την κατάρα. Έπειτα θα μας διδάξεις πώς πάλι ανέβηκες από την Γή, ποια σκαλοπάτια χρησιμοποιώντας και με ποια φτερά πετώντας ανυψώθηκες στους ουρανούς, επάνω σε ποιο άρμα ανέβηκες, όντας στο σώμα χωρίς σώμα, πώς τους υπερέβησες αυτούς (τους ουρανούς) ποια νεφέλη σε άρπαξε ( ποια νεφέλη υπέλαβε). (Αυτή την νεφέλη ταυτίζει ο Μπουλγκάκοφ με την δόξα του Κυρίου. Αγνοώντας το Θαβώρ, όπου μεταμορφωμένος ο Κύριος αποκάλυψε την δόξα Του). Δείξε μας αυτά τα πράγματα και δίδαξε μας γι’αυτά και τότε θα δεχθούμε να ομιλείς περί του Θεού, με κάποια μετριοφροσύνη και με φόβο και τρόμο…. Διότι ούτε ο Δεσπότης μας και Θεός δεν ανέβηκε χωρίς την νεφέλη του πνεύματος που τον παρέλαβε. Ενώ θα μπορούσε να ανέβει χωρίς την νεφέλη και χωρίς τους συνοδούς αγγέλους. Αλλά δεν το κάνει…. Γιατί; Για να μας διδάξει ότι και ο νούς μας χρειάζεται οπωσδήποτε κάτι που θα τον ανυψώσει στον ουρανό, θα του υποδείξει τα εκεί θεάματα  και θα του αποκαλύψει θα μυστήρια του Θεού. Και για να μας διδάξει να μην εξαπατώμεθα με τα λόγια μόνον και να πιστεύουμε κάθε άνθρωπο που λέει ότι είναι πνευματικός, αλλά να βεβαιωνόμαστε πρώτα από τον βίο και τις πράξεις του και μάλιστα αν συμφωνούν οι λόγοι και οι πράξεις του με τις διδασκαλίες τού Κυρίου και των Αποστόλων και των αγίων πατέρων].
Δόξα και αιώνια τιμή στον Κύριο που μας έδωσε τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Τον αληθινό φύλακα της πύλης της Βασιλείας.
Συνεχίζεται                                
Αμέθυστος.

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (12)

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (12)
Συνέχεια από Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Η ΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.
Η δεύτερη μετα-πατερική σύνθεση, μετά τού Φλωρόφσκυ.
ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ .... Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
ΠΕΡΙ ΠΡΟ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
Θεός-κόσμος: τα μονοπάτια του σοφιολογικού προβλήματος.
Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΑΔΑ. 


Η Φύση και η διαφάνειά της στο θείο υποκείμενο


Το πρόβλημα της τριυποστάσεως δεν εξαντλεί τα παραδοσιακά δεδομένα γύρω από την θεότητα, καθότι το δόγμα, εκτός τής ξεχωριστής στιγμής τής υποστάσεως, επισημαίνει στον θεό και την ενοποιητική αρχή της Φύσεως. [Ταυτίζει Φύση και Ουσία κάτι που δεν έγινε ποτέ στην πατερική παράδοση]. Σε αυτό το μέρος η ορθόδοξη θεολογία απεδείχθη λιγότερο ευαίσθητη τής λατινικής θεωρίας, καθότι είχε προσφέρει το πλεονέκτημα στον ρόλο των υποστάσεων στο εσωτερικό τής θείας ζωής, κατηγορώντας τούς λατίνους ότι δεν έλαβαν στα σοβαρά την καινοτομία που κατόρθωσαν οι πατέρες εισάγοντας την χριστιανική διάκριση τών τριών θείων προσώπων στην κατανόηση του Είναι του Θεού. [Ποτέ η Ορθοδοξία δεν δέχθηκε το Είναι στον Θεό]. Ο Μπουλγκάκοφ λοιπόν προτίθεται να επαναπροσλάβει κριτικά το δεδομένο τής θείας ενότητος, διότι και αυτή η πλευρά αποτελεί μέρος της χριστιανικής δογματικής, αφαιρώντας του όμως την υπερβολική Ουσιοκρατία που χαρακτήρισε την προοπτική της δυτικής σχολαστικής. [Οι Ρώσοι ανακαινίζουν το δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας, με τη αλήθεια της Ορθοδοξίας. Πώς λένε πως ο θεός ανακαίνισε το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν, επαναφέροντας τον άνθρωπο στο αρχαίο κάλλος, στον πρώτο Αδάμ, καταργώντας την πτώση ή διαγράφοντας την πτώση, έτσι ο Οικουμενισμός διαγράφει την αίρεση της Καθολικής Εκκλησίας, επαναφέροντάς την στην φανταστική και ανύπαρκτη στιγμή της ενότητος των δύο Εκκλησιών, που δεν υπήρξε ποτέ. Δύο Εκκλησίες δεν υπήρξαν ποτέ στην Ιστορία, ούτε στην θεολογία. Ο Παπισμός απεμακρύνθη από την κοινή πίστη, η οποία υφίσταται ακόμη, αλλάζοντας την σωτηρία και τον Σωτήρα, βάζοντας στην θέση Του τον Πάπα. Η Μία Εκκλησία, η Μία Πίστη, όχι η Ορθοδοξία, υπήρχαν πολύ πριν αποφασίσει η Καθολική αίρεση να αποσχισθεί από αυτή, παίρνοντας τον δρόμο της εκκοσμίκευσης].
Σε αυτή την προσπάθεια τού Μπουλγκάκοφ φαίνεται καθαρά πως τον ενδιαφέρει απολύτως ένας στενός διάλογος με την δυτική θεολογία, στην οποία αναγνωρίζει ότι διατήρησε το πρόβλημα τής θείας ενότητος ενάντια στους κινδύνους του Ανατολικού τριθεϊσμού. [Η απόλυτη ανοησία. Στην Ιστορία των Συνόδων υπάρχουν όλα τα δεδομένα, εάν κάποιος αδυνατεί να διαβάσει τους Πατέρες, διότι δεν διαβάζονται χωρίς πίστη. Γι’ αυτό τα σύγχρονα κηρύγματα περί ενότητος, ενότητος των Εκκλησιών του Οικουμενισμού ή ενότητος τής πίστεως του αντιοικουμενισμού, ανήκουν στον στοχασμό που κυριάρχησε στην Δύση. Ο άνθρωπος, όπως και οι σύγχρονοι θεολογούντες που μάχονται στον στίβο του Μανιχαϊσμού και του Γνωστικισμού, αρχίζει να χαϊδεύει την ύπουλη ιδέα του Ομοιούσιου, που κατήργησε η Πατερική θεολογία και γι’ αυτό ο Μέγας Πατήρ τών Οικουμενιστών είναι ο Μέγας Αθανάσιος, διότι στην εποχή του οι όροι δεν ήταν ξεκάθαροι].
Αναφερθήκαμε ήδη στην ιδέα τού Μπουλγκάκοφ πως τόσο στο κτιστό πνεύμα όσο και στο θείο οι υποστάσεις ζουν χάρη σε μία σχέση με την Φύση, που παίζει τον ρόλο της πηγής ή του πλαισίου, του συνδέσμου. Όταν πρόκειται όμως να φανερώσουμε την σχέση ανάμεσα στην Φύση και στο Πρόσωπο η κτιστή πνευματική ζωή [που δεν υπάρχει, ο άνθρωπος δεν διαθέτει πνεύμα, παρότι έχει ΝΟΥ, αλλά δεν είναι πνεύμα, είναι (ο νους) το κέντρο της ψυχής, το αυτεξούσιο. Αυτό εννοούν οι Πατέρες σαν συναμφότερο, όταν ορίζουν τον άνθρωπο. Δεν εννοούν την βιολογική ψυχή, το ψυχοειδές, της ψυχολογίας, αλλά την Ψυχή του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, που είναι νοητή. Σήμερα δεν διαθέτουμε ούτε αυτή πλέον.] και η θεία διαφοροποιούνται.
Στον Θεό δεν μπορούμε να σκεφτούμε μια Φύση που να μην είναι ολοκληρωτικώς υποστασιοποιημένη από το Πρόσωπο [δεν μπορούμε να την σκεφτούμε δηλαδή να την γνωρίσουμε. Ας προσέξουμε επίσης πως το πρόσωπο προηγείται της υποστάσεως. Είναι ανώτερο, όπως στον Αυγουστίνο. Και γι’ αυτό η σχέση είναι η απόλυτη οντολογική αρχή της εποχής μας. Παληά ήταν το ζητούμενο ακόμη και στα Εξάρχεια, στο περιθώριο], μια Φύση δηλαδή που αποκαλύπτεται στο Εγώ μόνον σταδιακά και μερικά, όπως συμβαίνει στον άνθρωπο [εννοεί ότι δεν υπάρχει γίγνεσθαι, κάτι που δηλώνει σήμερα και ο Γιανναράς], αλλά η Ουσία πρέπει να είναι ολοκληρωτικώς διαφανής στο θείο υποκείμενο. [Η διαφάνεια είναι κεντρική έννοια στο σύστημα του Ράμφου. Αυτοί οι άνθρωποι γίνονται αποδεκτοί επειδή κρύβουν τις πηγές τους].
Ενθυμούμενος το χωρίο τής πρώτης επιστολής του Ιωάννη όπου λέγεται «ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία»(1 Ιωαν. 1,5), ο Μπουλγκάκοφ δηλώνει πως «δεν μπορούμε να δεχθούμε στον θεό καμμία αντίθεση ή ακόμη περισσότερο διαφορά ανάμεσα σε συνείδηση και φύση διότι αυτό θα σήμαινε έναν περιορισμό της θείας ζωής και θα ήταν σε αντίφαση με την πληρότητα της ευτυχίας της, το αναλλοίωτό της και την τελειότητά της. Στον θεό η προσωπικότης έχει μια φύση, αλλά αυτή η φύση είναι ολοκληρωτικώς προσωπική, έτσι ώστε είναι αδιανόητη μια θεία φύση (όμοια με την αρνητική ελευθερία του Σέλλινγκ) που θα είναι για τον θεό εν δυνάμει, ένα είδος Urgrund, από το οποίο μέσω μιας εσωτερικής του αποκαλύψεως προέρχεται το Σύμπαν και ο θεός πραγματοποιείται μέσω αυτού (όπως συμβαίνει στον Μπαίμε, στον Σέλλινγκ ή στην διαλεκτική  αυτοαποκάλυψη της σκέψεως στον Χέγκελ)». [Είναι καθαρή και η βίαιη χειραγώγηση των αποσπασμάτων τής Γραφής, εάν δούμε την συνέχεια της Επιστολής που αναφέρουμε].
Η ολοκληρωτική διαφάνεια της φύσεως στις υποστάσεις δεν απαιτεί αυτή η φύση να χάσει την σύστασή της, την αυτονομία της, διότι αυτό θα σήμαινε να φτωχύνουμε το Είναι της, να την μειώσουμε σε αφηρημένη αυτοσυνειδησία, καθιστώντας την μάλιστα πιο φτωχή και από το κτιστό πνεύμα. Η θεία φύση δεν υφίσταται μόνο για την αυτοσυνειδησία τού τριυπόστατου, αλλά και καθαυτή σαν ens realissimum, σαν το πιο πραγματικό ον, σαν Ουσία. Δηλαδή πέραν των υποστάσεων υπάρχει στον θεό ένας αληθινός και πραγματικός θεϊκός κόσμος, μια θεότης που την ονομάζει, χρησιμοποιώντας τον Απ. Παύλο, το “βάθος” του θεού (1 Κορ. 2,10), μια οντότης που διαθέτει δική της ζωή και είναι τόσο η πηγή αυτής τής ζωής (Δύναμις ζωής), όσο και η ίδια η ζωή σαν περιεχόμενο. «Το γαρ πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του θεού»! [Και δεν έχει ουδεμία σχέση η συνέχειά του με την χρήση στην οποία το αναγκάζει ο Μπουλγκάκοφ].
Ο κόσμος του θεού είναι αυτό που η νεοπλατωνική παράδοση ονόμασε πλήρωμα, πληρότητα τής θείας φύσεως, στην οποία ο θεός ζει σαν Τριάδα [σαν κατοικία, δηλαδή ένα διαμέρισμα, ίσως μια βίλα]. Το πλήρωμα, σύμφωνα με τον Μπουλγκάκοφ δεν είναι μόνον μια αφηρημένη σκέψη που κατέχεται από τον θεό, όπως ο νοητός κόσμος του Πλάτωνος [ο οποίος δεν έχει καμμία σχέση με την Φύση, ας σημειώσουμε], αλλά είναι η θεία ιδέα ολοκληρωτικώς πραγματοποιημένη. Λέγοντάς το διαφορετικά, είναι η οργανική ενότης του θείου περιεχομένου, του Όλου που θεμελιώνεται και ζει στον θεό, σαν ζωτικός χυμός τής τριϋποστάσεως. Παρότι δε διακρίνεται από τις τρεις υποστάσεις αυτή η Φύση δεν κατανοείται σαν ένα τέταρτο στοιχείο στο εσωτερικό του θεού, σχεδόν σαν μιαν άλλη θεότητα, όπως ισχυρίσθηκε ο Gilberto Porretano, για μια quaternitas του θεού και όπως ισχυρίζεται σήμερα ο Γιούνγκ, και καταδικάστηκε από την σύνοδο της Reims to 1147, ακριβώς επειδή όπως είδαμε, δεν είναι δυνατόν να την σκεφτούμε σαν υφιστάμενη δίπλα στις υποστάσεις, αλλά μόνον σαν ολοκληρωτικώς διαφανή σε αυτές. Είναι λανθασμένο να λέμε όπως οι Λατίνοι «Η Τριάδα έχει μόνο μία Φύση», διότι μια τέτοια διατύπωση, κατά τον Μπουλγκάκοφ, σκέπτεται την Ουσία σαν ένα δεδομένο εξωτερικό στην υποστασιακότητα. «Η έννοια της φύσεως παραμένει μόνον σαν ένα σύνολο των ιδιοτήτων του θεού, αλλά χωρίς καμμία αμφιβολία η φύση είναι η ίδια η θεότης, η ίδια η ζωή του θεού δηλαδή στην αυτοαποκάλυψή του».
Υπάρχουν κείμενα στα οποία η ουσία και η υπόσταση γειτονεύουν τόσο πολύ που σχεδόν ταυτίζονται. «Στον θεό δεν υπάρχει η αντίθεση υποστάσεως και ουσίας, διότι η υπόσταση είναι η φύση, και αντιστρόφως η φύση είναι μια οντότης προσωπική και η μοναδική Ουσία υπάρχει αναγκαίως με τριπλό τρόπο, σε μια τριυποστατική πράξη». Όπως βλέπουμε εδώ αναδύεται ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο: η φύση που είναι μοναδική έχει μέσα της μια τριαδική συμμόρφωση, ένα τριπλό τρόπο να τοποθετείται απέναντι στο πρόσωπο. «Η μόνη και μοναδική ουσία/σοφία κατέχεται διαφορετικά από τον Πατέρα, από τον Υιό και από το Άγιο Πνεύμα. Ο δικός μας ορισμός της Ουσίας αντικατοπτρίζει αυτή την τριπλή ετερότητα! Πρέπει να μάθουμε να συλλαμβάνουμε την θεία Σοφία σαν τριπλή και μοναδική ταυτόχρονα».
Ο πυρήνας της σκέψης του Μπουλγάκοφ, σχετικά με την κατανόηση της σχέσεως ανάμεσα σε φύση και υπόσταση είναι επομένως η ιδέα της υποστασιοποιήσεως σαν ζωτικής προόδου που κατορθώνει να εκφράσει τον ενδοτριαδικό δυναμισμό, δίνοντας ταυτοχρόνως μια δυνατή προσέγγιση στην ενότητα τής τρισυποστάτου ζωής. Ακριβώς δε σ’ αυτή την Ουσιώδη πλευρά πρέπει να συγκεντρωθούμε περισσότερο, καθότι σ’ αυτό το επίπεδο θα τοποθετήσει την καινοτόμο προσφορά τής σοφιολογίας, ο Μπουλγκάκοφ.
(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (11)

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ (11)
Συνέχεια από Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013
Η ΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.
Η δεύτερη μετα-πατερική σύνθεση, μετά τού Φλωρόφσκυ.
ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ .... Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
ΠΕΡΙ ΠΡΟ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
Θεός-κόσμος: τα μονοπάτια του σοφιολογικού προβλήματος.
Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΑΔΑ. 

Η κενωτική αγάπη σαν αιώνια σχεσιακότης. 

Αφού καθόρισε την τριαδικότητα του Θείου, ο Μπουλγκάκοφ προχωρά ένα βήμα μπρός και επιστρέφει στην σημασία της ταυτότητος ανάμεσα στον Θεό και την αγάπη. Η έκφραση της Κ.Δ. «ο Θεός αγάπη εστίν» (1 Ιωάν 4,8), δεν πρέπει να γίνει κατανοητή με μία έννοια απλώς περιγραφική, αλλά με μία οντολογική σημασία. Η αγάπη δεν είναι το ιδιαίτερο τού Θεού επειδή αυτός αγαπά και εξέρχεται εαυτού προς τον αγαπημένο, αλλά επειδή Αυτός ο ίδιος είναι η Αγάπη. Η Θεία αγάπη δεν μιλά κατά πρώτον για την σχέση Του με τον κόσμο και την ανθρωπότητα, όσο για την εσωτερική του μορφή, για το αληθινό ενδιάθετο πρόσωπο τού Θεού.

Εντελώς διαφορετικά από την αγάπη τής κτίσεως που είναι αυτοστοργή, εκείνο του Θεού δεν είναι «αγάπη του εαυτού», δεν είναι αγάπη μόνο-υποστατική, αλλά τρι-υποστατική, ανοιχτή σε μία συνεχή ζωή προσφοράς και δοσίματος ήδη στο εσωτερικό τού Θείου υποκειμένου του Ιδίου. Εξερχόμενος από τον εαυτό με την γέννηση τού Υιού, ο Πατήρ εμφανίζει εκείνη την ιδιαίτερη μορφή τής αγάπης που είναι η θυσία. Όπως λέει στον "Αμνό του Θεού" : «Η αγάπη του Υιού είναι η αυταπάρνηση, η ηπιότης τού Αμνού τού Θεού που θυσιάζεται, προκαθορισμένος σ’αυτό πρίν από την Δημιουργία του κόσμου». Δίπλα στην θυσία όμως υπάρχει η στιγμή τής λύσεως, τής απελευθερώσεως, τής χαράς, καθότι δεν υπάρχει αγάπη χωρίς χαρά. [Ισχύει και αντίστροφα άραγε;]. Σαν μία στιγμή της Θείας ενδοτριαδικής ζωής ξεπερασμένη και λυμένη, σαν μία ασυμφωνία μέσα στην αρμονία. Εάν το πρώτο αξίωμα της αγάπης ορίζει πώς δεν υπάρχει αγάπη χωρίς θυσία, το δεύτερο, ανώτερο διότι τελευταίο, βεβαιώνει πώς δεν υπάρχει αγάπη χωρίς χαρά και χωρίς ευτυχία και γενικώς δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς την αγάπη. [Η ευτυχία είναι παράγων του μέλλοντος, η αγάπη δεν ανήκει στον χρόνο]. Ουσιαστικώς τραγική η αγάπη, είναι ταυτόχρονα υπέρβαση τής τραγωδίας και ακριβώς σ’αυτό συνίσταται η δύναμή της. Είναι μία συγκεκριμένη αντινομία: θυσία και επανεύρεση τού εαυτού χάρη στην θυσία. Η χαρούμενη αγάπη τής νίκης πάνω στον θάνατο, στήν Τριάδα είναι η υπόσταση του πνεύματος του Αγίου, η οποία πρέπει να εννοηθεί ακριβώς σαν η αγάπη που παρηγορεί και ξαναδίνει την ελπίδα». 

Ο Μπουλγκάκοφ ισχυρίζεται πώς το Άγιο Πνεύμα είναι παρηγορητής όχι μόνον στον κόσμο αλλά και στην ίδια την θεότητα. Το Άγιο Πνεύμα, λέει, το τρίτο πρόσωπο, είναι η ενδοτριαδική ολοκλήρωση της θυσιαστικής αγάπης τού Πατρός και τού Υιού, σαν η χαρά αυτή τής θυσίας, σαν η ευτυχία της, σαν θριαμβευτική αγάπη. Σ’αυτό συνίσταται η σημασία του σαν παρηγορητού. Όχι μόνον σε σχέση με τον κόσμο, αλλά επίσης και στην ενδοτριαδική ζωή. Εάν ο Θεός που είναι στην Αγιώτατη Τριάδα, είναι αγάπη, το Άγιο Πνεύμα είναι η αγάπη τής αγάπης. Είναι η υποστατική χαρά τού Πατρός για τον Υιό και τού Υιού για τον Πατέρα! 

[Όπως βλέπουμε το Άγιο Πνεύμα δεν υπάρχει. Διότι στην Καθολική δογματική η υπόσταση είναι ιδιότητα χωρίς ουσία. Ανυπόστατη. Αυτή είναι η συνέπεια του Φιλιόκβε. Ανυπόστατο ουσιαστικά, μπορούμε να το χειραγωγήσουμε, όπως και τον κόσμο. Δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει, η ουσία της Αγίας Τριάδος είναι υπερούσιος. Δεν έχει σχέση με την ουσία της Αρχαίας φιλοσοφίας. Την ουσία την δημιουργούν οι άκτιστες ενέργειες. Οι οποίες ουσιώνουν, εξασφαλίζοντας την διαιώνιση, αλλά όχι την Σωτηρία μέσω της ενώσεως με τον Κύριο. Η διαιώνιση είναι η αθανασία της ψυχής τής αρχαίας φιλοσοφίας, η παράδοση τής παιδείας στους επόμενους, όχι τής εργασίας, όπως γίνεται σήμερα η διαιώνιση. Ο Μπουλγκάκοφ λοιπόν ντύνοντας την Καθολική Θεολογία με Ορθόδοξο ένδυμα, ταυτίζει φανερά την Οικονομική Τριάδα με την Αΐδιο και δεν εφαρμόζει την μεγάλη αλήθεια της Πατερικής Θεολογίας. Τον Θεό είναι αδύνατον να τον εκφράσουμε και να τον κατανοήσουμε. Όπως είχε διδάξει και ο Πλάτων δε, ούτε η αλήθεια, η κτιστή ουσία, είναι δυνατόν να εκφραστεί στην γλώσσα, διότι η αλήθεια είναι απλή, ενώ η γλώσσα σύνθετη, όπως και ο άνθρωπος, που ορίζεται σαν το συναμφότερον. Ο κοινός άνθρωπος της πτώσεως. Ούτε κάν ο καλός καγαθός της φιλοσοφίας, πόσο μάλλον ο Άγιος! Γι’αυτό και οι κυνικοί της Αθήνας έψαχναν με το φανάρι στην αγορά άνθρωπο και δεν μπορούσαν να τόν βρούν. Ήταν όλοι τους σύνθετοι, από καλό και κακό αναμεμειγμένοι. Αυτό το σύνθετο σήμερα χρησιμοποιείται σαν ο ορισμός του ανθρώπου, από την Νέο-ορθοδοξία, και μάλιστα του σωσμένου ανθρώπου, του Χριστιανού. Αυτό το σύνθετο, που ανακαλεί την αρχή της ενότητος σαν ολοκλήρωση του ανθρώπου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον Οικουμενισμό, κατάγεται από την πρωτόγονη διαλεκτική του Χέγκελ]. 

Στην περιγραφή της ενδοτριαδικής δυναμικής σαν αγάπης ο Μπουλγκάκοφ εισάγει την κατηγορία της κενώσεως, που θα διαδραματίσει έναν βασικό ρόλο σε όλο του το σύστημα. Αναφερόμενος δε στον διάσημο Παύλειο ύμνο (Φιλ. 2,6-8) όπου λέγεται: «Ας επικρατεί μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα, το οποίο υπήρχε και εις τον Χριστόν Ιησούν, ο οποίος αν και είχε θεϊκήν ύπαρξιν (εν μορφή Θεού υπάρχων), δεν εθεώρησε το ότι ήτο ίσος προς τον Θεόν σαν κάτι προς αρπαγμόν, αλλά εκένωσε τον εαυτό του μορφήν δούλου λαβών», συλλαμβάνει καθολικά την αγάπη τού Θεού σαν ένα άδειασμα, μία «αδυναμία» με την οποία το Απόλυτο υποκείμενο πλησιάζει το άλλο από αυτό. Η κενωτική θεολογία, μας υπενθυμίζει ο Μπουλγκάκοφ ο ίδιος, δεν είναι καινούργια στην Χριστιανική Θεολογία, καθώς βυθίζει τις ρίζες της στην Πατριστική Θεολογία [όχι στην Ορθόδοξη Πατερική αλλά μόνον στην Δυτική σχολαστική]. Εμφανίζεται στο περί Τριάδος του Ιλάριου όπου γίνεται λόγος για exinanitio ή evacuatio formae Dei. Επανεμφανίζεται στην Γερμανία με τον Thomasius. Αλλά στα χέρια του Μπουλγκάκοφ η κατηγορία αυτή απλώνει την κένωση από την Χριστολογία, στην κατανόηση όλου του Χριστιανικού δόγματος. Την μεταμορφώνει σε μία κατηγορία ικανή να φανερώσει την συστατική σχεσιακότητα του Απολύτου.  

Δύο είναι τα επίπεδα στα οποία παίζει τελικώς η κατηγορία της κενώσεως. Το πρώτο είναι το ενδοτριαδικό όπου, το πέρασμα του Απολύτου στην Τριάδα είναι η αυτό-κένωση, το αυτοάδειασμα του Απολύτου καθαυτού Είναι του Πατρός ,υπέρ του Είναι «για» και «μέσα» στον Υιό και επομένως και «για» και «μέσα» στο Άγιο Πνεύμα. Το δεύτερο είναι η αιώνια σχεσιακότης του κόσμου του Θεού με τον κόσμο τού ανθρώπου, τόσο στην πράξη τής Δημιουργίας όσο και στην πράξη τής ενσαρκώσεως, ειδωμένα πάντοτε σαν το αιώνιο άνοιγμα στην σχέση στην οποία ο Θείος κόσμος αφήνεται να εμπλακεί. [Καθαρόαιμος Πλωτίνος με Χριστιανικά ονόματα]. 

Χάρη σ’αυτή την διπλή στρωμάτωση της χρήσεως της έννοιας της κενώσεως, ο Μπουλγκάκοφ κατορθώνει να εκφράσει την λησμονημένη αγάπη που δένει τα πρόσωπα της Τριάδος το ένα με το άλλο, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα άνοιγμα τής τρισυποστάσεως προς τα έξω. Το τριαδικό δόγμα μ’αυτόν τον τρόπο δεν καταλήγει στην θέση μίας τυχαίας ή καταγωγικής σχέσεως, όπως συμβαίνει στην Δυτική δογματική, αλλά βεβαιώνει την ζώσα αυτοαποκάλυψη τού Πατρός στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, μέσω της αμοιβαίας αυτοπροσφοράς. «Ο Θεός είναι αγάπη και η Αγία Τριάδα είναι μία τριυποστατική πράξη αγάπης, παρότι διατηρείται σαν μια μοναδική ζωή. Αυτή η μοναδική ζωή, η Φύση ή η ουσία, πραγματοποιείται σε μία υποστατική τριμοναδική πράξη. Αγαπώμενες αμοιβαίως ή μία μέ την άλλη οι τρείς υποστάσεις σχηματίζουν μία μοναδική ενέργεια αγάπης και σ’αυτή την πράξη αυτές αποκαλύπτουν την ουσία τους. Η Αγία Τριάδα πρέπει να γίνει κατανοητή σαν μία τριμοναδική πράξη στην οποία λόγω της δυνάμεως τής αγάπης η ζωή αποκαλύπτεται σαν μοναδική και όχι σαν ένα σύστημα «προόδων», όπως διδάσκεται από το Καθολικό δόγμα. Η πρόοδος μέσα στην Αγία Τριάδα δεν είναι παρά μία από τις πλευρές αυτής της αμοιβαιότητος, αλλά δεν είναι η μοναδική, από την στιγμή που η Θεία ζωή πραγματοποιείται πρωταρχικώς στην αμοιβαία τριυποστατική αποκάλυψη. Αυτή η αποκάλυψη είναι μία υποστατική ενέργεια της αγάπης που αυτοαναιρείται και πραγματοποιείται στον άλλον για τον άλλον». [Καταργώντας την Ουσία, ή μάλλον ονομάζοντας την άβυσσο ή καταχωρώντας την και ταυτίζοντάς την με την υπόσταση του Πατρός, μεταφέρουν όλα όσα ανήκουν στην Ουσία στον Πατέρα]. Κάθε πρόσωπο τής Τριάδος ζεί στην μορφή της κενώσεώς του: ο Πατήρ είναι κενωτικός καθότι βγαίνει από την τελειότητα του και εμπλέκεται στην Τριαδική δυναμική και στο γίγνεσθαι της δημιουργίας, ο Υιός βιώνει την κένωση στην γέννηση από τον Πατέρα, μία γέννηση η οποία προτού να είναι ιστορική είναι οντολογική και αιώνια, και τέλος την βιώνει και το Άγιο Πνεύμα σαν ΜΕΤΑΞΥ, ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό [ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ, ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΕΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ], μία εικόνα της ταπεινής αγάπης που αδειάζει από όλη της τήν προσωπικότητα μέχρις ότου τα άλλα πρόσωπα θυμηθούν να εισέλθουν σε σχέση. [Από εδώ κατάγεται η κακοδοξία του Ζηζιούλα η οποία αρνείται την ταυτόχρονη ύπαρξη των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Μεταφέρουν στην πραγματικότητα στην Αγία Τριάδα όλες τις ανθρώπινες οικογενειακές σχέσεις. Έτσι η Σοφία είναι στην πραγματικότητα η Θεία των παιδιών ή και η γιαγιά τους μερικές φορές]. 

Για να μιλήσει για την κένωσή τού Υιού, ο Μπουλγκάκοφ, χρησιμοποιεί μία πολύπλοκη επιχειρηματολογία, που στοχεύει να φανερώσει πώς στην αιώνια γέννηση υπάρχει μία κένωση τού δευτέρου προσώπου που γεννιέται με το θεμέλιο στον ίδιο τον Πατέρα, αλλά και τού Πατρός ο οποίος για να προφέρει τον λόγο τού Υιού σιωπά και αφήνει στον Λόγο να μιλήσει. [Τι ευγένεια, τι θαυμάσια οικογένεια. Τι αριστοκρατία στην Αγία Τριάδα. Αξίζει να της μοιάσουμε]. «Θα μπορούσαμε να πούμε, έχοντας συνείδηση ότι σκληραίνουμε την έκφραση, πώς δεν υπάρχει λόγος για τον ίδιον τον Λόγο στον Λόγο, καθότι δεν προσφέρεται από τον Υιό αλλά μόνον από τον Πατέρα, είναι λόγος του Πατρός. Αλλά δεν είναι μόνον για τον Υιό πώς δεν υπάρχει λόγος, για τον Υιό που σιωπά και αφήνει τον Πατέρα να μιλήσει, δεν υπάρχει ούτε για τον Πατέρα. [Αυτό είναι ΜΑΤ. Πώς λέμε: Μας την έπεσαν τα ΜΑΤ!]. Καθότι ο Πατήρ δεν τον προφέρει ο ίδιος αλλά τον αφήνει στον γεννηθέντα Υιό! [Τα θαυμάσια της θεολογίας του Γράμματος. Ο Λούθηρος τελικώς είναι στην θεολογία ότι ήταν ο Αριστοφάνης στην Σάτυρα]. Στην αμοιβαία θυσιαστική αγάπη σιωπούν και οι δύο: ο ίδιος ο Λόγος σιωπά σ’αυτή την θυσιαστική σιωπή που βασιλεύει ανάμεσα στις υποστάσεις τού Πατρός και του Υιού. Ο Λόγος γεννηθείς και γεννημένος εκμηδενίζεται κενωτικώς, δεν προφέρει τον εαυτό του και δεν προφέρεται». [Αυτός δεν είναι πλέον Βουδισμός, είναι Βουδισμός Ζέν, που κυριάρχησε στην Κίνα, με το καλύτερο απολυταρχικό καθεστώς για τους νέους επαναστατημένους κομμουνιστές τύπου Σάρτρ και Σία. Η ΣΙΩΠΗ. Η άλλη όψη τού Νιρβάνα, που μπορεί να εφαρμοστεί πλέον και στην πολιτική]. 

«Όπως όμως οι πρώτες δύο υποστάσεις [θα μας πιάσει ακράτεια γέλιου τελικώς, έλεος Μπουλγκάκοφ. Δεν καταλαβαίνει όμως τίποτε, κρατάει από τον χρυσό ταύρο της άπειρης γονιμότητος], και η Τρίτη υπόσταση στην δική της υποστατική ζωή, έχει την κένωσή της [Ευτυχώς γιατί θα’σκαγε], η οποία συνίσταται ακριβώς σ’ένα υποστατικό άδειασμα του εαυτού. Στην πρόοδό της από τον Πατέρα στον Υιό, είναι σαν να χάνει τον εαυτό της και να μην είναι πλέον ο Τρούλλος, η ζωντανή γέφυρα [Ο ποντίφηκας, ο γνωστός πάπας που στα χέρια των Ρώσων έγινε η ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος. Όχι θα κάθονταν το Άγιο Πνεύμα], ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, ένα υποστατικό «ανάμεσα». [Στην Τριάδα την Αγία στους δύο τελικά χωρά και τρίτος. Γι’αυτό έχουμε σήμερα οικογένειες με τρείς γονείς]. Αλλά σ’αυτή την κένωση η Τρίτη υπόσταση βρίσκει και αποκτά τον εαυτό της σαν ζωή τών άλλων δύο υποστάσεων. [Μάλλον ήταν μοναχογιός και μαμόθρευτο]. Στην Τρίτη Υπόσταση η κένωσις εκφράζεται σ’ένα άδειασμα εντελώς ιδιαίτερο της προσωπικότητος, που φαίνεται να καταλήγει στην ολοκληρωτική διαφάνεια. [Την χρειαζόμαστε και στην Ελλάδα]». 

[Τελικώς η μετα-Πατερική Θεολογία δεν είναι κενολογία. Είναι κενωλογία. Ο Πατήρ προόδευσε στην φανέρωση του. Στον Μωυσή είχε δείξει τις πλάτες του. Στους Ρώσους έδειξε τα οπίσθια του. Στην Ορθοδοξία την Ελληνική ήταν άρρητος. Αλλά τελικώς είμαστε η αγαπητική και ταπεινή κένωση του Πατρός. Στην Αγγλική γλώσσα, μάλλον η ακριβής μετάφραση του ονόματος του Μπουλγκάκοφ είναι Bullshit. Από αυτή την κένωση του Μπουλγκάκοφ τρώει ο Ζηζιούλας και γίνεται Σοφός. Και από την δική του τρέφεται με την σειρά του ο Γιαγκάζογλου. Στις υγείες μας]. 

Συνεχίζεται 

Αμέθυστος.