Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Ο Μέγας Αντώνιος, ο διάπυρος μαχητής της ερήμου

OSIOS ANTONIOS17 Ιανουαρίου: μνήμη του Μεγάλου Αντωνίου
“τον ζηλωτήν Ηλίαν τις τρόποις μιμούμενος…” (από το απολυτίκιο)

Είναι στιγμές που ο λόγος μοιάζει φτωχός και απέριττος, αδαήμων και ανακόλουθος. Είναι στιγμές που όσο και αν αντιστέκεσαι στην αγερωχία και στην φιλαυτία σου, αναγνωρίζεις έστω και πρόσκαιρα, την αδυναμία σου να καταπιαστείς με θέματα δύσκολα, με θέματα θεολογικά και αγιολογικά, μέσα από τα οποία αναδύεται το περίσσευμα της αγαπητικής κένωσης των αγίων και εξαίρεται η ευθύπορη και άδολη θυσιαστική τους διακονία.
Έτσι αισθάνομαι την ώρα αυτή, τώρα που ξεκίνησα να γράφω για τον διάπυρο μαχητή της Ερήμου, τώρα που ξεκίνησα να περάσω στο χαρτί όσα ανείπωτα και ανέκφραστα ενοποιεί και συγκεντρώνει στο πάνσεπτο πρόσωπό του ο αββάς και καθηγητής του μοναχισμού, ο Όσιος Αντώνιος ο Μέγας.

Ο Άγιος Αντώνιος γεννήθηκε γύρω στα 251 μ.Χ. στην περιοχή της Άνω Αιγύπτου, από γονείς θεοφιλείς και ευσεβείς[1], που μεγάλωσαν το παιδί τους χριστιανικά και φρόντισαν να του εμφυσήσουν την αγάπη προς τον Θεό και την κοινοτική λειτουργική συνοχή και συνύπαρξη μετά των άλλων ανθρώπων. Έφθασαν δε οι γονείς στο σημείο, να στερήσουν στον μικρό Αντώνιο το δικαίωμα στη μάθηση, φοβούμενοι ότι η συναναστροφή του στο σχολείο με άλλους συνομήλικους ειδωλολάτρες θα αποτελούσε εμπόδιο και πρόσκομμα στην πνευματική του πορεία και εξέλιξη. Αποτέλεσμα αυτής της απαγόρευσης ήταν ο Αντώνιος να μην εγκολπωθεί την εγκύκλια μόρφωση της εποχής του, γεγονός που κάθε άλλο παρά αρνητικά επηρέασε και επέδρασε στην αγιαστική βιωτή του, ως θα αναπτύξουμε αργότερα.
Σε ηλικία 18-20 ετών ο Αντώνιος έχασε και τους δύο γονείς του και έμεινε με την αδελφή του, την οποία αγαπούσε και σεβόταν ιδιαιτέρως. Όμως αυτή η αδελφική αγάπη δεν εμπόδισε τον Αντώνιο να πραγματοποιήσει την παιδική του επιθυμία, να καλλιεργήσει τη μοναχική κλίση και ροπή και να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Νυμφίο της καρδιάς του Κύριο Ιησού Χριστό.
Με προτροπή του καινοδιαθηκικού λόγου περί αυταπαρνήσεως[2], ο Αντώνιος μοιράζει την τεράστια ακίνητη περιουσία του στους πτωχούς και αφού αποκαθιστά με εμπιστοσύνη και φροντίδα την αδελφή του, αποσύρεται σε μοναχικό κελί για να αγωνιστεί μόνος με τον Θεό και να αφιερωθεί στην αγαπημένη και προσφιλή του άσκηση.
Γρήγορα η φήμη του ανδρός διαδόθηκε και ξεπέρασε τα γεωγραφικά όρια της Αιγύπτου, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε πνευματικό φάρο, σε αγιασμένη κοιτίδα του μοναχισμού και σιωπηλά να οριοθετήσει τα αναχωρητικά γυμνάσματα, θέτοντας τις βάσεις της μοναχικής άσκησης πάνω στον διττό πυλώνα της ταπεινώσεως και της ασκητικής μόνωσης[3]. Υπέρμετρη νηστεία, αέναος προσευχή, εξαντλητική αγρυπνία, υπεράνθρωπη άσκηση και σκληραγωγία κατέστησαν τον Αντώνιο «άγγελο» επί της γης και παρακίνησαν κάθε φιλέρημη ψυχή να τον ακολουθήσει και να διδαχθεί από το ερημικό του ήθος και την ανεπιτήδευτη μοναχική του πολιτεία.
«Επήγαιναν ερημίται, που εύρισκον ανεκτίμητον την συναναστροφήν του και σωφοτάτας και μοναδικάς τας συμβουλάς και τας οδηγίας του. Του ήρχοντο και ομάδες ευσεβούντος λαού και αμαρτωλοί, που εζητούσαν να τους ενισχύση εις την μετάνοιάν των. Τα έτη περνούσαν, τα ησυχαστήρια άλλαζαν, όλον και βαθύτερα εις την έρημον, και αι συρροαί εξακολουθούσαν. Εγίνοντο προς τούτο ταξίδια ολοκλήρων ημερών. Προς το γήρας του δε η φήμη του και η επιρροή του ήτο παμμεγίστη»[4].
Όταν δε οι τοπικές περιστάσεις φάνταζαν συγκεχημένες, ο Αντώνιος χωρίς να διστάσει, άφησε προς στιγμήν το αναχωρητήριό του και έσπευσε στην Αλεξάνδρεια, στα 311 επί αυτοκρατορίας Μαξιμίνου, καθώς και στα 335 μαζί με τον βιογράφο του Μέγα Αθανάσιο, για να στηρίξει τους χριστιανούς και να διατρανώσει την Ορθόδοξη πίστη που ταλανιζόταν από την αίρεση του Αρειανισμού[5].
Σε ηλικία πλέον των 105 ετών, ο Αντώνιος παρέδωσε την αγιασμένη του ψυχή και άφησε ως παρακαταθήκη της οσιακής του μορφής τις αγαθοποιές διδαχές του, αναφορικά με την προσπάθεια του ανθρώπου ν΄αγγίξει τη θέωση, να γευθεί δηλαδή την οικείωση της θείας εμπειρίας μέσω της Αποκάλυψης.

Ο όσιος Αντώνιος συμβουλεύει καθέναν χριστιανό να απέχει από του πάθους της οργής, διότι αυτό καθαυτό το πάθος εδράζεται στον εγωϊσμό και στην αυταρέσκεια, ακόμη και αν προέρχεται από αγαθά κίνητρα και αγαστή προαίρεση[6]. Επιπλέον, εξαίρει τη μνήμη θανάτου που προφυλάσσει την ψυχή και την παρακινεί αδιαλείπτως προς ενεργοποίηση των αρετών, δίνοντας έμφαση και τονίζοντας την πρόγευση της Αιωνιότητας από την παρούσα ζωή μέσω της οντολογικής κοινωνίας με τον Σωτήρα και Λυτρωτή Κύριο Ιησού Χριστό[7].
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην υψοποιό και μακαρία ταπείνωση: «Ένας μοναχός επαινέθη από τους αδελφούς εις τον Αββάν Αντώνιον, ο δε όταν εκείνος τον επεσκέφθη, τον εδοκίμασεν αν υπομένη περιφρόνησιν. Και ως ηύρεν ότι δεν σηκώνει, του είπεν: «Ομοιάζεις με χωρίον, το οποίον από μπροστά είναι στολισμένον, από δε το πίσω μέρος αρπάζεται από ληστάς»[8].
Η ασκητική ζωή του ιλαρού πατρός στηρίζεται στην έμπονη καρδιακή και άοκνη προσευχή και διανθίζεται με τη θεόσδοτη χάρη της διακρίσεως, γεγονός που σηματοδοτεί την αγιασμένη και χαριτωμένη συμπόρευση τύπου και ουσίας και «μεταμορφώνει» τόσο τον ίδιο αλλά και όσους συναναστρέφονται μαζί του.
Η έννοια της ελευθερίας με την ασκητική της ιδιότητα, ως σταυρώνουσα έκφραση της ορθοπραξίας και της μέθεξης, κυριαρχεί στη διδασκαλία του θεοφόρου γέροντα. Ελευθερία σημαίνει κυριαρχία επί του σώματος, περιφρούρηση των λογισμών, οριοθέτηση και χάραξη των αισθητών, ενθύμηση και «συμμετοχή» στους πόνους και στα πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με καθαρή συνείδηση και αδέσμευτη προαίρεση, με σκοπό ο πιστός να καταστεί «συγκοινωνός» των παθημάτων του Θεανθρώπου[9].
Στην περίπτωση αυτή, η ζωή του πιστού αποκτά αληθινά εμπειρικό και βιωματικό περιεχόμενο, γεγονός άλλωστε που αποτελεί και το ποθούμενο χάρισμα της θεώσεώς του και κατά χάριν ενώσεώς του με την Παναγία και Αδιαίρετη Τριάδα. Επιπλέον, η εγκράτεια και η νήψη[10], η απόλυτη αποταγή του κοσμικού φρονήματος και η συγκέντρωση του νου[11], η σταθερότητα και η ευθυωρία της αγωνιστικής προδιάθεσης, αναδεικνύουν τον «άνθρωπο του Θεού» [12] και σταθερά οδηγούν τον πιστό στην πορεία της καθάρσεως και του φωτισμού.
Η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει και πανηγυρίζει την κοίμηση του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου και καθηγητού της Ερήμου την 17η Ιανουαρίου εκάστου έτους.
Ο Όσιος Αντώνιος! Ο αββάς και ποιμένας, ο απλανής οδηγός, ο φλογερός κήρυξ της χάριτος, ο νικητής των δαιμόνων, το μοναχικό αγλάϊσμα και ο έκπλεος θησαυρός της Ορθοδοξίας. Δεν έχω θαρρώ, δε βρήκα άλλα λόγια για να κλείνω αυτό το σύντομο άρθρο μου, παρά τα κάτωθι: «Έλεγαν ότι ένας γέρων, παρεκάλεσε τον Θεόν να ίδη τους πατέρας. Και τους είδεν, εκτός από τον Αββάν Αντώνιον. Λέγει λοιπόν εις αυτόν οπού του έδειχνε: «Πού είναι ο Αββάς Αντώνιος;» Εκείνος δε του είπεν: «Εις τον τόπον όπου είναι ο Θεός, εκεί είναι»»[13].
Δημητρίου Π. Λυκούδη Θεολόγου – Φιλολόγου, ΜΑ.,ΜΑ. Θεολογίας, Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών
ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΤΟΥ Ρ/Σ ΑΓΙΑ ΜΕΤΕΩΡΑ

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (33): Τα πονηρά πνεύματα (Αββάς Κασσιανός)


Πρόλογος
Τί εἶναι ὁ διάβολος καί τά πονηρά πνεύματα; Ὑπάρχουν στήν πραγματικότητα ἤ μήπως εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἀνάγκης του νά δικαιολογήσει τήν ὕπαρξη καί τήν ἐνέργεια τοῦ κακοῦ στή ζωή του; Εἶναι ἀληθινές ὀντότητες, εἶναι πρόσωπα ἤ προσωποποίηση τοῦ κακοῦ;Δυστυχῶς, ἀρκετοί ἀδελφοί μας χριστιανοί, ἀπό ἄγνοια ἤ ἐπιπολαιότητα, ἀμφιβάλλουν γιά τήν ὕπαρξη τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ἡ Ἁγία Γραφή, ὅμως, μᾶς μιλάει ξεκάθαρα ὄχι μόνο γιά τήν ὕπαρξή τους, ἀλλά καί γιά τά πονηρά τους ἔργα· ὄχι μόνο γιά τήν ἔκπτωσή τους ἀπό τήν ἀγγελική τάξη, ἀλλά καί γιά τόν φθόνο καί τό μίσος πού τρέφουν ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ διάβολος, μέ τήν πανουργία του, ὄχι μόνο ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν παράδεισο, ἀλλά στή συνέχεια ἔκανε καί κάνει τά πάντα γιά νά τόν κρατᾶ μακριά ἀπό τόν Θεό.
Ἔτσι, στόν μεταπτωτικό κόσμο τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου τά πονηρά πνεύματα ἐπινοοῦν ἀπίστευτα τεχνάσματα γιά νά παρασύρουν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή στήν ἁμαρτία, νά τήν ὑποδουλώσουν στά πάθη, νά τῆς στερήσουν τη θεία βοήθεια. Στό ἔργο τους αὐτό χρησιμοποιοῦν ὡς δολώματα τήν δονή, τόν πλοτο καί τή δόξα. Στόχος τους εἶναι νά σκοτίσουν τόν νο το νθρώπου, νά κυριαρχήσουν στούς λογισμούς του, νά λέγξουν τίς πιθυμίες του.
Ὁ ἄνθρωπος, ὡστόσο, δέν μεινε βοήθητος. Ὁ Χριστός, λέει ἡ Γραφή, ἦρθε στόν κόσμο «γιά νά καταστρέψει τά ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α´ Ἰω. 3:8). Ἔτσι, ὅλοι ὅσοι Τον ἀκολούθησαν κι ἔγιναν μαθητές Του, πολέμησαν μέ τους ἀόρατους ἐχθρούς, τούς νίκησαν, μέ τή δύναμη τῆς θείας χάριτος, καί στεφανώθηκαν ἀπό τόν Θεό.
Ἐξέχουσα θέση ἀνάμεσά τους κατέχουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πού κατέγραψαν τίς ἐμπειρίες τους ἀπό τόν ἀόρατο αὐτό πόλεμο καί μᾶς παρέδωσαν πολύτιμες συμβουλές γιά τό πς νά ντιμετωπίζουμε τίς πιθέσεις τν πονηρν πνευμάτων, πῶς νά ποφεύγουμε τίς παγίδες τους καί πς νά θεραπευόμαστε πό τά τραύματα πού μς προξενον.
Ἕνας ἀπό τούς πατέρες αὐτούς εἶναι καί ὁ ββάς Κασσιανός, πού σάν ἄστρο φωτεινό ἔλαμψε στό νοητό στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας στά τέλη τοῦ 4ου καί στίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰ. Μέ τίς σοφές διδαχές του, ἀπόσταγμα τῆς πνευματικῆς σοφίας τῶν ἀσκητῶν τῆς Ἀλεξανδρινῆς ἐρήμου, φωτίζει μέχρι σήμερα τίς φιλόθεες ψυχές.
Στά στενά ὅρια τοῦ τεύχους αὐτοῦ θά προσπαθήσουμε νά ἐκθέσουμε περιληπτικά τή διδασκαλία του γιά τά πονηρά πνεύματα, πού περιλαμβάνεται στό ἔργο του «Συνομιλίες μέ τούς Πατέρες τς ρήμου» (ἔκδ. τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα).
Ὁ ἀββάς Κασσιανός, μέσα ἀπό τίς «Συνομιλίες» του, μᾶς λύνει πολλές ἀπορίες πού ἔχουν σχέση μέ τήν ὕπαρξη καί τή δραστηριότητα τῶν πονηρῶν πνευμάτων: Πότε δημιουργήθηκαν, ποιά εναι φύση τους καί πόση δύναμή τους, γιατί μισον τούς νθρώπους καί πς τούς πολεμον, τί εναι ο δαιμονισμένοι κ.ἄ.
Εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουμε ποιοί εἶναι οἱ ἐχθροί μας, ποιά ἡ τακτική καί ποιά τά ὅπλα τους. Γιατί, ὅταν κανείς γνωρίζει τή δύναμη καί τίς συνήθειες τῶν ἐχθρῶν του, τούς ἀντιμετωπίζει πιό ἀποτελεσματικά.
Στόν ἀγώνα μας αὐτόν ἄς παρακαλοῦμε ἀκατάπαυστα τόν Κύριο νά μᾶς ἐνισχύει μέ τή χάρη Του, ὥστε, «νηφάλιοι καί ἄγρυπνοι» (Α´ Πέτρ. 5:8), νά ἀντιστεκόμαστε σθεναρά «στίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου» (Ἐφ. 6:11). (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

Συνομιλείες μέ τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου. Ἀββᾶ Κασσιανοῦ Τόμος B΄


Ὁ Ἀββάς Κασσιανός καταγράφει τή σοφή διδασκαλία καί τήν ἅγια βιοτή τῶν ἐρημιτῶν Πατέρων τοῦ 4ου αἰώνα, ὅπως τή γνώρισε κατά τήν πολυετή παραμονή του στήν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Παλαιστίνης.
Ἕνα μνημειῶδες καί ἀνέκδοτο μέχρι σήμερα ἔργο, δοσμένο στήν νεοελληνική καί συνοδευμένο μέ ἐκτενή εἰσαγωγή, πλούσια βιβλιογραφία καί ἀναλυτικούς πίνακες.
Α´ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΙΩΣΗΦ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΙΛΙΑ
Κεφάλαιο 1· Πρώτη συνάντηση μέ τόν ἀββά ᾿Ιωσήφ.
ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ· ῾Ο πολυσέβαστος ἀββάς ᾿Ιωσήφ, τοῦ ὁποίου τίς διδαχές καί τίς ὑποθῆκες θά ἀναπτύξω εὐθύς ἀμέσως, ἦταν ἕνας ἀπό τούς τρεῖς Γέροντες πού ἀνέφερα σέ κάποια ἄλλη «Συνομιλία».
῾Ο ἀββάς ᾿Ιωσήφ ἦταν ἀπόγονος ἐπιφανοῦς οἰκογένειας καί διακεκριμένος πολίτης τῆς πόλεως Θμούεως, τῆς γενέτειράς του, στήν Αἴγυπτο. ῏Ηταν ἄριστα ἐκπαι- δευμένος καί κατεῖχε ἐκτός ἀπό τήν μητρική του γλώσσα καί τήν ἑλληνική. Τή γνώριζε μάλιστα τόσο καλά, ὥστε ὅταν συνομιλοῦσε μαζί μας, ἀλλά καί μέ κάθε ἄλλο ξένο πού ἀγνοοῦσε τήν κοπτική γλώσσα, μποροῦσε νά τή χειρισθεῖ ἄνετα καί νά ἐκφρασθεῖ σ᾿ αὐτή μέ πολλή ἀκρίβεια. Γι᾿ αὐτό δέν ἦταν ἀναγκασμένος νά ζητάει, ὅπως οἱ ἄλλοι μοναχοί, τή βοήθεια κάποιου μεταφραστῆ.
῾Ο Γέροντας ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τόν πόθο πού εἴχαμε γιά νά ἀκούσουμε τίς διδαχές του καί ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα στήν ἐπιθυμία μας. Τό πρῶτο πού ζήτησε νά μάθει ἦταν ἄν εἴμασταν ἀδέλφια. Τοῦ ἀπαντήσαμε πώς, ναί, πράγματι ἤμασταν ἀδέλφια, ἀλλά ὄχι «κατά σάρκα», ἀλλά «κατά πνεῦμα» καί ὅτι ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποταγῆς μας ἤμασταν ἀχώριστοι φίλοι καί εἴχαμε μαζί ἐπιχειρήσει αὐτό τό μακρύ ταξίδι. Σκοπός μας, τοῦ εἴπαμε, εἶναι νά προοδεύσουμε πνευματικά καί νά ἐνταχθοῦμε στό στρατό τοῦ ἐπουράνιου Βασιλιᾶ, στή μοναχική δηλαδή τάξη πού ἀσκεῖται στήν ἔρημο παρά σ᾿ ἐκείνη τῶν κοινοβίων. Τότε ὁ Γέροντας μᾶς εἶπε·
Κεφάλαιο 2· Λόγος τοῦ Γέροντα γιά τίς παροδικές φιλικές σχέσεις.
ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ· ῾Υπάρχουν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πολλά εἴδη φιλίας καί δεσμῶν.

‘Αγιος Αντώνιος ο Μέγας . Ο ασκητής της ερήμου


Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή Μοναχισμό. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του.

Βιογραφία

Την βιογραφία του Αγίου Αντωνίου έγραψε στην ελληνική ο Μέγας Αθανάσιος ο οποίος ως επίσκοπος Αλεξανδρείας την έστειλε αρχικά σε μοναχούς της Αιγύπτου αρχίζοντας με τη φράση «Αγαθήν άμιλλαν ενωτίσασθε». Αυτήν αντέγραψε στη συνέχεια ο Συμεών ο Μεταφραστής από τον οποίον και παρέλαβε ο Αγάπιος ο Κρης που μετέφρασε εκ του ελληνικού και καταχώρησε στον εκδοθέντα υπ’ αυτού «Παράδεισον». Ιδιαίτερο εγκωμιαστικό λόγο στον Μέγα Αντώνιο συνέθεσε ο Ιεροδιδάσκαλος Μακάριος ο Πάτμιος.

Πρώτα χρόνια

Ο Αντώνιος, τον οποίον οι Άγιοι Πατέρες ανακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε επί εποχής Δεκίου, το έτος 251 (έτος σνά) στο χωριό Κομά της Κάτω Αιγύπτου, κοντά στην Ηρακλεόπολη την Μεγάλη, από πλούσιους αλλά ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια η ολιγάρκεια και η εσωστρέφεια ένεκα των οποίων και δεν θέλησε να μάθει γράμματα ούτε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά προκειμένου «να μην αισθάνεται σύγχυση και ανάγκη φροντίδας», ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα.. Όταν σε ηλικία 18 ή 20 ετών έχασε τους γονείς του απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την φροντίδα του σπιτιού τους.
Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε: «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Ευαγγέλιο του Ματθαίου ιθ΄ 21). Συγκινημένος από την ευαγγελική αυτή περικοπή, διένειμε την περιουσία 300 εύφορων κτημάτων του στους φτωχούς. Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ’ έναν παρθενώνα ανατροφής (δεδομένου ότι μοναστήρια δεν υπήρχαν ακόμα), ενώ ο ίδιος αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ’ ένα κελί που έκτισε ο ίδιος σε απομονωμένο μέρος πλησίον του χωριού του. μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Ασκητικοί αγώνες

Ο Αντώνιος ησυχάζων εκτός πόλης
Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, παραμένοντας έτσι μακριά από υλικούς πειρασμούς και διαφόρων κοινωνικών συμπεριφορών. Κατά τον χρόνο αυτό επισκεπτόταν διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους όπου ως «σοφή μέλισσα» επέλεγε τα άνθη της συλλέγοντας το «πνευματικό νέκταρ» της ηθικής και της αρετής. Ασκούμενος έτσι στην αγρυπνία και την προσευχή και εξ ανάγκης στη νηστεία, τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του Ηλίου, ή κάθε δύο μέρες ή και τέσσερις, μόνο άρτο και αλάτι και νερό. Παράλληλα ασχολιόταν με εργόχειρο που αντάλλασσε με τα απαραίτητα επιβίωσης, τρώγοντας ελάχιστα κάθε μέρα, ενώ τα επίλοιπα συνέχιζε να τα χαρίζει σε πτωχούς. Έτσι σ’ αυτό το διάστημα ασχολούμενος με την ανάγνωση ιερών κειμένων παρέμεινε σ’ όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθη αλλά ούτε και φιλονίκησε ή λύπησε κανέναν.
Υπό το καθεστώς αυτό δεν άργησε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή. Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του που κινδύνευε να γίνει πόρνη και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. που όμως σ’ όλες τις περιπτώσεις απέτυχαν. Ακολούθησαν ασθένειες όπου ο Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν. Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του οι οποίοι και τον θαύμαζαν αποκαλύπτοντάς τους ότι «Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε».
Τελικά, σύμφωνα πάντα με την βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε με τους λογισμούς να πλανήσει τον Αντώνιο εμφανίσθηκε μπροστά του ως «μέλαν παιδίον» λέγοντάς του: «Πολλούς επλάνησα, και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα». Στην ερώτηση του Οσίου ποιος είσαι εσύ, εκείνο απάντησε: «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες». Ο Όσιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε στη συνέχεια το πνεύμα λέγοντάς του «Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος.» Μετά απ’ αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει. Ο δε Όσιος συνέχισε με προσευχές και αγρυπνία να ενισχύεται σε αρετή έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει νέους πειρασμούς.
Ο Όσιος Αντώνιος συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως «όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν τότε ενδυναμώνει η ψυχή», επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου «Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι».
Η βιογραφία του Αγίου που φέρεται με εξαιρετική διδαχή ασκητικής περιλαμβάνει πλήθος ιστοριών σχετικής άθλησης με σημαντικότερα σημεία τα ακόλουθα:
Τακτικά ο Όσιος Αντώνιος, προκειμένου να αποφύγει σκανδαλισμούς, κατέφευγε σε μνήματα λίγο μακράν της πόλης όπου εντός αυτών συνέχιζε την άθληση επί μέρες, εκεί γνωστός του υπηρέτης του έφερνε φαγητό. Κάποια νύκτα δέχθηκε άγρια επίθεση από πλήθος δαιμόνων αφήνοντάς τον ημιθανή. Την επομένη «Θεία Πρόνοια» όταν τον επισκέφθηκε ο δούλος του τον εξέλαβε ως νεκρό και τον μετέφερε στην πόλη στο Κυριακό. Όταν όμως συνήλθε επέστρεψε στον πρότερο τάφο.
Εκεί επαναλήφθηκε νέα επίθεση των δαιμόνων υπό μορφή άγριων ζώων και ερπετών, λέων να βρυχάται, σκορπιός προσπαθώντας να τον κεντρίζει, ταύρος να τον κερατίζει κ.ά. παραμένοντας όμως ο Όσιος ατάραχος τους είπε: «Εάν είχατε δύναμη ένας και μόνο έφθανε», «Εάν ελάβετε κατ΄ εμού εξουσίαν άνωθεν, μη αμελήτε, ει δε και δεν ελάβετε τι μάτην ταράσσεσθε;» Κατόπιν αυτών οι δαίμονες εμπαιζόμενοι εγκατέλειψαν τον Όσιο τρίζοντας τους οδόντες τους.
Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως πνευματικού αγώνα, ακατάπαυστης προσευχής και φοβερών πειρασμών, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ανθρώπους. Η αποδοχή που είχε ήταν ευρύτατη και μάλιστα έρχονταν σε αυτόν για να τους θεραπεύσει ακόμα. Θεράπευε τους ασθενείς ου προστάζων, αλλά ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων. Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Νυχθημερόν έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών, έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης.

Μάχη κατά της ειδωλολατρίας και θαύματα

Το 311, στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. Είχε αλληλογραφία με το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους γιους του οι οποίοι τον σέβονταν βαθύτατα και ζητούσαν τις συμβουλές του. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.

Θάνατος

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του[εκκρεμεί παραπομπή], ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία «εγγύς ετών πέντε και εκατόν». Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Διδαχές

Ο βίος του και η υποδειγματική συνέπειά του, αποτελούν αιώνια πηγή, απ’ όπου μπορούν οι άνθρωποι κάθε εποχής να αντλήσουν ζωντανά διδάγματα. Η άσκηση και η απομόνωση, όπως την εννοεί ο Μέγας Αντώνιος δε σημαίνει τέλεια αδράνεια του σώματος αλλά ισόρροπη συνάντηση με την ψυχή. Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν ένα μέρος από τη δραστηριότητα του μοναχού, βοηθητικά μέσα απαραίτητα για την ανθρώπινη τελείωση.
Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι στερούνται κάτι αξιόλογο με την αποχή από τα κοσμικά αγαθά. Θύμιζε επίσης ότι η ανθρώπινη ζωή είναι εφήμερη, σε αντίθεση με το μέλλοντα αιώνα. Κατέληγε λέγοντας ότι δε θα πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, που είναι αρετές όπως η σωφροσύνη, η φρόνηση, η αγάπη και η σύνεση.

Απολυτίκιο

Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος,
τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος,
Πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής,
και την οικουμένην εστήριξας ευχαίς σου.
Διό πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ,
σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Γιατί τα κείμενα των Πατέρων βοηθούν τον αγώνα μας Στάρετς Μακάριος της Όπτινα


Επιστολή 7η
Μου γράφεις πως ενώ διαβάζεις πνευματικά βιβλία σε πιάνει απελπισία. Βιάζεις τον εαυτό σου να νηστεύει, να αγρυπνεί, να προσεύχεται και δεν ξέρεις γιατί τα κάνεις όλ’ αυτά. Γνωρίζεις πως πρέπει να τα κάνεις για την αγάπη του Θεού, την αγάπη αυτή όμως δεν τη νιώθεις μέσα σου. Ένας λογισμός φεύγει κι άλλος έρχεται στη θέση του, τα πάθη παρελαύνουν το ένα μετά το άλλο από την καρδιά σου και ζητάς τη συμβουλή μου.
Πηγή: wikimediacommons
Πηγή: wikimediacommons
Απαντώ: Η ανάγνωση των πατερικών βιβλίων είναι ωφέλιμη κι απαραίτητη για να γνωρίσεις το θέλημα του Θεού. Οι πατέρες τήρησαν το λόγο του Θεού που μας παραδόθηκε με τις Γραφές. Βίωσαν την αλήθεια και μας έδωσαν το καλλίτερο παράδειγμα με τη ζωή τους και τη διδασκαλία τους.
Αν μελετάς μόνο την Αγία Γραφή και δε διαβάζεις τους πατέρες δε θα μάθεις τον τρόπο ζωής τους, πως διεξάγουν τον πνευματικό πόλεμο. Θα πιστέψεις πως μπορείς μόνος σου να τα βγάλεις πέρα και δε θα ταπεινωθείς.
Όταν διαβάζεις τα κείμενα των αγίων πατέρων πρέπει να προσπαθείς να εφαρμόζεις αυτά που σε διδάσκουν. Αν δε φτάσεις τα μέτρα τους θα πρέπει να ομολογήσεις την αδυναμία σου και να ταπεινώνεσαι για ν’ αξιωθείς να λάβεις το έλεος του Θεού που προσφέρεται πλούσια στους ταπεινούς.
Στο Γεροντικό διαβάζουμε τα παρακάτω: «Ένας αδελφός ρώτησε το γέροντα:
—Τί να κάνω που διαβάζω τα κείμενα των αγίων πατέρων και δεν κάνω αυτά που λένε;
—Αν διαβάζεις τα λόγια των αγίων πατέρων και δεν τα εφαρμόζεις, απάντησε ο γέροντας, να ταπεινωθείς και θα σ’ ελεήσει ο Θεός. Αν όμως δεν τα διαβάζεις δε θα ταπεινωθείς, ούτε και θα σ’ ελεήσει ο Θεός».
Έτσι είναι. Η ανάγνωση διδακτικών κειμένων με πρακτικές συμβουλές ωφελεί πολύ.
Λες ότι ασκείσαι στις σωματικές αρετές και δεν ξέρεις γιατί το κάνεις. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Ασκείσαι σ’ αυτές από την αγάπη σου για το Θεό. Μπορεί οι πράξεις σου να ’ναι ατελείς, μέσα σου όμως έχεις έστω κι ενα μικρό σπόρο αγάπης για το Θεό, που τον έβαλε εκεί η πίστη σου.
Αν διαβάζουμε το λόγο του Θεού και τους βίους των αγίων, που νίκησαν τα πάθη τους κι απόκτησαν την αγάπη του Θεού, ας βιάσουμε τον εαυτό μας να κάνουμε πρώτα καλές πράξεις και να δείξουμε στον πλησίον μας την αγάπη με τα έργα μας.
Όταν το κάνουμε αυτό σωστά, τότε θα περάσουμε στη θεωρία, θα βρει η ψυχή μας παρηγοριά και θ’ αποκτήσει την αληθινή αγάπη του Θεού.

Πηγή: Στάρετς Μακάριος της Όπτινα, μετάφραση-επιμέλεια Πέτρου Μπότση, Αθήνα 1999

οι Πατέρες της ερήμου και οι μεγάλοι αναχωρητές αυτόν τον υπερχορτασμόν αισθάνονται και βιώνουν


Πριν πολλά χρόνια, χριστιανοί μου, όταν ζούσε ακόμα η Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς, μου διηγήθηκε την εξής αξιοθαύμαστη εμπειρία της, που της συνέβη στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, τότε που υπήρξε μεγάλη πείνα, η γύμνια και η παντελής φτώχεια.

Ήταν ακόμα κοσμική, λαϊκή, όχι μοναχή. Ήταν τόση μεγάλη η στέρησις από τρόφιμα που, μόλις και μετά βίας, εξοικονομούσε μια φετούλα ψωμάκι για όλη την ημέρα, τίποτε άλλο. Έτσι έφθασε εκείνη τη βαριά χρονιά η Μεγάλη Εβδομάδα. Έφθασε και το Μεγάλο Σάββατο και η κατάστασή της ήτο δραματική. Το βράδυ πήγε στην εκκλησία και κάθισε σε μια γωνιά, κάνοντας συνέχεια κομποσχοίνι και λέγοντας "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Όλοι οι χριστιανοί, που άρχισαν να καταφθάνουν στην εκκλησία, νωρίτερα γιατί ήταν Κατοχή, κρατούσαν και από ένα κερί, άλλος μικρό και άλλος μεγάλο. Και στο «Δεύτε λάβετε φως», εκείνη η καημένη δεν πήγε να πάρει φως γιατί δεν είχε ούτε ένα μικρό κεράκι.
- «Εσύ, Χριστέ μου», έλεγε μέσα της, «αποφάσισες να μην κρατάω ούτε μια μικρή λαμπαδίτσα, να᾽ναι ευλογημένο».
Και μέσα στην προσευχή της, εξέφραζε την αγωνία της για τις στερήσεις, την πείνα που την θέριζε, για την λαμπάδα που δεν είχε, ενώ συγχρόνως με δάκρυα στα μάτια έλεγε συνεχώς την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" και το «να ᾽ναι ευλογημένο». Εν τω μεταξύ, είχε ειπωθεί το «Χριστός Ανέστη» και άρχισε η αναστάσιμη ακολουθία του όρθρου. Στη μέση της ακολουθίας λιποθύμησε από την εξάντληση της πείνας. Από την πείνα τόσων ημερών, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους γύρω χριστιανούς. Συνήλθε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Θείας Πασχαλινής Λειτουργίας που αρχίζει, με το «Εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός είναι ο Λόγος». Λες και άκουγε από το στόμα του λειτουργού ιερέως και πνευματικού της, χίλια ουράνια ραδιόφωνα να διαλαλούν αυτή την αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεως, που είναι και ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας. Αυτά τα λόγια χαράχτηκαν βαθιά μέσα στην ψυχή της και την κατέλαβαν ολόκληρη ψυχοσωματικά και της δημιούργησαν ένα πρωτόγνωρο αξιοθαύμαστο χορτασμό και στην καρδιά και στις αισθήσεις και στο σώμα που αδυνατούσε να τον περιγράψει με λόγια. Ήταν χορτάτη! Και στην ψυχή και στο σώμα. Χορτάτη!
Αργότερα, της ήρθε ο λογισμός και η εσωτερική πληροφορία ότι οι Πατέρες της ερήμου και οι μεγάλοι αναχωρητές αυτόν τον υπερχορτασμόν αισθάνονται και βιώνουν, γι’ αυτό και δεν τρώνε και δεν γεύονται γι’ αρκετό καιρό τίποτα. Και άρχισε να αισθάνεται την πληρότητα αυτή στην ψυχή της, ταυτόχρονα με έναν υπερουράνιο χορτασμό που της πρόσφερε άρρητα ρήματα κατά την ομολογία της την ταπεινή, με υπερκόσμια ευωδία και άρρητη γεύση, σαν να είχε γευθεί τα γλυκύτερα μέλια και όλα τα γλυκά τούτου του κόσμου. Μια ακατάπαυστη ουράνια γλυκύτητα και πνευματικό χορτασμό αισθάνθηκε να καταπλημμυρίζουν όλους τους πόρους του σώματός της και όλες οι αισθήσεις της ψυχής της να πληρούνται από ουράνιο πλούτο. Η καρδιά της νόμιζε ότι θα σπάσει από την πολλή ευτυχία που απολάμβανε διότι, ενώ εκείνη δοξολογούσε τον Θεόν, με τη διπλή ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», ταυτόχρονα μέσα στην καρδιά της έψαλε, μαζί, όχι με το πλήθος των χριστιανών αλλά και με πλήθος αγίων αγγέλων το «Χριστός Ανέστη». Γι’ αυτό, μετά την Θεία Κοινωνίαν της, και πριν τελειώσει η αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, έφυγε αμέσως και πολύ γρήγορα για το σπίτι της, για να μη χάσει αυτό το ουράνιο μεγαλείο που βίωνε ψυχοσωματικά με τόση μεγαλοπρέπεια. Και εκεί δεν ήθελε να φάει αυτό που τόσο φτωχά είχε ετοιμάσει μια ξαδέλφη της. Τίποτα, μα τίποτα. Ούτε μια σταγόνα νερό.
Και επανέλαβε :
- Πάτερ Στέφανε, τα χείλη μου δεν μπορούσαν να εξιχνιάσουν την ουράνια γεύση που αισθάνονταν και ήσαν, πως να το πω, σαν να εγεύοντο χίλια μέλια Θείας Χάριτος.
Είναι δικές της εκφράσεις. Στη συνέχεια, έκανε λόγο για υπέρλογες καταστάσεις Θείας Χάριτος, που δέχεται η ψυχή του χριστιανού, που προσεύχεται με την ευχούλα, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
- Όταν η ευχή, έλεγε η γερόντισσα, αποκτήσει τη δική της καρδιακή νοερά ενέργεια, τότε ο προσευχόμενος νους βλέπει, βλέπει μέσα στην καρδιά όχι το δικό του το κτιστό φως, αλλά το φως και τη δόξα του Θεού. Έρχεται δηλαδή σε κατάσταση θείας μακαριότητος και θείας ελλάμψεως, και κατακλύζεται από άφθονα αυθόρμητα δάκρυα, που έχουν τόση γλυκύτητα, ώστε οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτά τα δάκρυα να τα ονομάσουν γλυκύρροα. Ταυτόχρονα μια ουρανοφόρος ευωδία καταλαμβάνει όχι μόνον τον προσευχόμενο χριστιανό, αλλά και ολόκληρο το χώρο γύρω του.
Αυτά, κατά την αείμνηστη γερόντισσα Μακρίνα.

http://agia-varvara.blogspot.com/2010/10/blog-post_22.html

Ασκητές πατέρες από την έρημο της Καψάλας λένε «OXI» στην «υποδούλωση» του Έθνους



ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΜΕ ΕΠΕΙΓΟΝ ΓΡΑΠΤΟ ΜΥΝΗΜΑ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΟΧΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ

Ἐμεῖς ὡς ἀγωνιῶντες ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἁγιορεῖτες μοναχοὶ καὶ ἱερεῖς, θέλοντας νὰ συνεισφέρουμε σὲ τοῦτες τὶς κρίσιμες στιγμές, τὸ δίλεπτο τῆς πτωχῆς χήρας τοῦ Εὐαγγελίου, καταχωροῦμε τὶς ἀκόλουθες σκέψεις.

Βρισκόμαστε ὄντως ἐνώπιον ἱστορικότατης στιγμῆς. Φτάσαμε στὸ πλέον κομβικὸ σημείο γιὰ τὸ τόπο, τὸ ἔθνος, κυρίως ὅμως τὴ πνευματική μας ὀντότητα. Ἡ ἐπίθεση σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τοῦ κοινωνικοῦ βίου εἶναι γνωστή, πλέον ὅμως παίρνει διαστάσεις κυριολεκτικὰ κατακλυσμιαῖες, τόσο σὲ ἀναισχυντία ὅσο καὶ ἀπροκάλυπτη τρομοκρατία.

Οἱ μισθοφορικές δυνάμεις τοῦ δουλοπρεποῦς γραικυλισμοῦ, ἔχοντας χάσει καὶ τὸ τελευταίο ἴχνος σοβαροφάνειας, ὡς πειθήνια ὄργανα ποὺ εἶναι τῶν ΕΧΘΡΩΝ μας, βυσσοδομοῦν ἀσύστολα, κατατρομοκρατῶντας τοὺς ἀσθενεστέρους καὶ ὁλιγοψύχους, θέλοντας νὰ κερδίσουν τὴν πλέον πολύτιμη γι” αὐτοὺς νίκη: τὴν παράδοση τῆς ΨΥΧΗΣ καὶ τῆς ἀξιοπρέπειάς μας γιὰ λίγα ίουδαϊκὰ ἀργύρια ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ.

Ὅμως: «Οὐκ ἐπ” ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος» Τὸ διακύβευμα δὲν εἶναι ἡ δραχμὴ ἢ τὸ εὐρώ, ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἢ ἡ ἀνεξάρτητη πορεία τῆς χώρας, εἶναι κάτι τὸ βαθύτερο. Ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἑλλάδος στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἔχει ἀλλοιώσει περὶ τὸ 80% τῆς νομοθεσίας τῆς χώρας, (ὅπως ἔχει συμβεῖ ἐξάλλου καὶ σ” ὅλες τὶς χῶρες μέλη τῆς Ε.Ε.) , πρὸς ὄφελος τῆς έπάρατης Νέας Εποχῆς. Ὅλα τὰ νομοθετήματα, κυρίως ὅμως αὐτὰ ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθουν, ὡς σκοπὸ ἔχουν ὄχι ἁπλά τὴν ἄλωση καὶ τὸ ξεπούλημα τῆς πατρίδας μας, ἀλλὰ τὸν πλήρη ἀφανισμὸ τοῦ πλέον σημαντικοῦ χαρακτηριστικοῦ μας: τῆς ἐλεύθερης, ἀλύγιστης ἐνώπιον τῶν τυράννων, ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ΨΥΧΗΣ.

Ἡ κρισιμότητα τῶν περιστάσεων καλεῖ νὰ μὴν ξεγελαστοῦμε ἀπὸ δευτερεύοντα ζητήματα ὅπως: ποιὸς κυβερνᾶ, ποιές οἱ απόψεις τοῦ κ.λπ. Ἡ παροῦσα ἱστορική στιγμὴ τοὺς ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΟΛΟΥΣ, δὲν τὴν καθορίζουν, ἁπλὰ καλοῦνται νὰ ἐκκινήσουν τὸ ξεδίπλωμά της. Ἡ ψυχὴ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, αὐτὴ μόνη, καλεῖται νὰ ἀναπτερωθεῖ καὶ νὰ ἀναλάβει τὰ ἡνία τοῦ ἀγῶνα, ἑνὸς ἀγῶνα ὄχι γιὰ συντάξεις καὶ μισθούς, ἀλλὰ γιὰ ἀναγέννηση καὶ λυτρωτικὴ ἀφύπνιση ἀπ” τὸν θανατηφόρο λήθαργο τῆς ὄντως σκοτεινῆς Δύσης, τῆς ἀντίχριστης Δύσης.

Τὸ δημοψήφισμα ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ ἀπαρχὴ ἑνὸς εὐγενικότερου καὶ ὑψηλότερου ἀγῶνα, ποὺ θὰ μπορέσει ἐπιτέλους νὰ γεννήσει νέους Μάρκους Εὐγενικούς, νέους ἥρωες τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδας καὶ θὰ καταφέρει θανατηφόρο πλῆγμα στοὺς προσκυνημένους Βέκκους τοῦ ἀντίχριστου νεοεποχίτικου Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχοντας ἀπόλυτη πίστη στὸ σωτῆρα Χριστὸ γνωρίζει ὅτι : Εἰ ὁ Θεὸς μεθ΄ ἡμῶν οὐδεὶς καθ” ἡμῶν !

Πρεσβύτερος Γεώργιος Ἀγγελακάκης

Γέρων Ἀλύπιος Καψαλιώτης

Μοναχὸς Ἐπιφάνιος Καψαλιώτης

Μοναχὸς Ἀββακοὺμ Καψαλιώτης

Ἅγιον Ὄρος 17/6/2015 εκ. Ημ.

Τα ευώδη άνθη της ερήμου - Οι αρετές



Η άσκηση, ο καθημερινός αγώνας και η αδιάκοπη πνευματική καλλιέργεια έκαναν την έρημο ευωδιαστό κήπο και όαση. Οι Πατέρες της ερήμου με τους αγώνες και τους ιδρώτες τους κατόρθωσαν να πετύχουν πολλές χριστιανικές αρετές και να νοιώσουν τη χαρά της γνήσιας χριστιανικής ζωής. Μερικές αρετές που χαρακτήριζαν γενικά όλους τους αγωνιστές είναι οι εξής:
-Η ταπεινοφροσύνη: Η αρετή αυτή ήταν η βασική επιδίωξη και στόχος κάθε αγωνιστή. Ήταν η αρετή που μπορούσε να οδηγήσει τον μοναχό στην ηθική τελειότητα.
-Η υπακοή: Η αρετή αυτή είναι συνέπεια της ταπεινοφροσύνης και εκδηλώνεται με την πλήρη απουσία του εγωισμού.
-Η σιωπή: Θεωρείται μία από τις κυριότερες αρετές ως αποτελεσματικό όπλο νίκης σε κάθε πόνο. Ο Άγ. Αρσένιος έλεγε: «πολλές φορές μετάνιωσα που μίλησα, ποτέ όμως γιατί εσιώπησα».
-Τα δάκρυα: Ήταν βασικό στοιχείο του ηθικού αγώνα των ασκητών της ερήμου. Σαν τις σταγόνες της βροχής γεωργούσαν το άγονο της ερήμου. Είναι αποτελεσματικό μέσο για την λύτρωση των αμαρτιών και την απόκτηση των αρετών.

Χαρᾶς αἰτίας χαρίτωσον...

               (ἤ, Τῶν «Χαιρετισμῶν» τὸ μέγα κλέος)

  Μνήμη ἱερὰ Μητροπολίτου Πέργης κυροῦ Εὐαγγέλου καὶ ταπεινὸ εὐχαριστήριο γιὰ τὴν παρακαταθήκη ποὺ μᾶς ἄφησε

π. Κωνσταντίνου Καλλιανού

Κάθε Παρασκευή, τώρα τὴ Μεγαλη Σαρακοστή, ἐκεῖ κατὰ  τὸ ἀπόβραδο, ἀνοίγουν οἱ ἐκκλησιές καὶ ὑποδέχονατι τοὺς ὅσους πιστοὺς νοιώθουν τὴν ἀνἀγκη νὰ μεταγγίσουν μέσα τους λίγα ψήγματα χαρᾶς, ἀγαλλιάσεως καὶ ἀφάτου συγκινήσεως. Εἶναι, βλέπεις,  ἡ ἄχραντη ἡ ὤρα, ποὺ θὰ ψαλλοῦν οἱ Χαιρετισμοὶ στὴ Χάρη Της, αὐτὰ τὰ ἀθάνατα κι ἀρυτίδωτα ἱερὰ ποιήματα, ποὺ ὁ πυρήνας τους  διασώζει ὅλη τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν  ἀταλάντευτη πίστη ἑνὸς λαοῦ. Τοῦ εὐγενοῦς καὶ ταπεινοῦ λαοῦ τῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι,  μέσα στὸ μυρωμένο ἀπόβραδο ποὺ ἁπλώνει ἀδίστακτα ἡ ἄνοιξη, καθὼς ἀνοιγεται πιὰ γύρω μας, ἀφήνονται μέσα στὶς ἐκκλησιὲς οἱ ὕμνοι πρὸς τὴν Παναγιά μας, μαζὶ μὲ ἐκεῖνα τὰ ἀτέλειωτα «Χαῖρε». Τὰ «Χαῖρε» ποὺ  μεταμορφώνουν τὰ μώβ τῆς Σαρακοστῆς σὲ  ἀναστασιμη χαρά, σὲ αἰσιοδοξία, ποὺ εἶναι ἀναμφίβολα φίλεμα οὐράνιο. Κι ἀκούγονται τὰ «Χαῖρε», ποὺ εὐωδιάζουν ἀπό τὰ φρεσκοκομμένα ἀνοιξιάτικα ἄνθη καὶ τὸ θυμίαμα τὸ εὔοσμον καὶ ποτίζουν μέχρι τὰ ἔσχατα κύτταρα τὸ εἶναι μας.

Ἀλήθεια, πόση ἀγαλλίαση δὲ φέρουν οἱ στιγμὲς αὐτές, καθὼς τὸ Σαρακοστιανὸ ἀπόβραδο τῆς Παρασκευῆς  γίνεται τὸ σύνορο ἐκεῖνο, ποὺ μᾶς περνάει στὴν ἄλλη μεριά, ἐκείνη τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως, ἀφοῦ Ἐκείνη,  «ἡ κόσμῳ τεκοῦσα σωτηρίαν», μᾶς ἀνοίγει τὴ θύρα τοῦ Σαββατοκύριακου, ὅπου «καταπαύει»( Γεν, 2, 3), γιὰ λίγο ἡ πορεία μας, ἀναπαυόμαστε κι ὕστερα συνεχίζουμε πάλι τὸ ταξίδι μας πρὸς τὸ Πάσχα. Ἔτσι, παραμερίζουμε γιὰ λίγο τὸ μισοσκόταδο τῶν προηγούμενων ἡμερῶν, τῶν ντυμένων μὲ τὰ πένθιμα τὰ χρώματα τῆς Σαρακοστῆς κι ἀφήνουμε τὸ Σταυροαναστασιμο τὸ φῶς,  ποὺ ἀκτινοβολοῦν οἱ Θ. Λειτουργίες τοῦ κάθε Σαββατοκύριακου, νὰ καταυγάσει λίγο τὸ εἶναι μας. Μέχρι νὰ ἔλθει τὸ ἀπόββραδο τῆς Κυριακῆς, ὅπου μὲ τὸν Κατανυκτικὸ τὸν Ἑσπερινὸ θὰ μᾶς φέρει καὶ πάλι στὸ «στάδιον τῶν ἀρετῶν», γιὰ νὰ συνεχίσουμε...

Ἔτσι ἡ ἀμείωτη χαρὰ τῆς κάθε Παρασευῆς μὲ τὴν  Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν  μᾶς συμμαζεύει γύρω ἀπὸ τὴν Παρουσία Της, ποὺ τὴν ίκετεύουμε νὰ γίνει «κλῖμαξ γῆθεν πάντας ἀνυψώσασα χάριτι, ἀλλὰ καὶ ἡ γέφυρα, ὥστε νὰ μᾶς μεταφέρει «ἐκ θανάτου πάντας, πρὸς ζωήν...»   Τί ἄλλο, δηλαδή;

Ο Ευαγγελισμός της χαράς μας

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, μικρές ή μεγάλες, σύντομες ή παρατεταμένες, αναζητάς ένα αποκούμπι για ν’ αντέξεις κι έναν Κυρηναίο για να σηκώσει λίγο το σταυρό σου. Αν όμως φανεί κάποιος που θα μπορέσει να σε λυτρώσει τελείως από τη δοκιμασία σου, τότε, ασφαλώς, η χαρά θα ’ναι μεγάλη, ανάλογη με το μέγεθος του πόνου και της θλίψης.
Η εμπειρία του χάους, του θανάτου, της μοναξιάς και της αδυναμίας της λύτρωσης, θα μας κάνουν να κατανοήσουμε γιατί η σύλληψη στην κοιλιά της «αγνής, παρθένου Μαριάμ» ονομάστηκε Ευαγγελισμός, που σημαίνει χαρούμενη είδηση.
Από τότε και για πάντα η ανθρωπότητα, ο κάθε άνθρωπος «όπου γης», ό,τι και να ’ναι όπως και να ζει, δεν είναι μόνος στον πόνο και στο δάκρυ του, στις ακαταστασίες και τα πάθη του, στα προβλήματα τα απλά ή τα υπαρξιακά. Γεννιέται Αυτός που θα γίνει ως «εις εξ ημών», ακολουθώντας όλα τα στάδια της ζωής μας από την ενδομήτρια μέχρι το θάνατο, γι’ αυτό και γνωρίζει τη φύση μας, κατανοεί εμπειρικά τη δυσκολία μας.
Βέβαια, το πανανθρώπινο αφορά και τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Όπως και το κοινό, αν βιώνεται προσωπικά, τότε κατανοείται. Γι’ αυτό και η γιορτή του Ευαγγελισμού, στις 25 Μαρτίου κάθε χρόνο, ενώ αφορά όλους γίνεται προσωπική χαρά στο σημείο που ζήσαμε μέσα μας την απόγνωση του θανάτου, τη μοναξιά της εγκατάλειψης, το βάρος του εαυτού μας και των γύρω μας. Στο σημείο, δηλαδή, που αφήσαμε το Χριστό να συν-πορευτεί.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως η Παναγία θα μπορούσε ν’ αρνηθεί μια τέτοια πορεία ζωής, να γίνει Θεοτόκος, που δεν σήμαινε μόνο δόξα αλλά και πόνο καρδιακό (πρβλ. Λουκ.2,35.). Όταν ελεύθερα και αβίαστα, με ταπείνωση και εν γνώσει της είπε «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», τότε ο άχρονος μπήκε στο χρόνο, ενανθρώπισε και έδωσε χαρά «παντί τω γένει ημών».
Όταν ο άνθρωπος, ταπεινά και απλά, καρδιακά και ολόψυχα, αφεθεί στα χέρια του Μεγάλου Θεού, αφού θα κάνει ό,τι μπορεί, τότε θα βιώσει το θαύμα της νέας κατάστασης, της «χαράς διά του σταυρού» του.
Δεν είναι οι γιορτές της Εκκλησίας για να σπάζουν τη ρουτίνα μας ούτε για μνήμη γεγονότων του παρελθόντος, αλλά για να τρέφουν την «τεθλιμμένη του βίου οδόν» και να «πορευόμαστε χαίροντες».
Δεν είναι η χαρά που επαγγέλλεται το Ευαγγέλιο άπιαστη πραγματικότητα, γιατί θα προέρχεται από ζωή χωρίς πόνο και προβλήματα, που βέβαια, δεν υπάρχει. Ο Χριστός μας χάρισε τη χαρά που περνά μέσα από το Σταυρό Του, την αποδοχή του πόνου και τη νίκη της Ανάστασης που ακολούθησε.
Η Παναγία Μητέρα Του, αποδεχόμενη την κλήση, μας χάρισε τη δυνατότητα να μπορούμε ν’ αναπνέουμε στην ασφυξία της ζωής μας, να βλέπουμε ελπίδα στην απόγνωση του εαυτού μας, να γευόμαστε ουράνια χαρά στη θλίψη των γεγονότων. Ευλογία Κυρίου!

Ο μυστικός σταυρός


π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Η ενασχόληση με την προσωπική δυσκολία ή αναπηρία μας, που στην εκκλησιαστική ορολογία ονομάζεται σταυρός, μπορεί να προκαλέσει εσωτερικό παράπονο, καρδιακό πόνο, καθώς θα συνειδητοποιούμε την αδυναμία να τον υπερβούμε.
Αυτό το «γιατί;» γίνεται «δίστομη ρομφαία» που το ξέσπασμα σε κλάμα ανακουφίζει την πληγή της πραγματικότητας.  Τότε, μόνη παρηγοριά μένει ο Σταυρός του Κυρίου, καθώς γνωρίζουμε από το Ευαγγέλιο πως κι Εκείνος πόνεσε, έκλαψε, παραπονέθηκε.  Δεν είναι ο δικός μας Θεός ξένος από τις δικές μας δυσκολίες.  Δεν είναι απαθής κι απόμακρος από τη ζωή μας.  Γνωρίζει τι σημαίνει  να σηκώνεις μόνος το σταυρό, χωρίς συμπαράσταση από ανθρώπους – ακόμα κι από αυτούς που αγάπησες, που πόνεσες.
Τότε, νιώθεις πως ο Εσταυρωμένος Χριστός συμπορεύεται, κι ας κρύβεται… Τότε, το «γιατί;» δεν είναι παράπονο, δεν είναι αντίδραση.  Είναι η απορία «τι ακολουθεί το σταυρό; Τι να σημαίνει η παραχώρησή του αυτή; Πού καταλήγει η άρση του σταυρού; Γιατί το επιτρέπει;»
Για να κατανοήσεις τον πονεμένο θα πρέπει να πονέσεις.  Κι ό,τι του πεις θα πρέπει να’ ναι από την πείρα σου, αλλιώς κατακρεουργείς την καρδιά του και τον θανατώνεις.  Και μαζί του πεθαίνεις και συ, αφού απουσιάζει η αγάπη που ζωογονεί.
Γνωρίζουμε πως ο πόνος δεν είναι μόνο του σώματος.  Αυτός της ψυχής είναι δυνατότερος, αφού μπορεί και να κρύβεται και να στερεί έτσι τη δυνατότητα της συμπόρευσης. Κι ακόμα γνωρίζουμε πως ο ψυχικός πόνος έχει αυξηθεί στους σύγχρονους ανθρώπους.

Ως χριστιανοί καλύτερα να συμπαραστεκόμαστε αντί να κρίνουμε.  Ας δώσουμε στον πονεμένο τον ώμο μας να ακουμπήσει, αντί  να του δώσουμε κλωτσιά να σωριαστεί κάτω με τα λόγια ή την απόμακρη σιωπή.  Τότε, μπορούμε να φέρουμε το όνομά Του.
Αλλά κι ως τέκνα του Ουράνιου Πατέρα, που σηκώνουμε, καθώς ο Υιός Του, το δικό μας σταυρό, ας μην είμαστε μίζεροι γιατί, τάχα, μας συνέβηκε εμάς και δεν θα’ πρεπε, αλλά να τον σηκώνουμε με λεβεντιά καθώς πρέπει σε παιδιά του παντοδύναμου Πατέρα, που ετοιμάζει «χαρά δια του σταυρού». Γιατί ο σταυρός έχει λόγο σωτήριο, που οδηγεί στην προσωπική ανάσταση.  Η όποια δυσκολία ετοιμάζει την όντως ανάπαυση που χαρίζεται σ’ αυτούς που ο Κύριος αγαπά και παιδαγωγεί ως γνήσια τέκνα Του.
Να γιατί με τέτοιο Πατέρα δεν ταιριάζει να απελπιζόμαστε, δεν χρειάζεται να παραπονιόμαστε, αλλά μ’ εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν ας σηκώνουμε το σταυρό μας με χαρά και λεβεντιά, μέχρι την ώρα που θα συναντηθούμε μαζί Του και θα μας αποκαλύψει το λόγο της δυσκολίας, της αναπηρίας μας, του κρυφού σταυρού μας για να Του πούμε το μεγάλο  «ευχαριστώ» μας.

Καταβασίες τῆς Ὑψώσεων τοῦ Τιμίου Σταυροῦ


᾿Ωδή α´. ῏Ηχος πλ. δ´
sfanta-cruce-decani[1]«Σταυρόν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τήν ᾿Ερυθράν διέτεμε, τῷ ᾿Ισραήλ πεζεύσαντι· τήν δέ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραώ τοῖς ἅρμασι, κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿ εὔρους διαγράψας, τό ἀήττητον ὅπλον· διό Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν· ὅτι δεδόξασται».
῾Ο Μωυσῆς, ἀφοῦ χάραξε σέ εὐθεία γραμμή στό νερό μέ τή ράβδο του τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, χώρισε στά δύο τήν ᾿Ερυθρά θάλασσα, γιά νά περάσει πεζῆ ὁ ᾿Ισραηλιτικός λαός. Τήν ἴδια δέ (τή θάλασσα), ὅταν γύρισαν μέ ἅρματα τοῦ Φαραώ καταδιώκοντας τό λαό, ἀφοῦ τήν χτύπησε πλαγίως, τήν ἕνωσε πάλι (γιά νά πνίξει τούς διῶκτες), ἀφοῦ σχημάτισε στό πλάτος τῆς θάλασσας τό ἀήττητο ὅπλο τοῦ σταυροῦ. Γιαυτό ἄς ἀνυμνοῦμε τό Θεό μας, γιατί μέ ὅ,τι ἔκανε δοξάσθηκε ἡ δύναμή του.
῾Η ὑπόθεση τῆς ὠδῆς ἀναφέρεται στή θαυμαστή διάσωση τῶν ῾Εβραίων ἀπό τό διωκτικό μένος καί τήν κακότητα τοῦ Φαραώ, ἡγεμόνα τῶν Αἰγυπτίων. Τά γεγονότα εἶναι γνωστά. Οἱ ῾Εβραῖοι στενάζουν κάτω ἀπό τόν ἐπαχθή ζυγό τῶν Αἰγυπτίων. Μέ τήν παρέμβαση τοῦ Μωυσῆ, ὁ Φαραώ, μή ἀντέχοντας τά θαυμαστά σημεῖα καί τίς φοβερές πληγές πού ἐπέφερε ὁ Θεός διά μέσου τοῦ ἀπεσταλμένου ὑπηρέτη του, ἄφησε ἐλεύθερο τόν ᾿Ισραήλ νά γυρίσει πίσω στή χώρα τῶν πατέρων του. ᾿Αφοῦ ὅμως ἀναχώρησε ὁ λαός, ὁ μιαιφόνος ἄρχοντας μετάνιωσε. Θέλησε νά γυρίσει πίσω τούς ἐλευθερωθέντας σκλάβους.
Εστειλε, λοιπόν, τούς ἁρματηλάτες του γιά νά ἐκπληρώσουν τήν προσταγή του. ῾Ο λαός εἶχε ἤδη φθάσει μπροστά στήν ᾿Ερυθρά θάλασσα. Πῶς ὅμως θά μποροῦσε νά διαπλεύσει τό ὑγρό στοιχεῖο, μή διαθέτοντας μέσα πλωτά; Στήν ἀμηχανία του αὐτή προστέθηκε καί ὁ φόβος, γιατί εἶδε ξαφνικά τό πλῆθος τῶν ἁρμάτων τῶν Αἰγυπτίων νά τούς καταδιώκει καί νά ἀπειλεῖ τήν μόλις ἀποκτηθείσα ἐλευθερία τους καί τή ζωή τους. ῾Η θέση τους ἦταν ἀπελπιστική. Παρέλυσαν ἀπό φόβο ἡ καρδιά καί τά γόνατά τους. ῎Αρχισαν νά φωνάζουν καί νά κλαῖνε. Τότε παρενέβη ὁ ἐλευθερωτής. Μέ ὑπόδειξη τοῦ Θεοῦ ὁ Μωυσῆς, πού ἡγεῖτο τοῦ λαοῦ, χάραξε μέ τή ράβδο του σταυροειδῶς τή θάλασσα, ἡ ὁποία χωρίστηκε στά δύο, τά νερά ὀρθώθηκαν ἔνθεν καί ἔνθεν, καί ἄφησαν νά φανεῖ ὁ πυθμένας τῆς θάλασσας σάν χέρσα γῆ. Τότε ὅρμησε ὁ λαός καί διόδευσε πεζῆ τό ἀναφανέν χώρισμα.
Τό ἴδιο ἔκανε καί τό στράτευμα τοῦ Φαραώ. Οἱ στρατιῶτες ὅρμησαν καί αὐτοί μέ τά ἅρματά τους στό χώρισμα τῆς θάλασσας, καταδιώκοντας τόν ἄμαχο λαό. ῞Οταν ὅμως εἶχαν περάσει οἱ ῾Εβραῖοι στήν ἀντίπερα ὄχθη καί ἐνόσω οἱ διῶκτες διέτρεχαν ἀκόμη μέ ὁρμή τό θαλάσσιο βυθό, ὁ Μωυσῆς χτύπησε καί πάλι σταυροειδῶς τά θαλάσσια νερά, τά ὁποῖα ἑνώθηκαν γιά νά πνίξουν πανστρατιά ἵππους καί ἀναβάτες.

Περί του τίμιου Σταυρού εκ των Ιερών κανόνων και εκ των Ιερών Πατέρων Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Ιστορική μελέτη περί του Τιμίου Σταυρού,



YpsosisΠερί της προσκυνήσεως του τιμίου Σταυρού ορίζουσιν οι ιεροί κανόνες των θεοφόρων Πατέρων τα εξής: «Τον του τιμίου Σταυρού τύπον εκ δύο ξύλων συνάπτοντες, ήνικα τις ημίν των απίστων εγκαλέσειεν, ως ξύλον προσκυνούσι, δυνάμεθα τα δύο ξύλα χωρίσαντες και τον τύπον του Σταυρού διαλύσαντες. Ταύτα νομίζειν αργά ξύλα και τον άπιστον επιστομίζειν, ότι ου το ξύλον, αλλά τον του Σταυρού τύπον σεβόμεθα» (Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, Ράλλη- Ποτλή, τόμ. 6, σελ. 248).

Και ο ΟΓ' Κανών της εν Τρούλλω Συνόδου ορίζει τα εξής : «Του ζωοποιού Σταυρού δείξαντος ημίν το σωτήριον, πάσαν σπουδήν ημάς τιθέναι χρή του τιμήν την αξίαν αποδιδόναι τω δι' ου σεσώσμεθα του παλαιού παραπτώματος. Όθεν και νω και λόγω και αισθήσει την προσκύνησιν αυτώ απονέμοντες, τους εν τω εδάφει του Σταυρούν τύπους υπό τινων κατασκευαζομένους εξαφανίζεσθαι παντοίως προστάσσομεν, ως αν μη τη των βαδιζόντων καταπατήσει το της νίκης ημών τρόπαιον εξυβρίζοιτο. Τους ουν από του νυν του Σταυρού τόπον επί εδάφους κατασκευάζοντας, ορίζομεν αφορίζεσθαι».

Φώτιος δε ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως εν επιστολή Α'. λέγει: «Τον τίμιον Σταυρόν προοκυνούμεν, εν ω το δεσποτικόν έξετανίσθη σώμα. Και το του κόσμον καθάρσιον ανέβλυσεν αίμα· και η του ξύλον φύσις ταις εκείθεν ροαίς αρδευθείσα, την αγήρω ζωήν εβλάστησεν αντί του θανάτου. Ούτω τον τύπον του Σταυρού προσκυνούμεν, δι' ον δαιμόνων ελαύνεται στίφη, και πάθη θεραπεύεται ποικίλα της άπαξ εν τω πρωτοτύπω χάριτος και δυνάμεως ενεργηθείσης και μέχρις αυτών των τύπων, μετα της ομοίας ενεργείας συμπροϊούσης (Φωτίου, Επιστ. έκδ. Λονδίνου 1651 σελ. 16-17).

Και Ιερώνυμος πρεσβύτερος Ιεροσολύμων περί προσκυνήσεως του τιμίου Σταυρού προβληθείσης αυτώ της εξής ερωτήσεως :

«Της Γραφής υμών μηδαμού επιτρεπούσης υμίν προσκυνείν τον Σταυρόν, τίνος χάριν λοιπόν αυτόν προσκυνείτε; Είπατε ημίν τοις Ιουδαίοις και Έλλησι και πάσι τοις επιρωτώσιν υμάς έθνεσιν» έδωκε την απόκρισιν ταύτην : «Δια τούτο, ω ανόητοι και αναιδείς τη καρδία, τάχα συνεχώρησεν ο Θεός παντί έθνει σεβομένω τον Θεόν, πάντως προσκυνείν το επί της γης έργον ανθρώπου υπάρχον, ίνα μηκέτι δύνωνται εγκαλείν τοις χριστιανοίς περί του Σταυρού, και της των εικόνων προσκυνήσεως. Ώσπερ ουν ο Ιουδαίος προσεκύνει την κιβωτόν της διαθήκης και τας δύο πλάκας, ας ελάξευσε Μωυσής, μηδαμού επιτραπείς υπό του Θεού πάντα προσκυνείν ή ασπάζεσθαι· ούτω και οι χριστιανοί ουχ' ως Θεόν τον Σταυρόν ασπαζόμεθα, αλλά δεικνύντες την της ψυχής ημών γνησίαν προς τον σταυρωθέντα διάθεσιν» ( PG 40, 865).

Και τέλος ο πολύς και θεολογικώτατος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει περί του τιμίου Σταυρού τα εξής σπουδαιότατα :

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Χρυσοστόμου Α. Σταμούλη, Καθηγητού Πανεπιστημίου,


Συνήθως, κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία εστιάζει την προσοχή της στο πρόσωπο του Χριστού. Πρόκειται για το πρόσωπο το οποίο κατέχει την κεντρικότερη θέση στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας., και τούτο είναι ευνόητο, εάν αναλογισθεί κανείς ότι ο Υιός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος, είναι ο κατ’ εξοχήν εκφραστής της κοινής, φυσικής ενέργειας της Θεότητας με την οποία ο άνθρωπος και ο κόσμος ανακαινίζονται, μεταποιούνται, μεταμορφώνονται. Ο Υιός, δηλαδή ο Σαρκωμένος Λόγος, κάνει πραγματική τη δυνατότητα θεώσεως των προσώπων της κοινωνίας, μια δυνατότητα που ο δημιουργός δίνει για δεύτερη φορά στο δημιούργημα. Η πραγματικότητα της σάρκωσης του Λόγου αποτελεί τη στέρεη βάση της πραγματικότητας της Εκκλησίας και συνεπώς της πραγματικότητας της σωτηρίας. Η αληθινή σωτηρία, με άλλα και απλούστερα λόγια, προϋποθέτει τον αληθινό λυτρωτή και τούτον συναντά η Εκκλησία μας στο πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου.
Γέννηση, ζωή, πάθος, Σταυρός και Ανάσταση, τα σημαντικότερα γεγονότα, σταθμοί του λειτουργικού χωροχρόνου, συνδέουν το λόγο της υπάρξεώς τους με το μυστήριο του Χριστού. Χριστός αρχή και τέλος, θα έλεγαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Γίνεται εμφανής, λοιπόν, ο ουσιαστικός σύνδεσμος της περί Χριστού διδασκαλίας της Εκκλησίας με τη διδασκαλία και το γεγονός της σωτηρίας. Εξάπαντος, βέβαια, οφείλω να ομολογήσω, ότι τούτη η έμφαση στο πρόσωπο του Χριστού δεν αλλοιώνει το συνολικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης Θεολογίας η οποία είναι κατεξοχήν δοξολογική. Η δόξα του Θεού σημαίνει τη δόξα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η όλη Τριάδα δοξάζει και δοξάζεται, καθώς η όλη Τριάδα ενεργεί το μυστήριο της Θείας Οικονομίας.
Εντούτοις, η πλήρωση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη συμβολή του κτίσματος, δηλαδή χωρίς την ελεύθερη κατάφαση του ανθρώπου. Κεντρική θέση, σε αυτή τη διαδικασία οικείωσης του Φωτός, κατέχει στην Ορθόδοξη Θεολογία και Εκκλησία το πρόσωπο της Μητέρας του σαρκωθέντος Λόγου, το πρόσωπο της Παναγίας Θεοτόκου. Και εάν το πρόσωπο του Υιού κάνει φανερή την θεία πραγματικότητα, το πρόσωπο της Παναγίας φανερώνει την αλήθεια της ανθρώπινης πραγματικότητας. Θεία και ανθρώπινη πραγματικότητα κάνουν την Σωτηρία να αληθεύει. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Θεομήτωρ βρίσκεται στην καρδιά της εκκλησιαστικής κοινότητας.
Η Παρθένος Μαρία είναι ο ναός ο ακατάλυτος και άγιος, στον οποίο σκήνωσε ο Λόγος. Είναι το χωρίον του αχωρήτου. Είναι ακόμη η χωρήσασα τον αχώρητον «εν μήτρα αγία παρθενική». Συνεπώς, η θεολογική ταύτιση Θεοτόκου και Εκκλησίας, που συχνά ακούμε στα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, οδηγεί στην ανέρευση και ανάδειξη της θεολογικής αλήθειας σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία είναι χωρίον ή χώρα του αχωρήτου και πλατυτέρα των ουρανών. ’λλωστε, όπως ορθά έχει υπογραμμίσει ο μακαριστός Επίσκοπος Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός, «η πλατυτέρα, ζωγραφουμένη εις το ημιθόλιον της κόγχης του ιερού βήματος, μετά του Ιησού Χριστού, τούτο ακριβώς συμβολίζει: την Εκκλησία μετά του Ιησού Χριστού εν τω μέσω αυτής».
Η Θεοτόκος, λοιπόν, ως αχωρητοχώρα ή αχωρητοχωρίον του αχωρητοχωρήτου Υιού της βιώνει και συνάμα φανερώνει, πρώτη αυτή, το θαυματουργικό γεγονός, το μυστήριο του Χριστού, του Σαρκωμένου Λόγου, και της Εκκλησίας. Η Μαρία είναι το πρώτο ανθρώπινο όν, παράλληλα με την ανθρωπότητα του Λόγου, που σχετίζεται μαζί του ευχαριστιακά και λυτρωτικά. Η Θεία Ευχαριστία, το όντως μυστήριο της Εκκλησίας, γίνεται δυνατή μόνο με την υποστατική ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας που πραγματοποιείται στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας θαυματουργικά και συνεπώς ελεύθερα.

Στο Σταυρό και το Ληστή και για τη δεύτερη παρουσία του Χριστού, και για την αδιάκοπη προσευχή υπέρ των εχθρών μας.



Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία Α'
Στο Σταυρό και το Ληστή
και για τη δεύτερη παρουσία του Χριστού,
και για την αδιάκοπη προσευχή υπέρ των εχθρών μας.
1. Σήμερα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός βρίσκεται πάνω στο σταυρό και εμείς εορτάζουμε, για να μάθεις ότι ο σταυρός είναι εορτή και πανήγυρη πνευματική. Γιατί προηγουμένως ο σταυρός ήταν η λέξη που σήμαινε καταδίκη, τώρα όμως έγινε αντικείμενο τιμής. Προηγουμένως ήταν σύμβολο καταδίκης, τώρα όμως είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας μας. Γιατί αυτός ο σταυρός μας προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της ειδωλολατρίας, αυτός μας φώτισε ενώ ζού­σαμε μέσα στο σκοτάδι, αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει εχθροί του, αυτός μας έκανε φίλους του, ενώ είχα­με αποξενωθεί άπ' αυτόν, αυτός μας έφερε κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την έχθρα, αυτός εξα­σφάλισε την ειρήνη, αυτός έγινε για μας θησαυροφυλάκιο άπει­ρων αγαθών. Εξ αιτίας του δεν περιπλανιόμαστε πια στις έρη­μους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη βασιλεία των ουρανών, γιατί βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ' αυτόν δε βρισκόμαστε πια σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο, γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ είμαι ο ποιμέ­νας ο καλός»1. Χάρη σ' αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί είμαστε κοντά στο βασιλιά. Γι' αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το σταυρό. Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να εορτάζουμε το σταυρό. Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα ειλικρίνειας και αλήθειας»2. Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία, συνέχισε˙ «Γιατί το Πάσχα το δικό μας εί­ναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας»3.

Βλέπεις γιατί παραγγέλλει να εορτάζουμε το σταυρό; Γιατί επάνω στο σταυρό θυσιάσθηκε ο Χριστός. Και όπου γίνεται θυ­σία, εκεί εξαφανίζονται τα αμαρτήματα, εκεί γίνεται συμφιλίω­ση με τον Κύριο, εκεί γίνεται εορτή και χαρά. «Το Πάσχα, το δικό μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για μας». Και πες μου, που θυσιάσθηκε; Πάνω σε σταυρό που στήθηκε ψηλά. Εί­ναι καινούριο το θυσιαστήριο αυτής της θυσίας, επειδή και η θυσία είναι καινούρια και αξιοθαύμαστη. Γιατί ο ίδιος ήταν και θύμα και ιερέας. Θύμα, κατά το σώμα του, και Ιερέας, κατά την πνευματική του φύση. Ο ίδιος και πρόσφερε τη θυσία και προσφερόταν σωματικά. Άκουσε λοιπόν πως μας φανέρωσε ο Παύλος αυτά τα δύο. «Κάθε αρχιερέας», λέγει, «ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους και γίνεται αρχιερέας για την ωφέλεια των ανθρώπων. Γι' αυτό λοιπόν ήταν ανάγκη να έχει και ο Χριστός κάτι που να το προσφέρει σαν θυσία. Και πρόσφερε αυτός τον εαυτό του»4. Και αλλού λέγει, ότι «Ο Χριστός που θυσιάσθηκε μια φορά για να βαστάξει πάνω του τις αμαρτίες των πολλών, θα φανεί σ' εκείνους που τον περιμένουν για να τους σώσει»5. Να, στη μία περίπτωση θυσιάσθηκε, ενώ στην άλλη θυσίασε τον εαυτό του. Είδες πως έγινε και θύμα και Ιερέας, και πως ο σταυρός ήταν θυσιαστήριο;

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν ξεπλένει την αμαρτία του σχίσματος στην Εκκλησία!



Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Οὔτε τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου δὲν ξεπλένει τὴν ἁμαρτία τοῦ σχίσματος στὴν Ἐκκλησία!
Ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενο - μνημεῖο! (Ὁμιλία ΙΑ στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή)
Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὸ Πνεῦμα τὸ ὅποιον ἔρχεται ἀπὸ τὴν κεφαλήν, ἂς εἴμεθα στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ μᾶς.

Διότι δύο τρόποι ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν· ὁ ἕνας, ὅταν ψυχράνωμεν τὴν ἀγάπην, ὁ δεύτερος δέ, ὅταν τολμήσωμεν πράγματα ποὺ εἶναι ἀνάξια νὰ γίνωνται εἰς ἐκεῖνο τὸ σῶμα, διότι καὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς τρόπους χωρίζομεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν δὲ ἐμεῖς, ποὺ ἔχομεν ταχθῆ νὰ οἰκοδομῶμεν καὶ ἄλλους εἰς αὐτό, πρῶτοι γινώμεθα ἐμεῖς αἴτιοι διὰ ν’ ἀποσχίζωνται ἀπὸ αὐτήν, τί δὲν θὰ πάθωμεν;

Τίποτε δὲν θὰ ἠμπορέση νὰ διαιρέση τόσον εὔκολα τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσον ἡ φιλαρχία, τίποτε δὲν παροξύνει τόσον τὸν Θεόν, ὅσον τὸ νὰ διαιρεθῆ ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωμεν πράξει ἄπειρα καλά, δὲν θὰ καταδικασθῶμεν ὀλιγώτερον ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι διεμέλισαν τὸ σῶμα του, ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι διαιροῦμεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα.

Διότι ἐκεῖνο μὲν ἔγινε πρὸς ὄφελος τῆς οἰκουμένης, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔκαναν ἀπὸ αὐτὸν τὸν σκοπόν, αὐτὸ ὅμως εἰς τίποτε πουθενὰ δὲν χρησιμεύει, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη ἡ βλάβη.

Αὐτὰ δὲν λέγονται μόνον πρὸς τοὺς ἄρχοντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχομένους.

Κάποιος δὲ ἅγιος ἄνδρας εἶπε κάτι τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι τολμηρόν, πλὴν ὅμως τὸ εἶπε. Ποιὸ εἶναι δὲ αὐτό; Οὔτε τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου ἠμπορεῖ νὰ...
ἐξαλείψη αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν.

Διότι, εἰπέ μοῦ, διατὶ μαρτυρεῖς; δὲν τὸ κάνεις αὐτὸ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ; Σὺ λοιπὸν ὁ ὁποῖος θυσιάζεις τὴν ζωήν σου ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, πῶς ἐξολοθρεύεις τὴν Ἐκκλησίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πρῶτος ἐθυσιάσθη ὁ Χριστός;

Ἄκουσε τὸν Παῦλον ὁ ὁποῖος λέγει: «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι ἀπόστολος, διότι κατεδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ». Δὲν εἶναι μικρὰ αὐτὴ ἡ βλάβη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἀλλὰ πολὺ μεγάλη. Διότι ἐκείνη μὲν ἀναδεικνύει αὐτὴν καὶ λαμπροτέραν, ἐνῶ αὐτὴ καταισχύνει αὐτὴν καὶ ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν της, ὅταν δηλαδὴ πολεμῆται ὑπὸ τὰ ἴδια τὰ τέκνα της. Διότι εἶναι μεγάλη ἀπόδειξις ἀπάτης τὸ νὰ μεταβάλλωνται ἔξαφνα καὶ νὰ διάκεινται ὡς ἐχθροὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν καὶ ἀνετράφησαν μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἔχουν γνωρίσει μὲ ἀκρίβειαν τὰ ἀπόρρητά τῆς πίστεως.

Αὐτὰ δὶ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδιαφορίαν ἀκλουθοῦν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαιροῦν τὴν Ἐκκλησίαν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἔχουν ἀντίθετον πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν πίστιν, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκείνους ν’ ἀναμιγνύωνται, ἐὰν ὅμως ἔχουν τὴν ἰδίαν πίστιν, τότε πολὺ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται. Διατὶ ἄραγε; Διότι ἡ νόσος προέρχεται ἀπὸ φιλαρχίαν.

Δὲν γνωρίζετε τί ἐπαθον οἱ περὶ τοὺς Κορὲ καὶ Δαθᾶν καὶ Ἀβειρῶν; καὶ μήπως μόνον αὐτοὶ καὶ ὄχι καὶ οἱ μετὰ ἀπὸ αὐτούς;

Τί λέγεις; Ἡ ἴδια πίστις εἶναι, ὀρθόδοξοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι. Διατὶ λοιπὸν δὲν εἶναι μαζὶ μὲ ἐμᾶς; «Ἕνας Κύριος, μία πίστις, ἕνα βάπτισμα». Ἐὰν δὲ αὐτὰ ποὺ κάνουν αὐτοὶ εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ μας εἶναι λανθασμένα, ἐὰν δὲ τὰ ἰδικὰ μας εἶναι ὀρθά, τότε τὰ ἰδικὰ των εἶναι λανθασμένα. «Ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμον διδασκαλίας».

Εἰπέ μοῦ, νομίζεις ὅτι ἀρκεῖ αὐτό, τὸ νὰ λέγης δηλαδὴ ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι; τὰ δὲ τῆς χειροτονίας ἔφυγαν καὶ ἐχάθησαν; Καὶ ποιὸν τὸ ὄφελος ἐὰν αὐτὴ δὲν ἔγινε κατὰ τρόπον κανονικόν; Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν διὰ τὴν πίστιν, ἔτσι πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα καὶ δὶ’ αὐτήν. Διότι, ἐὰν εἰς τὸν καθένα εἶναι δυνατὸν νὰ χειροτονῆ, ὅπως οἱ παλαιοί, καὶ ἔτσι νὰ γίνωνται ἱερεῖς, ἂς γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι εἰς μάτην ἔχει οἰκοδομηθῆ αὐτὸ τὸ θυσιαστήριον, εἰς μάτην τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἱερέων, ἂς τὰ καταργήσωμεν αὐτὰ καὶ ἂς τὰ καταστρέψωμεν.

Μὴ γένοιτο, λέγει. Σεῖς τὰ κάνετε αὐτὰ καὶ λέγετε μὴ γένοιτο; Πῶς λέγεις, μὴ γένοιτο, τὴν στιγμὴν πού ἔχουν γίνει ἤδη; Ἐγὼ τὸ λέγω καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνω ἀποσκοπῶν ὄχι εἰς ἰδικόν μου συμφέρον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδικὴν σας σωτηρίαν, ἐὰν δὲ κάποιος ἀδιαφορῆ, αὐτὸς θὰ κριθῆ, ἐὰν δὲ αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρουν εἰς κάποιον, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἐνδιαφέρουν. «Ἐγὼ ἐφύτευσα», λέγει, «ὁ Ἀπολλῶς ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ἔδιδε τὴν αὔξησιν».

† Π. ΑΘΑΝ. ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ Οι Χριστιανοί μέσα στον κόσμο (Απομαγνητοφωνημένη ομιλία)




«Χριστιανοί... επί γης διατρίβουσιν, αλλ' εν ουρανώ πολιτεύονται.»
(Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 9)

«Οι χρώμενοι τω κόσμω τούτο ως μη καταχρώμενοι. παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου»
(Α' Κορ. 7, 31)


Ο Χριστιανός είναι ο εκλεκτός του Χριστού.

       Ο αληθινός Χριστιανός, αγαπητοί μου, αισθάνεται πολύ μεγάλη τιμή και ευλογία από τον Θεό, γιατί γνώρισε τον Χριστό και γιατί είναι ένας εκλεκτός Του. Βέβαια είναι εκλεκτός με την έννοια ότι ο Χριστός τον διάλεξε για να γίνει πιστός. αλλά και ο πιστός, όχι λιγώτερο, όπως λέγει ο Μωυσής στο Δευτερονόμιο, διάλεξε τον Χριστό για Θεό του[1]. Έτσι λοιπόν όσοι ακολουθούν τον Χριστό λέγονται «κλητοί»[2], καλεσμένοι, «εκλεκτοί»[3], διαλεγμένοι, και «πιστοί»[4].


Το δίλημμα του Χριστιανού.


        Όμως για πολλούς Χριστιανούς, που δεν έχουν βαθύνει σ' αυτήν την κλήση του Χριστού και που δέχονται την επίδραση του κόσμου, αυτή τη γοητεία -γοητεία από το γόης, μάγος- αυτή τη μαγεία του κόσμου, με τα χρυσόχαρτά του -οπωσδήποτε γυαλίζει ο κόσμος, έχει μια λαμπερότητα. άλλο βέβαια ότι είναι χρυσόχαρτα και δεν είναι αληθινός χρυσός- για πολλούς Χριστιανούς όλα αυτά είναι άγνωστα, με αποτέλεσμα να μαγεύονται από τον κόσμο, να γοητεύονται. Αλλά από την στιγμή που ο Χριστιανός θα αρχίσει να γοητεύεται απ' αυτά που προσφέρει ο κόσμος, αυτομάτως βρίσκεται μέσα σε έναν προβληματισμό, και ο προβληματισμός αυτός είναι: πώς μπορώ εγώ ο Χριστιανός να σταθώ σαν Χριστιανός μέσα σ' έναν κόσμο, ο οποίος ασκεί διαρκώς επάνω μου έλξη και γοητεία;
        Έτσι λοιπόν βλέπουμε να τίθεται ένα δίλημμα. γιατί πράγματι πολλές φορές είμαστε μοιρασμένοι ανάμεσα στον Χριστό και τον κόσμο. Πολλές φορές φθάνουμε σ' εκείνο το φοβερό -ακρότητα φυσικά- να είμαστε μόνο κατ' όνομα Χριστιανοί, ενώ στην πραγματικότητα ζούμε και πολιτευόμαστε κατά κόσμον, έχοντας δυστυχώς ένα βαθύ κοσμικό φρόνημα. Είναι δε γνωστό ότι εκείνος ο οποίος έχει κοσμικό φρόνημα δεν μπορεί να λέγεται Χριστιανός. Λέγει σαφώς ο ευαγγελιστής Ιωάννης «μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω»[5], μην αγαπάτε τον κόσμο, λέει, ούτε ό,τι υπάρχει μέσα στον κόσμο. Και όταν λέει κόσμον, δεν εννοεί εδώ το σύνολο των ανθρώπων, ούτε εννοεί το σύμπαν, αλλά εννοεί τους  ανθρώπους, τον κόσμο, εν εννοία ηθική.


Τί είναι κόσμος.


        Όπως λέγει ωραιότατα ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «κόσμος εστίν όνομα περιεκτικόν επιπίπτον επί τα ειρημένα πάθη»[6]. Το λέει εξ άλλου και ο ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό. στον οποίο κόσμο λέει ότι υπάρχει η επιθυμία η κακή, η αλαζονεία του βίου και λοιπά.[7] Τί είναι λοιπόν κόσμος; Το περιεκτικόν όνομα των παθών. Δηλαδή αν έπρεπε να ονομάσουμε όλα τα πάθη που μαστίζουν τον άνθρωπο με ένα όνομα, αυτά θα τα λέγαμε: κόσμος, και αν θα έπρεπε να κάνουμε μία ανάλυση της εννοίας κόσμος, θα αναφέραμε τα επιμέρους ονόματα των παθών.
Έτσι αντιλαμβάνεσθε ότι η άγνοια πολλών από μας, ή απλώς η αδυναμία της βουλήσεώς μας, μας κάνει και ελκόμαστε από τον κόσμο, ώστε τελικά -ας μην το κρύβουμε- να χάνουμε τη σωτηρία μας. Είναι το πρόβλημα της κάθε εποχής στους Χριστιανούς. ίσως όχι τόσο στους αρχαίους Χριστιανούς, όπως θα το δούμε στη συνέχεια, όσο σ' εμάς στην εποχή μας. Διότι αυτό που σήμερα λέμε κόσμος είναι πάλι Χριστιανοί, αλλά που κοσμικοποιήθηκαν, που έγιναν ολότελα κόσμος. Είναι όμως Χριστιανοί. Οπότε γίνεται μία αντιδιαστολή των Χριστιανών που έχουν φρόνημα Χριστού και των Χριστιανών που έχουν φρόνημα του κόσμου.  
        Εμείς πού βρισκόμαστε; Αν έχω μπροστά μου ένα, όπως βλέπω, εκλεκτό ακροατήριο, εκλεκτούς ανθρώπους, εκλεκτούς με την έννοια ότι εξελέγησαν από τον Θεό, που γνωρίζουν τον Θεό, τότε πιστεύω ότι είστε, ή θα θέλατε να είστε, ή μάλλον όλοι μας να είμαστε, στην μερίδα των Χριστιανών που έχουν επίγνωση Χριστού και διαρκώς αποτοξινώνονται απ' αυτό το λεγόμενο κοσμικό φρόνημα.


Ποια η βασική αιτία απομακρύνσεως από την πνευματική ζωή.


        Βέβαια στους πολλούς μία βασική αιτία του ότι δεν ζουν πνευματική ζωή είναι η άγνοια, όπως λέγει ο άγιος Κλήμης Ρώμης στη δευτέρα του επιστολή προς τους Κορινθίους. Λέει: «αμαρτάνομεν ουκ ειδότες», αμαρτάνουμε χωρίς να το ξέρουμε, «πόθεν εκλήθημεν και υπό τίνος και εις ον τόπον, και όσα υπέμεινεν Ιησούς Χριστός παθείν ένεκα ημών»8. Θεωρείται μεγάλη αμαρτία η άγνοια του περιεχομένου της Πίστεώς μας. Ποιος είναι εκείνος που με καλεί; Πού με καλεί να βρεθώ; Τί υπέστη ο Κύριος Ιησούς Χριστός για μένα; Αν αυτά τα αγνοώ, τότε αμαρτάνω, γιατί αυτή η άγνοια είναι εκείνη που θα με ρίξει και στην ποικίλη αμαρτία.
        Το ίδιο λέει και ο ιερός Χρυσόστομος, αναφερόμενος στις Γραφές. ότι η άγνοια των Γραφών έχει εισαγάγει και την αίρεση και τον διεφθαρμένο βίο, και όλα τα 'χει αναποδογυρίσει, «και τα άνω κάτω πεποίηκεν»[9, όλα τα 'χει αναποδογυρίσει αυτή η άγνοια! Γι' αυτό πρέπει διαρκώς να γνωρίζουμε το θέλημα του Θεού, διαρκώς να μελετούμε την Αγία Γραφή, να μελετούμε και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας.


Ποια η στάση του Χριστιανού μέσα στον κόσμο.


        Στην αγάπη σας, για να δούμε την απάντηση σ' αυτό το πολύ-πολύ ζωηρό και φλέγον πρόβλημα, δηλαδή στο ποια είναι η στάση μου ως Χριστιανού μέσα στον κόσμο -μην ξεχνάτε, αυτό είναι το θέμα μας- στην αγάπη σας θα διαβάσω ένα θαυμάσιο κείμενο της πρωτοχριστιανικής παραγωγής. είναι η επιστολή Προς Διόγνητον, η οποία, αν και βραχεία, μικρή, θεωρείται ο αδάμας, το διαμάντι της πρωτοχριστιανικής γραμματείας! Βέβαια το κείμενο υπάρχει στην Πατρολογία. μπορείτε να το βρείτε πάρα πολύ εύκολα και να το διαβάσετε. είναι στον δεύτερο τόμο της Πατρολογίας. Εγώ από 'κει έχω πάρει μόνο μερικές θέσεις, τις οποίες και θα δούμε.


Η Προς Διόγνητον επιστολή.


        Η υπόθεση της επιστολής είναι η εξής. Ο συγγραφέας της -άγνωστος ποιος είναι, εικάζεται ότι είναι ο άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυς και Φιλόσοφος, αλλά πιθανότατα δεν είναι- στέλνει μία επιστολή σε κάποιον «κράτιστον», εξοχώτατον, ονόματι Διόγνητον, ο οποίος τον είχε ρωτήσει τί είναι οι Χριστιανοί, τί πιστεύουν οι Χριστιανοί και πώς αυτοί στέκονται στον κόσμο. Ο ιερός συγγραφέας του απαντάει μ' αυτό το θαυμάσιο κείμενο, που μοιάζει μάλλον με μικρή πραγματεία παρά με επιστολή. Εμείς θα πάρουμε μερικά μόνο σημεία από τον ιερό συγγραφέα, που αναφέρονται πιο ειδικά και πολύ συμπυκνωμένα στη θέση των Χριστιανών μέσα στον κόσμο. Λέγει λοιπόν τα εξής:


Οι Χριστιανοί εξωτερικώς δεν ξεχωρίζουν από τους άλλους ανθρώπους.


        «Χριστιανοί ούτε γη ούτε φωνή ούτε έθεσι διακεκριμένοι των λοιπών εισιν ανθρώπων... τοις εγχωρίοις έθεσιν ακολουθούντες, εν τε εσθήτι και διαίτη και τω λοιπώ βίω θαυμαστήν και ομολογουμένως παράδοξον ενδείκνυνται την κατάστασιν της εαυτών πολιτείας.»[10] Δηλαδή: Οι Χριστιανοί ούτε από τον τόπο που κατοικούν ούτε από τη γλώσσα που μιλούν ούτε από τις εξωτερικές συνήθειες ξεχωρίζουν από τους άλλους ανθρώπους, ακολουθώντας τις τοπικές συνήθειες, και στο ντύσιμο και στο φαγητό και στον υπόλοιπο βίο. παρά ταύτα η πολιτεία τους φανερώνεται θαυμαστή και ομολογουμένως παράδοξη.
        Αναφέρει εδώ ο συγγραφέας, αγαπητοί μου, μέσα ο' αυτά τα πολύ λίγα λόγια, κάποιες θέσεις πολύ περιληπτικά, για να μας δώσει παρακάτω κατά θαυμαστό φιλολογικό τρόπο μία ανάλυσή τους σε επιμέρους σημεία. Πάντως εδώ βλέπει κανείς σ' αυτούς τους στίχους ότι οι Χριστιανοί δεν είναι εξωκοινωνικοί, δεν είναι δηλαδή έξω από την κοινωνία των ανθρώπων, αλλά ζουν, και μπορούν να ζουν και οφείλουν να ζουν, στον τόπο που γεννήθηκαν, στην εποχή τους, στην κάθε εποχή.


Η πραγμάτωση της χριστιανικής ζωής απαιτεί ένα ισχυρό θέλω.


        Ο χριστιανικός βίος δεν είναι ουτοπικός, όπως πολλοί θα νόμιζαν. Δεν είναι απραγματοποίητος ο χριστιανικός βίος, ούτε το να ζήσεις ευαγγελικά είναι αδύνατον. Ο χριστιανικός βίος δεν είναι ουτοπία. και δεν είναι ουτοπία για κάθε εποχή, και για την εποχή που εγράφη το Ευαγγέλιο και για τον 20ό αιώνα. Και αν υποτεθεί ότι πάμε στον 25ο αιώνα ή στον 30ό αιώνα, κι εκεί και πάντα θα είναι επικαιρότατος ο Χριστιανισμός και κατορθωτός, αρκεί να θέλει κανείς να ζήσει με κάθε συνέπεια την χριστιανική ζωή. Αν πολλές φορές λέμε «ναι, θέλω, αλλά δεν μπορώ», στην πραγματικότητα είναι δεν θέλω. Θα μου πείτε «θέλω». Όχι. δεν θέλω. Όχι δεν μπορώ, αλλά δεν θέλω. Πίσω από το δεν μπορώ είναι το δεν θέλω, έστω κι αν τα χείλη λένε το θέλω.
        Είναι εκείνο που έλεγε κι ο ιερός Αυγουστίνος -για να σας κάνω μία ανατομία ψυχολογική. θα το δείτε πολύ καλά. Όταν επέστρεψε ο ιερός Αυγουστίνος στον Χριστό από τον κοσμικό τρόπο ζωής του και από τις ηδονές του, όπως έγραφε ο ίδιος στις Εξομολογήσεις του, παρακαλούσε τον Θεό να έλθει η σωτηρία. Τον παρακαλούσε θερμά να έλθει η σωτηρία. στο βάθος όμως ευχόταν να αργήσει λίγο η σωτηρία, γιατί ακόμα αγαπούσε τις ηδονές του...  [11] Αυτό είμαστε κι εμείς. θέλουμε να σωθούμε, αλλά αγαπάμε τις ηδονές, και λέμε το δεν μπορώ, στο βάθος όμως είναι το δεν θέλω. Το θέλω είναι η μαγική λέξη, είναι το κλειδί για να πραγματώσει κανείς την χριστιανική ζωή στην κάθε εποχή, που δεμένο και με τη χάρη του Θεού, όπως θα δούμε λίγο πιο κάτω, κάνει το θαύμα που λέγεται χριστιανικός βίος.
        Πάντως, σας είπα, ο Χριστιανός ζει στην εποχή του μέσα στον κόσμο μαζί με τους άλλους ανθρώπους.


Άλλο κοινωνικός άνθρωπος και άλλο κοσμικός.


        Από μια παρανόηση των Κορινθίων, όταν τους είχε πει ότι δεν πρέπει να μετέχουν θα λέγαμε στις κοσμικές εκδηλώσεις, αυτοί νόμισαν ότι θα έπρεπε να φύγουν στα βουνά. Προσέξτε, άλλο πράγμα ο Μοναχισμός. Δεν μιλώ γι' αυτόν τώρα. Είναι άλλο πράγμα ο Μοναχισμός, από τον οποίο δεν λείπει το κοινωνικό στοιχείο. λείπει μόνο το κοσμικό στοιχείο. Εδώ πρέπει να κάνουμε σαφή διάκριση μεταξύ του κοινωνικού και του κοσμικού στοιχείου. Κοινωνικό στοιχείο θα πει το «χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων»[12]. Είναι το να πάω σ' ένα νοσοκομείο να δω τους αρρώστους. να πάω στο σπίτι του πένθους, όπως λέει ο Εκκλησιαστής. «Είναι προτιμότερο, λέει, να πάει κανείς στο σπίτι του πένθους, παρά στο σπίτι του πότου, της διασκεδάσεως.»[13] Αυτό λέγεται κοινωνικό στοιχείο. αν πηγαίνω σε χορούς και διασκεδάσεις και σε κάθε κοσμική προβολή, αυτό λέγεται κοσμικό στοιχείο.
        Ο κοινωνικός άνθρωπος, αν το θέλετε, στο βάθος δεν είναι κοσμικός. και αν θέλετε, ακόμα χειρότερα, ο κοσμικός δεν είναι κοινωνικός. Ο κοσμικός, που γυρίζει στις ποικίλες κοσμικές εκδηλώσεις της ζωής για να απολαύσει, δεν πηγαίνει στους τόπους της θλίψεως, του πόνου και της αρρώστιας, λέει ότι έχει μία ευαισθησία... ότι δεν αντέχει η καρδιά του... ότι είναι...! Κι αν ακόμα υποτεθεί ότι θα δώσει κάποια χρήματα για φτωχούς, ω..., θα τα δώσει μόνο διά του λεγομένου φιλανθρωπικού χορού. θα χορέψει για να δώσει τα χρήματά του! Αυτός όμως δεν είναι κοινωνικός άνθρωπος. Απατά τον εαυτό του, αν νομίζει ότι είναι κοινωνικός, είναι κοσμικός άνθρωπος.


Ο Χριστιανός τοπικά είναι μέσα στον κόσμο, ενώ τροπικά έξω απ' αυτόν.


        Από μία λοιπόν τέτοια παρανόηση των Κορινθίων, σημειώνει στην πρώτη του επιστολή ο απόστολος Παύλος: «Έγραψα υμίν εν τη επιστολή μη συναναμίγνυσθαι πόρνοις, και ου πάντως τοις πόρνοις του κόσμου τούτου ή τοις πλεονέκταις ή άρπαξιν ή ειδωλολάτραις. επί οφείλεται άρα εκ του κόσμου εξελθείν. νυν δε έγραψα υμίν μη συναναμίγνυσθαι εάν τις αδελφός ονομαζόμενος ή πόρνος ή... ή... ή...»[14].
        Δηλαδή: Έγραψα στην επιστολή να μην ανακατεύεστε με πόρνους και με ανηθίκους ανθρώπους αλλά δεν εννοώ όλους γενικώς τους πόρνους του κόσμου. Διότι θα πάω στον χασάπη, στον μπακάλη, στον φούρναρη. Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να απατούν τη γυναίκα τους, μπορεί να είναι διεφθαρμένοι, μπορεί να είναι κλέφτες, να είναι άρπαγες, να είναι ειδωλολάτρες. Δεν με ενδιαφέρει αυτό, εγώ θα πάω στον φούρναρη να πάρω το ψωμί και στον λαχανοπώλη να πάρω τα λαχανικά. Αλλά, λέει ο απόστολος Παύλος, αν έπρεπε να μην συναναστρέφεσθε κι αυτούς που είναι στον κόσμο, θα έπρεπε να εξέλθετε, να φύγετε απ' τον κόσμο, να πάρετε τα βουνά. Δεν εννοώ αυτό, λέει ο απόστολος Παύλος, αλλά εννοώ ότι αν κάποιος αδελφός έχει τη φήμη ότι είναι ανήθικος, ότι είναι πλεονέκτης ή ό,τι άλλο, αυτόν να μην τον κάνετε παρέα. Και το λέει αυτό, τόσο για να προφυλάξει τους Χριστιανούς του, για να μην μολυνθούν εννοείται, δηλαδή παρασυρθούν και αυτοί σε ίδιες αμαρτίες, όσο και για να παραδειγματίσουν τον αδελφό αυτό και να τον κάνουν να συνέλθει.
        Ώστε μπορώ να ζω μέσα στην πόλη που γεννήθηκα, η οποία πόλη μου μπορεί να είναι ειδωλολατρική, αποστατημένη από τον Θεό -δεν έχει καμία σημασία. Οι τρεις Παίδες και ο Δανιήλ στην Βαβυλώνα πώς ζούσαν, και μάλιστα μέσα στο παλάτι του Ναβουχοδονόσωρος παρακαλώ; Θαυμάσια. Ο Τωβίτ με την οικογένειά του στην αμαρτωλή Νινευή πώς ζούσε; Και πολλοί άλλοι -λέω μόνο ονόματα γνωστά από την Αγία Γραφή. Η Εσθήρ, αυτή η Ιουδαία βασίλισσα -βασίλισσα!- που τον βασιλιά τον Πέρση τον είχε σύζυγο και που το σπίτι του ήτανε χαρέμι, πώς ζούσε;       
       Διατηρούσε την πατρώα Πίστη. προς τιμήν της υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη και ένα βιβλίο με το όνομα Εσθήρ.



Τροπική, και όχι τοπική η έξοδος του Χριστιανού.


        Βλέπετε; Βλέπετε ότι δεν φεύγουμε από τον τόπο μας, αλλά κάτι γίνεται μέσα μας. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε το κοσμικό μας φρόνημα από το χριστιανικό μας φρόνημα. είναι δυο ξεχωριστά πράγματα. Ο κόσμος έτσι σκέπτεται, εγώ όμως σαν Χριστιανός αλλιώς σκέπτομαι. Συνεπώς η έξοδός μου από τον κόσμο δεν θα είναι τοπική -άλλο πράγμα ο Μοναχισμός, σας το ξαναλέω- αλλά η έξοδός μου θα είναι τροπική.
        Είναι εκείνο που λέγει ο Θεός, τόσο στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη -είναι στη Β' Κορινθίους, 6, 17: «εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε», βγήτε από ανάμεσά τους και χωρισθείτε, «και ακαθάρτου μη άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς»[15], μην εγγίξετε τίποτα το ακάθαρτο, και εγώ θα σας δεχθώ.
        Τί σαν υπάρχουν κακόφημα σπίτια σε μία πόλη; Μα, εάν δεν πάω ποτέ, δεν άπτομαι ακαθάρτου. Τί σαν υπάρχουν ταβερνεία, που μεθούν οι άνθρωποι; Εάν δεν πάω ποτέ, δεν άπτομαι ακαθάρτου. Τί σαν υπάρχουν συμμορίες και παρέες βρώμικες; Εάν δεν πάω ποτέ, δεν άπτομαι ακαθάρτου. Συνεπώς είμαι στην πόλη μου, αλλά έξω απ' αυτή. Πώς εξήλθα; Τροπικώς. Και τότε με δέχεται ο Θεός. «καγώ εισδέξομαι υμάς», λέει, τότε θα σας δεχθώ.
        Αλλά αυτά που σας είπα πολύ-πολύ γενικά, αγαπητοί μου, ας τα δούμε τώρα διαφοροποιημένα, όπως μας τα παρουσιάζει η επιστολή Προς Διόγνητον.


Οι Χριστιανοί, αν και πάροικοι, αγαπούν και υπερασπίζονται την πατρίδα τους.


        Πρώτο. Οι Χριστιανοί, λέει, «πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ' ως πάροικοι»[16]. Ο καθένας κατοικεί στην πατρίδα του. αλλά σαν να είναι χωρίς πατρίδα, ως πάροικοι. Ξέρετε ποιος λέγεται πάροικος και παρεπιδημών. Ο πάροικος είναι όπως εσείς, που μείνατε χθες το βράδυ στη Λάρισα. Δεν είστε Λαρισαίοι όμως, ήρθατε από την Αθήνα. Μένοντας μια βραδυά στη Λάρισα, λέγεστε πάροικοι. Έτσι λοιπόν είναι και ο Χριστιανός, λέγει, κατοικεί στην πατρίδα του, δηλαδή στον τόπο που γεννήθηκε, αλλά κατοικεί σαν πάροικος, σαν να μην είναι πατρίδα του. Δηλαδή ο πιστός έχει πατρίδα.
        Θέλετε κάτι ακόμη; Ο πιστός, αφού έχει πατρίδα, είναι φιλόπατρις. Προσέξτε αυτό. είναι μία αξία που στην εποχή μας έχει ξεθυμάνει, και είναι κατάντημα! Η έννοια της φιλοπατρίας στην εποχή μας έχει ξεθυμάνει. Μπήκε ένα κοσμοπολίτικο πνεύμα, και αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε πατρίδα, ή ότι δεν αξίζει η έννοια της πατρίδος. Είναι φοβερό, είναι κατάντημα, όπως θα το δούμε στη συνέχεια.
         Σε κατάσταση ανάγκης ο Χριστιανός υπερασπίζεται την πατρίδα του, ακόμα κι αν ζει μέσα σε μία πολιτεία ειδωλολατρική. Και όπως έχει αποδειχθεί, και το βλέπουμε στην ιστορία του Χριστιανισμού, οι καλύτεροι στρατιώτες μέσα σε ειδωλολατρικά κράτη ήταν οι Χριστιανοί.    
       Θυμηθείτε τους αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, ήταν σαράντα στρατιώτες από διαφορετικούς τόπους. Ήταν γενναίοι στρατιώτες. Θυμηθείτε τον άγιο Δημήτριο, που ήτανε θα λέγαμε Διοικητής της Θεσσαλονίκης κατά τη ρωμαϊκή κατοχή. Επίσης τον άγιο Γεώργιο. τον άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη -στρατηλάτης! Θυμηθείτε τον άγιο Μελέτιο τον Στρατηλάτη, που σήμερα γιορτάσαμε, τον άγιο Θεόδωρο τον Τύρωνα. Τύρων είναι λατινική λέξη. tiro, που θα πει θαλαμοφύλακας. Δηλαδή ο ένας ήταν στρατηλάτης κι ο άλλος θαλαμοφύλακας -οι δύο ακρότητες. Στρατιωτικοί. Δεν τους εμπόδισε τίποτα να σταθούν Χριστιανοί. Όταν έρχεται η ώρα όμως για να ομολογήσουν τον Χριστό, δίνουν την ομολογία τους. Τους κοστίζει το μαρτύριο, αλλά δεν έχει σημασία αυτό, το θέμα είναι ότι μένουν στρατιώτες, και μάλιστα γενναίοι στρατιώτες.
        Έτσι σε μια πατρίδα ο Χριστιανός είναι ο καλύτερος φύλακάς της, προστατεύει την πατρίδα του από ξένες επιβουλές και επιδράσεις. Μην το ξεχνάτε αυτό. Τα καλύτερα παιδιά μας σαν στρατιώτες δεν είναι οι ανήθικοι άνθρωποι, που θα πουν, και θα λένε πάντοτε, εκείνο που έλεγαν οι Γάλλοι στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, «Pourquoi?», «Γιατί να πολεμήσω;» ή -που έγραφαν προ καιρού στους τοίχους του Πανεπιστημίου: «Κάτω ο πόλεμος, έρωτα θέλουμε.»!... Φυσικά κάτω ο πόλεμος, δεν θέλουμε τον πόλεμο, αλλά άμα γίνει, νέοι μου, τότε τί θα πείτε;... Εκείνοι που θα πολεμήσουν είναι πάντοτε οι Χριστιανοί.


Πρώτα η Πίστη, κι έπειτα η πατρίδα.


        Εν τούτοις η αξία της πατρίδος δεν θεωρείται ανώτερη της χριστιανικής ιδιότητος. γι' αυτό, όπως ήδη είπαμε, όταν απαιτηθεί, τότε ο Χριστιανός στρατιώτης βάζει πρώτα την Πίστη του, και μετά την πατρίδα του. Δεν προδίδει ποτέ την πατρίδα του, αλλά πεθαίνει για την Πίστι του. Γι' αυτό, μην το ξεχνάτε, δεν θα πούμε ποτέ το λέγει η πολιτεία, και θα απεμπολήσω τον Χριστό. Όχι. το λέγει ο Χριστός. δεν προδίδω την πατρίδα μου, αλλά γίνομαι Μάρτυς και θυσιάζομαι για τον Χριστό. Και τούτο γιατί ο Χριστιανός γνωρίζει ότι είναι πάροικος στον παρόντα κόσμο και ότι η αληθινή του πατρίδα δεν είναι αυτό που λέγεται Ελλάς ή ό,τι άλλο, αλλά Ουρανός, Βασιλεία του Θεού. γιατί, όπως λέει στην Προς Εβραίους ο απόστολος Παύλος, «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν»[11].
 

Χρήση του πολιτισμού. όχι κατάχρηση.


        Δεύτερο. Οι Χριστιανοί, λέει η Προς Διόγνητον, «μετέχουσι πάντων ως πολίται και πάνθ' υπομένουσιν ως ξένοι». δηλαδή οι Χριστιανοί, σαν πολίτες μιας πόλεως, μετέχουν σε όσα προσφέρει αυτή η πόλη, και ταυτόχρονα τα πάντα υπομένουν, σαν να μην ήταν πολίτες αυτής της πόλεως.
        Δηλαδή ο Χριστιανός, όταν μετέχει ως πολίτης μιας πόλεως, σημαίνει ότι έχει πολιτικά δικαιώματα αλλά και πολιτικές υποχρεώσεις. Ψηφίζει όπως όλοι, αλλά τους αρίστους, χωρίς ιδιοτέλεια, δεν κρίνει τα συμφέροντά του με βάση την τσέπη του, αλλά με βάση το γενικό συμφέρον. Μετέχει του πολιτισμού, αλλά κατά το μέτρο που θέτει το Πνεύμα το Άγιο, και το μέτρο αυτό αναφέρεται από το Πνεύμα του Θεού διά γραφίδος αποστόλου Παύλου -Α' Κορινθίους, 7, 31: «οι χρώμενοι τω κόσμω τούτο ως μη καταχρώμενοι». εκείνοι που κάνουν χρήση του κόσμου, μη κάνουν κατάχρηση. Προσέξτε αυτό το σημείο. είναι πολύτιμο. Χρήση του πολιτισμού, ποτέ κατάχρηση. Δεν θα περάσω στον χώρο της υπερβολής, γιατί θα ξεφτίσω, γιατί θα κάνω θεότητά μου τότε τον πολιτισμό. Θα τον χρησιμοποιήσω στο μέτρο που μου υπαγορεύει το Πνεύμα του Θεού. Το κριτήριο θα είναι ανά πάσα στιγμή μέσα μου, και θα το βρίσκω ανά πάσα στιγμή μέσα μου, βελτιούμενο και βελτιούμενο, όσο ανεβαίνω τα σκαλοπάτια της πνευματικότητος.


Χριστιανός και ιδιοκτησία.


       Ο Χριστιανός, αφού μένει στην πόλη του και μετέχει πάντων της πόλεως και της πατρίδος του, έχει και ιδιοκτησία. Θα μου πείτε: «Μπορεί ο Χριστιανός να έχει ιδιοκτησία;». Ναι, μπορεί, δεν απαγορεύεται. Δεν είναι καταραμένο πράγμα, δεν είναι εχθρικά διακείμενο στην πνευματικότητα, αλλά κατά το αυτό μέτρο, που δίνει πάλι το Πνεύμα το Άγιο διά γραφίδος αποστόλου Παύλου στην ίδια περικοπή, οι Χριστιανοί μπορεί να έχουν, αλλά να μην κατέχουν, «οι αγοράζοντες ως μη κατέχοντες»[16]. Θα αγοράζουμε, αλλά θα είμαστε σαν να μην κατέχουμε.
        Βέβαια νομικώς αυτό εδώ το ρολόι μου ανήκει. Αν για μια στιγμή αναζητηθεί ο ιδιοκτήτης του, θα πω «είμαι εγώ». και αν αμφισβητηθεί ο ιδιοκτήτης του, θα προσκομίσω και πιστοποιητικά, τίτλους ιδιοκτησίας, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι τίμιοι. Θα προσκομίσω και τίτλους ιδιοκτησίας.
         Ποια θα είναι η σχέση μου λοιπόν με την ιδιοκτησία μου; Σαν να μην έχω τίποτα στον παρόντα κόσμο. «οι αγοράζοντες ως μη κατέχοντες». Προσέξτε. όχι ως μη έχοντες, αλλά «ως μη κατέχοντες». Δεν θα λέω «Το ρολόι μου!», «Το αυτοκίνητο μου!», «Τα λεφτά μου!», που θυμίζει εκείνο που έλεγε ο φιλάργυρος της παραβολής. «Και θα πω στην -ψυχή μου: "Ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά. φάε, πιες,... δικά σου είναι όλα!"»[19].
         Είδατε; Έχει ιδιοκτησία ο Χριστιανός. δεν κολ¬λάει όμως στην ιδιοκτησία. Έτσι μπορεί να είναι ελεήμων και να προσφέρει από τα αγαθά του. Σας είπα, νομικώς του ανήκουν αλλά δεν πιστεύει, δεν βασίζεται σ' αυτά που έχει. απλώς τον εξυπηρετούν στις ανάγκες του και στις ανάγκες της οικογενείας του. Τί λέει ο απόστολος Παύλος; «ταις χρείαις μου και τοις ούσι μετ' εμού υπηρέτησαν αι χείρες αύται»20. Δούλευε, έβγαζε χρήματα ο απόστολος Παύλος, κι έτσι υπηρετούσε τις ανάγκες του και τις ανάγκες εκείνων που ήταν μαζί του. Βλέπετε;


Πρώτα η Πίστη, κι έπειτα τα αξιώματα.


        Ακόμα, ο Χριστιανός σπουδάζει, μετέρχεται τέχνες και επιστήμες, καταλαμβάνει αξιώματα μέσα στην πολιτειακή ιεραρχία και αποδέχεται κάθε προνόμιο, όπως όλοι οι πολίτες. αλλά εάν για κάποιους λόγους υποστεί διωγμό, είτε για την χριστιανική του ιδιότητα είτε για κάτι με το οποίο δεν συμβιβάζεται, τότε ευχαρίστως δέχεται την έκπτωση, τον κατατρεγμό και την περιφρόνηση, κάποτε μπορεί να φθάσει και να γίνει ένας Μάρτυς. Έτσι λοιπόν, αν για κάποιο λόγο η πολιτεία υποτιμήσει τον Χριστιανό που κατέλαβε κάποια αξιώματα, τότε εκείνος δεν πικραίνεται εναντίον της πολιτείας, ούτε μέσα του αισθάνεται μίσος και κακία.


Ο Χριστιανός δεν είναι κολλημένος στην ύλη.


        Ο απόστολος Παύλος παραθέτει στην Προς Εβραίους ένα υπέροχο τεμάχιο. Αποτείνεται στους Χριστιανούς, κι ακούστε τί λέγει: «και την αρπαγήν των υπαρχόντων υμών μετά χαράς προσεδέξασθε, γινώσκοντες έχειν εν εαυτοίς κρείττονα ύπαρξιν εν ουρανοίς και μένουσαν»[21] -ύπαρξις θα πει αυτό που λέμε υπάρχοντα, δηλαδή περιουσία. Και την αρπαγή, λέει, των υπαρχόντων σας με χαρά την δεχθήκατε -γιατί;- γιατί δεν κολλήσατε πάνω σ' αυτά. Είχατε υπάρχοντα, είχατε περιουσία. Κάποια στιγμή η πολιτεία στρέφεται εναντίον σας, επειδή έχετε την χριστιανική ιδιότητα, και σας δημεύει την περιουσία. εσείς όμως δεν στενοχωρείσθε. Ακούσατε; «μετά χαράς, λέει, προσεδέξασθε»! επειδή γνωρίζατε ότι έχετε για τους εαυτούς σας μια καλύτερη περιουσία στον Ουρανό, μόνιμη! Αυτό ακριβώς θα πει αυτό που σας διάβασα, «μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ' υπομένουσιν ως ξένοι».


Ο Χριστιανός δεν είναι πατριδολάτρης, γιατί «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής».


        Τρίτο. «Πάσα ξένη πατρίς εστιν αυτών, και πάσα πατρίς ξένη»[22]. Μάλιστα ό,τι σας διαβάζω τώρα, αλλά και κάποια άλλα παρακάτω που θα πούμε, χωρίς ανάλυση, έχουνε μία ποιητικότητα, μία άφθαστη λογοτεχνική αξία. Το λέγω έτσι, εν παρόδω. Κάθε ξένος τόπος είναι πατρίδα τους, λέει, και κάθε πατρίδα γι' αυτούς είναι ξένη. Δηλαδή δεν παύουν να αγαπούν την δική τους την πατρίδα οι Χριστιανοί. όμως, όπως σας είπα, αν υπάρξει κάποιος λόγος, κάποια ανάγκη οικονομική, κάποτε και θρησκευτική, μπορούν να εκπατρισθούν, να πάνε σ' άλλον τόπο. Όμως όπου και να πάνε, βολεύονται, γιατί θεωρούν ως πατρίδα τους αυτόν τον νέο τόπο. αλλά και όταν μένουν στην πατρίδα τους, αισθάνονται ότι μπορεί να φύγουν. συνεπώς ζουν με το αίσθημα ότι είναι ξένοι.
Έτσι οι Χριστιανοί αισθάνονται όπως ο Αβραάμ, ο οποίος έφυγε από την πατρίδα του. Του λέει ο Θεός: «Φύγε από 'δώ, κι έλα σ' έναν τόπο που θα σου δείξω».[23] Ξέρετε πώς ζούσε στον τόπο αυτό που εγκαταστάθηκε, παρ' ότι ήταν ο τόπος της επαγγελίας, της υποσχέσεως του Θεού; Ως ξένος και παρεπίδημος. Γι' αυτό και δεν έκτισε σπίτι ο Αβραάμ. ήταν σκηνίτης. Έτσι κι ο Ισαάκ, έτσι και ο Ιακώβ. Είναι πολύ χαρακτηριστικό. Δεν θέλω να πω ότι δεν πρέπει να χτίσουμε σπίτι. θέλω να πω ότι και για το σπίτι που θα χτίσουμε θα πρέπει να πούμε: «Ε, μπορεί σήμερα να το κατοικούμε. αύριο...;».
        Σ' ένα κελλί ενός μοναχού ήταν γραμμένο: «Κελλί μου, έμεινα σ' εσένα, μετά από μένα κάποιος άλλος θα μείνει.»! Έτσι, σήμερα μένουμε στο σπίτι μας, μπορεί αύριο να μη μένουμε. Σήμερα είμαστε εδώ σ' αυτόν τον ναό. αύριο μπορεί να μην είμαστε, να μας διώξουν, και να βρεθούμε κάπου άλλου. Τί πρέπει να κάνουμε; Γι' αυτό πρέπει να αισθάνεται κανείς κάθε ξένο τόπο σαν πατρίδα του, και την πατρίδα του σαν έναν ξένο τόπο. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστιανός είναι κοσμοπολίτης, με την ουμανιστική μάλιστα έννοια, αλλά έχει την αίσθηση ότι όπου και να πάει «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής»[24], ότι η γη είναι του Θεού Πατέρα. όπου και να πάμε, από τον Θεό δεν χωριζόμαστε.


Τί είναι ο γάμος για τον Χριστιανό.


        Τέταρτο -προσέξτε τώρα. Οι Χριστιανοί, λέει, παντρεύονται όπως όλοι και τεκνογονούν, «αλλ' ου ρίπτουσι τα γεννώμενα»[25]. Οι Χριστιανοί παντρεύονται και τεκνογονούν όπως όλοι, αλλά δεν πετάνε ή δεν εκθέτουν εκείνα που γεννιούνται. Δηλαδή οι Χριστιανοί έρχονται σε γάμου κοινωνία, δηλαδή παντρεύεται ο Χριστιανός, -ε, βέβαια- αλλά ο γάμος του Χριστιανού ευλογείται από τον Θεό.
        Ευλογείται από τον Θεό ο γάμος. Γι' αυτό γράφει ο άγιος Ιγνάτιος προς τον άγιο Πολύκαρπο: «Πρέπει δε... μετά γνώμης του επισκόπου την ένωσιν ποιείσθαι, ίνα ο γάμος η κατά Κύριον», για να είναι κατά Θεόν ο γάμος, λέει, σύμφωνα με την γνώμη της Εκκλησίας, δηλαδή του επισκόπου, «και μη κατ' επιθυμίαν», όχι γιατί μ' αρέσεις και σ' αρέσω, αδιάφορο αν δεν πρέπει να σε παντρευτώ, γιατί είσαι αλλόθρησκος άνθρωπος και λοιπά, «Πάντα εις τιμήν Θεού γινέσθω.»[26].
         Συνεπώς ο Χριστιανός παντρεύεται. αλλά ο γάμος του είναι κάτω από την ευλογία του Θεού. Αυτό θα πει γάμος. δέχομαι την ευλογία του Θεού. Άρα ο Χριστιανός δεν δέχεται τον πολιτικό γάμο επ' ουδενί λόγω! Τον θεωρεί πορνεία, γιατί είναι. και είναι, επειδή είναι ανευλόγητος. Λέει ο απόστολος Παύλος: «είτε ουν εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε», εάν τρώτε ή πίνετε ή κάτι κάνετε, «είτε τι ποιείτε», το πιο μικρό, «πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε», πρέπει να έχουν όλα την σφραγίδα της ευλογίας του Θεού και την σφραγίδα της δόξης του Θεού. Κι εσύ, αδελφέ μου, ολόκληρο θέμα στη ζωή σου, που είναι ο γάμος, παντρεύεσαι ανευλόγητα;! χωρίς τον Θεό;!...


Ο πολιτικός γάμος.


        Αγαπητοί μου, προσέξτε -δεν είναι κακία αυτό που θα πω. Αν το παιδί σας, ο μη γένοιτο, παντρευτεί με πολιτικό γάμο, δεν θα πάτε στον γάμο του! είναι σε αταξία. Αν συγγενικό ή φιλικό σας πρόσωπο παντρευτεί με πολιτικό γάμο, δεν θα πάτε! θα του πείτε ότι είναι σε αταξία. Δεν θα βρίσετε ούτε θα δείρετε, αλλά θα πείτε ότι είναι σε αταξία. Προσέξτε με,  ούτε δώρο θα πάτε! διότι με την παρουσία σας, την επίσκεψή σας ή το δώρο σας επικροτείτε κάτι που ο Θεός δεν το θέλει, είναι παράνομο. Αυτό που προέτρεπε ο απόστολος Παύλος τους Κορινθίους για κάποιον αιμομίκτη Χριστιανό, να μην του μιλάνε για να ντραπεί και να συνέλθει[27], αυτό θα κάνετε κι εσείς. Θα δείχνετε την δυσαρέσκειά σας, όχι σήμερα-αύριο και για δέκα μέρες, αλλά μέχρι που να διορθωθεί.
       Θα λέτε καλημέρα, αλλά πάντα θα υπενθυμίζετε με τη στάση σας. «Αγαπητέ μου φίλε ή παιδί μου, είσαι σε αταξία.» Θα τον κάνετε τον άλλο να σκεφθεί, και τότε να πει: «Τί κάνω;». Αν τον επιδοκιμάσουμε, τότε δεν τον διορθώνουμε.


Χριστιανοί και εκτρώσεις.


        Έτσι λοιπόν ο Χριστιανός παντρεύεται και γεννά παιδιά. αλλά δεν κάνει εκτρώσεις. Κι αν γεννήσει, δεν εκθέτει τα παιδιά τα οποία έχει γεννήσει ως ανεπιθύμητα. Όχι το γεννάμε και το πετάμε!
        Η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων μάλιστα, ένα πανάρχαιο βιβλίο, αναφερόμενη στην οδό του θανάτου, γράφει τα εξής: «Η δε του θανάτου οδός εστιν αύτη... -λέει πολλά. και μεταξύ άλλων λέγει: φονείς τέκνων, φθορείς πλάσματος Θεού...». Είδατε; «φονείς τέκνων»! αυτοί που σκοτώνουν τα παιδιά τους, αυτοί που φθείρουν το πλάσμα του Θεού, «ρυσθείητε, τέκνα, από τούτων απάντων»[28], απαλλαγείτε, παιδιά μου, λέει το βιβλίο της Διδαχής, απ' όλα αυτά.


Χριστιανοί και αγωγή των παιδιών.


        Αλλά και σε θέματα αγωγής των παιδιών τους οι Χριστιανοί δεν αμελούν την εν Κυρίω παιδαγωγία. Σήμερα μάλιστα είναι πολύ δύσκολη η αγωγή των παιδιών. Δεν την αμελούν ούτε μένουν σ' εκείνη την, προσέξτε, εσφαλμένη αντίληψη περί ελευθερίας, η οποία αντίληψη περί ελευθερίας είναι ταυτόσημη με την ασυδοσία σήμερα... Δεν έχουν αυτή την αντίληψη περί ελευθερίας οι Χριστιανοί μέσα στον κόσμο, αλλά μένουν πάλι σ' εκείνη την προτροπή του βιβλίου της Διδαχής, που λέγει: «Ουκ αρείς την χείρα σου από του υιού σου ή από της θυγατρός σου, αλλά από νεότητος διδάξεις τον φόβον του Θεού»[29], δεν θα σηκώσεις το χέρι σου από το αγόρι σου και από το κορίτσι σου. θα το κρατάς το παιδί σου! «Μα...» Θα το κρατάς γερά το παιδί σου!
-Μητέρα, να πάω... ένα παρτάκι θα κάνουμε.
-Όχι, παιδί μου, δεν θα πας.
-Μα...
-Όχι, παιδί μου, δεν θα πας.
-Μα, με καταπιέζεις!
-Κάποια μέρα θα με ευγνωμονείς, παιδάκι μου.
-Μα...
-Όχι, παιδί μου, δεν θα πας. Δεν θα πας. τελείωσε.
        Είδατε; «ουκ άρεις την χείρα σου» λέει, δεν θα σηκώσεις το χέρι σου -ποιο;- το χέρι που χειραγωγεί, που παιδαγωγεί τα παιδιά σου, και να πεις: «Ε,...». Ξέρετε τί θα πει σηκώνω το χέρι μου -είναι και σύγχρονη λέξη- χειρ-αφέτηση. Χειραφετώ, δηλαδή αφήνω το παιδί μου από το χέρι μου, κι εκείνο παίρνει τον δρόμο που θέλει! και αυτό το κάνω δήθεν για να μην καταπιέζεται... έχοντας αυτήν την τρομερά, την εγκληματικά εσφαλμένη αντίληψη περί ελευθερίας!
        Έτσι θα λέγαμε ότι εν ευρεία έννοια αυτό εδώ που αναφέρει η Προς Διόγνητον, ότι οι Χριστιανοί παντρεύονται και γεννούν παιδιά όπως όλοι «αλλ' ου ρίπτουσι τα γεννώμενα», δεν είναι μόνον η περίπτωση να μην πετάξω το παιδί όταν νεογεννήθηκε, αλλά είναι και να μην πετάξω το παιδί μου κι ως προς την αγωγή. να μη πω «ας κάνει ό,τι θέλει». Υπάρχει η αντίληψη ότι «το παιδί μου ας τραβήξει τον δρόμο του, αυτόν που θέλει»! Το αγόρι. «Ε, αγόρι είναι...». Το κορίτσι. «Ε, φύγαμε από τις παλιές προκαταλήψεις, που 'λεγαν να φυλάξω το κορίτσι μου...». Όχι. Μην πετάξεις το παιδί σου! Μην το πετάξεις και το κάνεις έκθετο στις ποικίλες επιδράσεις των ρευμάτων της εποχής, όλων αυτών που είναι ολετήρες, καταστροφείς των παιδιών μας και όλων μας. Δεν θα αφήσεις το παιδί σου!
        Βέβαια θέλει τέχνη, για να μη πει το παιδί ότι το κρατάμε από το σβέρκο. Θέλει τέχνη. Ε, αυτή η τέχνη είναι η τέχνη των γονιών. Και πρέπει να σας θυμίσω και να σας πω, αν είστε γονείς με παιδιά, μη γυρεύετε άλλες δουλειές πιο έξω για να συμπληρώσετε τον χρόνο της ζωής σας, γιατί έχετε ανία μέσα στο σπίτι, ιδίως οι γυναίκες. η τέχνη να κρατάς τα παιδιά σου κάτω από τον ζυγό του Κυρίου είναι η τέχνη των τεχνών και η επιστήμη των επιστημών, που λέει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.[30]


Χριστιανοί και κοινωνικές σχέσεις.


         Πέμπτο. «Τράπεζαν κοινήν παρατίθενται, αλλ' ου κοινήν»[31].0 Οι Χριστιανοί, λέει, παραθέτουν κοινό τραπέζι, συγκαλούν φίλους, αλλά το τραπέζι τους δεν είναι ακάθαρτο από ευωχίες και απρέπειες.
       Εδώ ο ιερός Χρυσόστομος λέγει το εξής πολύ χαρακτηριστικό: «μέτεχε τραπεζών και λουτρών αμαρτίας άπεχε».[32] Θες να πας στα λουτρά; Πήγαινε. Θες να πας σ' ένα τραπέζι; Πήγαινε. Σε μία φιλική συγκέντρωση; Πήγαινε. Πρόσεξε μόνο κάτι. από την αμαρτία θα απέχεις! Δεν είναι λοιπόν αυτό καθεαυτό το τραπέζι. Μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι το αγιώ¬τατο Μυστήριο της Εκκλησίας μας, η Θεία Ευχαριστία, σε τραπέζι παρατέθηκε. Σήμερα το πρωί πού καθίσαμε; Στο τραπέζι του Χριστού, στο τραπέζι του Θεού. Και τί γίναμε; Συνδαιτυμόνες Του. Καθήσαμε μαζί Του, βλέπετε, και φάγαμε το Σώμα Του και ήπιαμε το Αίμα Του πάνω σε μία τράπεζα. Δεν είναι λοιπόν το τραπέζι. Μην ξεχνάτε δε ότι οι Χριστιανοί πάντοτε έκαναν τραπέζια, τις αγάπες,  γι' αυτό και η Βασιλεία του Θεού με τραπέζι παρομοιάζεται, με δείπνο, και μάλιστα μέγα δείπνο33. Δεν πρέπει όμως το τραπέζι να είναι βρώμικο, να γίνονται απρέπειες.
         Εδώ να σας πω κάτι. Υπάρχει και μια άλλη γραφή. Το κείμενο που έχω λέει «κοινήν». «τράπεζαν κοινήν παρατίθενται, αλλ' ου κοινήν». Εδώ το ερμηνεύουμε έτσι κοινό τραπέζι παραθέτουν, δηλαδή στους φίλους. Όμως κοινό θα πει και ακάθαρτο. Αλλά υπάρχει και η γραφή, σε άλλον κώδικα, που αντί «κοινήν» λέει «θοίνην» -όμικρον-γιώτα και ήτα. Θοίνη θα πει τραπέζι με ευωχία και διασκέδαση. αυτό που όταν αρχίζουμε να τρώμε και να πίνουμε, μετά αρχίζουμε να μεθάμε, να τραγουδάμε, να τα σπάμε, να χορεύουμε, να μιλάμε άσχημα, άπρεπα, και λοιπά! Στρώνουν τραπέζι οι Χριστιανοί και καλούν φίλους, αλλά δεν διασκεδάζουν έτσι.
        Πηγαίνουν και επισκέψεις. «Ελάτε να φάμε» θα μας πουν κάποιοι Χριστιανοί φίλοι μας. θα πάμε. Πώς θα φάμε; Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. «μετά σωφροσύνης φάγε και πίε, ως πρέπει τέκνοις Θεού»... όμορφα, μετρημένα, χαριτωμένα, σαν παιδιά Θεού! [34] Το θέμα των λεγομένων κοινωνικών σχέσεων και της "ψυχαγωγίας πρέπει να πούμε ότι αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα των Χριστιανών, επειδή ακριβώς εμφορούνται οι Χριστιανοί μας από αυτό το κοσμικό φρόνημα.


Χριστιανοί και μοιχεία.


        Και κάτι ακόμη. Ένα άλλο χειρόγραφο, αντί «κοινήν», βάζει «κοίτην». Κοίτη θα πει κρεββάτι. κι έτσι αυτό που γράφει τώρα η Προς Διόγνητον θα το εξηγήσουμε ως εξής,τράπεζα κοινή παραθέτουν, αλλά όχι κοινό κρεββάτι. Τί θα πει αυτό; Ότι όταν αρχίσουν να χαλαρώνουν τα ήθη των Χριστιανών, τότε να κοιμάται ο ένας με τη γυναίκα του άλλου. Αυτό είναι φοβερό. Στην εποχή μας βεβαίως η μοιχεία είναι ελευθερωμένη από τον πολιτειακό νόμο, όπως και από τον νόμο του Θεού, αλλά και από κάθε παραδοσιακή δέσμευση. Λέμε: «Και τί είναι όλα αυτά; Προλήψεις είναι. Και τί θα πει μοιχεία;»! Δυστυχώς η μοιχεία, σας το βεβαιώνω, δημιουργεί πανωλεθρία -ξέρετε πού;- στους Χριστιανούς μας! Είναι δυνατόν;!... Για να μην πω και για το προηγούμενο, -πολλοί θα είναι μάρτυρες από σας που με ακούτε- ότι και Χριστιανοί μας κάνουν εκτρώσεις! Και Χριστιανοί μας κάνουν εκτρώσεις, και Χριστιανοί μας κάνουν μοιχείες!...
Θα μου πείτε: «Ε, τότε... τότε είμαστε άξιοι πολλών δακρύων και πολλών οδυρμών!». Γι' αυτό ακριβώς έχουμε πρόβλημα στο πώς θα σταθούμε σαν Χριστιανοί μέσα σ' έναν τέτοιο διεφθαρμένο κόσμο.
       Λέγει ο άγιος Ιγνάτιος στον άγιο Πολύκαρπο πάλι: «Ταις αδελφαίς μου προσλάλει αγαπάν τον Κύριον, και τοις συμβίοις αρκείσθαι σαρκί και πνεύματι»[35]. Πες στις αδερφές μου, λέει, στις γυναίκες, στις Χριστιανές, να αγαπάνε τον Θεό και να αρκούνται στον σύζυγό τους σαρκικά και πνευματικά. Θα το ξαναπώ -εύσχημος τρόπος: οι γυναίκες να αρκούνται στους συζύγους τους. «Ο άνδρας μου». ή: «Η γυναίκα μου». τίποτε άλλο.
        Το λέγει κι ο απόστολος Παύλος αυτό. και μάλιστα, αναφερόμενος στο θέμα της ανηθικότητος, λέει στους Θεσσαλονικείς το εξής: «το μη υπερβαίνειν και πλεονεκτείν εν τω πράγματι τον αδελφόν αυτού», πλεονεκτείν και υπερβαίνειν, δεν θα βγεις από τα όρια του γάμου, δεν θα κοιτάξεις τρίτον άνθρωπο, «διότι έκδικος ο Κύριος περί πάντων τούτων... ου γαρ εκάλεσεν ημάς ο Θεός επί ακαθαρσία, αλλ' εν αγιασμώ»[36].
        Τί θα πει λοιπόν είμαι Χριστιανός μέσα στον κόσμο αυτό; Δεν τρέχω στη μοιχεία. Κι αν είμαι νέος, αν είμαι άγαμος, δεν τρέχω στην πορνεία. μένω σώφρων, για να έρθει η Εκκλησία μ' εκείνα τα στεφάνια, είτε αγόρι είμαι είτε κορίτσι, να με στεφανώσει στον στίβο της αγνότητος και της παρθενίας. Και για το κορίτσι και για το αγόρι. Αυτό θα πει είμαι Χριστιανός μέσα σ' έναν κόσμο διεφθαρμένο.

Οι Χριστιανοί έχουν σάρκα, αλλά δεν ζουν σαρκικά.

        Έκτο. «Εν σαρκί τυγχάνουσιν -οι Χριστιανοί- αλλ' ου κατά σάρκα ζώσιν.»[37] Αυτή είναι, θα λέγαμε, μια περιληπτική έκφραση του πνευματικού ανθρώπου. Οι Χριστιανοί βρίσκονται εν σαρκί, «εν σαρκί τυγχάνουσιν», είναι με σάρκα, όπως τώρα δηλαδή κι εγώ κι εσείς είμαστε με το σώμα μας και έχουμε την ύπαρξή μας, «αλλ' ου κατά σάρκα ζώσιν», δεν ζουν όμως σαρκικά.
         Ο Θεός δημιούργησε την ύλη και το σώμα, για να υψώνεται όμως προς τον Θεό. Αλλά από τη στιγμή που αυτό δεν γίνεται και το σώμα αποκόπτεται από τον Θεό, τότε το σώμα γίνεται ψυχικό, γίνεται βιολογικό, γίνεται σαρκικό. Μας θυμίζει αυτό που λέει ο Θεός για τους ανθρώπους της εποχής του κατακλυσμού. «ου μη καταμείνη το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τού¬τοις εις τον αιώνα», δεν θα μείνει το Πνεύμα μου το Άγιον σ' αυτούς, «διά το είναι αυτούς σάρκας»[38]!
        Μα, σάρκες δεν ήταν; Δεν εννοεί αυτό, αλλά ότι οι σάρκες, τα σώματά τους, έγιναν σαρκικά, δηλαδή έπεσαν βαρειά προς τη γη, αντί να ανεβούν προς τον Ουρανό. Γι' αυτό ο Χριστιανός και την ύλη ακόμη την πνευματώνει, όπως το ψωμί και το κρασί το μεταβάλλει ο Θεός σε Σάρκα και Αίμα Χριστού, ή όπως πνευμάτωσε ο Θεός Λόγος την σάρκα που προσέλαβε.
Γράφει πάλι ο άγιος Ιγνάτιος στους Εφεσίους: «Α δε και κατά σάρκα πράσσετε, ταύτα πνευματικά εστιν. εν Ιησού γαρ Χριστώ πάντα πράσσετε.»[39]. Το «πράσσετε» δεν είναι Προστακτική. είναι Ενεστώτας. Δηλαδή εκείνα τα οποία πράττετε σαρκικά και είναι εν Χριστώ, λέει, αυτά τελικά μεταβάλλονται σε πνευματικά. Είμαστε σ' ένα τραπέζι. Τί είναι το τραπέζι; Η διαδικασία κατά την οποία βάζουμε φαΐ, ψωμί και νερό στο στομάχι μας. κάτι σαρκικό θα λέγαμε. Αν όμως γίνει όπως θέλει ο Θεός, το τραπέζι αυτό λέγεται πνευματικό. Δεν τρώμε πνεύμα... αλλά το σαρκικό, το υλικό, το μεταβάλλουμε σε κάτι το πνευματικό, σε κάτι το ανώτερο.
       Το κριτήριο των υλικών πραγμάτων, αγαπητοί μου, είναι ο Ιησούς Χριστός. Γι' αυτό γράφει και ο απόστολος Παύλος: «παν ο ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν»[40], ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία. Δηλαδή ακόμα και τα πιο θαυμάσια πράγματα, όταν δεν είναι εκ πίστεως, δηλαδή όταν είναι έξω από τον Ιησού Χριστό, είναι αμαρτία. Γι' αυτό, πολύ σύντομα, σας λέγω το εξής. Προσέχετε από τους κυκλοφορούντες ουμανισμούς, τους ανθρωπισμούς. γιατί όλοι αυτοί οι ουμανισμοί μιλάνε για τον άνθρωπο, αλλά χωρίς τον Θεό. μιλάνε για την ειρήνη, αλλά χωρίς τον Χριστό. μιλάνε για πνεύμα, αλλά χωρίς το Πνεύμα το Άγιο.


Τα πάντα θεώνται υπό το πρίσμα του Ουρανού.


          Έβδομο. «Επί γης διατρίβουσιν, αλλ' εν ουρανώ πολιτεύονται.»[41] Είναι η προηγούμενη έννοια με μια άλλη έκφραση. Στη γη ζουν, αλλά στον Ουρανό πολιτεύονται οι Χριστιανοί. Τα έργα τους είναι επίγεια, όπως και η ζωή τους. αλλά βιώνουν το του Αποστόλου, «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει»[42], διότι εκεί είναι η πατρίδα τους. Όλα τα έργα τους περνούν πάντα από το κριτήριο του Ουρανού. τα πάντα θεώνται υπό το πρίσμα του Ουρανού. το κάθε επίγειο συμφέρον σε οποιονδήποτε τομέα της ζωής τους κρίνεται πάντοτε από το ουράνιο συμφέρον.
         Μου λένε να πάω για μια δουλειά που θα βγάλω πολλά. Πώς θα κρίνω; «Για το συμφέρον σου είναι» θα μου πουν. Πώς θα κρίνω; «Μα, για το συμφέρον σου είναι!» Το αν είναι ή δεν είναι συμφέρον θα κριθεί με βάση τον Ουρανό. Μήπως αυτό με κάνει να ζημιώσω πνευματικά; Τί λέει ο Κύριος; «Αν το μάτι σου το δεξιό σε σκανδαλίζει, βγάλ' το.»[43] Τί θα πει αυτό; Αν αυτό το συμφέρον σου είναι τόσο σπουδαίο, σαν το δεξί σου μάτι ή σαν το δεξί σου χέρι, τότε κόφ' το, βγάλ' το, γιατί σε συμφέρει να μπεις στη Βασιλεία του Θεού χωρίς αυτό το κάποιο συμφέρον.
        Συνεπώς, αγαπητοί μου, για οποιοδήποτε επίγειο συμφέρον μας -βασικό αυτό που σας λέω και πολύ γενικό- σαν Χριστιανοί μέσα στον κόσμο αυτό, θα έχουμε το εξής κριτήριο: Αυτό που θεωρώ συμφέρον, είναι συμφέρον ουράνιο ή δεν είναι; Αν είναι συμφέρον ουράνιο, θα κάνω αυτό που υπάρχει μέσα στον κόσμο αυτό. αν δεν είναι, θα το αρνηθώ. Θα με αποκαλέσουν κουτό. Η έννοια όμως του κουτού και του έξυπνου δεν είναι στο πρόσκαιρο, αλλά στο μόνιμο. Εάν εγώ κερδίσω τη Βασιλεία του Θεού κι εσύ στο τέλος τη χάσεις, έλα τότε να μου πεις ποιος είναι ο έξυπνος και ποιος είναι ο κουτός.


Οι Χριστιανοί με τη ζωή τους ξεπερνούν τους πολιτειακούς νόμους.


        Όγδοο, και τελευταίο. «Πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις -οι Χριστιανοί- και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους.»[44] Τί ωραίο! Πείθονται, λέει, στους ανθρώπινους νόμους, τους νόμους της πολιτείας. αλλά με τον τρόπο που ζούνε ξεπερνούνε τους νόμους. Αυτό αποτελεί θέση ιδεώδους πολιτείας, όπου οι νόμοι μένουν αργοί επειδή δεν υπάρχει παραβάτης!
       Ο Πλάτων θα ζήλευε! κι αυτός είχε ονειρευτεί μία τέτοια πολιτεία. αλλά η ιδεώδης πολιτεία, όπως την ονειρεύτηκε και τη ζήλεψε, έμεινε γι' αυτόν και για τους επιγόνους του μία ουτοπία. Την ιδεώδη πολιτεία μόνον οι αληθινοί Χριστιανοί μπορούν να την επιτύχουν. Αν όμως στις χριστιανικές μας κοινωνίες, κατά δυστυχίαν, υπάρχει ο νόμος και ο χωροφύλακας, είναι γιατί δεν ζούμε ευαγγελικά.
        Οι Χριστιανοί έχουν υποχρέωση να τηρούν τους νόμους της πολιτείας, εφ' όσον όμως αυτοί οι νόμοι δεν αντίκεινται στον νόμο του Θεού. Γι' αυτό οι Χριστιανοί είναι νομοταγείς, είναι οι πλέον νομοταγείς πολίτες. Αλλ' όταν ο νόμος της πολιτείας αντίκειται στον νόμο του Θεού, τότε αρνούνται, και μεταβάλλονται σε Μάρτυρες.


Η ευαγγελική ζωή δεν είναι σε καμία περίπτωση ουτοπία. ο καθένας μπορεί να τη ζήσει, εάν θέλει.


         Αγαπητοί μου, η ευαγγελική εφαρμογή σε κάθε εποχή δεν είναι ουτοπία. Όταν πηγαίνουμε και παρακολουθούμε έναν κύκλο μελέτης Αγίας Γραφής και όταν εκκλησιαζόμαστε και προσευχόμαστε, δείχνουμε ότι επιθυμούμε να ζήσουμε την ευαγγελική ζωή. αλλά μη γεννηθεί μέσα μας η αντίληψη ότι αυτή η ευαγγελική ζωή είναι μία ουτοπία. είναι θέμα σωστής πίστεως. Απ' τη στιγμή που θα πιστέψω σωστά και θα πάρω σωστά τα πράγματα, θα ξεκινήσω και θα βρω ποια θα είναι η θέση μου στην παρούσα ζωή μέσα σ' έναν κόσμο διεφθαρμένο, που ολοταχώς αποστατεί από τον Θεό.
         Η παρουσία των Χριστιανών αποτελεί ένα διαρκές ιστορικό θαύμα, και οι νέοι άνθρωποι -προ παντός οι νέοι, και κάνω έκκληση στους νέους- μπορούν να ζήσουν αυτό το θαύμα, αρκεί να το θέλουν. Είναι εκείνο που γράφει, που σημειώνει στην πρώτη του επιστολή ο ευαγγελιστής Ιωάννης. «και αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών»45. Και με την πίστη αυτή στον Ιησού Χριστό, νικούν τον κόσμο.

«Όπως είναι η ψυχή στο σώμα, είναι και οι Χριστιανοί στον κόσμο»!

Χωρίς να αναλύσω, θα σας διαβάσω και μερικά υπόλοιπα από την Προς Διόγνητον επιστολή.
«Αγαπώσι πάντας -οι Χριστιανοί- και υπό πάντων διώκονται.
»Αγνοούνται, και κατακρίνονται. Θανατούνται, και ζωοποιούνται.
»Πτωχεύουσι, και πλουτίζουσι πολλούς. πάντων υστερούνται, και εν πάσι περισσεύουσιν.
»Ατιμούνται, και εν ταις ατιμίαις δοξάζονται,  βλασφημούνται, και δικαιούνται.
»Λοιδορούνται, και ευλογούσιν. υβρίζονται, και τιμώσιν.
»Αγαθοποιούντες ως κακοί κολάζονται. κολαζόμενοι χαίρουσιν ως ζωοποιούμενοι.
»Απλώς δ' ειπείν, όπερ εστίν εν σώματι ψυχή, τούτ' εισιν εν κόσμω Χριστιανοί»46, και με λίγα λόγια, λέει η Προς Διόγνητον, κλείνοντας το θέμα μας, όπως είναι η ψυχή στο σώμα, έτσι είναι και οι Χριστιανοί στον κόσμο.


Οι Χριστιανοί είναι το «άλας της γης» και το «φως του κόσμου»!


        «Αυτοί δε συνέχουσι τον κόσμον»[47]. Αν ο κόσμος υπάρχει ακόμα, αν ο κόσμος αυτός, που ολοταχώς φεύγει από τον Θεό σαν ένας διάττοντας αστέρας, αν αυτός ο κόσμος αποστατεί και δεν καταστρέφεται ακόμα, είναι γιατί υπάρχουν οι Χριστιανοί, είναι γιατί αυτοί συνέχουν, συγκρατούν τον κόσμο!
        Αγαπητοί, αυτή είναι η θέση των Χριστιανών στον κόσμο. Οι Χριστιανοί είναι το «φως του κόσμου», είναι το «άλας της γης».[48]


  • 1. Βλ. Δευτ. 26,16-19.
  • 2. Βλ. Ρωμ. 1,6-7.8,28. Α' Κορ. 1,2. 24. Ιούδ. 1,1. Αποκ. 17,14. 
  • 3. Βλ. Ψαλμ. 88,4.104,6. Σ. Σολ. 3,9. Ησ. 65,9. 14. Ματθ. 20,16. 
  • 4. Βλ. Σ. Σολ. 3, 9. Εφεσ. 1,1. Α' Τιμ. 4, 3. Αποκ. 17, 14 κ.α.
  • 5. Ιωάν. 2,15.
  • 6. Άγ. Ισαάκ ο Σύρος, Ευρεθέντα Ασκητικά, ανατύπ. Ιωακείμ Σπετσιέρη, Λόγος Λ', Εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1978, σ. 131. 
  • 7. Βλ. Ιωάν. 2,16.
  • 8. Αγ. Κλήμης Ρώμης, Β ' Προς Κορινθίους, κεφ. 1, παρ. 2, 3.
  • 9. Άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τον Λάζαρον, MPG 48, σ. 995: «Μεγάλη ασφάλεια προς το μη αμαρτάνειν των Γραφών η ανάγνωσις, μέγας κρημνός και βάραθρον βαθύ των Γραφών η άγνοια, μεγάλη προδοσία δωτηρίας το μηδέν από των θείων ειδέναι νόμων. τούτο και αιρέσεις έτεκε, τούτο και βίον διεφθαρμένον εισήγαγε, τούτο τα άνω κάτω πεποίηκεν.»
  • 10. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 1-4. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 11. Βλ. Αγίου Αυγουστίνου, Αι εξομολογήσεις, Μετάφραση Ανδρέα Δαλέζιου, Έκδοση 6η, Τεύχος Α', Αθήναι 1980, σ. 182. «Σου εζήτησα την αγνότητα, και Σου είπα: "Δώσε μου την αγνότητα, την εγκράτεια, αλλ' όχι αμέσως", διότι εφοβούμουν μήπως, εάν με εισήκουες, θα εθεράπευες αμέσως την φιληδονία μου, την οποίαν επροτιμούσα να απολαμβάνω, παρά να καταστέλλω.»
  • 12. Ρωμ. 12, 15. Πρβλ. Ψαλμ. 34, 13-14. Σ. Σειρ. 7, 32-36. Α' Κορ. 12,12-30. Α' Ιωάν. 1, 3-7. κ.α.
  • 13. Εκκλ. 7, 2-4.
  • 14. Α' Κορ. 5,9-11.
  • 15. Πρβλ. Ησ. 52, 11. Ιεζ. 20, 34. 41. Σοφ. 3, 20. Ζαχ. 10, 3. Αποκ. 18, 4.
  • 16. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 5. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 17. Εβρ. 13,14
  • 18. Α' Κορ. 7, 30.
  • 19. Λουκ. 12,19.
  • 20. Πράξ. 20, 34.
  • 21. Εβρ. 10, 34.
  • 22. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 6. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 23. Γέν. 12,1.
  • 24. Ψαλμ. 23,1. Α' Κορ. 10, 26.
  • 25. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 6. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 26. Αγ. Ιγνάτιος, Προς Πολύκαρπον, ΒΕΠΕΣ, V, 40. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 283.
  • 27. Βλ. Α' Κορ. 5,1-11.
  • 28. Διδαχή των δώδεκα Αποστόλων, ΕΠΕ, κεφ. ε', στ. 1-3, Εκδ. Οίκ. Ελ. Μερετάκη, «Το Βυζάντιον», Θεσ/νίκη 1993, σ. 16.
  • 29. Διδαχή των δώδεκα Αποστόλων, ΕΠΕ, κεφ, δ', στ. 9, Εκδ. Οίκ. Ελ. Μερετάκη, «Το Βυζάντιον», Θεσ/νίκη 1993, σ. 16.
  • 30. Βλ. Άγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Απολογητικά, MPG 35, Λόγος Β', παρ. ις', σ. 435,12: «τω όντι γαρ αύτη μοι φαίνεται τέχνη τις είναι τεχνών, και επιστήμη επιστημών, άνθρωπον άγειν, το πολυτροπώτατον ζώον και ποικιλώτατον».
  • 31. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 7. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 32. Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Κατά Μεθυόντων, MPG 50, Λόγος Α', παρ. α', σ. 433: «Απόλαυε λουτρών, μέτεχε τραπέζης, οινοποσία κέχρησο συμμέτρω, καν κρεών απογεύεσθαι μέλλης, ο κωλύων ουδείς. πάντων απόλαυσον, μόνον αμαρτίας απόστηθι».
  • 33. Βλ. Λουκ. 14,16-24.
  • 34. Άγ. Ισαάκ ο Σύρος, Ευρεθέντα Ασκητικά, ανατύπ. Ιωακείμ Σπετσιέρη, Λόγος Ζ', Εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1978, σ. 33. 
  • 35. Άγ. Ιγνάτιος, Προς Πολύκαρπον, ΒΕΠΕΣ, V, 40. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 283.
  • 36. Α' Θεσ. 4, 6-7.
  • 37. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 8. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 38. Γέν. 6, 3.
  • 39.Άγ. Ιγνάτιος, Προς Εφεσίους, ΒΕΠΕΣ VIII, Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σελ. 266, 8.
  • 40. Ρωμ. 14, 23.
  • 41. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 9. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 42. Φιλιπ. 3, 20.
  • 43. Ματθ. 5, 29.18, 9. Μάρκ. 9, 47.
  • 44. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 10. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 45. Α' Ιωάν. 5,4.
  • 46. Προς Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, V, 11 - VI, 1. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 47. Πρός Διόγνητον, ΒΕΠΕΣ 2, VI, 7. Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σ. 253.
  • 48. Βλ. Ματθ. 5,13-14.

“ΛΟΓΟΙ ΑΦΥΠΝΙΣΕΩΣ”
† π. ΑΘΑΝ. ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΜΝΗΝΕΙΟΥ
ΣΤΟΜΙΟΝ ΛΑΡΙΣΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»