Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΧΩΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΧΩΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ


«Ο όσιος Παχώμιος ήταν από την Κάτω Θηβαΐδα της Αιγύπτου, κατά τους χρόνους του μεγάλου βασιλιά Κωνσταντίνου. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες. Όταν πήγαινε μαζί τους στον ναό των ειδώλων, άκουγε τον νεωκόρο να λέει στους γονείς του: ῾Πάρτε από εδώ τον εχθρό των θεών και διώξτε τον᾽, διότι προφανώς το δαιμόνιο στο οποίο πρόσφεραν τις θυσίες τους φοβόταν την αρετή που θα αποκτούσε αυτός. Αλλά και το κρασί της ειδωλικής θυσίας που ήπιε ο όσιος το ξέρασε. Όταν μεγάλωσε, κατατάχθηκε στον στρατό, αλλά πολύ σύντομα εγκατέλειψε το στράτευμα και ανήλθε στην άνω Θηβαΐδα. Εκεί δέχτηκε το βάπτισμα στο όνομα του Χριστού και ακολούθησε τον μοναχικό βίο. Πήγε μάλιστα προς την έρημο, όπου σε κάποιο τόπο της Ταβεννησίας άκουσε φωνή να έρχεται από τον Ουρανό που του έλεγε ότι ο τόπος εκεί είναι κατάλληλος για να μείνει κι ότι θα προσέρχονταν πλήθη μαζί του, οπότε ίδρυσε μοναστήρι.
Όσο περνούσε ο καιρός λοιπόν έρχονταν πολλοί, μεταξύ αυτών δε και ο Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος έγινε μαθητής του και ζηλωτής στον δρόμο της αρετής και στα θαύματα, οπότε έλαμψε μαζί με αυτόν. Τόσο πολύ μάλιστα ανέβηκαν και οι δύο προς το ύψος της θεωρίας με την κατά Θεόν απάθεια, ώστε να βλέπουν νοερά και την άνοδο των ψυχών προς τον ουρανό, να προβλέπουν τα μακρινά σαν να ήταν μπροστά τους και να προλέγουν τα μελλοντικά. Πριν να φύγει ο άγιος από τη ζωή αυτή, μετρήθηκε το πλήθος των μοναχών που προσήλθε σ᾽ αυτόν και βρέθηκε να είναι χίλιοι τετρακόσιοι άνδρες. Κι από αυτό φάνηκε ότι ο όσιος ήταν κάποιος θείος άνδρας με πολύ μεγάλη αρετή. Διότι δεν επέλεγε την άνετη ζωή ούτε τις σαρκικές απολαύσεις, στις οποίες τρέχουν οι πολλοί με χαρά, όταν απομακρύνονται από τους δικούς τους. Αντιθέτως αυτοί που είχαν προσέλθει σ᾽αυτόν ήλθαν θαυμάζοντας τους τρόπους της εγκρατείας και των ασκητικών κόπων του οσίου και θέλοντας να μοιάσουν στην αγγελική διαγωγή του. Τελειώθηκε ο όσιος κατά Χριστόν και τάφηκε στη Μονή του».

Αν ο άγιος μέγας Αντώνιος θεωρείται, ως γνωστόν, ο πατέρας του αναχωρητικού μοναχισμού, ο μέγας Παχώμιος θεωρείται ο πατέρας του κοινοβιακού μοναχισμού. Ήταν αυτός που για πρώτη φορά ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ίδρυσε κοινόβιο, όχι γιατί μόνος του είχε μία τέτοια φαεινή ιδέα, αλλά γιατί ο ίδιος ο Κύριος δι᾽ αγγέλου Του τον φώτισε σ᾽αυτήν την ενέργεια, καθοδηγώντας τον μάλιστα και ως προς το εξωτερικό σχήμα που θα έπρεπε να φέρουν οι μοναχοί. ῾Αναδείχτηκες αγελάρχης του αρχιποίμενα Χριστού, καθοδηγώντας τα πλήθη των μοναστών προς την επουράνια μάνδρα, Πάτερ Παχώμιε,   αφού μυήθηκες από τον Θεό για το σχήμα που έπρεπε να φέρουν οι ασκητές, το οποίο πάλι το μύησες στους άλλους᾽(῾Αγελάρχης εδείχθης του Αρχιποίμενος, μοναστών τας αγέλας, Πάτερ Παχώμιε, προς την μάνδραν οδηγών την επουράνιον, και το πρέπον ασκηταίς εκείθεν σχήμα μυηθείς, και τούτο πάλιν μυήσας᾽) (απολυτίκιο). ῾Έγινες νομοθέτης και καθοδηγητής των ασκητών, Παχώμιε, οδηγώντας αυτούς στον Χριστό, πανσεβάσμιε᾽(῾Γέγονας των ασκητών, Παχώμιε, νομοθέτης και προηγούμενος, Χριστώ τούτους προσάγων, παναοίδιμε᾽) (ωδή γ´). ῾Με οπτασία αγγελική, πάνσοφε Πάτερ, πήρες τον χρησμό να ιδρύεις φροντιστήρια της αρετής᾽ (῾Δι᾽ οπτασίας γαρ πάνσοφε Πάτερ, κεχρημάτισαι, τη αρετή ανεγείρειν φροντιστήρια᾽) (ωδή δ´). ῾Μυήθηκες από τον άγγελο, σοφέ, τις σοφές διδασκαλίες των ασκητών, με θείο πρόσταγμα᾽(῾Τας των ασκητών σοφάς υποτυπώσεις προς του Αγγέλου εμυήθης, σοφέ, εκ θείου προστάγματος᾽) (ωδή η´).

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Θεό να διαλέξει τον Παχώμιο για ένα τέτοιο σπουδαίο καθοδηγητικό έργο; Πρώτα από όλα βεβαίως η μεγάλη του αρετή. Ο άγιος Θεοφάνης, ο ποιητής του κανόνα του οσίου, σ᾽αυτό κυρίως επικεντρώνει την προσοχή μας: ο όσιος γεύτηκε ο ίδιος τον γλυκασμό στην καρδιά του της δροσιάς της χάρης του Θεού, αφότου βαπτίστηκε - ῾σαν ελάφι έτρεξες προς το νερό, όσιε, κι αφού ραντίστηκες από το άγιο βάπτισμα, έλαβες τη δροσιά της χάρης του Θεού, με οποία καταγλυκάνθηκε η καρδιά σου᾽ (῾Ως έλαφος προσέδραμες προς το ύδωρ, όσιε, και ραντισθείς βαπτίσματι τω αγίω, την δρόσον είληφας, δι᾽ης κατεγλυκάνθη η καρδία σου᾽) (ωδή γ´) – κι έκτοτε αγωνίστηκε να κρατήσει τη χάρη αυτή και να την αυξήσει με τον θερμό έρωτα της κατά Χριστόν απάθειας, με τον πόθο του δηλαδή για τον Κύριο που φανερωνόταν με την τήρηση των αγίων Του εντολών. Αυτή η αγάπη του για τον Χριστό τον έκανε να ζει ζωή εγκράτειας και ν᾽ αποκτά φτερά πνευματικά τέτοια, ώστε να γεύεται κατευθείαν από τον Θεό τον μεγάλο Του φωτισμό. ῾Κατεχόσουν, πάτερ, από τον θερμό έρωτα της απάθειας κι έτσι καταμάρανες τις υλικές αφορμές των παθών. Έφτασες λοιπόν με τα φτερά της αγάπης στην ίδια την πηγή της λάμψης της Θεότητας᾽(῾Απαθείας έρωτι θερμώ, πάτερ, κατεχόμενος, τας υλικάς των παθών κατεμάρανας αφορμάς, Παχώμιε, και κατέλαβες, δι᾽ αγάπης πτερούμενος, πάσαν την πηγαίαν έλλαμψιν, παμμάκαρ, της θεότητος᾽) (ωδή α´). ῾Σε κεντούσε ο πόθος του Δεσπότη Χριστού και κατάσβεσες έτσι την ευπάθεια του σαρκικού φρονήματος με την εγκράτεια᾽(῾Νυττόμενος του Δεσπότου τω πόθω, κατέσβεσας σαρκός την ευπάθειαν δι᾽ εγκρατείας᾽) (ωδή δ´). ῾Δυνάμωσες τον νου σου με την τήρηση των εντολών του Χριστού, Παχώμιε, και καταμάρανες με την εγκράτειά σου το σκίρτημα της σάρκας᾽ (῾Νευρώσας τον νουν εντολών τηρήσεσι, Παχώμιε, της σαρκός το σκίρτημα τη ση εγκρατεία κατεμάρανας᾽) (ωδή ε´).

Η μεγάλη αρετή του ανδρός όμως δεν έφτανε για το συγκεκριμένο έργο της ανάληψης τόσο μεγάλων ευθυνών για την καθοδήγηση ψυχών. Έχουμε πάμπολλους αγίους, οι οποίοι μολονότι άγιοι, δεν κλήθηκαν από τον Θεό για ανάληψη έργου καθοδηγητικού. Και τούτο γιατί εκτός από την αρετή απαιτείται και ιδιαίτερο φυσικό χάρισμα ηγέτη. Με άλλα λόγια ο Θεός όταν καλεί κάποιον σε ένα έργο, ῾μετράει᾽ θα λέγαμε και τα φυσικά του χαρίσματα. Δεν είναι όλοι για όλα. Πρόκειται κατ᾽ ουσίαν γι᾽ αυτό που λέει και ο απόστολος Παύλος, όταν διακρίνει τα διάφορα χαρίσματα που έχει δώσει ο Θεός: άλλος είναι απόστολος, άλλος προφήτης, άλλος διδάσκαλος, άλλος θαυματουργός, άλλος συμπαραστάτης ανθρώπων. Ο Παχώμιος λοιπόν προφανώς εκτός από την αρετή του διέθετε ως άνθρωπος και το φυσικό χάρισμα του ηγέτη. Είχε ισχυρή θέληση, μπορούσε να ανοίγει δρόμους, να καθοδηγεί ανθρώπους. Κι επιβεβαιώθηκε ανθρωπίνως τούτο εκ του αποτελέσματος. ῾Έγινες άριστος κυβερνήτης του συστήματος των μοναχών, Παχώμιε᾽ (῾Ως άριστος κυβερνήτης εγένου, Παχώμιε, μοναστών συστήματος᾽) (ωδή δ´).

Ο άγιος Παχώμιος λοιπόν αξιοποίησε το φυσικό του χάρισμα, γενόμενος υπήκοος στην εντολή του Θεού, τήρησε τις εντολές Εκείνου διά βίου και ευαρέστησε τον Θεό. ῾Και με τον λόγο και με τη ζωή σου, και με τα έργα και με την πίστη σου ευαρέστησες τον Χριστό τον Θεό᾽(῾εκ τε του λόγου και του βίου σου, εκ τε των έργων και της πίστεως ευηρέστησας Χριστώ τω Θεώ᾽) (δοξαστικό εσπερινού). Η ίδια η ζωή του υπήρξε στην ουσία ο ακριβής κανών των μοναχών, που σημαίνει ότι όχι μόνο η διδασκαλία του, ακραιφνώς ορθόδοξη βεβαίως, αλλά κυρίως η ζωή του ήταν αυτή που γινόταν παράδειγμα για τους μοναχούς του, δίνοντάς μας έτσι και το υπόδειγμα του αληθινού ηγέτη, και μάλιστα του εκκλησιαστικού. Ο άγιος Θεοφάνης με καταιγιστικό τρόπο επισημαίνει όλες αυτές τις διαστάσεις: ῾Ο βίος σου, θεοφόρε παμμακάριστε Παχώμιε, έγινε ακριβέστατος κανόνας των μοναχών᾽(῾Ο βίος σου, θεοφόρε, παμμάκαρ Παχώμιε, κανών ακριβέστατος των μοναζόντων γεγένηται᾽) (ωδή δ´). ῾Έχοντας ορθόδοξο φρόνημα, παμμακάριε, κήρυξες την τρισάριθμη Μονάδα ως ομοούσια Τριάδα. Και δίδαξες τη φρικτή σάρκωση του Λόγου, υμνολογώντας ως Θεοτόκο την αειπάρθενο᾽(῾Ορθόδοξον φρόνημα συ κεκτημένος, Μονάδα τρισάριθμον, Τριάδα ομοούσιον, παμμάκαρ εκήρυξας. Και την του Λόγου φρικτήν σάρκωσιν εδίδαξας, υμνών ως Θεοτόκον την αειπάρθενον᾽) (ωδή ζ´). 

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
1της Μοναχής Ειρήνης 

Η κατάθλιψη είναι μια πάθηση, που ταλαιπωρεί πολλούς ανθρώπους στην εποχή μας. Ανθρώπους που είτε πάσχουν οι ίδιοι από κατάθλιψη, είτε έχουν να αντιμετωπίσουν την κατάθλιψη κάποιου αγαπημένου τους προσώπου, που επίμονα αρνείται η αδυνατεί να κάνει κάτι, προκειμένου να βοηθήσει τον εαυτό του.

Άλλοι ζητούν τη βοήθεια κάποιου ειδικού της ψυχικής υγείας, και καταφεύγουν είτε σε θεραπεία με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, είτε σε ψυχοθεραπεία, είτε σε συνδυασμό των δύο.

Η θεραπεία με φάρμακα τις πιο πολλές φορές βοηθάει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, τουλάχιστον προσωρινά, και ειδικά, όταν πρόκειται για σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο, είναι συχνά απαραίτητη προκειμένου να αποφύγει κανείς μοιραίες αυτοκαταστροφικές πράξεις.

Από τις διάφορες υπάρχουσες μορφές ψυχοθεραπείας οι σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι η γνωσιακή θεραπεία επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα, και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, γι’ αυτό θα περιοριστώ εδώ ν’ αναφερθώ μόνο σ’ αυτήν.

Η γνωσιακή θεραπεία βασίζεται στη θεωρία ότι το άγχος μας η η κατάθλιψή μας οφείλονται σε λανθασμένες, αρνητικές αντιλήψεις σχετικά με τον εαυτό μας, το περιβάλλον μας και το μέλλον μας, οι οποίες επηρεάζουν και τη συναισθηματική μας κατάσταση (Κλεφτάρας, 1998). Οποιοδήποτε σημαντικό η και ασήμαντο γεγονός, μπορεί να είναι αφορμή για κάποιες «αυτόματες σκέψεις», οι οποίες ενεργοποιούν αυτές τις αρνητικές αντιλήψεις (Beck, 2004). Τέτοιες σκέψεις μπορεί να είναι π.χ. ότι «κανείς δεν μ’ αγαπάει» η «ποτέ δεν καταφέρνω τίποτα». Όταν δεχθεί κανείς μια τέτοιου είδους «αυτόματη σκέψη», αρχίζει να τον «παίρνει από κάτω» και να τον φέρνει σε κατάσταση απελπισίας και κατάθλιψης.

Η γνωσιακή θεραπεία αποσκοπεί στο να βοηθήσει το άτομο σε ένα πρώτο επίπεδο να μάθει να αναγνωρίζει άμεσα τις «αυτόματες σκέψεις» του και να μη τις αποδέχεται σαν αληθινές, και σε ένα πιο προχωρημένο επίπεδο να καταλάβει ότι οι αντιλήψεις του αυτές είναι εσφαλμένες, ότι δεν τον εξυπηρετούν, και να μπορέσει έτσι να τις αλλάξει και να τις αντικαταστήσει με άλλες πιο «υγιείς», που θα τον οδηγήσουν σε μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και αυτοαποδοχή.

Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά έχει ένα αποτέλεσμα παρόμοιο με την ψυχοθεραπεία, αν και λιγότερο μόνιμο. Μάλιστα νευροεπιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι η θεραπεία με φάρμακα και η ψυχοθεραπεία επιφέρουν παρόμοιες αλλαγές στην εγκεφαλική λειτουργία.

Με αυτές όμως τις μεθόδους το άτομο παραμένει το επίκεντρο του κόσμου του. Ιδιαίτερα η γνωσιακή θεραπεία «διδάσκει», θα λέγαμε, το άτομο πως να καλλιεργήσει την ανεξαρτησία του και την αυτονομία του, πως να μη εξαρτάται από την αποδοχή και την αγάπη των άλλων, και πως επίσης να μη εξαρτά την αξία του από τις προσωπικές και επαγγελματικές του επιτυχίες.

Η φιλοσοφία πίσω από τις σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους είναι ότι ναι μεν δεν μπορεί να αποφύγει κανείς δυσάρεστα και θλιβερά γεγονότα στη ζωή του, μπορεί όμως να μάθει να στηρίζεται στον εαυτό του και να τα αντιμετωπίζει με αυτοπεποίθηση, με ηρεμία και αισιοδοξία.

Όμως παρ’ όλη την αισιόδοξη άποψη ψυχιάτρων και ψυχοθεραπευτών ότι η κατάθλιψη είναι μια αρρώστια που αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά, υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό καταθλιπτικών, που είτε αρνούνται να περάσουν το κατώφλι του γραφείου ενός «ειδικού», είτε το έχουν περάσει και έχουν φύγει απογοητευμένοι.

* * *

Έχοντας αυτά τα προηγούμενα υπόψη μου, σε μια συζήτηση σχετικά με τα αντικαταθλιπτικά άκουσα με έκπληξη μια μοναχή να λέει μεταξύ αστείου και σοβαρού : «Ας πούνε για μισή ώρα την ευχή, και να δούνε για πότε τους περνάει η κατάθλιψη». Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι μάλλον δεν ξέρει τι λέει. Προφανώς, σκέφτηκα, δεν έχει βιώσει ποτέ κατάθλιψη, και της εύχομαι ποτέ να μη βιώσει, αλλά είναι πολύ αμφίβολο, αν ένα καταθλιπτικό άτομο μπορεί να εστιάσει για μισή ώρα το νου του στην ευχή. Μπορεί να επαναλαμβάνει μηχανικά επί μισή ώρα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», αλλά ο νους του θα είναι μάλλον στην κατάθλιψή του. Ίσως να σκέφτεται: «μάλλον σε μισή ώρα δεν θα μου έχει περάσει, αφού έτσι κι αλλιώς, τίποτα δεν με βοηθάει εμένα».

Όμως, καθώς είχα ένα έντονο ενδιαφέρον να δω αν και πως και με ποιές προϋποθέσεις ο ορθόδοξος χριστιανικός δρόμος μπορεί να λειτουργήσει ψυχοθεραπευτικά, δεν ξέχασα την κουβέντα εκείνης της μοναχής, αλλά ξεκίνησα να διερευνώ πως η ορθόδοξη θεολογία αντιμετωπίζει την κατάθλιψη. Ως πολύ αρχάρια στον ορθόδοξο δρόμο, ζητώ να με συγχωρέσετε για το θράσος μου να αναλάβω ένα τέτοιο εγχείρημα. Για τη διερεύνησή μου αυτή βασίστηκα σε κάποια βιβλία που έτυχε να «πέσουν στα χέρια μου», σ  ἕνα CD με μια ομιλία του γέροντος Πορφυρίου για την κατάθλιψη, καθώς και σε συνομιλίες με τον πνευματικό μου.

Δεν άργησα να καταλάβω ότι διερωτώμενη, πως η Ορθοδοξία αντιμετωπίζει την κατάθλιψη, δεν έθετα σωστά το ερώτημα. Η ορθόδοξη θεολογία δεν αντιμετωπίζει κλινικά μια ορισμένη νόσο. Αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο σαν μια ενότητα σώματος, ψυχής και πνεύματος. Για την ορθόδοξη θεολογία η ζωή του ανθρώπου έχει ένα σαφές νόημα: Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα του Θεού και στοχεύει στο καθ’ομοίωσιν. Η πορεία του εκπεσμένου ανθρώπου προς το καθ’ομοίωσιν του Θεού είναι μια θεραπευτική διαδικασία. Πρόκειται για μια πραγματικά ολιστική θεραπεία, που έχει σαν πρώτο στάδιο την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη.

Με αυτή την έννοια η κατάθλιψη είναι ένα πάθος από το οποίο η ψυχή πρέπει να απαλλαγεί. Αυτό το πάθος οι νηπτικοί πατέρες το ονόμαζαν «ακηδία». Κατά τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, «Η ακηδία, που είναι ένας μεγάλος δαίμων, παραλύει τόσο το σώμα όσο και την πνευματική ζωή» (σ. 187).

Η κάθαρση από τα πάθη απαιτεί έναν πνευματικό αγώνα για αλλαγή του νου. Αυτή είναι εξ άλλου και η ετυμολογική έννοια της λέξης μετάνοια (μετα-νοώ = αλλάζω νου). Δεν πρόκειται όμως για έναν αγώνα, που κάνει κανείς μόνος του, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις. Ξεκινώντας κανείς έναν τέτοιο αγώνα μόνος του, πέφτει ξανά και ξανά στα ίδια λάθη, η όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «ο μισώ, τούτο ποιώ»[1], και συνειδητοποιεί σιγά-σιγά την αλήθεια των λόγων του Χριστού: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» [2]. Η μετάνοια σημαίνει μια συνολική αλλαγή στάση ζωής, που συντελείται με την επενέργεια της Χάρης του Θεού πάνω στον άνθρωπο.

Ποιά είναι αυτή η αλλαγή στη στάση ζωής; Είναι η αλλαγή από τη ζωή του ατόμου, του περιχαρακωμένου πίσω από τα τείχη που το περιβάλλουν η που αυτό το ίδιο το άτομο έχει χτίσει για τον εαυτό του, προς τη ζωή του προσώπου, που βρίσκεται σε μια διαρκή σχέση, σε μια κοινωνία με τον Χριστό και με τον πλησίον του προς μια ζωή στραμμένη προς τον Χριστό, αναφερόμενη σ’ Αυτόν. Με αυτή την έννοια πάθος η αμαρτία είναι ο,τι μας χωρίζει από αυτή την κοινωνία και μας απομονώνει, κάθαρση η μετάνοια είναι ο,τι μας επανασυνδέει.

Όταν προσπαθούμε να ανέλθουμε βασιζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις, στον εγωϊσμό μας και την κενοδοξία μας, τότε κινδυνεύουμε η κάθε αποτυχία να μας ρίξει σε κατάθλιψη. Όταν συνειδητοποιούμε τη δική μας αναξιότητα μπροστά στη μεγαλωσύνη του Θεού και, χωρίς να παραιτούμαστε από το δικό μας αγώνα, προσβλέπουμε με πίστη, δηλαδή με εμπιστοσύνη, στο έλεος και στην αγάπη του Θεού, τότε δεν χάνουμε την ελπίδα μας. Παραδόξως, όσο ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, αποκτάμε ένα βαθύτερο, γνήσιο αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση. Συνειδητοποιούμε την πραγματική μας αξία ως εικόνες και ναοί του Θεού.

Αν έχει κανείς μια τέτοια εσωτερική στάση, τότε είχε δίκιο εκείνη η μοναχή: αρκεί να λέει την ευχή για μισή ώρα και η κατάθλιψη διαλύεται μέσα στα δάκρυα της χαρμολύπης. Γιατί οι δαίμονες είναι ανίσχυροι μπροστά σε μια γνήσια ταπείνωση.

Τότε το επίκεντρο δεν είναι πια ο εαυτός, αλλά ο Χριστός. Το ενδιαφέρον μετατίθεται από το Εγώ προς το Εσύ, από τον εαυτό προς τον άλλο, προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Αντί να μεριμνά κανείς για το πως θα κερδίσει το ενδιαφέρον, το σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη των άλλων, αρχίζει να ενδιαφέρεται ο ίδιος για τους άλλους, να τους σέβεται, να τους εκτιμά και να τους αγαπά.

alt

Ο γέρων Πορφύριος έδινε πολύ απλές και συγκεκριμένες οδηγίες για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης:
«Οι άγιοί μας είχαν βρει τον τρόπο να μεταβάλλουν την κατάθλιψη σε χαρά. Και αυτός ο τρόπος ήταν έτσι: ξέρανε πως να δοθούν στον Θεό: με την αγάπη προς τον Θεό, με την προσευχή… Η αγάπη προς τον Θεό είναι το μεγαλύτερο πράγμα που «αιχμαλωτίζει» την ψυχή, διότι δεν είναι απλώς μια ενέργεια της ψυχής προς τον Θεό, αλλά το σημαντικό είναι ότι είναι η Χάρη του Θεού που γεμίζει έπειτα την ψυχή και την κάνει «άλλο»…. Λοιπόν, αυτό είναι το μυστικό. Πως θα μπορέσει κανείς να γυρίσει, εκεί που τον έχει καταλάβει κάτι κακό, να σκεφτεί κάτι άλλο.»

Σε ανθρώπους που ζητούσαν τις συμβουλές του, για να απαλλαγούν από την κατάθλιψη, τους συνιστούσε να ασχοληθούν με κάτι ενδιαφέρον και δημιουργικό:

«Η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή. Η τέχνη, ο κήπος, τα λουλούδια… πολύ σπουδαία πράγματα. Η μελέτη της Αγίας Γραφής, το ενδιαφέρον προς τη θρησκεία, προς την αγάπη του Θεού».

Πολλούς αιώνες πριν οι γνωσιακοί θεραπευτές κάνουν λόγο για αρνητικές «αυτόματες σκέψεις» και αντίστοιχα συναισθήματα, οι πατέρες της Εκκλησίας μας είχαν μελετήσει αυτά τα φαινόμενα, τα οποία ονόμαζαν «λογισμούς». Όπως για τη σύγχρονη γνωσιακή θεραπεία είναι σημαντικό σαν πρώτο στάδιο να αναγνωρίζει κανείς τις αυτόματες σκέψεις και να μη τις αποδέχεται σαν αληθινές, οι νηπτικοί πατέρες μιλούσαν για επαγρύπνηση, ώστε μόλις έρχεται στο νου ένας κακός λογισμός να μη «συγκατατεθούμε» προς αυτόν, να μη υποκύψουμε σ’ αυτόν με το θέλημά μας, γιατί στη συνέχεια μας κάνει ο,τι θέλει, χωρίς εμείς να μπορούμε να ελέγξουμε την κατάσταση. Τότε καταλαμβανόμαστε από το αντίστοιχο «πάθος».

Ο γέρων Πορφύριος το εκφράζει αυτό με πολύ απλά λόγια:

«Το μυστικό είναι να το προλαβαίνεις. Άμα το αφήσεις και σε πιάσει, πάει, σ’ έπιασε».

Σαν καλός ανατόμος της ψυχής, αναγνωρίζει τα δευτερογενή οφέλη από την κατάθλιψη, που μπαίνουν εμπόδιο στη θεραπεία και δημιουργούν αντιδραστικότητα (αντίσταση στη θεραπεία θα έλεγε κάποιος ψυχοθεραπευτής).

«Οι άνθρωποι που έχουν αυτά τα αντιδραστικά, τους ανθρώπους που γνωρίζουν εννοούν να τους παιδεύουν με διάφορα καμώματα».

Με αυτά τα «διάφορα καμώματα» πετυχαίνουν να ελκύουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των γύρω τους. Και τις περισσότερες φορές το κάνουν αυτό ασυνείδητα.

«Γίνεται χωρίς να το καταλαβαίνουν», λέει ο γέρων Πορφύριος «ο διάβολος το ενεργεί…δηλαδή αυτά γίνονται μ  ἕναν τρόπο μυστηριώδη».

Για να παραιτηθεί κάποιος από τα δευτερογενή οφέλη της κατάθλιψης, χρειάζεται να αφήσει κατά μέρος τον εγωϊσμό του και να ταπεινωθεί, ώστε να πάψει να παιδεύει τους γύρω του με διάφορα καμώματα. Ο γέρων Πορφύριος τόνιζε ξανά και ξανά τη σημασία της ταπείνωσης.

«Το μεγάλο μυστικό είναι η ταπείνωση», έλεγε.

alt

Το άτομο, που λειτουργεί εγωϊστικά, εμμένει πεισματικά να χρησιμοποιεί την κατάθλιψή του, με την έννοια της κλινικής νόσου, ως πρόσχημα, για να μη κάνει τίποτα. «Όταν του πεις κάτι, για να κόψει το θέλημά του, αντιδρά… “Δεν μπορώ, το λέει η επιστήμη”». Σε αυτό ο γέρων Πορφύριος απαντά: «Πες: “ας το λέει η επιστήμη, εγώ θα κάνω υπακοή στο γέροντα”».

Μια τέτοια στάση θα δήλωνε μια μεταβολή από το άτομο στο πρόσωπο, γιατί η υπακοή προϋποθέτει μια προσωπική σχέση με το γέροντα. «Δεν είναι εύκολο πράγμα: πρέπει να έχεις και τη δύναμη, να αποσπάσεις και τη χάρη του Θεού.…Το πιο μεγάλο είναι να δοθείς στην αγάπη του Θεού, στη λατρεία του Θεού, στην προσευχή, αλλά ο,τι κι αν κάνεις, αν δεν κατορθώσεις να αποκτήσεις ταπείνωση, τίποτα δεν κάνεις».

Το να ασχοληθεί κανείς είτε με κάτι ευχάριστο και δημιουργικό, είτε με την προσευχή, έπειτα από συμβουλή του γέροντα, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή τεχνική του τύπου «να το ρίξει κανείς έξω» η να «σκέφτεται θετικά».

Είναι κάτι, που προϋποθέτει μια σχέση εμπιστοσύνης προς τον γέροντα, και κατ ἐπέκταση μια σχέση πίστης και αγάπης προς τον Θεό. Συνδέεται στενά με την ταπείνωση, την εκκοπή του ιδίου θελήματος και την υπακοή στο γέροντα, με τα ιερά μυστήρια της εξομολόγησης και της θείας μετάληψης, και γενικώτερα με την ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, δηλαδή με την ενεργό συμμετοχή στο σώμα του Χριστού, που δίνει ένα νέο νόημα στη ζωή του ανθρώπου.

Η συμμετοχή στο εκκλησιαστικό σώμα και στα μυστήρια της Εκκλησίας, η αμοιβαία συγχώρεση και κατανόηση, είναι ο,τι γκρεμίζει τα τείχη, που μας περιχαρακώνουν και κτίζει γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ μας. Έτσι ο πόνος μας γίνεται πιο ελαφρύς και η χαρά μας μεγαλύτερη, γιατί τα μοιραζόμαστε μεταξύ μας.

Αυτά συνοψίζονται στις δύο κύριες εντολές, που μας δίνει ο Χριστός: αγάπη προς τον Θεό, και αγάπη προς τον πλησίον [3]. Αυτή η αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον, είναι αυτό που κάνει την καρδιά να μαλακώνει και διαλύει το ασήκωτο βάρος της κατάθλιψης.

Παραπομπές:
1) Ρωμ. (7,15)

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στον Θεό

Να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στον Θεό

από savvasm

Να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στον Θεό, σημαίνει να μην κυριεύεσαι πλέον από καμιά αγωνία η φόβο, να μην βασανιστείς ξανά από κανέναν λογισμό, από καμιά σκέψη πώς δεν έχεις κανέναν για να σε φροντίσει.
Όταν ο νους εκπέσει από αυτήν την εμπιστοσύνη, ο άνθρωπος αρχίζει να πέφτει μέσω των λογισμών σε χιλιάδες πειρασμούς.
Όπως λέγει ο μακάριος ερμηνευτής (ενν. ο Θεόδωρος Μοψουεστίας) στο βιβλίο του για τον Ευαγγελιστή Ματθαίο,«όλη η μέριμνα του Σατανά είναι να πείσει τον άνθρωπο πώς ο Θεός δεν ενδιαφέρεται γι” αυτόν».
Γιατί ξέρει πώς. όσο έχουμε την ακριβή γνώση της Πρόνοιάς Του στερεωμένη μέσα μας, οι ψυχές μας θα κατοικούν στην απόλυτη ειρήνη. Κι επιπλέον θ” αποκτήσουμε την Αγάπη του Θεού και θα μεριμνάτε για καθετί πού Τον ευχαριστεί. Αυτόν τον λογισμό προσπαθεί να μας τον αποσπάσει ο σατανάς.
Η παντελής ανάθεση τον ανθρώπου στη θεία πρόνοια και η ανταπόκριση της θείας Χάρης
Άμα ό άνθρωπος απορρίψει για τον εαυτό του κάθε αισθητή βοήθεια και κάθε ανθρώπινη ελπίδα, όπως συμβαίνει με τους ησυχαστές, και αφιερωθεί στο Θεό με εμπιστοσύνη και καθαρή καρδιά, αμέσως ακολουθεί ή θεία χάρη και του αποκαλύπτει τη δύναμη της βοηθώντας τον με πολλούς τρόπους.
Πρώτα, πρώτα στα φανερά σωματικά προβλήματα, όπου του δείχνει εμφανώς τη δύναμη της πρόνοιας του Θεού γι’ αυτόν προσωπικά. Και καθώς βλέπει τη φανερή βοήθεια του Θεού, βεβαιώνεται και για τη μυστική βοήθεια του Θεού, όπως ταιριάζει στο ταπεινό και άκακο φρόνημα του και στη σεμνή διαγωγή του. Καταλαβαίνει δηλ. πώς τακτοποιούνται οι σωματικές του ανάγκες χωρίς κόπο, αφού δε φροντίζει καθόλου γι’ αυτές.
Και ή θεία χάρη τον απαλλάσσει από πολλά δυσάρεστα και επικίνδυνα πολλές φορές, πράγματα, χωρίς αυτός να τα καταλαβαίνει. Όλα αυτά τα αποδιώχνει άπ’ αυτόν, ανεπαίσθητα, ή θεία χάρη, με θαυμαστό τρόπο, και τον σκεπάζει σαν την κλώσα, πού ανοίγει τα φτερά της και σκεπάζει τα κλωσσόπουλα, για να μην πάθουν κανένα κακό. Έτσι, του δείχνει (ή Θεία Χάρη), στα μυστικά μάτια της ψυχής του, πώς πλησίαζε ή απώλεια του, και φυλάχτηκε αβλαβής. Έτσι, τον γυμνάζει στα πνευματικά και του φανερώνει τις ενέδρες και τις μηχανές των κακών και ακατάληπτων λογισμών.
Και τότε, εύκολα τους καταλαβαίνει, και παρακολουθεί πώς ό ένας διαδέχεται τον άλλο, και πώς παραπλανούν και εξαπατούν τον άνθρωπο, και σε ποιο λογισμό κολλάει ό νους, και πώς γεννιούνται ό ένας από τον άλλο, και εξολοθρεύουν την ψυχή. Και κάνει (ή Θεία Χάρη) καταγέλαστη στα πνευματικά του μάτια κάθε ενέδρα και παγίδα των δαιμόνων, και αποκαλύπτει πώς εξαφανίζονται οι κακοί λογισμοί τους, και του δίνει σοφία και σύνεση, ώστε να καταλαβαίνει Τι μέλλει να συμβεί.
Ακόμη, ανατέλλει μέσα στην απλή καρδιά του ένα μυστικό φως, για να βλέπει τα πάντα, και τη δύναμη των λεπτών συλλογισμών, και του δείχνει φανερά Τι έμελλε να πάθει, αν δεν γνώριζε τις δαιμονικές πανουργίες. Και τότε γεννιέται μέσα του ή βεβαιότητα ότι για κάθε πράγμα, μικρό και μεγάλο, πρέπει να ζητούμε στην προσευχή μας τη βοήθεια του Δημιουργού μας.
Αγ. Ισαάκ ο Σύρος
ΠΗΓΗ: ΑΕΝΑΗ επαΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Θαύματα στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Θαύματα στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
6 Δεκεμβρίου 2011
 

Σε σημειώσεις παλαιού Γρηγοριάτου, του γέροντος Ιωακείμ, αναφέρονται στοιχεία από αξιοθαύμαστα σημεία πού συνέβησαν στη Μονή. Ο ίδιος, είτε υπήρξε αυτόπτης μάρτυς, είτε τα άκουσε από παλαιοτέρους. Διορθώθηκε κάπως η γλώσσα και η σύνταξη του κειμένου. Φέρονται σε φώς, για να επιβεβαιωθεί η αγάπη του Θεού και των αγίων του προς εμάς, η οποία άλλωστε έχει χίλιους δύο άλλους τρόπους να αποκαλυφθεί.
*…Απεφάσισα οριστικά πλέον, κι αναχώρησα κρυφά για το Άγιον Όρος. Έφθασα αισίως. Περιερχόμενος δε και επισκεπτόμενος πολλές Μονές και Σκήτες, μελέτησα επισταμένως τον τρόπο διαβιώσεως. Τέλος, αφού συνέλεξα αρκετές χρήσιμες πληροφορίες, αποφάσισα να κοινοβιάσω στην Ιερά Μονή του Οσίου Γρηγορίου.
Πριν να μπω στη Μονή, κουρασμένος καθώς ήμουν, πήγα και κοιμήθηκα σ’ ένα απόκρημνο και δύσβατο μέρος, λίγο παραπάνω από το Γυφταριό, πούχε λίγη σκιά. Μάταια όμως προσπαθούσα να κοιμηθώ. Ύπνος δεν ερχόταν. Λογισμοί επί λογισμών, σκέψεις επί σκέψεων αλληλοσυγκρούονταν και με αναστάτωναν. Ο πειρασμός έβαζε κάθε δυνατή προσπάθεια, ενεργώντας σατανομεθοδικά για να με αποτρέψει. Τελικώς, καταβεβλημένος από την ψυχική πάλη, ενόμισα πώς έφτασε επί τέλους ο ύπνος. Οπότε, «τί το ορώμενον;». Στεκόταν από πάνω μου ένας υπέργηρος μοναχός με σεβάσμια, επιβλητική, βιβλική μορφή, με γενειάδα ως τα γόνατα, με ιλαρό βλέμμα, και μου λέει: «Τί κάθεσαι εδώ έξω, παιδί μου, και βασανίζεσαι από σκέψεις και λογισμούς; Σήκω και πήγαινε μέσα στο Μοναστήρι». Σηκώθηκα στο πρόσταγμά του αμέσως με την πρόθεση να τον παρακαλέσω να με οδηγήσει εκείνος. Αλλά που ο γέροντας! Άφαντος!
Ταράχτηκα με το γεγονός, και διερωτήθηκα ποιος νάταν άραγε ο μυστηριώδης γέροντας πού κατόρθωσε σε τέτοια ηλικία ν’ ανέβει σ’ εκείνο το δύσβατο μέρος, στο οποίο κι εγώ μετά βίας ανέβηκα. Μ’ αυτές τις σκέψεις (οι προηγούμενες άτακτες και σατανικές σαν καπνός διαλύθηκαν) έφυγα τρέχοντας, μπήκα στο Μοναστήρι, παρουσιάστηκα ευθύς στον όντως όσιο Καθηγούμενο, και του γνωστοποίησα τον πόθο και το σκοπό μου, καθώς και το προηγούμενο γεγονός με το σεβάσμιο γέροντα.
Τότε ο Καθηγούμενος, με καταφανή συγκίνηση, με οδήγησε μπροστά σε μια εικόνα και με ρώτησε: Αυτός είναι ο γέροντας πού σου παρουσιάστηκε;». «Ναι, ναι, αυτός είναι!» απάντησα κατάπληκτος. Ήταν πράγματι ο γέρων Ιωακείμ, ο νέος κτίτωρ της Μονής, με την εξαιρετικώς επιμήκη γενειάδα, την οποίαν απέκτησε θαυματουργικώς, όντας έκ φύσεως αγένειος.
* Όταν μετά από αρκετούς μήνες έγινε η κουρά μου, μετά από πολλή κούραση μα και πολλή κατάνυξη, θέλησα λίγο να αναπαυθώ. Πριν όμως κοιμηθώ, κάποιος ανοίγει την πόρτα του κελλιού μου τελείως αντικανονικά, χωρίς να πει το συνηθισμένο: «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Μπήκα ξαφνικά σε σκέψεις, και αισθάνομαι μια τρομερή δυσοσμία, αφόρητη. Βλέπω τότε από πάνω μου τον απρόσκλητο επισκέπτη. Τί φοβερό και φρικιαστικό θέαμα! Ήταν ο ίδιος ο σατανάς. Τερατόμορφος, κερασφόρος, πυρίπνους, πυρόφθαλμος, δασύτριχος, με νύχια μακρυά. Με κύτταξε βλοσυρά και αγριεμένα, και μου είπε γελώντας σαρκαστικά: «Ε! Ε! Τί ήλθες βρε να κάνεις κι εσύ εδώ; Τώρα θα σου δείξω εγώ». Άπλωσε το χέρι πάνω στο στήθος μου, μα το τράβηξε αμέσως, βγάζοντας ένα φριχτό ουρλιαχτό: «Άααα». Άθελα του είχε αγγίξει τον τίμιο Σταυρό πού κρεμόταν στο στήθος μου. Εξαφανίστηκε ευθύς, αφήνοντας πίσω του μια ανυπόφορη δυσοσμία.
* Έναν καιρό ενέσκηψε στη Μονή επιδημική γρίππη πού προσέβαλε τους πιο νέους και πιο γερούς, άλλους ελαφρά, άλλους βαριά. Εγώ προσεβλήθην ελαφρά. Σαν αρρώστησε κι ο μάγειρας, μου ανέθεσαν να τον αντικαταστήσω. Τελείως αδαής μαγειρικής, ανέλαβα τη διακονία υπό την καθοδήγηση του μαγείρου, του πατρός Υπατίου, έχοντας ευτυχώς πεπειραμένο παραμάγειρο ένα δόκιμο πραότατο, απλούστατο, άκακο σαν αρνί.
Κάποια μέρα τον έστειλα στον κήπο να μαζέψει κηπουρικά για το μαγείρεμα. Μα ύστερ’ από λίγο, σχεδόν αμέσως, επέστρεψε ασθμαίνοντας, περίτρομος, χωρίς κηπουρικά. Σαν τον ρώτησα τί συνέβαινε, μου είπε πώς στο μονοπάτι πού πάει για τον κήπο βρισκόταν ένα πολύ μεγάλο και φοβερό φίδι, και γιαυτό τρόμαξε κι επέστρεψε τροχάδην, κάθιδρως και πνευστιών.
Όμως η πράξη του ήταν αντίθετη προς τον απαράβατο κανόνα της «τυφλής υπακοής». Τόπα στο Γέροντα. Εκείνος τον ενουθέτησε, τον ενθάρρυνε, τούδωσε την ευλογία του, και τον έστειλε στη διακονία χωρίς δισταγμούς και φόβους. Γεμάτος θάρρος ο δόκιμος έτρεξε, μάζεψε, κι επέστρεψε πασίχαρος. Όταν τον ξαναρώτησα τί συνέβη, μου είπε πώς το φίδι ήταν εκεί, αλλά ψόφιο!
★ Πριν πάω στο στρατό, προσεβλήθην από υπεροξεία ισχυαλγία, περιοδική μεν, μα αφόρητη. Δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, όταν μ’ έπιανε, κι έπεφτα κάτω, όπου κι αν βρισκόμουν. Κανένα ιατροφαρμακευτικό μέσον, ούτε θερμόλουτρα, ούτε ο στρατός μπόρεσαν να με θεραπεύσουν. Μόνιμη, μαρτυρική η κατάσταση.
Κάποια μέρα έφεραν σιτάρι στην παραλία, και κατά τη συνήθεια έπρεπε όλοι να το ξεφορτώσουμε. Σαν άρχισε το ξεφόρτωμα, μ’ έπιασε ξαφνικά το μόνιμο βάσανό μου, κι έπεσα κατάχαμα, συστρεφόμουν σπασμωδικά, βογγούσα από τους πόνους.
Έτρεξαν δύο-τρεις πατέρες, κοντά σ’ αυτούς κι ένα σεβάσμιο ενάρετο γεροντάκι. Αρσένιος, Αρτέμιος, δεν θυμάμαι. Με ρώτησαν τί έχω. Όταν τους είπα το πάθημά μου, το μετέφεραν στους άλλους και άρχισαν τα σχόλια. Πολλοί με λυπήθηκαν, άλλοι ταλαντεύονταν να με πιστέψουν, άλλοι απιστούσαν. Μερικοί νόμιζαν ότι το κάνω για ν’ αποφύγω τον κόπο. Κάποιοι μ’ εχαρακτήρισαν υπερβολικά ως «μάγκα πειραιώτη».
Τα υπέμεινα όλα. Μόνο ο Γέροντάς μου με παρηγορούσε: «Μην κλαις παιδί μου. Μην απελπίζεσαι. Σε πιστεύω. Θα πείσω και τους άλλους πατέρες για την ειλικρίνειά σου. Μα θα σου δώσω μια συμβουλή, και σε παρακαλώ να με ακούσεις. Εμείς εδώ έχουμε δικό μας γιατρό, την αγία Αναστασία τη Ρωμαία με τα λείψανα και το παρεκκλήσι της. Όταν λειτουργήσει, να ξαγρυπνήσεις από βραδύς, να προσευχηθείς μ’ όλη σου την καρδιά, να χύσεις και κανένα δάκρυο. Κι όταν τελειώσει η λειτουργία το πρωΐ, ν’ αλείψεις το μέρος πού σε πονάει με λάδι άπ’ το καντήλι της άγιας, παρακαλώντας την με δάκρυα να σε κάνει καλά• και έλα να με δεις».
Ακολούθησα πιστά την υπόδειξη, κατά γράμμα. Κι όταν πλέον αλείφθηκα, τί χάρις ήταν εκείνη! Άρχισα ξαφνικά να κινούμαι ελεύθερα, χωρίς παραμικρό πόνο.
Έχουν περάσει εξήντα χρόνια. Δεν ξαναενοχλήθηκα.
 
* Στη Βέρροια της Μακεδονίας έχει Μετόχι η Μονή. Μια – δυο φορές το χρόνο, πάντοτε το καλοκαίρι, επικοινωνούσαμε διά θαλάσσης με μικρό πλοιάριο της Μονής.
Κάποτε ταξίδευα με δύο αδελφούς προς το Μετόχι. Αλλά ανάμεσα στην Κασσάνδρα και στο Πήλιο επικρατούσε μια ασυνήθιστη άπνοια, ενώ κωπηλατούσαμε κανονικά. Η εκνευριστική θάλεγα αυτή νηνεμία μ’ έβαλε σε σκέψη ότι προμηνύεται μεγάλο κακό. Ζωηρή η ανησυχία μου, δίχως συγκεκριμένο λόγο. Κάτι σαν προαίσθημα. Κι ενώ οι αδελφοί με παρακαλούσαν να κόψουμε για λίγο την κωπηλασία για να ξεκουραστούμε, εγώ τους προέτρεπα να επιταχύνουν, σαν να με παρότρυνε κάτι πώς επίκειται κίνδυνος. Έπρεπε να φτάσουμε το συντομώτερο στην ακτή μεταξύ Πηλίου και Ολύμπου. Μια ελαφρή θαλασσινή αύρα μας βοήθησε αρκετά. Φτάσαμε στην ακτή, αποβιβαστήκαμε, τραβήξαμε το πλοιάριο. Εν τω μεταξύ μικρό νεφύδριο φάνηκε πάνω από το Πήλιο πού ολοένα μεγάλωνε και μαύριζε. Προάγγελος του φοβερού κακού. Τί τρομερό ξέσπασμα ήταν εκείνο πού ακολούθησε! Μια σπανιωτάτη θυελλώδης καταιγίδα, μπουρίνια πού λένε.
Οι κάτοικοι, σαν φτάσαμε, συνέτρεξαν όλοι, κατάπληκτοι, απορημένοι, μας κοίταζαν και σταυροκοπιούντο, ομολογώντας πώς μας γλύτωσε ο άγιος Νικόλαος.
Μείναμε λίγες μέρες, εφοδιαστήκαμε, παραλάβαμε τα τρόφιμα και αναχωρήσαμε. Μα τί θέαμα ήταν εκείνο, όταν επιστρέφαμε! Όπου κι αν περνούσαμε, ναυάγια. Όσα πλοία είχαν αγκυροβολήσει σε λιμάνια πού προσβάλλονταν απ’ το Λίβα η τον Γαρμπή, είχαν εξωκείλει ή είχαν βυθιστεί. Όλη η νοτιοδυτική πλευρά της Κασσάνδρας, της Σιθωνίας, του Άθωνος είχε προσβληθεί από την καταιγίδα.
Σαν φτάσαμε στο Μοναστήρι, είδαμε ένα συγκλονιστικό θέαμα: Λιτοχωρινό πλοίο, γεμάτο ξυλεία, βυθισμένο. Εκεί πλέον αποκορυφώθηκε η συγκίνησή μας…
Αποφεύγοντας τα σχόλια, τονίζω μονάχα εκείνη την αόριστη ανησυχία πού είχα στον πηγαιμό. Δεν ήταν όντως έκδηλη και εναργής η επέμβαση του αγίου;
* Κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου η Μονή μας επιτελεί την πανηγύρι του αγίου Νικολάου, και προμηθεύεται ψάρια από το Παλιούρι Κασσάνδρας. Εκεί εδρεύουν συστηματικοί ψαράδες.
Λίγες μέρες πριν την πανηγύρι, εστάλη το πλοιάριο της Μονής να παραλάβει τα ψάρια. Κυβερνήτης ένας έμπειρος μοναχός, ψημένος στις θάλασσες από κοσμικός, ευλαβέστατος και απλούς.
Μα πριν ακόμη επιστρέψει, άρχισαν να πνέουν σφοδροί νοτιοδυτικοί άνεμοι πού καθυστερούσαν την αναχώρηση. Η πανήγυρις επλησίαζε, ο καιρός δεν υποχωρούσε, οι άνεμοι ενισχύοντο, ο μοναχός ανησυχούσε. «Να γίνει πανήγυρις χωρίς ψάρια;». Αδιανόητο, κατά τη γνώμη του. Αποφάσισε να φύγει μέσα στη θαλασσοταραχή. Του κάκου πάσχιζαν να τον πείσουν οι άλλοι ψαράδες να μην κάνει τέτοιο παρανοϊκό εγχείρημα. Αμετάκλητος ο καλόγερος.
Ξεκίνησε λοιπόν, έκανε το σταυρό του, κι έβαλε την εικόνα του αγίου Νικολάου στο πηδάλιο λέγοντας: «Άγιε Νικόλα, βλέπεις τον καιρό. Κάνε το κουμάντο σου, για να μη γίνει η πανήγυρίς σου χωρίς ψάρια. Φεύγουμε!».
Έκανε όντως το κουμάντο του ο άγιος. Έφθασαν πολύ κοντά στο Μοναστήρι, τους αντιλήφθηκαν οι πατέρες, βγήκαν να τους δουν. Σαν γλάρος πετούσε το πλοιάριο πάνω στα κύματα. Πήραν την εικόνα του αγίου Νικολάου, κι άρχισαν να δέονται για να προσεγγίσει με ασφάλεια. Μα κάτω από τέτοιες συνθήκες ήταν εντελώς αδύνατο να προσορμισθεί το πλοιάριο.
Αλλά δεν ήταν αδύνατο για τον άγιο. Και τούτο διότι ένα πελώριο κύμα σήκωσε ψηλά το σκάφος, το κατέβασε ομαλά-ομαλά μέσα στον αρσανά, στη θέση όπου τοποθετείτο, και κατόπιν υποχώρησε ήρεμα, εκτελώντας το καθήκον του. Το γεγονός επανηγυρίσθη ιδιαιτέρως. Θαυμαστή τόσο η πίστη του ενάρετου μονάχου, όσο και η υπακοή του αγίου.
* Τρομερή πυρκαγιά ξέσπασε κάποιο καλοκαίρι στο δάσος της Μονής. Φυσούσε και άνεμος, κι η φωτιά επεξετάθη. Κόντευε να εξαφανίσει όλες τις καστανιές, την κυριώτερη οικονομική πηγή της Μονής. Φοβερό το θέαμα. Ήμουν αυτόπτης μάρτυς, ακούγοντας και τα φίδια πού καίγονταν, να σφυρίζουν. Μάταιες οι προσπάθειες.
Όταν ειδοποιήθηκε η Μονή, βγήκαν οι πατέρες κι ο Γέροντας με τα άγια λείψανα. Και τότε ένα σύννεφο στάθηκε πάνω απ’ το δάσος, κι επέφερε τέτοια καταρρακτώδη βροχή, ώστε έσβησε αμέσως η φοβερή πυρκαγιά.
πηγή: Ό Όσιος Γρηγόριος», Ετήσια Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, § Παλαιότερα θαύματα στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου, περίοδος β΄, αριθμ. 8, έτος 1983

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

ΠΕΡΙ ΘΕΙΣΜΟΥ - ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ & ΑΘΕΙΣΜΟΥ

Περί συνέπειας Θεϊσμού, Αγνωστικισμού, και Αθεϊσμού

Δεν σκέφτονται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν πολλές "ποιότητες απιστίας", και ομοίως, πολλά "είδη πίστης" στον Θεό, ή σε κάποιο θεό. Αυτές τις διαφορές θα παρουσιάσουμε στο παρόν άρθρο, πάντοτε σε σχέση με το θέμα του πως βλέπει η κάθε ομάδα την ύπαρξή του Θεού.
Αν και δεν υπάρχουν "στεγανά" στις ιδεολογίες των ανθρώπων, θα επιχειρηθεί εδώ να δοθεί μια κατάταξη των διαφόρων ιδεολογιών, περί της αποδοχής ή όχι θεού. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και ενδιάμεσες καταστάσεις. Ούτε σημαίνει ότι είναι σταθερός ο προσανατολισμός κάποιου. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί σε κάποιο χρονικό διάστημα να μεταβάλλει τις απόψεις του, και να διανύσει όλες αυτές τις ποιότητες πίστης ή απιστίας, από το ένα άκρο ως το άλλο!
Επιγραμματικά, υπάρχουν τρεις διακριτές κατηγορίες:
Όμως και οι παραπάνω κατηγορίες, χωρίζονται σε αρκετές υποκατηγορίες, οι οποίες βρίσκονται κοντύτερα προς το ένα ή το άλλο άκρο. Θα δούμε στη συνέχεια τις υποκατηγορίες αυτές, και θα τις σχολιάσουμε σχετικά με τη συνέπεια που περιέχει η κάθε μία από αυτές.
Οι θεϊστές, χωρίζονται σε δύο βασικές ομάδες ως προς το ζήτημα της αποδειξιμότητας του Θεού:
Από τις δύο αυτές ομάδες, η πρώτη ομάδα είναι συνεπής προς την πίστη, αλλά και προς τα γεγονότα. Αναγνωρίζει ότι ο Θεός ως ελεύθερο πρόσωπο, δεν είναι δυνατόν να "ανακαλυφθεί", παρά μόνο να "αποκαλυφθεί" όταν και όποτε Εκείνος το θελήσει. Αυτή η θέση, τους βγάζει από την υποχρέωση να αποδείξουν την ύπαρξη του Θεού, και απλώς παραδέχονται ότι πρόκειται για θέμα πίστης. Πιστεύουν στον Θεό, όχι επειδή μπορεί να αποδειχθεί με κάποια φυσική μέθοδο στον καθένα, αλλά επειδή είτε το βρίσκουν λογικότερο από το να μην πιστεύουν, είτε είχαν κάποια ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ εμπειρία γνωριμίας μαζί Του, είτε και τα δύο! Πιστεύουν ότι για λόγους σεβασμού της ελευθερίας του πλάσματός Του, ο Θεός ΠΟΤΕ δεν αποδεικνύει την ύπαρξή Του πέραν πάσης αμφιβολίας στο πλάσμα Του, ώστε να του δώσει τη δυνατότητα να απορρίψει την ύπαρξή Του, αν αυτή είναι η προαίρεση της καρδιάς του. Η πρώτη αυτή ομάδα των ανθρώπων, είναι η μόνη συνεπής ομάδα του θεϊσμού.
Η δεύτερη ομάδα, δεν είναι συνεπής. Και ο λόγος είναι, ότι ενώ δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η ύπαρξη του Θεού πέραν πάσης αμφιβολίας, νομίζουν ότι μπορούν να το αποδείξουν. Βεβαίως παρουσιάζουν πλήθος σοβαρών ενδείξεων για την ύπαρξή Του, δείχνουν ότι είναι η λογικότερη θέση, όμως ΠΟΤΕ δεν μπορούν αυτό να το αποδείξουν. Άλλο είναι οι ενδείξεις, άλλο οι ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ.
Αν θα το αποδείκνυαν άλλωστε, αυτό αφ' ενός θα στερούσε από τον Θεό την ελευθερία να αυτοκαθορίζει την αποκάλυψή Του, αφ' ετέρου, θα στερούσε την ελευθερία των απίστων να τον απορρίψουν! Η δεύτερη αυτή ομάδα μάλιστα, (αν τα μέλη της θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς), αυτοαναιρεί την ίδια την έννοια της πίστεως, γιατί και κατά την Αγία Γραφή: "Εστί δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων" (Εβραίους 11/ια΄1). Αν νομίζουν ότι θεωρείται "πίστη" αυτό που λαμβάνεται με τις αισθήσεις, δηλαδή τα "βλεπόμενα", απατούν τους εαυτούς τους ότι είναι πιστοί! Σύμφωνα και με τα λόγια τού Χριστού προς τον Θωμά: "ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες" (Ιωάννης 20/κ΄29). Εάν ο άνθρωπος πιστεύει επειδή είδε, τότε η πίστη του εξαναγκάστηκε! Τότε δεν έχει εκφράσει έμπρακτα την καλοπροαίρετη διάθεση της καρδιάς του!
Αυτή η ομάδα, αυτοακυρώνει αφ' ενός την πίστη την οποία επικαλείται, εκτίθεται αφ' ετέρου, αποτυγχάνοντας να αποδείξει αυτό που υποτίθεται ότι μπορεί να αποδείξει.
Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα, η λέξη Αγνωστικισμός λέχθηκε δημόσια για πρώτη φορά το 1869 σε μια συνεδρίαση της μεταφυσικής κοινωνίας στο Λονδίνο από τον Sir Thomas H. Huxley, έναν Βρετανό βιολόγο και πρωτοπόρο της Δαρβίνιας θεωρίας της εξέλιξης. Δημιούργησε τον όρο ως κατάλληλη ετικέτα για τη θέση του. "Μπήκε στο κεφάλι μου ως αντιθετικός όρος στους Γνωστικούς της ιστορίας των εκκλησιών που δήλωναν φανερά πως ξέρουν τόσο μεγάλο μέρος για τα ίδια τα πράγματα των οποίων ήμουν ανίδεος." Όρισε ως: "Αγνωστικιστή", αυτόν που δεν δέχεται ούτε τον θεϊσμό, ούτε τον αθεϊσμό, θεωρώντας τους ακραίους, και που πιστεύει ότι το ερώτημα για το αν υπάρχει κάποια ανώτερη, πέρα και πάνω από την Φύση δύναμη, παραμένει άνευ απάντησης, και ότι δεν είναι δυνατόν να το γνωρίσουμε. Μάλιστα ορισμένοι Αγνωστικιστές, υποστηρίζουν ότι ούτε θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε αν υπάρχει Θεός. Η λέξη αγνωστικιστής προέρχεται από το Ελληνικό στερητικό "α", και "γνώσις".
Υπάρχουν δύο ειδών Αγνωστικιστές:
α. Οι Εμπειρικοί Αγνωστικιστές, είναι αυτοί που δεν αποκλείουν κάποια στιγμή να βρεθούν αποδείξεις για τον Θεό, και
β. Οι Απόλυτοι Αγνωστικιστές, είναι αυτοί που πιστεύουν ότι ΠΟΤΕ δεν θα μπορέσουν να βρεθούν αποδείξεις για τον Θεό.
Η πρώτη ομάδα, (αν και η δεύτερη έχει δίκιο, ότι "ποτέ δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί ο Θεός"), είναι συνεπής με αυτό που πρεσβεύει. Όμως είναι λάθος το ενδεχόμενο για "αποδείξεις" περί Θεού.
Η δεύτερη ομάδα, αν και έχει δίκιο, είναι ασυνεπής προς τον αγνωστικισμό της! Γιατί εφόσον δεν δέχονται τις θεϊστικές λογικεύσεις, δεν είναι δυνατόν δια τού αγνωστικισμού να καταλήξουν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Το συμπέρασμα λοιπόν ότι "ποτέ δεν θα μπορέσουμε να βρούμε αποδείξεις για τον Θεό", αποτελεί ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ, κάτι που καθιστά τη θέση τους "θρησκευτική".
Παρατηρούμε λοιπόν, ότι και οι δύο μορφές Αγνωστικισμού, πάσχουν από κάποια μικρή αντιφατικότητα. Παρ' όλα αυτά, είναι θα λέγαμε συνεπέστεροι από τους Αθεϊστές.
Ο Αθεϊσμός, είναι πολύ πιο μπερδεμένος από τις ανωτέρω θέσεις. Και οι λόγοι είναι συνήθως δύο:
Ο πρώτος λόγος είναι ότι συνήθως οι αθεϊστές είναι άνθρωποι αμόρφωτοι και ημιμαθείς, που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Έτσι μπερδεύουν τις έννοιες, και ενώ μερικές φορές δεν είναι αθεϊστές, οι ίδιοι λένε ότι είναι... "αθεϊστές"!
Ο δεύτερος λόγος είναι, ότι όσοι έχουν διαβάσει λίγο περισσότερο, αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα στα οποία τους οδηγεί η αθεϊστική τους θρησκεία, και καταφεύγουν σε διάφορες υπεκφυγές και επινοήσεις, για να "κουκουλώσουν" τις αντιφάσεις τους.
Έτσι, εμφανίζονται ΤΡΕΙΣ ομάδες "αθεϊστών", που στην πραγματικότητα είναι ΜΟΝΟ ΔΥΟ, αλλά παρουσιάζονται ως τρεις, για τους παραπάνω λόγους. Θα τις κατονομάσουμε στη συνέχεια, και θα τις αναλύσουμε περιληπτικά, δείχνοντας την αμάθεια και το δόλο της τελευταίας αυτής αθεϊστικής ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ. Κατά δικό τους διαχωρισμό λοιπόν, οι άθεοι χρησιμοποιούν τρία (γνωστά σ' εμάς) ονόματα ομάδων:
Ο Ασθενής Αθεϊσμός, στην πραγματικότητα είναι ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ εντός της Αθεϊστικής θρησκείας. Πρεσβεύει ότι "δεν πιστεύει στον Θεό εφόσον δεν έχει στοιχεία, αλλά δεν αποκλείει την ύπαρξή Του". Όμως αυτό δεν είναι αθεϊσμός, αλλά ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ. Και ονομάζεται "αθεϊσμός", λόγω αγνοίας αυτών που τον πρεσβεύουν!
Απομένουν λοιπόν οι δύο άλλες ομάδες, οι οποίες είναι πραγματικές:
Ο Ισχυρός Αθεϊσμός, είναι αυτός που διατυπώνει ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ, ότι "Δεν υπάρχει Θεός (ή θεοί)", αποκλείοντας οριστικά αυτό το ενδεχόμενο.
Η δογματική αυτή διατύπωση, φέρνει τον αθεϊστή στη δυσάρεστη θέση, να ανήκει σε ΘΡΗΣΚΕΙΑ!!! Ο άνθρωπος αυτός, παραθεωρεί όλες τις μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων που γνώρισαν προσωπικά τον Θεό, κλείνει τα μάτια στις ενδείξεις που τον περιτριγυρίζουν για τον Θεό, και η κακή προαίρεση της καρδιάς του, δεν του αφήνει το παραμικρό περιθώριο να δεχθεί την πραγματικότητα της ύπαρξης κάποιου Θεού. Πρόκειται για μια θρησκεία απωλείας, που κλείνει στον άνθρωπο την πόρτα τής Χάρης τού Θεού, και τον αφήνει μόνο σε μια ζωή χωρίς αληθινό νόημα.
Οι αθεϊστές, για να ξεφύγουν από αυτή την αντίφαση, λένε: "Εμείς δεν λέμε ότι πιστεύουμε σε κάτι. Λέμε ότι ΔΕΝ πιστεύουμε. Άρα είναι παράλογο να μας ονομάζει κάποιος θρησκεία". Όμως η ουσία του θέματος, δεν βρίσκεται στη διατύπωση. Βρίσκεται στο ότι ΔΟΓΜΑΤΙΖΟΥΝ χωρίς αποδείξεις. Και μάλιστα πολύ περισσότερο, όταν οι ίδιοι επικαλούνται την έλλειψη αποδείξεων για να δεχθούν τον Θεό! Πώς βλέπουν την έλλειψη αποδείξεων για την ύπαρξη τού Θεού, αλλά δεν τη βλέπουν όταν πρόκειται για την ανυπαρξία Του; Πώς μετράνε με δύο μέτρα και δύο σταθμά;
Δεν λέμε ότι πρέπει να πιστέψουν. Αλλά η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ τους πεποίθηση ότι "θεός δεν υπάρχει", και μάλιστα χωρίς αποδείξεις, τους κάνει άλλη μία ΘΡΗΣΚΕΙΑ. Δεν είναι «απουσία πίστης». Είναι: «δογματική διατύπωση θέσης» ότι «δεν υπάρχει Θεός». Δεν αφήνει το ενδεχόμενο να υπάρχει. Το δογματίζει, χωρίς αποδείξεις! Όποιος δογματίζει, θρησκεύει. Είτε δογματίζει θετικά, (Υπάρχει Θεός), είτε δογματίζει αρνητικά (Δεν υπάρχει Θεός).
Θα μπορούσαν να πουν: "Δεν πιστεύω ότι υπάρχει Θεός ελλείψει αποδείξεων, αλλά δεν το αποκλείω". Τότε φυσικά δεν θα ήταν "αθεϊστές", αλλά Αγνωστικιστές. Θα ήταν όμως συνεπέστεροι. Ως Αθεϊστές όμως είναι εντελώς αντιφατικοί, και αποτελούν πράγματι ΘΡΗΣΚΕΙΑ.
Τα παραπάνω όμως, δημιούργησαν την τρίτη αθεϊστική ομάδα, τών Αντιθεϊστών. Μόνο που αυτή είναι η ομάδα για την οποία μιλούσαμε πιο πάνω, και τους ονομάζουν έτσι, κάποιοι πιο καινούργιοι αθεϊστές, για να πουν ότι δήθεν: "αυτοί είναι οι κανονικοί αθεϊστές". Όμως όπως θα δείξουμε, πρόκειται περί τσαρλατάνων.
Ενήμεροι μερικοί πιο διαβασμένοι αθεϊστές, για τις αντιφάσεις της θρησκείας τους, προχωρούν σε μια ΣΟΦΙΣΤΕΙΑ, με σκοπό να ξεφύγουν από τις αντιφάσεις στις οποίες τους οδηγεί το παράλογο δόγμα της "ανυπαρξίας τού Θεού". Και το σκεπτικό τους είναι το εξής: "Αν παρουσιάσουμε το θέμα περί Θεού ως κάτι χωρίς νόημα, δεν χρειάζεται να απολογηθούμε για την έλλειψη αποδείξεών μας!". Έτσι, προχώρησαν στην εξής επιχειρηματολογία:
Ξεκινούν πρώτα, δίνοντας έναν εσφαλμένο ορισμό περί Θεού. Λένε: "Θεϊστής είναι αυτός που πιστεύει σε κάποια απροσδιόριστη ανωτέρα, συνήθως δημιουργό, δύναμη που την αποκαλεί Θεό, ή σε κάποιο αόριστο και απροσδιόριστο Θεό, συνήθως δημιουργό, που τον αποκαλεί ανωτέρα δύναμη." Και αυτόν τον ορισμό τον δίνουν, επειδή τους βολεύει, για να παρουσιάζουν τον Θεό ως κάτι "αόριστο", "απροσδιόριστο", ή "ανωτέρα δύναμη". Τους βολεύει επειδή η ΨΕΥΔΗΣ ΑΟΡΙΣΤΙΑ αυτή, είναι απαραίτητη για τη συνέχεια τής σοφιστείας που δημιούργησαν.
Στον 20ό αιώνα, σύμφωνα με τον Ludwig Wittgenstein στην Αναλυτική Φιλοσοφία και τη Γλωσσανάλυση, ο ορισμός του αθεϊσμού έλαβε την εξής τεχνητή και παράλογη μορφή:
Κατά τον αθεϊστή αυτόν, και όσους άλλους αθεϊστές με μειωμένη αντίληψη τον ακολουθούν, "Η έννοια του «θεού» και όλες οι έννοιες που παράγονται από αυτήν είναι ψευδοέννοιες και ως εκ τούτου κάθε συζήτηση περί αυτών είναι στερημένη νοήματος και δεν οδηγεί σε κανένα συμπέρασμα. Άρα έχουμε να κάνουμε με ανόητη συζήτηση".
Με τον τρόπο αυτό, προσπαθεί να ΥΠΕΚΦΥΓΕΙ από τις αντιφάσεις που δημιουργεί στη θρησκεία τού αθεϊσμού η δογματική απόρριψη ύπαρξης τού Θεού. "Γιατί, αν δεν έχει περιεχόμενο η λέξη: "θεός", αν είναι "ψευδοέννοια", τότε δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τη συζητήσουμε", υποστηρίζει.
Με άλλα λόγια, οι θέσεις αυτές, όχι μόνο δεν λύνουν τον παραλογισμό τού αθεϊσμού, αλλά αντιθέτως, κηρύσσουν γενική υποχώρηση από κάθε συζήτηση. Αποφεύγουν έτσι κάθε συζήτηση, ώστε να μη βρεθούν στην αντιφατική θέση να φανούν ασυνεπείς! Αν μη τι άλλο, αυτή η στάση από μέρους τους δείχνει επίγνωση τής αντιφατικότητάς τους, και ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΙΑ. Μάλιστα ο συγγραφέας αυτός, θεωρεί ότι "η θέση αυτή είναι η μόνη άτρωτη". Με άλλα λόγια, παραδέχεται έτσι τα προβλήματα τής αθεϊστικής θέσης, και η μόνη άτρωτη θέση, είναι η άρνηση συζήτησης περί Θεού!!!
Έτσι, οι οπαδοί αυτής της θέσεως, ονομάζουν τους εαυτούς τους: "αθεϊστές", και εκείνους που δέχονται συζήτηση περί Θεού, τους ονομάζουν: "αντιθεϊστές"! Με το σκεπτικό, ότι "εφόσον συζητούν περί Θεού, είναι σαν να αποδέχονται ότι αυτή η έννοια έχει κάποιο περιεχόμενο, και την αντιστρατεύονται".
Τώρα που δείξαμε την υστεροβουλία αυτής τής νέας αθεϊστικής θεωρίας, θα προχωρήσουμε εν συντομία, να δείξουμε ότι στην πραγματικότητα, είναι ακόμα πιο σκοτισμένοι από τους άλλους αθεϊστές, (και ας τους ονομάζουν αντιθεϊστές).
Πρώτα - πρώτα, η νέα αυτή θεωρία τους, πάσχει στο ότι παρουσιάζουν τον Θεό ως κάτι: "αόριστο", "απροσδιόριστο", και "ανωτέρα δύναμη". Και ενώ αυτό είναι αλήθεια για πλήθος θρησκειών, δεν είναι αλήθεια για τη Χριστιανική πίστη. Όμως δεν τολμούν να κάνουν αυτό το διαχωρισμό, παρά βάζουν τη Χριστιανική πίστη ανάμεσα σε άλλες συγκεχυμένες θεϊστικές θεωρίες, γιατί έτσι τους συμφέρει!
Στη Χριστιανική πίστη δεν έχουμε έναν Θεό αόριστο, αλλά η λέξη: "Θεός", είναι μια καλά διατυπωμένη έννοια, με πλήρες και σαφώς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Πρόκειται μάλιστα για σαφέστατο ιστορικό πρόσωπο, για τον Ιησού Χριστό! Μαρτυρημένος επαρκώς από αυτόπτες μάρτυρες, και από προφητείες, τόσο στο παρελθόν, όσο και σήμερα. Σαφέστατα η Χριστιανική πίστη, δογματίζει ότι το πρόσωπο αυτό, ήταν η ενσάρκωση τού "Θεού τού αοράτου", τον οποίο σαφέστατα πάλι κατονομάζει ως "παντοδύναμο", "πανταχού παρόντα", "δημιουργό τού σύμπαντος", "άχρονο", και "απεριχώρητο". Σαφέστατη ύπαρξη, με σαφέστατες ιδιότητες. Πώς λοιπόν λένε ότι είναι κάτι αόριστο;
Η Χριστιανική πίστη, δίνοντας στη λέξη: "θεός" συγκεκριμένο περιεχόμενο, στερεί από τους κομπογιαννίτες αυτούς το επιχείρημα τής αοριστίας, και τους σύρει ξανά πίσω στο στίβο τής αντιπαράθεσης επιχειρημάτων, από την οποία αντιπαράθεση σπεύδουν να ξεφύγουν τρέχοντας!
Η Χριστιανική πίστη, αποτελεί τη μόνο συνεπή θεϊστική θέση. Έχει για τον Θεό συγκεκριμένα δόγματα, συγκεκριμένες μαρτυρίες, συγκεκριμένη μέθοδο γνωριμίας μαζί Του. Έχει μια πλήρη και συνεπή διατύπωση για το κάθε τι σχετικά με Αυτόν, ο οποίος ο Ίδιος αποκαλύφθηκε στους Χριστιανούς. Γι' αυτό κανείς, όσο πονηρά και αν φερθεί, όσο λογικά και αν προσπαθήσει να συζητήσει, ΠΟΤΕ δεν θα μπορέσει να αποδείξει πως η Χριστιανική αλήθεια για τον Θεό είναι εσφαλμένη.

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

"TO ΒΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ" - ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

"TO ΒΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ" - ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.

Αφού βολόδειρε(1) από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά(2).

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.

Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια(3) και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.

Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:

«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».

Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».

Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».

Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε(4) η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».

Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.

Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές(5) που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.

Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.

Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.

Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».

Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.

Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.

Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.

Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:

«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».

Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».

Του λέγει ο Άγιος:

«Αλήθεια, τον ξέχασα!».

Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:

«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου(6)», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:

«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».

Του λέγει ο Άγιος:

«Έκοψα, ευλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!

Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:

«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :

«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:

«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

_________________________________________________

Λεξιλόγιο

1. Βολοδέρνω - βασανίζομαι γυρνώντας από δω κι από κει

2. Λεμπεσουριά - φτωχολογιά

3. Ρουπάκι - αγριοβελανιδιά

4. Ξελοχίζω - ζωηρεύω τη φωτιά

5. Πυτιά (η) - μαγιά απ’ την οποία γίνεται το τυρί

6. Μογιλάλος - βουβός 

Πηγή : myriobiblos.gr/texts/greek/kontoglou_madri.html