Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Παράδεισος και Κόλαση Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός




ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ
Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

             Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.

           Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε [...] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β'Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ' αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («...ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».

          Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β' Παρουσία και σ' όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).

ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ




 
ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ
Στέργιος Ν. Σάκκος

   Μέσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.
Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.
Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια (επί γης) γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
   Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.
Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει:
* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.

ΑΝΩΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ




 
ΑΝΩΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Γιώργος Μπάρλας
 
«Οι άνθρωποι εύχονται να πεθάνουν
στον ύπνο τους ή να μην πεθάνουν καθόλου»
Σώτη Τριανταφύλλου *

     Όσο κι αν η παραπάνω διαπίστωση φαντάζει οικεία και ενδεχομένως, απηχώντας τη μοντέρνα νοοτροπία, να αποτελεί μια από τις πιο βασικές επιθυμίες κάθε ανθρώπου,  ωστόσο βρίσκεται εν πολλοίς σε ριζική αντίθεση με τον χριστιανισμό. Οι Πατέρες της εκκλησίας θεωρούν ότι ο αιφνίδιος θάνατος προφανώς δεν αφήνει περιθώρια μετάνοιας και αλλαγής γι΄ αυτό και απεύχονται τον ερχομό του στους ανθρώπους. Δεν εύχονται να έρθει ένας αργός θάνατος επειδή είναι συνήθως βασανιστικός και οι χριστιανοί επιθυμούν να βασανίζονται, αλλά  διότι ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να μετανοήσει, να σκεφτεί αλλιώς τα πεπραγμένα της ζωής του, να συμφιλιωθεί με τους συνανθρώπους του κλπ.
          Αλλά τον (μετα)μοντέρνο άνθρωπο δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Ο θάνατος σηματοδοτεί το τέλος όχι μόνο της ζωής αλλά και της ύπαρξης εν γένει και έτσι ό,τι προηγείται της τελευταίας στιγμής του ανθρώπου πάνω στη γη δεν έχει σημασία. Ό,τι έζησα έζησα, ό,τι έκανα έκανα, λάθη-σωστά το ίδιο κάνει, τίποτα δεν διορθώνεται, τίποτα δεν έχει σημασία να διορθωθεί. Μετά τη ζωή ακολουθεί το μηδέν. Αν είναι να πεθάνω, ας πεθάνω ξαφνικά, χωρίς πόνο, χωρίς προειδοποιητικά σημάδια, να μην καταλάβω τίποτα, ο θάνατος πρέπει να έλθει αθόρυβα, να μη μου δώσει τον παραμικρό χρόνο να τον αντικρίσω. Ο καλομαθημένος άνθρωπος του δυτικού πολιτισμού, το αιώνιο kind, κατά τον Μ. Ουελμπέκ, θέλει και τον θάνατο αν όχι απολαυστικό (πολλοί δηλώνουν ότι θα ήθελαν να πεθάνουν όχι στον ύπνο τους, αλλά στις στιγμές της ηδονής) τουλάχιστον ανώδυνο.
          Βέβαια όσο ζει ο μοντέρνος άνθρωπος θέλει να είναι δρων υποκείμενο, που σημαίνει ότι θέλει να σκέφτεται και να παίρνει τις αποφάσεις ο ίδιος, να κρίνει και να αποφασίζει. Ένα πράγμα δε θέλει να σκέφτεται: τον θάνατο. Κι όταν αυτός έλθει στον ύπνο ακόμη καλύτερα: δεν έχει καν την ευκαιρία να σκεφτεί. Θα λεγε κανείς ότι στην αντίθετη περίπτωση, μιας ασθένειας που θα φέρει κάποια στιγμή εξάπαντος τον θάνατο, ο μοντέρνος άνθρωπος θα είχε την ευκαιρία να σταθεί απέναντι στον θάνατό του και να ενεργήσει σύμφωνα με τον τρόπο ζωής που όλη του τη ζωή φαινόταν να υπηρετεί: να σκεφτεί και να αναστοχαστεί τη ζωή του και τώρα ενώπιον του θανάτου. Αν η σκέψη δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχει  και καμιά σημασία. Κάθε άλλο. Δεν έλειψαν στα παλιότερα χρόνια στοχαστές σπουδαίοι που φιλοσοφούσαν τη ζωή και το θάνατο. Ο Πλάτων ήθελε τη φιλοσοφία να είναι μια μελέτη θανάτου. Εδώ όμως βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα της απόγνωσης και της απελπισίας, όπου κανένα νόημα δεν έχει μια τέτοια σκέψη, μια τέτοια φιλοσοφία. Κι ας καυχιέται ο άνθρωπος για τη δυνατότητα να σκέφτεται. Εκείνο που κατεξοχήν ενδιαφέρει είναι να γλεντήσει κανείς όσο πιο πολύ γίνεται τη ζωή και να πεθάνει πάνω στο γλέντι ή μετά το γλέντι στον ύπνο του.