Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός επίσκοπος Μαϊουμά 



Πολλά οφείλει η Εκκλησία στα Μοναστήρια και στους μοναχούς και μαζί με τ' άλλα, ότι τα Μοναστήρια στην εποχή της ακμής των υπήρξαν τα κέντρα των γραμμάτων και των τεχνών. Από τα Μοναστήρια βγήκαν οι μεγάλοι θεολόγοι, οι διδάσκαλοι, οι ποιηταί και υμνογράφοι. 
Ένας τέτοιος είναι ο άγιος Κοσμάς, Επίσκοπος Μαϊουμά, του οποίου η Εκκλησία σήμερα γιορτάζει την μνήμη. Ο άγιος Κοσμάς είναι θετός αδελφός του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Μεγάλωσαν και μορφώθηκαν μαζί στο ίδιο σπίτι οι δύο γιοι, εμόνασαν στο ίδιο μοναστήρι, στη Λαύρα του αγίου Σάββα, κι είναι κι οι δύο από τους μεγάλους υμνογράφους και μελωδούς της Εκκλησίας.



Βιογραφία
Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός ανατράφηκε από τον ευσεβή Σέργιο, που ήταν πατέρας του Ιωάννη του Δαμασκηνού.
Ο Σέργιος ήταν υπουργός οικονομικών τού Χαλίφη των Αράβων. Ο Ιωάννης και ο Κοσμάς είχαν αγάπη και έφεση προς την μάθηση είτε αυτή αφορούσε τις επιστημονικές γνώσεις είτε τις ιερές γνώσεις της θρησκείας μας. Γι' αυτό το λόγο ο Σέργιος προσπαθούσε να τους βρει ένα σοφό δάσκαλο.
Η ευκαιρία που έψαχνε παρουσιάστηκε όταν οι Άραβες σε μία λεηλασία που έκαναν στη Σικελία έπιασαν αιχμάλωτο τον μοναχό Κοσμά από την Καλαβρία. Ο Σέργιος τον ελευθέρωσε και του πρόσφερε την φιλοξενία του με αντάλλαγμα να διδάξει τους υιούς του. Ο Κοσμάς ήταν άνδρας εγκυκλοπαιδικώτατος, είχε σπουδάσει Θεολογία, Φιλολογία, Μαθηματικά και ήταν ικανός να διδάξει φιλοσοφία και ρητορική. Γνώριζε επίσης μουσική και ποίηση. Υπό την καθοδήγησή του λοιπόν ο Ιωάννης και ο Κοσμάς προέκοψαν λαμπρώς.
Μετέβησαν στα Ιεροσόλυμα, όπου έγιναν δεκτοί από τη Μονή τού Αγίου Σάββα. Ο Κοσμάς μετά από προτροπή του Πατριάρχη των Ιεροσολύμων χειροτονήθηκε το 743 μ.Χ. επίσκοπος Μαϊουμά, η οποία αρχαιότερα ονομαζόταν Ανδήδων και ήταν παραθαλάσσια πόλη στην Παλαιστίνη. Διετέλεσε τα καθήκοντά του με επιμέλεια και ευσυνειδησία.



ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ 
Ποίημα Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οὐράνιον ἅμιλλαν, διατυπῶν ἐν σαρκί, ἐπίγειον αἴνεσιν, τῷ ἐν ὑψίστοις θεῶ, πανσόφως συνήρμοσας, σὺ γὰρ ὥσπερ κιθάρα, τῆς εὐσήμου σοφίας, ἤνεσας ὑψηγόρως, τοῦ Σωτῆρος τὴν δόξαν. Διὸ σὲ Κοσμᾶ θεηγόρε, ὕμνοις γεραίρομεν. 














Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός - Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός

 


Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Δαμασκό από χριστιανούς γονείς το τέλος του 7ου αιώνα. Ο πατέρας του, Σέργιος Μανσούρ, είχε το αξίωμα του λογοθέτη (αρχιγραμματέα) και αντιπροσώπου των χριστιανών στους Άραβες χαλίφες. Επειδή ήταν πλούσιος, υιοθέτησε ένα ορφανό από τα Ιεροσόλυμα, τον Κοσμά, τον μετέπειτα μελωδό και επίσκοπο Μαϊουμά της Γάζας. Την εκπαίδευση και των δύο ανέθεσε σ’ ένα διδάσκαλο, πού ονομαζόταν κι εκείνος Κοσμάς, καταγόταν από την Καλαβρία της Ιταλίας, και είχε αγοραστεί ως αιχμάλωτος δούλος από την αγορά της Δαμασκού. Αυτός τους δίδαξε την θύραθεν και την χριστιανική παιδεία. Μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Ιωάννης ανέλαβε το αξίωμα του λογοθέτου στην υπηρεσία του Χαλίφη Χισάμ (724). Από τη θέση αυτή προστάτεψε πολλές φορές τους χριστιανούς, παρά τους γογγυσμούς των μουσουλμάνων.

    Το 763 ο Ιωάννης και ο Κοσμάς πήγαν στη Λαύρα του Αγίου Σάββα, στην οποία ήταν ήδη ο διδάσκαλος τους Κοσμάς. Σύμφωνα με την μοναχική τάξη ο Ιωάννης εμπιστεύτηκε τον εαυτό του σ’ ένα έμπειρο γέροντα μοναχό, ο οποίος για να τον δοκιμάσει του απαγόρευσε να ενασχολείται στο εξής με την θύραθεν παιδεία, πού είχε πάρει στον κόσμο. Του επέβαλε να «ασκεί σιωπήν μετά συνέσεως». Τον κανόνα αυτό τήρησε ο Ιωάννης μέχρι ότου κάποιος  φίλος του μοναχός του ζήτησε να συνθέσει ένα επιθανάτιο άσμα για τον αδελφό του, πού είχε πεθάνει. Τότε έγραψε ο Ιωάννης το νεκρώσιμο ιδιόμελο του Γ΄ ήχου, στο οποίο τονίζει τη σχετικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, πού δε συνοδεύουν τον άνθρωπο μετά το θάνατο «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ούχ υπάρχει μετά θάνατον· ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα· επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται. Διό Χριστώ τω αθάνατω Βασιλεί βοήσωμεν· τον μεταστάντα εξ ημών ανάπαυσον ένθα πάντων εστίν ευφραινομένων η κατοικία». Όταν ελέγχτηκε από τον γέροντά του για την παρακοή, έδειξε τόση ταπείνωση και υπακοή, ώστε κατασυγκινημένος του έδωσε την ελευθερία για ενασχόληση στις πνευματικές μελέτες.

Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός, εορτάζει σήμερα 14 Οκτωβρίου

Από Dogma

                         
Άγιος Κοσμάς           


Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός ανατράφηκε από τον ευσεβή Σέργιο, που ήταν πατέρας του Ιωάννη του Δαμασκηνού. Ο Σέργιος ήταν υπουργός οικονομικών τού Χαλίφη των Αράβων. Ο Ιωάννης και ο Κοσμάς είχαν αγάπη και έφεση προς την μάθηση είτε αυτή αφορούσε τις επιστημονικές γνώσεις είτε τις ιερές γνώσεις της θρησκείας μας. Γι’ αυτό το λόγο ο Σέργιος προσπαθούσε να τους βρει ένα σοφό δάσκαλο. Η ευκαιρία που έψαχνε παρουσιάστηκε όταν οι Άραβες σε μία λεηλασία που έκαναν στη Σικελία έπιασαν αιχμάλωτο τον μοναχό Κοσμά από την Καλαβρία. Ο Σέργιος τον ελευθέρωσε και του πρόσφερε την φιλοξενία του με αντάλλαγμα να διδάξει τους υιούς του. Ο Κοσμάς ήταν άνδρας εγκυκλοπαιδικώτατος, είχε σπουδάσει Θεολογία, Φιλολογία, Μαθηματικά και ήταν ικανός να διδάξει φιλοσοφία και ρητορική. Γνώριζε επίσης μουσική και ποίηση. Υπό την καθοδήγησή του λοιπόν ο Ιωάννης και ο Κοσμάς προέκοψαν λαμπρώς. Μετέβησαν στα Ιεροσόλυμα, όπου έγιναν δεκτοί από τη Μονή τού Αγίου Σάββα. Ο Κοσμάς μετά από προτροπή του Πατριάρχη των Ιεροσολύμων χειροτονήθηκε το 743 μ.Χ. επίσκοπος Μαϊουμά, η οποία αρχαιότερα ονομαζόταν Ανδήδων και ήταν παραθαλάσσια πόλη στην Παλαιστίνη. Διετέλεσε τα καθήκοντά του με επιμέλεια και ευσυνειδησία.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς Οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Κοσμᾶ σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ΟΣΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

 
Ὁ Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, κατ' ἐξοχήν ἐπονομασθείς, Ἱεροσολυμίτης δέ καί Ἁγιοπολίτης, ἐμόνασε στή μονή τοῦ Ἁγίoυ Σάββα με ετὰτοῦ ἰσαδέλφου φίλου αὐτοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καί διετέλεσε Ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶτῆς Γάζης (750 μ.Χ.). Ὀρφανὸς ὢν υἱοθετήθηκε ὑπὸ τοῦ Σεργίου, πατρὸς τοῦ φωστῆρος τῆς Δαμασκοῦ καὶ συνεσπούδασε μετὰ τοῦ Ἰωάννου κοντά στόν σοφό Κοσμᾶ τόν ἐξ Ἰταλίας, τόν Ξένο ἢ Ἱκέτη καὶ Ἀσύγκριτο ἐπικαλούμενο. Ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς συνέγραψε πολλοὺς Κανόνες καὶ πολλὰ Τροπάρια. Μεταξὺ τῶν πανηγυρικῶν Κανόνων αὐτοῦ τὴν ὑπέροχη θέση κατέχει ὁ στὴν Χριστoῦ Γέννηση «Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε», ληφθείς αὐτολεξεὶ ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ πανηγυρικοῦ λόγου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μελισθείς δὲεἰς ἦχον α΄· τόν β΄ ἦχο ἐχρησιμοποίησε στὴν δεύτερη ἑορτὴ τοῦ Κυρίoυ, τὰ Θεοφάνεια· τόν γ΄ ἦχο στὴν τρίτη ἑορτὴ τοῦ Κυρίου, τὴν Ὑπαπαντή· τόν δ ΄ἦχο στὴν τέταρτη ἑορτή, τὰ Βαΐα. Στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν παραλείπων τὸν πλ. α΄ ἦχοὡς πανηγυρικό, χρησιμοποιεῖ τόν β΄ καὶ πλ. β΄ ἦχο κατακόρως, ὡς ὄντων ἀμφοτέρων πενθίμων ἤχων. Στήν ἑορτὴτῆς Πεντηκοστῆς γίνεται χρήση τοῦ Βαρέως ἤχου, στήν δὲτελευταία ἑορτή, στήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τοῦ πλ. δ΄. Ἀκόμη ἐποίησε καὶ κανόνες στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος «Χοροὶ Ἰσραὴλ ἀνίκ μοις ποσί», στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου «Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ» καὶ ἄλλους πολυάριθμους, στούς ὁποίους λεπτομερῆ ἑρμηνεία ἐποίησαν οἱ Γρηγόριος ὁ Κορίνθου, Θεόδωρος ὁ Πτωχοπρόδρομος καὶ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Τὰ γιά κάθε ἡμέρα τῆς ΜεγάληςἙβδομάδος βραχύτερα ποιήματα, τὰ ὀνομαζόμενα κατὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν ὠδῶν Διώδιον, Τριώδιον, Τετραώδιον, ἑρμήνευσαν οἱ Στουδίτες Θεόδωρος καὶ Ἰωσὴφ κατὰ μίμησιν τῶν ὁποίων οἱ ἴδιοι συνέγραψαν Τριώδια σέ ἄλλες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾱς ἀνήκει στούς μεγάλους δημιουργούς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποίησης. Κύριο χαρακτηριστικό τῆς ποίησής του εἶναι ὁ ρυθμός. Ὁ ρυθμός τόν ἀναδεικνύει ὑμνογράφο καί μελωδό, διότι δέν συνθέτει μόνο τά ποιήματά του, ἀλλά καί τά μελοποιεῖ. Ὁ Ἅγιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 750 μ.Χ. καί ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 14 Οκτωβρίου.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ
  Χριστός γεννᾶ ται...          [  2΄ 25΄΄]
Α΄ Ὠδή τῶν Κανόνων σέ ἦχο α΄. Ψάλλει ὁ Θρασύβουλος Στανίτσας, Ἄ ρχων Πρωτοψάλτης τ ῆ ς Μ.τ.Χ.Ε.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΕΔΕΣΣΗΣ
Ὁ Ἰάκωβος, Ἐπίσκοπος Ἐδέσσης (710 μ.Χ.), συνέταξε ὕμνους κατὰ τοὺς ὀκτὼ ἤχους.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ
Ὁ Στέφανος Σαββαΐτης ἐμόνασε στή μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα καί ἀποκαλεῖται Ἁγιοπολίτης. Ὡς μοναχός ἀσκήτεψε καί στήν Ἱερουσαλήμ, ὡς σύγχρονος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἐμελούργησε πολλοὺς ἀσματικοὺς κανόνες, τροπάρια καὶ πένθιμους ὕμνους στὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 790 μ.Χ.
ΗΛΙΑΣ Ο ΚΡΗΤΗΣ

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

H Θεολογία του Μυστικισμού.





H διάσταση μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού κλάδου του Χριστιανισμού φαίνεται καθαρά στις αντίστοιχες στάσεις τους απέναντι στο μυστικισμό. Από τα τέλη του Μεσαίωνα, η Εκκλησία στη Δύση, με την υπέροχη οργάνωσή της και την προτίμησή της για φιλοσοφικά συστήματα, υπήρξε πάντα λίγο φιλύποπτη προς τους μυστικιστές της. Η σταδιοδρομία ενός Μάστερ Έκχαρτ ή μιας Αγίας Θηρεσίας της Άβιλας δείχνει την ανησυχία που ένιωθαν οι εκκλησιαστικές αρχές για τους άνδρες και τις γυναίκες που έπαιρναν μια προσωπική συντομότερη οδό στις σχέσεις τους με το Θεό. Άν πρόσεχαν καλά, θα έβλεπαν ότι οι μυστικιστικές εμπειρίες έξω από τα πρέποντα, η θεολογία και ο μυστικισμός εθεωρούντο σαν συμπληρώματα το ένα του άλλου. Έξω από την Εκκλησία, η προσωπική θρησκευτική εμπειρία δε θα είχε καμιά σημασία· αλλά η Εκκλησία στηριζόταν για την αληθινή της ζωή στην εμπειρία που είχε δοθεί, σε διάφορους βαθμούς, σε καθέναν από τους πιστούς της. Τούτο δε σημαίνει ότι το δόγμα δεν είναι αναγκαίο. Το δόγμα είναι η ερμηνεία της αποκαλύψεως που ο Θεός εδιάλεξε να μας δώσει. Όμως, μέσα στο πλαίσιο που μας προσφέρθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε άνδρας η γυναίκα μπορεί να επεξαργασθεί το δικό του ή το δικό της δρόμο προς τον έσχατο σκοπό, που υπερβαίνει κάθε θεολογία και που είναι η ένωση με το Θεό. «O Θεός έγινε άνθρωπος και ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός».

Ο Βυζαντινός Μυστικισμός - Γρηγόριος Παλαμάς - του B. N. Τατάκη


Ο Βυζαντινός Μυστικισμός ( Κυριώτερα Ρεύματα )
Δεν είναι δυνατό να σταματήσωμε σε όλους τους σημαντικούς αντιπροσώπους του Βυζαντινού μυστικισμού, τους μετά τον Συμεώνα, στο φλογερό λόγου χάρη μυστικό Νικήτα το Σταθάτο, το μαθητή του Συμεώνος (σημαντικά μυστικά έργα του είναι ανέκδοτα) ή τον Κάλλιστον τον Καταφυγιώτην (12ος αιώνας). Τον Κάλλιστον απασχόλησε αποκλειστικά το θέμα της θεώσεως, που το παρουσίασε με σπάνια διαλεκτική λεπτότητα. (Ελληνική Πατρολογία (Migne) τόμος 147, 833-941). Οι σελίδες του ανήκουν στις εκλεκτότερες της Βυζαντινής φιλοσοφίας.
Θα κλείσωμε το λόγο μας για το μυστικισμό του Βυζαντίου με την τελευταία μεγάλη κίνησή του τον ησυχασμό (14ος αιώνας), στα σπουδαιότερα σημεία του οποίου θα σταματήσωμε σύντομα.
Πρέπει πρώτα να υπενθυμίσω ότι, ενώ ως τον 11ον αιώνα η Μικρά Ασία παίζει πρωτεύοντα ρόλο και στην πνευματική ζωή του Βυζαντίου, αυτή αναδεικνύει τα περισσότερα στελέχη, στους τρεις τελευταίους αιώνες ο ρόλος αυτός περιέρχεται στο ευρωπαϊκό τμήμα της, Αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη και το Άγιον Όρος αναδεικνύονται τώρα τα σπουδαιότερα, μαζί με τη Βασιλεύουσα, κέντρα της πνευματικής ζωής.
Κατά τα τέλη του 13ου ή τις αρχές του 14ου αιώνα ο μοναχός Γρηγόριος Σιναΐτης εισήγαγε στο Άγιον Όρος την Ησυχίαν, τον ανώτερο δηλαδή βαθμό της μοναστικής ζωής. Εδώ τώρα στο Άγιο Όρος η Ησυχία αναπτύχθηκε και διαμορφώθηκε στο ζωηρό μυστικό κίνημα του ησυχασμού. Την αφορμή στη μεγάλη έριδα που άναψε γύρω από τον ησυχασμό, που συνετάραξε την Ορθοδοξία πάνω από εκατό χρόνια και έληξε με τη νίκη του ησυχασμού και την αποδοχή του από την επίσημη Εκκλησία, την έδωσεν ένας Έλληνας μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός (από την Καλαβρία της Ιταλίας, 1290-1348). Θα δούμε αμέσως πώς έγιναν τα πράγματα.
Οι ησυχασταί του Αγίου Όρους είχαν καταλήξει, να πιστεύουν ότι ωρισμένη στάση του σώματος κατά την ώρα της προσευχής, βοηθούσε πολύτιμα να φτάσουν στην εκστατική αγάπη, που με τρόπο άμεσο και όχι προοδευτικό, τους έφερνε στην ποθητή ένωση με το Θεό. Έπρεπε να προσηλώνουν την προσοχή τους προς τη θέση της καρδιάς. Η ένωση με το Θεό, έλεγαν, γίνεται όταν το πνεύμα επιτύχη να προσελκύση το νου στο βάθος της καρδιάς, τον στραγγαλίση, του απαγορέψη τη συνήθη κίνησή του προς τα εξωτερικά αντικείμενα και από την Βαβυλώνα τον επαναφέρη στη Σιών. Μόνο η ενέργεια της καρδιάς οδηγεί στην καθαρή αλήθεια, γιατί είναι ενέργεια απλή και καθαρή, χωρίς καμμιά μορφή, δώρο της θείας χάριτος. Η κίνηση για το μυστικό έρωτα προς το Θεό, αντιδιανοητική ευθύς από την αρχή, τονίζει τώρα όλο και περισσότερο το ρόλο της καρδιάς, του αισθήματος. Όλο και περισσότετο ευρύνεται η περιοχή που άνοιξεν η ευαγγελική εντολή για την αγάπη, και πάει να αγκαλιάση όλη τη ζωή του ανθρώπου. Και, όπως ήταν φυσικό, οι καλύτεροι αποδέκτες του ευαγγελικού κηρύγματος στάθηκαν οι μυστικοί.
Αδιάκοπα αντιπαραθέτουν, οι ησυχαστές στο λόγο, τον νουν και την καρδιά. Όταν η καρδιά στραγγαλίση το νου, εξασφαλίζει τη γνώση των αρχών και την ορθή εκτέλεση των θείων εντολών. Είναι η γλώσσα που πολύ αργότερα θα μιλήση πολύ καθαρά ο μεγάλος Πασκάλ, αλλά και ο Ρουσσώ. Και οι δυο τους δίνουν τα πρωτεία στη γλώσσα της καρδιάς, στη λογική, όπως λένε, της καρδιάς, όχι του λόγου. Με την επιμονή σ' αυτό το είδος της θεωρίας και της προσευχής οι μοναχοί του Αγίου Όρους έλεγαν ότι έφταναν να βλέπουν γύρω τους ένα δυνατό φως, που τους πλημμύριζε με άρρητη χαρά. Και πρόσθεταν ότι το φως αυτό ήταν το ίδιο το άκτιστο φως του Θεού, ξεχωριστό από την ουσία του Θεού. Είχε όμως την ίδια φύση με το φως που εθάμπωσε τα μάτια των Αποστόλων στο Όρος Θαβώρ κατά τη μεταμόρφωση του Σωτήρος.
Αυτά είναι που εξένισαν τον Βαρλαάμ. Είχε έλθει από την Καλαβρία στην Κωνσταντινούπολη για να μελετήση τον Αριστοτέλη στο πρωτότυπο. Στη Δύση είχε από καιρό επιβληθή ο Αριστοτέλης. Τον εγνώρισαν κυρίως από τους Άραβες σε μεταφράσεις, αλλά και από έργα Βυζαντινών. Σημειώνομε ιδιαίτερα «την πηγήν της γνώσεως» του Δαμασκηνού, που ως την εποχή τούτη είχε μεταφρασθή τέσσερις φορές στα Λατινικά και άσκησε εξαιρετική επίδραση στον Άγιο Θωμά τον Ακινάτο. Είχε κιόλας ασκήσει ο Αριστοτέλης μοναδική επίδραση στη σκέψη των Δυτικών, που από τον 11ο αιώνα άρχισε να διαμορφώνεται φιλοσοφικά και να παρουσιάζη μια πρώτη άνθηση. Η επίδραση αυτή έφτασε στο κατακόρυφό της με τον περίφημο Θωμά τον Ακινάτο. Ο Ακινάτος είδε στον Αριστοτέλη τον μόνο μεγάλο φιλόσοφο με τα μεθοδικά όπλα εκείνου συνέταξε τη δική του φιλοσοφία, τη μόνη αληθινή και γι' αυτό, όπως είπε, και μόνη χριστιανική. Ειναι η φιλοσοφία την οποία και σήμερα αποδέχεται η Καθολική Εκκλησία ως επίσημη χριστιανική φιλοσοφία. Η κίνηση αυτή για τον Αριστοτέλη εξύπνησε, όπως ήταν φυσικό, το ενδιαφέρον των Δυτικών για τα πρωτότυπα αριστοτελικά κείμενα και για τη σπουδή της Ελληνικής, αυτή έφερε και τον Βαρλαάμ στην Κωνσταντινούπολη. Ενδιαφέρουσα και περίεργη μορφή ο Βαρλαάμ. Μελέτησε τον Ευκλείδη και έγραψε αριθμητική σε εξ βιβλία. Μελέτησε και έγραψε ενδιαφέρον έργο για τους Στωϊκούς. Επηρμένος από τη σοφία του και έχοντας υπερβολική εμπιστοσύνη στον εαυτό του δημιούργησε μεγάλο θόρυβο στο Βυζάντιο, όπου ήθελε, φαίνεται, να προξενήση την εντύπωση ότι η σοφία των Δυτικών, τους οποίους οι Βυζαντινοί εξακολουθούσαν ακόμη να θεωρούν βαρβάρους, ήταν ανώτερη.
Η προκλητικότητα του Βαρλαάμ προκάλεσε δημόσια συζήτηση πάνω σ' αυτό το θέμα στο παλάτι, μπροστά στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Γ' και την αυλή του (1330). Τον Βαρλαάμ ανέλαβε να αντικρούση ένας μεγάλος Βυζαντινός σοφός ο Νικηφόρος ο Γρηγοράς. Ο διάλογός του "Φλωρέντιος", αν και όχι αντικειμενικός, δείχνει καθαρά τι επιδίωξε και τι πέτυχε στη συζήτηση εκείνη ο Γρηγοράς. Στο πρόσωπο του Βαρλαάμ θέλει να ξεσκεπάση τον σοφιστή, τον επιπόλαια διαβασμένο άνθρωπο. Αρχίζει τον έλεγχο της σοφίας του από την αστρονομία, και τον αναγκάζει, ευθύς από την αρχή να σβύση και την αστρονομία και τις συναφείς επιστήμες από τον κατάλογο των επιστημών για τις οποίες μπορεί να απαντήση σε όποιον τον ρωτά. Περήφανος ο Γρηγοράς για την μαθηματική του σοφία -ήταν κοντά στα άλλα δυνατός μαθηματικός και την εποχή εκείνη ιδιαίτερα η αστρονομία εγνώριζε σημαντική ακμή στο Βυζάντιο- θέλει να ξεσκεπάση την αμάθεια του Βαρλαάμ και του Δυτικού κόσμου, να δείξη τον κατώτερο βαθμό της επιστήμης των πόσο η σοφία των περιοριζόταν στη φυσική και τη λογική του Αριστοτέλη και τι αξία είχε.
Ντοπιασμένος από την αποτυχία του ο Βαρλαάμ κατέφυγε στη Θεσσαλογίκη και από κει πέρασε στο Άγιο Όρος. Εκεί γνώρισε από ένα αμαθή μοναχό τη διδασκαλία της ησυχίας την οποία παραμόρφωσε και γελοιοποίησε. Ονόμασεν ομφαλοσκόπους τους ησυχαστάς και πρόβαλε δριμύς κατήγορός των για κακοδοξία. Αφού ισχυρίζονται, λέγει, ότι βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια το θείο και άκτιστο φως, αυτό σημαίνει ότι γι' αυτούς η θεία χάρη είναι κάτι κτιστό. Καταστρέφουν λοιπόν, συμπεραίνει, θεμελιώδη δόγματα της Εκκλησίας. Η θεωρία του θείου, αντιτάσσει ο Βαρλαάμ και εδώ φαίνεται ο άκρος ορθολογισμός του, είναι επιστήμη και γνώση. Όποιος γνωρίζει τη σοφία, γνωρίζει και την αλήθεια; και όποιος γνωρίζει την αλήθεια γνωρίζει το Θεό και μένει κοντά του κατ' ανάγκην. Αφού σπουδάσης, προσθέτει, τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τότε θα φτάσης στη σύλληψη της αλήθειας. Είναι φανερό ότι για τον Βαρλαάμ η θύραθεν σοφία είναι μια κάθαρση της ψυχής, χωρίς την οποία είναι αδύνατο να φτάσης στο Θεό, να ενωθής μαζί του. Αντίθετη θέση προς τη θέση των μυστικών της σχολής του Συμεών που ακολουθούν οι ησυχαστές. Κάθε ορατό ον, λέγει ακόμη ο Βαρλαάμ, είναι κτιστό, το Θαβώρειο φως έγινε ορατό από σωματικά μάτια, δεν είναι λοιπόν καθόλου άκτιστον. Είναι κτίσμα, «περιγραπτόν», και δε διαφέρει από το φως που βλέπομε με τις αισθήσεις μας είναι κάτι κατώτερο από το νου.
Τα επιχειρήματα του Βαρλαάμ δείχνουν καθαρά ότι η σκέψη του είναι εντελώς ξένη προς το μυστικισμό, τον αγνοεί, ή αδυνατεί να τον κατανοήση είναι μια σκέψη πολύ κοντά στα ελληνικά μέτρα και θέλει, όπως εκείνη, να στηρίζεται σε φυσικά, λογικά επιχειρήματα. Ενω ο μυστικισμός αυτό ακριβώς θέλει να ξεπεράση. Αν και Έλλην ο Βαρλαάμ, επειδή είναι κάτοχος της Λατινικής και έζησε στη Δύση, δέχτηκε την επίδραση των δυτικών σχολαστικών, ιδιαίτερα του Ακινάτου, και αυτών τις τάσεις και τα επιχειρήματα ακολουθεί. Το ίδιο και όλοι οι άλλοι αντίπαλοι των ησυχαστών, εκτός από τον Γρηγορά. Έχουν όλοι δεχτή την επίδραση των λατίνων, που είχαν αρχίσει να μεταφράζωνται ελληνικά. Αρκετοί απ' αυτούς εκδηλώθηκαν και ως λατινόφρονες. Ο ίδιος ο Βαρλαάμ έγινεν αργότερα καρδινάλιος της καθολικής Εκκλησίας. Έτσι ο αγών κατά των ησυχαστών παίρνει στο βάθος μορφή αντιδικίας ανάμεσα στην Ανατολή, που τάσσεται με τον μυστικισμό, και τη Δύση που με τον Ακινάτο υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι το μόνο όργανο για να σκεφτούμε το Θεό. Για μια φορά ακόμη το βαθύ, το ριζικό θέμα που είχε να αντιμετωπίση η Ορθοδοξία εδώ στην Ανατολή με τις λογής αιρέσεις ορθώνεται μπροστά της αλλά αυτή τη φορά έρχεται από τη Δύση, χειραγωγημένη μονοκόμματα από τον Αριστοτέλη που και ατελώς τον γνωρίζει ακόμη. Η Θεολογία, ο περί Θεού δηλαδή λόγος είναι γνώση (Ακινάτος-Βαρλαάμ), η αφήγηση θεωρίας (Συμεών); Είναι διαλογισμός ή ενόραση; Γύρω σ' αυτό το ερώτημα διεξάγεται η μάχη (βαρλααμιτών και ησυχαστών. Εκείνο που σκανδαλίζει περισσότερο τους βαρλααμίτες είναι ο ισχυρισμός των ησυχαστών ότι βλέπουν το άκτιστον φως. Αυτό το θεωρούν σαν υλοποίηση του Θεού.
Πριν περάσωμε στο Γρηγόριο Παλαμά (1296-1359/60) τον αρχηγό των ησυχαστών, για να δούμε πως αντικρούει τον Βαρλαάμ και τους οπαδούς του, θα πάμε στον Νικηφόρο Γρηγορά, τον κορυφαίο αντιπαλαμίτη. Αντίθετα προς όλους τους άλλους ο Γρηγοράς αντλεί τα επιχειρήματά του από τη βυζαντινή παράδοση, όχι από τη Δύση. Οξύς διαλεκτικός, δόκιμος γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, στη θεωρία των ησυχαστών, η οποία διακρίνει στο Θεό ουσία και ενέργεια, βλέπει σοβαρό κίνδυνο επιστροφής στον πολυθεϊσμό. Ο Παλαμάς, λέγει ο Γρηγοράς, ξαναφέρνει στη ζωή τις ιδέες του Πλάτωνος, που είναι όντα μεσάζοντα ανάμεσα στο Θεό και τον αισθητό κόσμο. Ουσία και ύπαρξη, δέχεται ο Γρηγοράς ακολουθώντας την παραδομένη ορθόδοξη διδασκαλία, συμπίπτουν στο Θεό. Επειδή ο Γρηγοράς έβλεπε στον ησυχασμό μορφή πολυθεϊσμού τον πολέμησε με μεγάλη οξύτητα. Στην πάλη αυτή θυσίασε τα πάντα, αυτοκρατορική εύνοια, αξιώματα και τιμές, και προτίμησε τη φυλακή. Στη φυλακή πέθανε. Κι' όταν μαθεύτηκεν ο θάνατός του ξέσπασεν ασυγκράτητη η οργή των παλαμιτών. Ρίχτηκαν στο νεκρό του σώμα το ύβρισαν και το έσυραν μέσα στους δρόμους της πρωτεύουσας. Αναφέρω το θλιβερό αυτό περιστατικό γιατί δείχνει την οξύτητα των παθών που ξεσήκωσεν η «ησυχαστική έρις». Ας προσέξωμε ακόμη κάτι. Ο Γρηγοράς ήταν μεγάλος λόγιος και σοφός. Ήξερε καλά τους κλασικούς και προήγαγε τη σύγχρονή του επιστήμη, ιδίως τα μαθηματικά. Η μόρφωσή του όμως δεν εμπόδισε την ψυχή του να στραφή προς το υπερπέραν. «Έμεινα, λέγει, υπερήφανα, ακλόνητος (στον αγώνα κατά των παλαμιτών) για να σώσω τις ιδέες μου και την ψυχή μου».
Ας έλθωμε τώρα στον Παλαμά. Γόνος από ευγενή οικογένεια ανατράφηκε στην αυλή του Ανδρονίκου του Β'. Ενωρίς όμως τον κέρδισεν ο μυστικισμός, που την εποχή εκείνη είχε μεγάλη επίδοση σε όλη σχεδόν τη χριστιανοσύνη. Σύγχρονοι του Παλαμά και του Καβάσιλα είναι οι δυο πρώτοι σημαντικοί Γερμανοί μυστικοί ο Eckart και ο Tauler και μιλούν πολύ συγγενική γλώσσα. «Και γιατί, ρωτά ο Tauler, πρέπει να σωπαίνης; Γιατί τότε ο Λόγος θα μπορέση να γεννηθή μέσα σου και να βρη έκφραση, και να γίνη ακουστός. Αλλά είναι φανερό ότι, αν συ μιλάς, ο Λόγος θα σωπαίνη. Είναι αδύνατο να υπηρετήσης καλύτερα το Λόγο παρά σωπαίνοντας και ακούοντας. Αν τώρα εσύ βγης εντελώς έξω από τον εαυτό σου, τότε θα μπη μέσα σου ο Λόγος ολόκληρος...».
Νέος ο Παλαμάς εγκατέλειψε την αυλή, δέχτηκε το μοναχικό σχήμα στή Θεσσαλονίκη και αποσύρθηκε σε απόμερη σκήτη κοντά στη Βέρροια για να μονάση. Ήρθε όμως ο Βαρλαάμ με την επίθεσή του κατά των ησυχαστών και του διέκοψε τη συλλογή και τη μελέτη. Για να υποστηρίξη τη μέθοδο της προσευχής των ησυχαστών και να ανασκευάση τη γελοιοποίηση που επεχείρησεν ο Βαρλαάμ στηρίζεται ο Παλαμάς στη χριστιανική διδασκαλία ότι το ανθρώπινο σώμα, ναός του Θεού, δεν είναι αρχή του κακού. Πάνω στο θέμα αυτό έχομε ένα ενδιαφέρον έργο την «Προσωποποιΐα», που κι αν δεν είναι έργο του Παλαμά, όπως ήταν παλαιότερα γενικά αποδεκτό, απηχεί πάντως τις απόψεις που και εκείνος υποστηρίζει. Στο έργο αυτό η ψυχή προσωποποιημένη απαγγέλλει δριμύ κατηγορητήριον κατά του σώματος, και το σώμα, προσωποποιημένο κι' αυτό, απαντά με την σειρά του ανασκευάζει τις κατηγορίες και κατευθύνει το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι, όσα είπε η ψυχή δεν είναι χριστιανικά αλλά νεοπλατωνικά. Συμπέρασμα που δίνει την ορθή θέση, τη χριστιανική, στο σώμα, το έτερο απαραίτητο σκέλος για την υπόσταση του ανθρώπου.
Πλανερός λοιπόν ο δρόμος των νεοπλατωνικών για την αλήθεια. Ο απλανής δρόμος, λέγει ο Παλαμάς, που οδηγεί στο Θεό είναι εκείνος που περνά μέσα από το νου, ο δρόμος του νου. Που είναι όμως η θέση του νου; Εδώ είναι η ρίζα της διαφωνίας με τους Βαρλααμίτες. Είναι ο νους έξω από το σώμα ή μέσα στο σώμα; Να θέσωμε, λέγει ο Παλαμάς, το νου απόλυτα έξω από το σώμα για να απολάψωμε νοητά θεάματα, αυτό είναι η πιο μεγάλη ελληνική πλάνη, ρίζα και πηγή κάθε κακοδοξίας, ανακάλυψις των δαιμόνων, καρπός της απουσίας του πνεύματος ... Και σε μας, συνεχίζει, οι οπαδοί της πλάνης υποστηρίζουν ότι ο νους κατά την προσευχή πρέπει να είναι έξω από το σώμα. Όταν ο ησυχαστής λέγη έξω από το σώμα, εννοεί φυσικά έξω από τη σωματική αίσθηση, όχι τόπο, θέση, αφού ο νους είναι ασώματος. Ξέρομε όμως καλά, προσθέτει ο Παλαμάς, ότι, όταν ο νους είναι μέσα στην καρδιά, βρίσκεται μέσα στο όργανό του, μέσα στο θησαυροφυλάκιό του. Όταν λοιπόν θέλωμε να καθαρίσωμε το νου πρέπει να τον συγκεντρώσωμε μέσα στην καρδιά. Φαίνεται καθαρά η θέση που παίρνει ο Παλαμάς στο βασικό αυτό πρόβλημα. Αντιτίθεται καθαρά και ξάστερα στον αντικειμενισμό της συλλογιστικής που βλέπει, θα λέγαμε, τον άνθρωπο σα συλλογιστική μηχανή, αντιτίθεται και στην έκσταση του νεοπλατωνισμού, που βγάζει τον άνθρωπο από τον άνθρωπο (φυγή, έκστασις). Και προσπαθεί να διατυπώση μια θεωρία που πηγάζει από τη βαθύτερη ρίζα του χριστιανισμού. Θέλει το νου να βαφτίζεται μέσα στην καρδιά και να αφήνεται στην οδήγησή της. Για να αποφύγη την κατηγορία για υποκειμενισμό προσθέτει ο Παλαμάς ότι οι ησυχαστές δε θέλουν το νου μόνο μέσα στο σώμα και μέσα στην καρδιά, αλλά ότι θέλουν να τον ωθήσουν ως μέσα στον ίδιο τον εαυτό του. Μόνο τότε ο νους ξαναβρίσκει τη δική του ουσία, αφού περάση από την καρδιά, και, ξεπερνώντας κάποτε τον εαυτό του, αναστρέφεται με το Θεό.
Υποστήριξεν ο Βαρλαάμ ότι δεν υπάρχει θεωρία, που ξεπερνά τις νοητικές ικανότητες και θεώρησε γελοίο τον ισχυρισμό των ησυχαστών ότι φτάνουν στη γνώση του Θεού με μυστικό τρόπο. Ο Παλαμάς απαντά ότι η μυστική θεωρία αυτή και μόνο παρέχει την πιό λαμπρή απόδειξη για το ότι υπάρχει Θεός και είναι πάνω από όλα, τα όντα. «Εγώ, συνεχίζει ο Παλαμάς στο αποκαλυπτικό αυτό κείμενο, θέτω ότι η άγια πίστη μας, πάνω από όλες τις αισθήσεις και διανοήσεις είναι ένα όραμα της καρδιάς μας με ιδιαίτερο τρόπο, γιατί ξεπερνά όλες τις νοητικές ικανότητες της ψυχής μας». Μόνο, προσθέτει αλλού, όταν το φως πλημμυρίζη την καρδιά μας, μόνο τότε ο αληθινός άνθρωπος πηγαίνει στο αληθινό έργο του, ανεβαίνει στα αιώνια βουνά, βλέπει τον αόρατο, και από κει και πέρα μπαίνει ολοκληρωτικά στη χώρα του θαύματος. Εδώ θα σας θυμίσω πάλι τον Πασκάλ που μίλησε για Θεό που τον αισθάνεται η καρδιά (sensible au coeur) και τόνισε ότι άλλο πράγμα είναι να αισθανθής την αλήθεια με την καρδιά, άλλο να τη γνωρίσης με το λόγο. Αυτό το ίδιο ζήτημα απασχολεί και τον Παλαμά και την ίδια λύση, του δίνει. Η φωτισμένη καρδιά, όχι ο νους, αυτή μας οδηγεί στο Θεό, αυτή μας σώζει.

Μυστικισμός Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου & πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιος

Ορισμός – Χαρακτηριστικά

Σκοπός του Μυστικισμού είναι η βιωματική, υπαρξιακή αναζήτηση, η άμεση σχέση και η πνευματική ένωση με τον Θεό η το θείο· αυτή επιδιώκεται με αυτοσυγκέντρωση, προσευχή, απάθεια, θεωρία, έκσταση. Ο Μυστικισμός αποτελεί συνήθως το διαισθητικό στοιχείο στη θρησκευτική εμπειρία και εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις θρησκείες, από τις πιο πρωτόγονες έως τις πιο εξελιγμένες. Κάποτε αναπηδά μέσα από πετρώδεις περιοχές μιας εξωτερικής θρησκευτικότητας, δίνοντας νέα άνθηση στο θρησκευτικό αίσθημα.
Λόγω των ποικίλων μορφών με τις όποιες εμφανίζεται στην Ιστορία των Θρησκευμάτων και των αντιφατικών στοιχείων τα όποια κάποτε περιλαμβάνει, δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός. Κατά κανόνα ο Μυστικισμός, ο όποιος εκφράζει την άμεση εμπειρία και σχέση του ανθρώπου με το Άγιο, διαφέρει από την αποκρυφιστική μυστικοπάθεια και τις απόκρυφες δοξασίες και τεχνικές.
Η σχέση Μυστικισμού και οργανωμένης θρησκείας εμφανίζεται ιδιότυπη, ένα μείγμα σεβασμού και δυσπιστίας. Συνήθως, ένα αληθινά θρησκευόμενο πρόσωπο έχει φλέβα μυστική, και ένας δονούμενος από τη βίωση του Αγίου μυστικός είναι έντονα θρησκευτική προσωπικότητα. Παρά ταύτα δεν πρέπει να συγχέεται η εν γένει θρησκευτικότητα με τον Μυστικισμό. Η θρησκεία είναι ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο. Όπως, εξάλλου, υπάρχουν μορφές μυστικισμού μη θρησκευτικές.
Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τα χαρακτηριστικά του Μυστικισμού. Η W.R. Inge (1889) είχε διακρίνει: Πρώτον, την εσωτερική γνώση. Δεύτερον, την ησυχία. Τρίτον, την ενδοσκόπηση. Και τέταρτον, την περιφρόνηση και παραμέληση των υλικών πραγμάτων. Στον 20ό αι. ως χαρακτηριστικά του Μυστικισμού αναγνωρίζονται συνήθως τα επισημανθέντα από τον W. James (1902): 1. Το ανέκφραστο (ineffability). 2. Το νοητικό στοιχείο (noetic), εφόσον η μυστική εμπειρία επιζητεί μιά ολική αντίληψη του σύμπαντος, που ασφαλώς ανήκει στη νοητική σφαίρα. 3. Η παθητικότητα (passivity). 4. Η παροδικότητα (transiency). Τελευταίως, ο L. Duprey (1987) προτείνει στη θέση της παροδικότητας την έννοια της ρυθμικότητας (rythmic), διότι η εμπειρία αυτή επανέρχεται με κάποιο ρυθμό. Και ακόμη προσθέτει ως 5, την ολοκλήρωση (integration), διευκρινίζοντας ότι η μυστική συνείδηση επιτυγχάνει να υπερβεί διάφορες αντιθέσεις και με την ενόραση να τις συνθέσει.