Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Το Αρεοπαγιτικό Corpus (Σώμα) του Γεωργίου Φλωρόφσκυ Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard





Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 339 - 376).

(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).



Η Φύση τού Corpus (Σώματος)

Το σώμα των έργων που συγκεντρώθηκαν κάτω από το όνομα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη είναι μία από τις πιο αινιγματικές φιλολογικές προσπάθειες της Χριστιανικής αρχαιότητας.

Δεν υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε για την ψευδεπίγραφο χαρακτήρα του, και δεν υπάρχει τρόπος που να μπορούσε κανείς να δει ως συγγραφέα του τον «Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη», που μετεστράφη στο Χριστιανισμό από το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου (Πράξεις 17:34), και ο οποίος, κατά την αρχαία παράδοση, έγινε ο πρώτος Επίσκοπος των Αθηνών (βλέπε Ευσέβιο, IV, 23,4). Εναντίον αυτού μαρτυρεί όχι μόνο η παντελής έλλειψη κάθε αναφοράς στα έργα του Διονυσίου πριν από τον έκτο αιώνα, αλλά και η ίδια η φύση του κειμένου ή του corpus, που απέχει πάρα πολύ από την άτεχνη απλότητα της πρώτης Χριστιανικής εποχής και στους γλωσσικούς όρους και στον τρόπο σκέψεως. Αυτό ήταν αυταπόδεικτο ακόμα και πριν να εδραιωθεί η αναντίρρητη εξάρτηση (ιδεολογικά και φιλολογικά) των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων από τον Νεοπλατωνικό διδάσκαλο Πρόκλο (410 — 485). Επιπλέον, ο άγνωστος συγγραφέας ήθελε προφανώς να δημιουργήσει την εντύπωση ενός ανθρώπου της Αποστολικής εποχής — ενός μαθητή του Απ. Παύλου, ενός μάρτυρος της εκλείψεως (του ηλίου) που συνέβη κατά την ημέρα του θανάτου του Σωτήρος, ενός μάρτυρος της αναλήψεως της Αγίας Παρθένου, ενός συντρόφου των Αγίων Αποστόλων. Η διεκδίκηση της αυθεντικής αρχαιότητας είναι εντελώς ολοφάνερη, και εγείρεται το ερώτημα μιας προμελετημένης «πλαστογραφίας».

Εν τούτοις, ως την αναγέννηση, καμιά αμφιβολία ως προς την αρχαιότητα των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων δεν εγέρθηκε ούτε στην ανατολή ούτε στη Δύση, εκτός τού Yπατίου Εφέσου και αργότερα τού Πατριάρχου Φωτίου. «Τα έργα του μεγάλου Διονυσίου» είχαν αδιαφιλονίκητο κύρος και άσκησαν ισχυρή επίδραση στην ανάπτυξη της θεολογικής σκέψεως κατά το τέλος της Πατερικής εποχής, κατά τη Βυζαντινή εποχή, και στη Δύση καθ’ όλους τους Μέσους Χρόνους. Δύσκολα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι φανεροί αναχρονισμοί αυτών των κειμένων μπορούσαν να έχουν παραμείνει απαρατήρητοι όλο εκείνο το διάστημα. Δεν είναι πολύ πιθανό ότι οι άνθρωποι τον έκτο αιώνα απέδιδαν αδίστακτα όλο το ανεπτυγμένο λειτουργικό τυπικό, συμπεριλαμβανομένης και της μοναχικής κουράς, στην Αποστολικής εποχή — η ιστορική μνήμη εκείνη την εποχή δεν είχε αδυνατήσει τόσο πολύ. Οπωσδήποτε, δεν πρέπει κανείς να προσπαθεί να εξηγήσει το γεγονός ότι το Corpus το σέβονταν τόσο πολύ στην αρχαιότητα με το να ισχυρίζεται απλώς ότι οι άνθρωποι ήταν πεπεισμένοι ότι ανήκε σ' έναν αυθεντικό συγγραφέα της Αποστολικής εποχής. Οι μεγάλες αρετές του θα είχαν οδηγήσει τους ανθρώπους γρηγορότερα στο συμπέρασμα ότι ήταν αρχαίο, και όχι το αντίθετο (ότι, δηλαδή, ήταν αρχαίο, επειδή ανήκε σ' έναν αυθεντικό συγγραφέα της Αποστολικής εποχής).

Ίσως είναι δυνατό να συγκρίνουμε το Corpus Areopagiticum με τη συλλογή των καλουμένων Αποστολικών Κανόνων και των καλουμένων Αποστολικών Διαταγών. Στην τελική τους μορφή χρονολογούνται στο παρελθόν σε μια αρκετά μεταγενέστερη εποχή. Αλλά αυτή η περίπτωση έγινε αντιληπτή εκείνη την εποχή, και το κύρος της απορρίφθηκε εξαιτίας των πολύ μεταγενέστερων ανορθόδοξων νοθεύσεων. Οι άνθρωποι δεν είχαν τέτοιες επιφυλάξεις για τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα. Ερωτηματικά για τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα τέθηκαν μόνο με την έναρξη της νέας φιλολογικής κριτικής τον δέκατο έκτο αιώνα! Ο πρώτος που διατύπωσε τέτοια ερωτηματικά ήταν ο Γρηγόριος Τραπεζούντας και ο Θεόδωρος Γάζης στην ανατολή, και, στη Δύση, ο Lorenzo Valla και ο Έρασμος. Μετά από αυτούς ήρθε ο Sirmond, ο Petavius και ο Tillemont. Αυτοί οι άνδρες κατέδειξαν τη μεταγενέστερη καταγωγή του Corpus Areopagiticum με πλήρη σαφήνεια. Εν τούτοις, καθόλου δεν συμφώνησαν όλοι αμέσως με αυτό το συμπέρασμα, και συναντά κανείς αργοπορημένους υπερασπιστές της αυθεντικότητας και Αποστολικής αρχαιότητας των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων — ακόμα μέχρι πρόσφατα. Οπωσδήποτε, οι αρχές της συλλογής παραμένουν μυστηριώδεις και ασαφείς μέχρι σήμερα, και μέχρι σήμερα κανένας δεν μπόρεσε να πει κάτι ουσιαστικό για τον πραγματικό συγγραφέα τους, για το πότε γράφτηκαν, και για το ποιοι ήταν οι σκοποί αυτής της «πλαστογραφίας». Προσπάθειες να ταυτίσουν τον φανταστικό Διονύσιο με κάποιον Διονύσιο γνωστό σε μας ανάμεσα στους πολιτικούς και συγγραφείς του τέταρτου και πέμπτου αιώνα, ή με κάποια άλλη ιστορική μορφή, ιδιαίτερα με τον περίφημο μονοφυσίτη Πατριάρχη της Αντιοχείας Σευήρο, πρέπει να θεωρηθούν ως απόλυτα ανεπιτυχείς και αυθαίρετες.



Η Ιστορική επίδραση τού Corpus Areopagiticum

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Ψυχή χωρίς προσευχή είναι καταδικασμένη by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Ψυχή χωρίς προσευχή είναι καταδικασμένη να πεθάνει από πνευματική ασφυξία, όπως το σώμα όταν στερηθεί το οξυγόνο.
Δύο ειδών προσευχές έχουμε: την κοινή, τη φανερή· και την ατομική, τη μυστική. Η κοινή προσευχή πρέπει να γίνεται πάντοτε σύμφωνα με την τάξη και το τυπικό που ορίζει η Εκκλησία μας.
Στην κοινή προσευχή δεν έχουμε δικαίωμα ν’ αυτοσχεδιάζουμε, όπως κάνουν οι αιρετικοί. Έχει τον καθορισμένο χρόνο και το καθορισμένο από την Εκκλησία περιεχόμενό της: μεσονυκτικό, όρθρος, ώρες, λειτουργία, εσπερινός, απόδειπνο. Το ίδιο το Πανάγιο Πνεύμα, που συγκροτεί ολόκληρη την Εκκλησία, όρισε αυτές τις προσευχές, για να λατρεύεται και να δοξάζεται αδιάκοπα ο αληθινός Θεός στη γη από τους ανθρώπους, όπως δοξάζεται στον ουρανό από τους αγγέλους.
Η ατομική προσευχή δεν είναι προκαθορισμένη. Είναι η προσωπική συνομιλία και επικοινωνία του ανθρώπου με τον ουράνιο Πατέρα του, του πλάσματος με τον πλάστη του.
Αυτή η προσευχή, διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ως προς την ποιότητά της είναι συνουσία και ένωσις ανθρώπου και Θεού· και ως προς την ενέργειά της, έχει τέτοια και τόση δύναμη, ώστε συντηρεί και διατηρεί τον κόσμο, συμφιλιώνει με τον Θεό, σβήνει πλήθος αμαρτημάτων, σώζει από τους πειρασμούς, συντρίβει τα τεχνάσματα των δαιμόνων, γεννά όλες τις αρετές, χορηγεί τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τρέφει την ψυχή, φωτίζει τον νου, διαλύει τη λύπη και την ακηδία, σβήνει τον θυμό, καλλιεργεί την ελπίδα, καθρεπτίζει την πνευματική πρόοδο, αποκαλύπτει τα μέλλοντα.
«Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείον σου, και κλείσας την θύραν σου προσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ» (Ματθ. 6. 6). «Ταμιείον» πνευματικό είναι η καρδιά που ενώνεται με τον νου και γεννά ό,τι ο άγιος Θεοφύλακτος ονομάζει μυστική διάνοια. Εκεί μέσα επιτελείται η εσωτερική προσευχή. Δεν χρειάζεται να κινηθούν τα χείλη, να χρησιμοποιηθούν βιβλία, να επιστρατευθούν τα μάτια και η γλώσσα και οι φωνητικές χορδές· χρειάζεται όμως ν’ ανυψωθεί ο νους προς τον Θεό και να βυθιστεί μέσα σ’ Αυτόν.
Το πνευματικό «ταμιείον» της καρδίας σου χωρεί και κλείνει μέσα του ολόκληρο τον Κύριο και τη βασιλεία των ουρανών, καθώς ο ίδιος διαβεβαίωσε: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λουκ. 17. 21). Η καρδιά, εξηγεί ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, είναι μικρό όργανο, αλλά μέσα της χωρούν τα πάντα: εκεί ο Θεός, εκεί οι άγγελοι, εκεί η αιώνια ζωή και βασιλεία, εκεί οι άγιοι, εκεί ο θησαυρός της χάριτος

Ποιούς πολεμά περισσότερο ο διάβολος; Πως αντιστεκόμαστε; by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Όλους τους ανθρώπους τους πολεμάει ο διάβολος, γιατί όλους θέλει να τους κολάσει.
Αλλά περισσότερο πολεμάει τους ενάρετους, αυτούς που αγωνίζονται με πόθο «τον καλό αγώνα της πίστεως» (βλ. Α΄ Τιμ. ς΄ 12), αυτούς που έχουν καρπούς πνευματικούς.
Όπως τα παιδιά πετούν πέτρες στις καρυδιές που έχουν καρύδια, έτσι και ο διάβολος πετροβολάει αυτούς που έχουν καρπούς πνευματικούς. Κι όπως ο κλέφτης πηγαίνει να κλέψει εκεί όπου υπάρχουν θησαυροί υλικοί, έτσι κι ο διάβολος πηγαίνει να κλέψει εκεί όπου υπάρχουν θησαυροί πνευματικοί.
Ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει ότι «ο κλέπτης ουκ έρχεται όπου καλάμη, και χόρτος, και ξύλον αλλ’ όπου κείται χρυσός, ή άργυρος, ή μαργαρίτης». Δεν πηγαίνει να συλήσει αχυροκαλύβες ή ξύλινες παράγκες. Διότι εκεί δεν υπάρχουν πράγματα αξίας. Πηγαίνει στα πλουσιόσπιτα, που έχουν χρήματα πολλά, ασημικά, χρυσαφικά ή άλλα πράγματα μεγάλης αξίας. Πηγαίνει στις τράπεζες και τις χρηματαποστολές, εκεί που θα γεμίσει σάκο ολόκληρο. Έτσι κι ο διάβολος «ουκ εισέρχεται όπου πόρνος, ή βέβηλος, ή άρπαξ, ή πλεονέκτης» (ΕΠΕ 33, 406).
Δεν πηγαίνει να πολεμήσει ανήθικους ή βέβηλους ή άρπαγες ή πλεονέκτες. Αυτούς τους έχει δεμένους με το πάθος και τους ξεγελάει ευκολότερα. Περισσότερη δουλειά έχει να κάνει, όταν πηγαίνει να πολεμήσει αγωνιστές μοναχούς, που βαδίζουν με συνέπεια την οδό του αγιασμού, ή συνειδητοποιημένους χριστιανούς που αγωνίζονται με πόθο. Σε άλλη ομιλία του ο χρυσορρήμων Πατήρ παρατηρεί ότι οι πειρατές δεν επιτίθενται στα πλοία που μεταφέρουν άμμο, διότι η άμμος είναι φθηνό υλικό και τόσο βαρύ, που κανείς δεν κάνει τον κόπο να τη μεταφέρει στην πλάτη. Οι πειρατές επιτίθενται στα πλοία που μεταφέρουν αμύθητους θησαυρούς ή εμπορεύματα μεγάλης αξίας. Έτσι κι ο διάβολος επιτίθεται στους πιστούς που έχουν αρετή και αγιότητα (Ομιλία εις τον Ιώβ).Από την Αγία Γραφή πληροφορούμαστε ότι ο διάβολος έβαλε τα λαγωνικά του και κυνηγούσε να σκοτώσει τον πύρινο προφήτη Ηλία!
Έκλεισε στη φυλακή και αποκεφάλισε τον κήρυκα της μετανοίας, τον τίμιο Πρόδρομο!
Έριξε τα πεπυρωμένα βέλη του στον σώφρονα και πάγκαλο Ιωσήφ, που ήταν διαμάντι πνευματικό, τύπος του Χριστού!

Διάλογος με τους ΜονοφυσίτεςΣεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΕΣ
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Στην Ιεραρχία του Οκτωβρίου 2004 σε σχετική εισήγηση για τους διαλόγους της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις διάφορες Ομολογίες υποστηρίχθηκε η άποψη ότι στον διάλογο της Εκκλησίας με τους χαρακτηριζόμενους ως Αντιχαλκηδονίους (Μονοφυσίτες) επιτεύχθηκε συμφωνία στο Χριστολογικό δόγμα, αλλά υπάρχει διαφωνία, διότι οι Μονοφυσίτες αρνήθηκαν να δεχθούν τις μετά την Γ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ιδιαιτέρως την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος.
Το απλό όμως ερώτημα είναι: Πώς είναι δυνατόν να θεωρηθή ότι επήλθε συμφωνία στο Χριστολογικό δόγμα, όταν οι λεγόμενοι Αντιχαλκηδόνιοι δεν παραδέχονται τις Οικουμενικές εκείνες Συνόδους (Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄) που οριοθέτησαν την ορθόδοξη διδασκαλία στο Χριστολογικό δόγμα, δηλαδή στο δόγμα που αφορά τον τρόπο ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό;
Θα ήθελα στην συνέχεια να παρουσιάσω με απλό –όσον είναι δυνατόν– και σύντομο τρόπο μερικά ενδιαφέροντα σημεία.

1. Η θεωρία του Νεοχαλκηδονισμού
Η άποψη ότι υπάρχει ταύτιση στο Χριστολογικό δόγμα, καίτοι δεν γίνονται αποδεκτές οι μετά την Γ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι από τους Μονοφυσίτες, δείχνει ότι: ή οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων δεν αντελήφθησαν τα θέματα αυτά ή ότι ισχύει η παράδοξη θεωρία των ξένων, αλλά και μερικών δικών μας θεολόγων, περί του νεοχαλκηδονισμού, ότι δηλαδή υπάρχει μια εξέλιξη στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος που στηρίχθηκε στον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας είναι μια μονοφυσιτίζουσα Σύνοδος, η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος που στηρίχθηκε στο Τόμο του Πάπα Λέοντος διόρθωσε την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο και η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος επανήλθε στις αποφάσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Η παραδοχή όμως μιας τέτοιας θεώρησης των πραγμάτων ανατρέπει τα θεμέλια της Εκκλησίας και υπονομεύει το “πνεύμα” και την υποδομή των Οικουμενικών Συνόδων. Παρουσιάζει δε τους Πατέρας της Εκκλησίας ως στοχαζομένους και όχι ως ενεργουμένους από το Άγιον Πνεύμα και την δική τους εν πνεύματι εμπειρία της αποκαλυπτικής αληθείας. Οι Πατέρες όμως των Οικουμενικών Συνόδων, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου εργάσθηκαν αλιευτικώς (όπως οι άγιοι Απόστολοι) και όχι αριστοτελικώς (δηλαδή οι φιλόσοφοι) ήταν, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, “πάσχοντες τα θεία και ου διανοούμενοι”.
Επομένως, η μη παραδοχή από τους λεγομένους Αντιχαλκηδονίους των αποφάσεων των Δ΄, Ε΄, και ΣΤ΄ Οικουμενικών Συνόδων, αλλά και η θεωρία μερικών ορθοδόξων θεολόγων περί νεοχαλκηδονισμού, στην ουσία έχουν κοινό παρονομαστή και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ακριβώς για τον λόγο αυτό δεν μπορούμε, από ορθοδόξου πλευράς, να κάνουμε λόγο για Αντιχαλκηδονίους ή Προχαλκηδονίους, αλλά για Μονοφυσίτας, αφού οι ονομαζόμενοι Αντιχαλκηδόνιοι πιστεύουν ότι ναι μεν η ένωση στον Χριστό έγινε από δύο φύσεις, αλλά μετά την ένωση υπάρχει μία φύση στον Χριστό. Μερικοί λεγόμενοι Αντιχαλκηδόνιοι υποστηρίζουν ότι καίτοι υπάρχει μία φύση στον Χριστό μετά την ένωση, εν τούτοις όμως δεν αναιρέθηκε η ανθρώπινη φύση. Και αυτή η άποψη είναι παράδοξη. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχη μία φύση στον Χριστό μετά την ένωση, “μή αναιρουμένης της ανθρωπίνης φύσεως” και πώς υφίσταται αυτή η ανθρώπινη φύση μόνη της, χωρίς να μη θεωρήται αυτό νεστοριανισμός, τον οποίο οι Αντιχαλκηδόνιοι θέλουν να πολεμούν; Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να τους ονομάζω Μονοφυσίτες και όχι Αντιχαλκηδονίους ή Προχαλκηδονίους.

Είναι οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι; ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ Πρωτοπρεσβυτέρου Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



Είναι οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι; Οι θέσεις του Μ. Φωτίου
 
  ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
Πρωτοπρεσβυτέρου Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
 
 
Πρόλογος
        Οι Αρμένιοι είναι ένας ευγενής και ηρωικός λαός που κατέβαλαν μεγάλο τίμημα αγώνων και θυσίας για να εξασφαλίσουν το δικαίωμα της ιστορικής τους υπάρξεως. Από της πλευράς αυτής οι Έλληνες τους αντιμετωπίζουμε με πολλή συμπάθεια, γιατί νοιώθουμε ότι είμαστε ομοιοπαθείς, ότι ιστορικά και ως προς άλλα στοιχεία και πλευρές της ζωής συγγενεύουμε, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού και αυτοί είναι Χριστιανοί.
       Υπάρχει όμως και μία άλλη σημαντική πλευρά του ζητήματος που έχει σχέση με την εκκλησιαστική τους ταυτότητα, σύμφωνα με την οποία κατά παράδοση θεωρούμε τους Αρμενίους ως αιρετικούς Μονοφυσίτες. Αυτό στις ημέρες μας, όπου όλα σχετικοποιούνται και αμβλύνονται, και η παράδοση δεν παίζει αποφαστιστικό ρόλο, τείνει να  σκεπασθεί, να ξεχασθεί και να αλλοιωθεί με άλλη θεώρηση, η οποία στα πλαίσια του χριστιανικού Οικουμενισμού μειώνει τις διαφορές μέχρις εξαφανίσεως και μεγαλοποιεί τις ομοιότητες μέχρι γιγαντισμού. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση οι Αρμένιοι είναι κατά πάντα Ορθόδοξοι, όπως και εμείς, και οι διαφορές που μας χωρίζουν είναι ασήμαντες και επουσιώδεις. Αυτό αποτελεί και βασική κατευθυντήρια γραμμή του διεξαγομένου Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αντιχαλκηδονίων, στους οποίους ανήκουν οι Αρμένιοι.
       Είναι όμως Ορθόδοξοι οι Αντιχαλκηδόνιοι; Απάντηση στο ερώτημα αυτό προσπαθήσαμε να δώσουμε σε μελέτημά μας που ήδη κυκλοφορεί σ' αυτήν εδώ τη σειρά "Καιρός" των μικρών τευχιδίων με θέμα : «Η "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών».
       Στο παρόν τευχίδιο ασχολούμαστε ειδικώς με το αν οι Αρμένιοι είναι Ορθόδοξοι με βάση τη διδασκαλία του Μ. Φωτίου. Πρόκειται για εισήγηση που ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο του 1994 στο καθιερωμένο ετήσιο Θεολογικό συνέδριο που οργανώνει η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, το οποίο το έτος αυτό είχε ως γενικό θέμα το πρόσωπο και το έργο του Μ. Φωτίου. Ο τίτλος της εισηγήσεως στο συνέδριο ήταν: «Ο Μ. Φώτιος και η ένωση των Αρμενίων με την Ορθόδοξη Εκκλησία».
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
 
1. Ίδρυση και οργάνωση της Εκκλησίας της Αρμενίας
       Οι Αρμένιοι, κατά την παράδοσή τους, δέχθηκαν τον Χριστιανισμό από τους αποστόλους Θαδδαίο ή Λεβαίο και Βαρθολομαίο, οι οποίοι θεωρούνται ιδρυταί της Αρμενικής Εκκλησίας. Φαίνεται πράγματι ιστορικώς αληθές ότι ο Χριστιανισμός διεδόθη στην Αρμενία κατά τους αποστολικούς ήδη χρόνους, χωρίς να διακοπεί στη συνέχεια η παρουσία του εκεί, μολονότι η διάδοσή του περιορίσθηκε σε μικρό αριθμό κοινοτήτων, χωρίς εμφανή και γνωστή ιστορικά εκκλησιαστική οργάνωση.
      Η περιορισμένη αυτή διάδοση του Χριστιανισμού στην Αρμενία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες δικαιολογεί την δράση κατά τον 3ο αιώνα του μεγάλου αγίου των Αρμενίων, του Αγίου Γρηγορίου, ο οποίος εργάσθηκε δραστήρια για τον εκχριστιανισμό των κατοίκων και την οργάνωση της Εκκλησίας με τη βοήθεια Ελλήνων κληρικών, οι οποίοι τον συνόδευσαν, μετά την χειροτονία του σε επίσκοπο από τον αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας Λεόντιο, το έτος 302. Στην Καισαρεία είχε καταφύγει ο Γρηγόριος νωρίτερα, όπου έλαβε ελληνική μόρφωση και έγινε Χριστιανός, διασωθείς μόνον αυτός εκ των μελών της οικογενείας του από τη σφαγή των Περσών, οι οποίοι κατέλαβαν την Αρμενία κατά το πρώτο μισό του τρίτου αιώνος και επέβαλαν δια της βίας τον Παρσισμό. Το ιεραποστολικό του έργο στην Αρμενία, όπου επέστρεψε, άρχισε ο Γρηγόριος το 261 μ.Χ., είχε δε τόση επιτυχία ώστε εκέρδισε στην χριστιανική πίστη τον ηγεμόνα της Αρμενίας Τιριδάτη Γ', ο οποίος κατέστησε το 301 τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Αρμενίας. Έγινε έτσι η Αρμενία το πρώτο χριστιανικό κράτος, και πήρε σ' αυτό τα πρωτεία από την μεγάλη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία σε λίγα χρόνια κατά θεία ασφαλώς ρύθμιση και παρακίνηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου θα αναγνωρίσει τον διωκόμενο προηγουμένως Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία και θα γίνει το πρώτο και μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία οικουμενικό χριστιανικό κράτος.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Η ανθρώπινη ψυχοσωματική συγκρότηση Νίκη Νικολάου, Θεολόγος

 Συνεχίζουμε την τμηματική δημοσίευση της μελέτης της κας Νίκης Νικολάου για τη σχέση μεταξύ της χριστιανικής ανθρωπολογίας και της σύγχρονης Βιοηθικής (προηγούμενη δημοσίευση:http://www.pemptousia.gr/?p=78484) και στο πλαίσιο της εξέτασης των κεντρικών θέσεων της Χριστιανικής Ανθρωπολογίας, πληροφορούμαστε τη βασική χριστιανική διδασκαλία για τη συγκρότηση του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ενότητας.
1.2 Η ψυχοσωματική συγκρότηση του ανθρώπου
      Βασιζόμενοι στην ακόλουθη βιβλική διήγηση: «καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»[21], παρατηρούμε ότι αποκαλύπτονται τα δύο συστατικά στοιχεία του ανθρώπου: η ψυχή και το σώμα. Το σώμα αποτελεί το υλικό στοιχείο και χαρακτηριστικά του είναι η φθαρτότητα και η θνητότητα, ενώ η ψυχή αποτελεί το πνευματικό στοιχείο και είναι άφθαρτη και αθάνατη[22].
psyxswmsygr2
      Όσον αφορά στην ψυχή, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αδύνατο να δοθεί ορισμός της, γιατί «κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται στην έννοια της ακαταληψίας»[23], δηλαδή εξακολουθεί να αποτελεί μυστήριο. Η λογική ψυχή, αποτελεί ιδιαίτερο στοιχείο και είναι το μοναδικό στοιχείο που διακρίνει τον άνθρωπο από την υπόλοιπη κτίση. Η ψυχή μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από τις ενέργειες[24]. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσσης, η ύπαρξη κάθε ανθρώπου υπάρχει στη σκέψη του Θεού και ο Θεός είναι μέτοχος στη γένεση της κάθε ψυχής[25]. Συνεχίζει ο Καππαδόκης θεολόγος, διευκρινίζοντας ότι η ψυχή είναι: «οὐσία γεννητὴ, οὐσία ζῶσα, νοερὰ, σώματι ὀργανικῷ καὶ αἰσθητικῷ, δύναμιν ζωτικὴν καὶ τῶν αἰσθητῶν ἀντιληπτικὴν δι᾿ ἑαυτῆς ἐνιοῦσα, ἕως ἂν ἡ δεκτικὴ τούτων συνέστηκε φύσις»[26]. Η ψυχή, λοιπόν, είναι γεννητή, δηλαδή κτιστή.

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ "Διόρθωση καί σωτηρία τοῦ ἀρχιετελώνη Ζακχαῖου (ΙΕ΄ Λουκᾶ)



1. Πρωτύτερα ἐπήραμε ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ περὶ τῆς ἰάσεως τῶν λεπρῶν καὶ τυφλῶν κατὰ τὸ σῶμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ὁμιλία πρὸς τὴν ἀγάπη σας. Σήμερα θέμα θὰ ἔχωμε τὸν κατὰ τὴν ψυχὴ τυφλὸ Ζακχαῖο πού κατοικοῦσε στὴν Ἱεριχῶ καὶ τὴν ἀναβλεψὶ του κατ' αὐτήν.

Εἶναι δὲ μεγάλο τὸ σχετικὸ μὲ αὐτὸν θαῦμα καὶ ὄχι μικρότερο ἀπὸ τὰ σχετικὰ μ' ἐκείνους. Διότι καὶ αὐτὸς εἶχε σκοτεινούς τους ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς, ὅπως ὁ τυφλὸς ἐκεῖνος εἶχε σκοτεινούς τους ὀφθαλμοὺς τῆς ἔξω ἀπὸ τὸ πρόσωπο μορφῆς· ἀφοῦ οὔτε αὐτὸς δὲν μποροῦσε κατὰ τὴ διὴγησι νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀπαλλάχθηκε δὲ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ νοῦ μὲ μόνο τὸ λόγο ἐκείνου πού καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου μὲ μόνο τὸ λόγο συνέστησε τὸ φῶς καὶ κατηύγασε ὅλη τὴν αἰσθητὴ κτίσι. Ὅπως δηλαδὴ τότε, πρὶν νὰ εἰπῆ ὁ Θεός, «ἂς γίνη φῶς, κι' ἔγινε φῶς», ὑπῆρχε σκότος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο, ἔτσι καὶ τώρα, πρὶν νὰ εἰπῆ πρὸς τὸν Ζακχαῖο ὅτι «σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκο σου», τὸ δεινὸ σκότος τῆς φιλαργυρίας ἦταν καθισμένο ἐπάνω στὴν ψυχὴ τούτου, ἐνῶ ἡ διάνοιά του ἦταν ὁπωσδήποτε παραχωμένη μαζὶ μὲ τὸ χρυσὸ σὲ σκοτεινοὺς τόπους, ὅπου θησαυρίζεται ἀπὸ τοὺς φιλαργύρους ὁ χρυσὸς καὶ ἄργυρος.


2. Ἂς ἰδοῦμε λοιπὸν τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν κατὰ τὴ διήγησι. «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχώ. Ποιὸν ἐκεῖνο καιρό; Ὅταν ἐκαθάρισε τοὺς λεπρούς, ὅταν ἐφώτισε τοὺς τυφλούς, ὅταν διὰ τῆς σχετικὰ πρὸς αὐτοὺς φήμης μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους προσείλκυσε καὶ τὸν Ζακχαῖο πρὸς τὸν πόθο τῆς θέας του. «Ἀφοῦ λοιπὸν εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ»• ὄχι δὲ μόνο τὴν Ἱεριχώ, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἰουδαία διερχόταν ὁ Κύριος, καὶ τὴ Γαλιλαία καὶ γενικῶς τὴ γῆ. Διότι δὲν ἦλθε ἐδῶ γιὰ νὰ παραμείνη σωματικῶς, ἂν καὶ ἔλαβε τὸ σῶμα σὰν τὸ δικό μας ὑπὲρ ἠμῶν, ὅπως εὐδόκησε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διέλθη κι' ἀνεβῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀπὸ ὅπου κατῆλθε, ἀνεβάζοντας μαζὶ καὶ τὸ δικό μας φύραμα καὶ τοποθετώντας τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία• ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς διδασκαλίας διερχόταν περιοδεύοντας ὅλο τὸν τόπο τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως δηλαδὴ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας συνήγαγε σ' ἕνα δίσκο ὅλο τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ἔκαμε βασιλέα της τὸν ἥλιο, δὲν τὸν ἄφησε δὲ νὰ στέκεται, ἀλλὰ τὸν ἔκαμε νὰ περιπολῆ• ἔτσι, συνάπτοντας τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος μὲ τὸ σῶμα καὶ παρουσιάζοντας τὸν ἑαυτὸ τοῦ βασιλέα τοῦ παντὸς πραγματικὰ ἐπίγειο καὶ ἐπουράνιο, ὁρατὸ καὶ ἀόρατο, ἀρκτὸ καὶ ἀΐδιο, δὲν ἐδέχθηκε νὰ κάθεται ἐπάνω σ' ἕνα τόπο, ἀλλ' εὐδόκησε νὰ περιέρχεται ἕως ὅτου ἀπεργασθῆ σωτηρία μόνιμη καὶ ἀδιάκοπη στὸ μέσο τῆς γῆς, καθὼς προανήγγειλε ὁ Δαβὶδ λέγοντας, «ὁ Θεὸς ὁ πρὸ αἰώνων βασιλεύς μας, ἀπεργάσθηκε σωτηρία στὸ μέσο τῆς γῆς»• διότι αὐτὴν τὴν σωτηρία ἐπετέλεσε ὁ Κύριος περιερχόμενος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἥλιος δὲν περιπολεῖ γενικῶς ὅλον τὸν οὐρανό, ἀλλὰ τὸ μεσαῖο μέρος τοῦ ζωοδιακοῦ πόλου, ἔτσι λοιπὸν καὶ «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» Χριστός, περιερχόμενος σὲ ὅση ἔκτασι ἐχρειαζόταν τὸ μέσο τῆς κατοικουμένης ἀπὸ τὰ ζῶα, διερχόταν τὰ μέρη του, κι' ἔτσι ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ.