Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ "Διόρθωση καί σωτηρία τοῦ ἀρχιετελώνη Ζακχαῖου (ΙΕ΄ Λουκᾶ)



1. Πρωτύτερα ἐπήραμε ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ περὶ τῆς ἰάσεως τῶν λεπρῶν καὶ τυφλῶν κατὰ τὸ σῶμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ὁμιλία πρὸς τὴν ἀγάπη σας. Σήμερα θέμα θὰ ἔχωμε τὸν κατὰ τὴν ψυχὴ τυφλὸ Ζακχαῖο πού κατοικοῦσε στὴν Ἱεριχῶ καὶ τὴν ἀναβλεψὶ του κατ' αὐτήν.

Εἶναι δὲ μεγάλο τὸ σχετικὸ μὲ αὐτὸν θαῦμα καὶ ὄχι μικρότερο ἀπὸ τὰ σχετικὰ μ' ἐκείνους. Διότι καὶ αὐτὸς εἶχε σκοτεινούς τους ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς, ὅπως ὁ τυφλὸς ἐκεῖνος εἶχε σκοτεινούς τους ὀφθαλμοὺς τῆς ἔξω ἀπὸ τὸ πρόσωπο μορφῆς· ἀφοῦ οὔτε αὐτὸς δὲν μποροῦσε κατὰ τὴ διὴγησι νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀπαλλάχθηκε δὲ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ νοῦ μὲ μόνο τὸ λόγο ἐκείνου πού καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου μὲ μόνο τὸ λόγο συνέστησε τὸ φῶς καὶ κατηύγασε ὅλη τὴν αἰσθητὴ κτίσι. Ὅπως δηλαδὴ τότε, πρὶν νὰ εἰπῆ ὁ Θεός, «ἂς γίνη φῶς, κι' ἔγινε φῶς», ὑπῆρχε σκότος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο, ἔτσι καὶ τώρα, πρὶν νὰ εἰπῆ πρὸς τὸν Ζακχαῖο ὅτι «σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκο σου», τὸ δεινὸ σκότος τῆς φιλαργυρίας ἦταν καθισμένο ἐπάνω στὴν ψυχὴ τούτου, ἐνῶ ἡ διάνοιά του ἦταν ὁπωσδήποτε παραχωμένη μαζὶ μὲ τὸ χρυσὸ σὲ σκοτεινοὺς τόπους, ὅπου θησαυρίζεται ἀπὸ τοὺς φιλαργύρους ὁ χρυσὸς καὶ ἄργυρος.


2. Ἂς ἰδοῦμε λοιπὸν τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν κατὰ τὴ διήγησι. «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχώ. Ποιὸν ἐκεῖνο καιρό; Ὅταν ἐκαθάρισε τοὺς λεπρούς, ὅταν ἐφώτισε τοὺς τυφλούς, ὅταν διὰ τῆς σχετικὰ πρὸς αὐτοὺς φήμης μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους προσείλκυσε καὶ τὸν Ζακχαῖο πρὸς τὸν πόθο τῆς θέας του. «Ἀφοῦ λοιπὸν εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ»• ὄχι δὲ μόνο τὴν Ἱεριχώ, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἰουδαία διερχόταν ὁ Κύριος, καὶ τὴ Γαλιλαία καὶ γενικῶς τὴ γῆ. Διότι δὲν ἦλθε ἐδῶ γιὰ νὰ παραμείνη σωματικῶς, ἂν καὶ ἔλαβε τὸ σῶμα σὰν τὸ δικό μας ὑπὲρ ἠμῶν, ὅπως εὐδόκησε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διέλθη κι' ἀνεβῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀπὸ ὅπου κατῆλθε, ἀνεβάζοντας μαζὶ καὶ τὸ δικό μας φύραμα καὶ τοποθετώντας τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία• ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς διδασκαλίας διερχόταν περιοδεύοντας ὅλο τὸν τόπο τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως δηλαδὴ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας συνήγαγε σ' ἕνα δίσκο ὅλο τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ἔκαμε βασιλέα της τὸν ἥλιο, δὲν τὸν ἄφησε δὲ νὰ στέκεται, ἀλλὰ τὸν ἔκαμε νὰ περιπολῆ• ἔτσι, συνάπτοντας τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος μὲ τὸ σῶμα καὶ παρουσιάζοντας τὸν ἑαυτὸ τοῦ βασιλέα τοῦ παντὸς πραγματικὰ ἐπίγειο καὶ ἐπουράνιο, ὁρατὸ καὶ ἀόρατο, ἀρκτὸ καὶ ἀΐδιο, δὲν ἐδέχθηκε νὰ κάθεται ἐπάνω σ' ἕνα τόπο, ἀλλ' εὐδόκησε νὰ περιέρχεται ἕως ὅτου ἀπεργασθῆ σωτηρία μόνιμη καὶ ἀδιάκοπη στὸ μέσο τῆς γῆς, καθὼς προανήγγειλε ὁ Δαβὶδ λέγοντας, «ὁ Θεὸς ὁ πρὸ αἰώνων βασιλεύς μας, ἀπεργάσθηκε σωτηρία στὸ μέσο τῆς γῆς»• διότι αὐτὴν τὴν σωτηρία ἐπετέλεσε ὁ Κύριος περιερχόμενος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἥλιος δὲν περιπολεῖ γενικῶς ὅλον τὸν οὐρανό, ἀλλὰ τὸ μεσαῖο μέρος τοῦ ζωοδιακοῦ πόλου, ἔτσι λοιπὸν καὶ «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» Χριστός, περιερχόμενος σὲ ὅση ἔκτασι ἐχρειαζόταν τὸ μέσο τῆς κατοικουμένης ἀπὸ τὰ ζῶα, διερχόταν τὰ μέρη του, κι' ἔτσι ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ Κ.ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗ



                  Η νεωτερική αγία τριάδα
βλέπουμε καί τό άγιο φώς!
γιά επιβεβαίωση

Στήν ημερίδα γιά τήν μετάφραση τών λειτουργικών κειμένων πού έγινε στό Βόλο, ο κ.Καλαϊτζίδης τής ακαδημίας Βόλου, ανακοίνωσε τήν νέα αποκάλυψη :

«Τό υποκείμενο είναι ο νέος άνθρωπος. Δέν υπάρχει πλέον στόν πολιτισμό παλαιός άνθρωπος».

Αυτό είναι τό θεμέλιο τού οικουμενισμού. Αυτός ο μεγάλος «θεολόγος» μάς λέει δηλ. ότι η οικονομία τής Σωτηρίας, η Γέννηση, ο Σταυρός καί η Ανάσταση τού Κυρίου, σκοπό είχαν τήν δημιουργία τού υποκειμένου, κάτι τό οποίο πέτυχε πρώτος ο Αυγουστίνος, καί ο δυτικός πολιτισμός πού στηρίχτηκε στήν επιτυχία του.

Αυτό είναι το νεότερο ευαγγέλιο τό οποίο εξελίσσει τά προηγούμενα τέσσερα.

Ένα μεγάλο μπράβο στόν νέο ευαγγελιστή καί απόστολο κ.Καλαϊτζίδη.

Αμέθυστος

Π. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ- ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ


 


           Αγ. Ελεούσα, Κλεισούρα Αιτωλοακαρνανίας
Η θεραπεία της ψυχής του ανθρώπου είναι η κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η Εκκλησία πάντοτε θεράπευε τον χώρο της ψυχής. Είχε διαπιστώσει, από την Εβραϊκή παράδοσι και από τον ίδιο τον Χριστό και τους Αποστόλους ότι στον χώρο της φυσικής καρδιάς λειτουργεί κάτι, που οι Πατέρες ωνόμασαν «νουν».

Πήρανε δηλαδή τον παραδοσιακόν «νουν», που σημαίνει διάνοια και λόγος, και κάνανε μία διαφοροποίησι. Ωνόμασαν νουν αυτήν την νοερά ενέργεια, η οποία λειτουργεί στην καρδιά του υγιούς ψυχικά ανθρώπου. Δεν γνωρίζομε πότε έγινε αυτή η διαφοροποίησις, διότι συμβαίνει επίσης μερικοί Πατέρες να ονομάζουν με την ίδια λέξι, νουν, και την λογική, αλλά και την νοερά ενέργεια, όταν αυτή κατεβαίνη και λειτουργή στον χώρο της καρδιάς


Οπότε εξ αυτής της απόψεως η νοερά ενέργεια είναι μία και μόνη ενέργεια της ψυχής, η οποία στον μεν εγκέφαλο λειτουργεί ως λογική, η ίδια όμως λειτουργεί συγχρόνως και στην καρδιά ως νους. Δηλαδή το ίδιο όργανο, ο νους, προσεύχεται αδιάλειπτα στην καρδιά, σε όσους εννοείται έχουν αδειάλειπτη καρδιακή προσευχή, και συγχρόνως σκέπτεται π.χ. μαθηματικά προβλήματα και ο,τιδήποτε άλλο, στον εγκέφαλο.

Πρέπει να πούμε ότι αυτό που ο Απόστολος Παύλος ονομάζει νουν ταυτίζεται με αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν διάνοια. Είναι μια διαφορά στην ορολογία. Όταν ο Απόστολος Παύλος λέγη «προσεύξομαι τω πνεύματι»(A'Κορ. 14, 5), εννοεί αυτό που λένε οι Πατέρες «προσεύξομαι τω νοΐ». Και, όταν λέγη «προσεύξομαι τω νοΐ», εννοεί «προσεύξομαι τη διανοία». Το όνομα «νους» των Πατέρων δεν είναι ο «νους» του αποστόλου Παύλου, αλλά είναι το πνεύμα του αποστόλου Παύλου. Όταν λέγη προσεύξομαι τω νοΐ, προσεύξομαι τω πνεύματι ή ψαλλώ τω νοΐ, ψαλλώ τω πνεύματι, και όταν λέγη το Πνεύμα του Θεού συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών, με την λέξη πνεύμα εννοεί αυτό που λένε οι Πατέρες νουν. Και με την λέξη νους εννοεί την διάνοια, την λογική.

ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ- ΔΟΓΜΑ


Κατά Ζηζιούλα. 

Το ομοούσιον
Πρίν εισέλθει στην θεολογία είχε την ίδια σημασία με το ομογενές, δηλ. με κάτι που ανήκει στο ίδιο γένος. Χρησιμοποιούμενο για τους ανθρώπους και τα πράγματα, ο Μ. Βασίλειος τού αποδίδει την εξής σημασία (Κατα Ευνομίου 2,19): Οι άνθρωποι ξεπερνούν στην ικανότητα τα προιόντα τους, αλλά παρ’όλα αυτά είναι ομοούσιοι με αυτά. Όπως είναι ο κατασκευαστής αμφορέων με την άργιλλο: και οι δύο είναι εξίσου σώματα. Ο Διόδωρος της Ταρσού παρατηρεί πως σύμφωνα με την Φύση του, αυτό που είναι θνητό γεννά πράγματα θνητά, και ένα σώμα παράγει πράγματα ομοούσια μ’αυτό. Σ’αυτή την τάξη των ιδεών η έκφραση "οι ομοούσιοι" χρησιμοποιείται με την έννοια «οι όμοιοί μας, οι άλλοι άνθρωποι». Π.χ. πληγώθηκα βλέποντας τους ομοουσίους μου και ομογενείς να πέφτουν στην άβυσσο της κακίας.
Στην θεολογία αρχίζει να εμφανίζεται με τον Ωριγένη, ο οποίος δέχεται πως ορισμένες αναλογίες αποδεικνύουν ότι υπάρχει μία κοινωνία ουσίας του Υιού με τον Πατέρα. Διότι μία απορροή είναι ομοούσιος, δηλ. μίας μοναδικής ουσίας με το σώμα, του οποίου αποτελεί την απορροή ή τον ατμό. Στον Διονύσιο της Αλεξάνδρειας, παρότι ομολογεί πως δεν βρήκε τον όρο σε καμμία σελίδα της Βίβλου, τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί για να δείξη την σχέση Πατρός και Υιού, συμφωνούσαν με την σημασία του όρου. Έτσι ένα φυτό γεννημένο από έναν σπόρο ή από μία ρίζα, είναι διαφορετικό μεν από αυτό απ' το οποίο γεννιέται, αλλά παρ’όλα αυτά, είναι ταυτοχρόνως και τελείως ομοφυές μ’αυτό. 

Έτσι λοιπόν και στην αυγή της θεολογίας ο όρος χρησιμοποιείται με την εθνική του σημασία και θέλει να τονίσει πως αυτό που είναι ο Πατήρ, αυτό είναι και ο Υιός. Παρ’όλα αυτά, οι συγγραφείς που τον χρησιμοποιούν δεν αναφέρονται και στην ενότητά τους. Ένα σοβαρό πρόβλημα, που προέκυψε μόνον μέσα από τα έργα του Παύλου του Σαμοσατέως. 

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΟΛΟΓΟ.

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΡΤΖΕΛΟΣ Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟ ΝΕΟ ΘΕΟΛΟΓΟ*


Εισαγωγή
         
  Το να επιχειρήσει κανείς να παρουσιάσει μέσα στα στενά όρια μιας εισηγήσεως τη διδασκαλία του αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου για τη θέα του Θεού, συνιστά ένα όχι και τόσο εύκολο εγχείρημα, γιατί θα πρέπει να προβεί σε μια συστηματική και ευσύνοπτη έκθεση μιας διδασκαλίας που είναι διάσπαρτη και διαποτίζει πληθωρικά και επίμονα όλα ανεξαιρέτως τα έργα του[1]. Τα όσα λέει ο άγ. Συμεών για τη θέα του Θεού δεν συνιστούν μια ξεχωριστή και συστηματικά διατυπωμένη θεωρητική διδασκαλία, αλλά απηχούν και εκφράζουν τη δική του προσωπική εμπειρία που προσδιορίζει και σφραγίζει καθοριστικά όλες τις επιμέρους πτυχές της θεολογικής διδασκαλίας του. Καμιά επιμέρους διδασκαλία του δεν αναπτύσσεται ούτε γίνεται κατανοητή ανεξάρτητα από την εμπειρία της θέας του Θεού.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ήδη από την αρχή ότι η θέα του Θεού δεν είναι για τον άγ. Συμεών απλώς ένα εσχατολογικό γεγονός τοποθετημένο έξω από τα όρια της ιστορίας, αλλά βιώνεται ήδη στο ιστορικό παρόν ως πρόγευση και αρραβώνας της θεοπτικής εμπειρίας των εσχάτων[2]. Με την έννοια αυτή η θέα του Θεού για τον άγ. Συμεών, όπως και για την προγενέστερη πατερική παράδοση, που εκφράζεται από το Διονύσιο Αρεοπαγίτη, το Μάξιμο Ομολογητή και τον Ιωάννη Δαμασκηνό[3], δεν είναι καρπός νοησιαρχικών αναζητήσεων ή συναισθηματικών φαντασιώσεων, αλλά δωρεά και χάρις του Αγ. Πνεύματος, που συνίσταται, όπως ιδιαίτερα τονίζεται από το Συμεών, στη μυστική εμπειρία του θείου φωτός εκ μέρους εκείνων που έχουν καθαρμένα και φωτισμένα τα πνευματικά τους αισθητήρια.
Έχοντας επανειλημμένα την εμπειρία αυτή ο άγ. Συμεών αντιμετωπίζει όλα τα θεολογικά, πνευματικά και εκκλησιαστικά ζητήματα της εποχής του όχι στοχαστικά και διαλεκτικά, αλλά υπό το πρίσμα και το φως αυτής της εμπειρίας. Αυτή και μόνο αποτελεί την καρδιά και τον πυρήνα της θεολογικής σκέψης του. Η εμπειρία της θέας του Θεού ή του θείου φωτός γίνεται γι’ αυτόν ο άξονας, γύρω από τον οποίο συνυφαίνεται μέσα στα πλαίσια της ορθόδοξης παράδοσης ολόκληρη η θεολογία του. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δεν υπογραμμίζει μόνο τον εμπειρικό χαρακτήρα της θεολογίας του Συμεών, αλλά αναδεικνύει ταυτόχρονα και το λειτουργικό της δέσιμο με την πνευματική εμπειρία και ζωή της Εκκλησίας, δηλ. με την ορθόδοξη πνευματικότητα.
Τρία είναι κατά βάση τα κομβικά σημεία, γύρω από τα οποία ο Συμεών αναπτύσσει τη διδασκαλία του για τη θέα του Θεού: α) Το δυνατό της θέας του Θεού, β) Οι προϋποθέσεις της θέας του Θεού και γ) Η εμπειρία και οι καρποί της θέας του Θεού.
Ας έλθουμε όμως στην εξέταση των σημείων αυτών με αναλυτικό αλλά και ευσύνοπτο ταυτόχρονα τρόπο.

Περί θείας ενώσεως και διακρίσεως - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (8)


ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ Η ΘΕΙΑ ΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ
Και ότι ως προς τον Θεόν διδαχθήκαμε ότι υπάρχει διάκρισις, όχι μόνον κατά τις υποστάσεις, αλλά και κατά τις κοινές προόδους και ενέργειες, και ότι παραλάβαμε να φρονούμε αυτόν άκτιστον τόσο κατά την ένωσιν όσον και κατά την διάκρισιν, έστω και αν τούτο δεν αρέσει στον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο.


 

33.  Εάν δε απορεί κανείς, αφού ο θεοφάντωρ αυτός τόσο ζήλον έδειξε στην αρχή να διδάξει περί της διακρίσεως τούτης, για ποιον λόγον οι μετ' αυτόν θεολόγοι δεν κάμνουν πολύν λόγον περί αυτής, είναι εύκολο να δείξουμε ότι και εκείνοι σε πολλά σημεία των έργων τους θεολογούν σε συμφωνία με τούτον, υποδείξαμε δε ιδιαιτέρως διά των πολλών συγγραμμάτων ημών κατά του Βαρλαάμ και των οπαδών του ότι είναι μανιακοί εναντίον της θείας ταύτης διακρίσεως.

Μικρή έρευνα στο δοκίμιο του «Προλεγόμενα στη θεολογία των ακτίστων ενεργειών»

 

Κατά Γιαγκάζογλου-επανάληψη

ΚΑΤΑ  ΖΗΖΙΟΥΛΑ
 
Εκδοθέν από τις εκδόσεις ΤΕΡΤΙΟΣ, το 1992
Το βιβλιαράκι αυτό έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από τον όγκο του, για την κακοδοξία του κ.Ζηζιούλα. Ο ίδιος μάς πληροφόρησε, πως ευτυχώς που ο κ.Γιαγκάζογλου μάς διευκρίνισε τί ήθελε να πεί ο Άγιος Γρηγόριος (Παλαμάς), κάτι που δεν έχει γίνει με τον Άγιο Συμεών τον Ν.Θεολόγο. Ευτυχώς δηλ. που προσάρμοσε τον Άγιο Γρηγόριο στην θεολογία του Ζηζιούλα, κάτι που δεν μπορεί να γίνει ακόμη με την θεολογία του Αγίου Συμεώνος.
Αυτό σημαίνει λοιπόν πως το βιβλιαράκι αυτό κακοποιεί την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου, και αυτό ακριβώς θα προσπαθήσουμε νά δείξουμε. Θά ξεκινήσουμε παραθέτοντας τα κατάλληλα χωρία από τούς λόγους του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και του Γρηγορίου του Θεολόγου, για να φανούν καθαρά οι παραποιήσεις που επιβλήθηκαν και έγιναν καθεστώς στην σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία!
Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος ΚΘ’.
Παρ.9. Εις τον Θεόν όμως συμπίπτει η ύπαρξις με την γέννησιν και μάλιστα είναι άνευ αρχής.
Παρ.11. Το αγέννητον δεν είναι αυτό που εκφράζει την ουσίαν, ούτε το αγέννητον σημαίνει αυτό που υπάρχει.
Παρ.12. Ότι δεν ταυτίζεται το αγέννητον με τον Θεόν, θα το καταλάβης και από το εξής: αν ήτο το ίδιον, έπρεπε οπωσδήποτε, επειδή ο Θεός είναι Θεός μερικών, να είναι μερικών και το αγέννητον. 
Μπορούμε λοιπόν ήδη με αυτά τα λίγα να αναφερθούμε σε μιά γιγάντια παρερμηνεία, που είναι και το κλειδί της προσαρμογής τής μίας θεολογίας στην άλλη!
Στην σ.58 του βιβλίου του κ.Γιαγκάζογλου, βρίσκουμε ένα απόσπασμα του Γρηγορίου από τον ΚΘ’ Λόγο του (3ο Θεολογικό) και την 6η παράγραφο, το οποίο και παρουσιάζουμε ολόκληρο: «Τί σημαίνει όμως εκείνο το φιλόνικο και αναίσχυντο που λέγουν; Με την θέλησίν του εγέννησε τον Υιόν ή χωρίς να θέλη; Και φαντάζονται έπειτα ότι μας έχουν δεμένους και από τις δύο εκδοχές! 
Διότι αν εγέννησε τον Υιόν χωρίς να θέλη, λέγουν, έχει αναγκασθεί. Αλλά ποιός τον έχει αναγκάσει; Εάν πάλι ο Πατήρ εγέννησε τον Υιόν με την θέλησίν του, τότε ο Υιός είναι καρπός της θελήσεως. Και φαντάζονται μία νεοφανή μητέρα, την θέλησιν. Ένα είναι το χαρίεν σ’αυτό το επιχείρημα. Ότι αποφεύγουν να δεχθούν πάθος Θεού και καταφεύγουν στην βούληση. Ου γαρ πάθος η βούλησις». Αναιρώντας τα επιχειρήματα, ο Άγιος τούς ελέγχει: «Σύ επλάσθης με την θέλησιν του Πατρός σου ή χωρίς την θέλησίν  του; Αν μεν χωρίς την θέλησίν του, έχει αναγκασθεί, τί αγριότης. Και ποιός τον εξανάγκασε; Δεν θα το αποδώσουμε στην Φύση, αφού εκείνη έχει και σωφροσύνη. Εάν δε επλάσθης με την θέλησιν του Πατρός, έχασες τον Πατέρα σου, διότι είσαι υιός τής θελήσεως και όχι του Πατρός.
Ας χρησιμοποιήσουμε, λέει, την δική σου σοφία στα κτίσματα! Ο Θεός με την θέλησίν Του δημιούργησε τα πάντα ή επειδή επιέσθη; Εάν μεν επιέσθη, έχουμε και εδώ την τυραννία και τον Τύραννο. Εάν όμως έγιναν τα κτίσματα με την θέλησίν του, τότε και αυτά έχασαν τον Θεό. Και περισσότερο από αυτά εσύ, που εφευρίσκεις τέτοια σοφίσματα! Διότι αν δεν είμεθα μεθυσμένοι, μπορούμε να διακρίνουμε τον θέλοντα και την θέληση, τον γεννώντα και την γέννηση, τον λέγοντα και τον λόγον. Τα πρώτα δείχνουν αυτόν που ενεργεί, τα δεύτερα τρόπον τινά την ενέργειαν. Επομένως το θέλημα δεν είναι δημιούργημα της θελήσεως, διότι δεν επακολουθεί οπωσδήποτε κ.ο.κ. Είναι καρπός του προσώπου που θέλει ή γεννά ή λαλεί. 
Ανώτερα όμως από όλα αυτά είναι τα του Θεού (μέχρι τώρα μιλούσε για τον άνθρωπο), στον οποίον η γέννησις είναι το ίδιο με την θέλησιν να γεννήση, διότι δεν υπάρχει ενδιάμεσον μεταξύ αυτών».
Και συνεχίζει στην επόμενη παράγραφο : "Θέλεις τώρα κάπως να αστειευθώ και με τον Πατέρα, όπως μου δίνεις το δικαίωμα: Βούλει τι προσπαίξω και τον Πατέρα;"
Αυτή η λέξη, προσπαίξω, είναι η ταφόπλακα των αιρετικών. Διότι δεν καταλαβαίνουν το αστείο, δεν παίζουν, τα παίρνουν όλα κατά γράμμα, είναι σοβαροφανείς! Σαν τους ταγούς που δεν χαμογελούν μιμούμενοι τον Χριστό, μπρος στην ανθρώπινη τραγωδία. 
Και τί συμπεραίνει ο Γιαγκάζογλου;
Σελ.59: «Καθώς θα διαπιστώσουμε στις επόμενες σελίδες, η τελευταία αυτή διάκριση μεταξύ θέλοντος και θελήσεως, προσώπου και ενεργείας, δεν είναι αποφασιστική μόνο για τις υπαρκτικές σχέσεις ελευθερίας του Υιού και του Πνεύματος πρός τον Πατέρα, αλλά επίσης και κατ’επέκταση για τον χαρακτήρα των ίδιων των θείων ενεργειών, ιδιαιτέρως στην θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά». 
Στην δε σελίδα 98 η πλάνη ολοκληρώνεται : «Ο ενυπόστατος χαρακτήρας των ακτίστων ενεργειών συνιστά το κλειδί για την κατανόηση της Παλαμικής αλλά και σύνολης της ησυχαστικής θεολογίας». Και ολοκληρώνει την πραγματεία του, παραδίδοντας όλη την θεότητα στην Μοναρχία του Πατρός, δηλαδή στα χέρια του Ζηζιούλα. 
Σελ. 122: «Η διάκριση ουσίας και ενεργειών στον Παλαμά ερμηνεύεται μονάχα μέσα από τη διάκριση φύσεως και προσώπων, θεμελιώνεται στην περιχώρηση και κοινωνία των ομοουσίων υποστάσεων, που περιέχοντας την θεία ουσία, εκφαίνουν ελεύθερα και προσωπικά τον ενεργειακό της δυναμισμό. Οι άκτιστες ενέργειες στον Θεό δεν είναι απρόσωπες αλλά προσωπικές των υποστάσεων ως ενυπόστατες, και όχι ως αυθυπόστατες. Ο ενυπόστατος αυτός χαρακτήρας των ενεργειών επιτρέπει την προσωπική κοινωνία κτιστού και ακτίστου». 
Θα γίνουν όλα περισσότερο κατανοητά στην συνέχεια, με την βοήθεια του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά! Θα γίνει επίσης κατανοητή και η καταστροφή που επιφέρει στην Σωτηρία μας, η κατάργηση της ουσίας του Θεού, εκ μέρους της νεοφανούς θεολογίας Ζηζιούλα και Γιανναρά!
Γρ. Παλαμά λοιπόν, Περί θείων ενεργειών, παρ. 10,31! «Προσέτι εκ της ουσίας προέρχεται η ενέργεια, αλλ’ όχι εκ της ενεργείας η ουσία. Και η μια μεν είναι αιτία, η δε άλλη αιτιατή, η μια αυθυπόστατος, η δε άλλη καθ' εαυτήν ανυπόστατος. Διότι όλες οι ενέργειες είναι γύρω από την υπερουσιότητα εκείνη. Ό,τι λέγεται περί Θεού, λέει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, είτε από ανθρωπίνην  συνήθειαν είτε από την Άγιαν Γραφήν, υποδηλώνει κάτι γύρω από αυτήν την υπερουσιότητα. Κατ’ουσίαν μεν ο Θέος είναι αμέθεκτος, κατά δε την Θεοποιόν  Χάριν και ενέργειαν, η οποία και δόξα θεού καλείται, και μετέχεται και βλέπεται από τους αξίους».
Και στην παρ. 21, κάνει την διάκριση που τόσο απαραίτητη είναι σήμερα πλέον: «Ο πολύς εις τα θεία Δαμασκηνός λέγει: καλείται και η ενέργεια ενέργημα και το ενέργημα ενέργεια. Πρέπει δε να γνωρίζομεν ότι άλλο είναι η ενέργεια και άλλο το ενεργητικόν. Ενέργεια δηλ. είναι η δραστική και ουσιώδες κίνησις της φύσεως, ενεργητικόν δε η φύσις από την οποίαν προέρχεται η ενέργεια. Άλλο λοιπόν είναι ουσία και ενέργεια και έτερον ουσία και Φύσις, και είναι αδύνατον να υπάρχη άμοιρος φυσικής ενεργείας ουσία. Διότι η δηλωτική εκάστης ουσίας δύναμις και κίνησης είναι φυσική ενέργεια, την οποίαν στερείται μόνον το μη όν».
Και ερευνώντας με προσοχή το Περί ενώσεως και διακρίσεως του Αγίου, μπορούμε να πιστοποιήσουμε την μεγάλη απάτη.

Αμέσως–αμέσως συναντούμε τον μεγάλο νόμο της Ορθοδόξου Θεολογίας: Παρ.5. "Τα θεία και ενώνονται και διακρίνονται, και όλες οι διακρίσεις είναι αντίστοιχες με τις ενώσεις του Θεού και παραμένουν άκτιστοι, εφ' όσον και οι ενώσεις είναι άκτιστοι. Και είναι αδύνατον να ονομάσουμε κάποια από τις διακρίσεις κτιστή, για να μην υποβιβάσουμε σε κτίσμα και την αντίστοιχό της ένωση". 
Παρ.18: "Οι Πατέρες ονομάζουν ένωσιν την εντελώς ακατάληπτον εις ημάς Ίδρυσιν και μονήν του Θεού εν εαυτώ, αυτό τούτο το να παραμένη ο Θεός εν εαυτώ και να μην προχωρή καθόλου προς φανέρωσιν και να μην κινείται κατ’ουσίαν. Έτσι, ενώ ονόμασαν διακρίσεις τις θεοπρεπείς προόδους και φανερώσεις, οι πατέρες διάκρισιν επωνόμασαν την κίνησιν του Θεού πρς φανέρωσιν". (ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ)
Παρ. 20: "Είς τον έναν τρισυπόστατον Θεόν ανήκει η θέσις των πάντων και το υπέρ πάσαν θέσιν. Τας μεν θέσεις κατέχει όλον αυτό το οποίον είναι περιεκτικώτατον τούτων, η αγαθότητος, διότι παν ό,τι υπάρχει καλόν, είναι ιδικόν της. Παν ό,τι είναι αγαθόν προέρχεται εξ’αυτής. Επομένως ο Θεός, ως δημιουργός και αίτιος τούτων, από αυτάς γινώσκεται και ονομάζεται και κατ’αυτάς θεωρείται εις κάποιαν σχέσιν. Γι’αυτό ονομάζονται και αιτιολογικά: το αγαθόν, το όν, το ζωογόνον, το σοφόν κ.τ.λ.
Κατα την ουσίαν όμως ο Θεός είναι υπερβατικός (υπερεξηρημένος και απολελυμένος) εν σχέσει προς τα πάντα και απρόσιτος, και υπερέχει και των τοιούτων σχέσεων. Είναι λοιπόν κατ’ουσίαν υπέρ πάσαν σχέσιν και μέθεξιν , υπέρ αυτήν ταύτην την αρχήν, ως υπερεξηρημένος πάσης σχέσεως.
Οι υπεροχικές αφαιρέσεις λοιπόν μαζί με τις θέσεις της Θεότητος, όλες και ενωμένως, έχουν περιεκτικώτατον «το όνομα το υπέρ παν όνομα»(Φιλιπ. 2,9). 
Στον ένα τρισυπόστατο Θέο λοιπόν ανήκει η θέσις των πάντων και το υπέρ πάσαν θέσιν και η μεταξύ των υποστάσεων μονή και περιχώρισΙς, ολικώς και μονίμως και ανεκφοιτήτως εχομένων (συνεχομένων) αλλήλων, ωστόσο μία είναι και η ενέργεια των τριών υποστάσεων. Μία δηλαδή είναι η κίνησις του θείου θελήματος, ορμωμένη από προκαταρτικόν αίτιον τον Πατέρα, προχωρούσα δια του Υιού και προβαλλομένη εν τω Αγίω Πνεύματι. Πάσα η κτίσις λοιπόν είναι έν έργον των τριών. Με μίαν και την αυτήν θείαν ενέργειαν.
Επειδή δε η θεότης δεν είναι όνομα της ουσίας του Θεού, αλλά της ενεργείας του, δεχόμεθα μίαν και την αυτήν θεότητα των τριών προσκυνητών προσώπων. Η ενέργεια λοιπόν είναι κίνησις ουσίας, αλλ’όχι ουσία! Κίνησις τίνος; Του Θεού. Επομένως και Θεότης του Θεού".
Ο Βαρλαάμ θεωρούσε την Θεότητα του Θεού κτιστή. Και αναγνώριζε μόνον την Φύσιν του Θεού άκτιστον, αλλά όχι την γύρω από αυτήν ενέργειάν της.
Τί κάνει σήμερα η ομάδα του Ζηζιούλα; Αναγνωρίζει μόνον την Θεότητα του Θεού σαν Θεό, την ενέργειαν του Θεού, και απορρίπτει και αρνείται ακόμη και την ύπαρξιν της Φύσεως του Θέου! Της υπερουσίου ουσίας!    
Όμως στην φύση του Θεού ανήκουν και οι θείες υποστάσεις καί η εις αλλήλας περιχώρησίς των. Η περιχώρησίς των δε, ας το σημειώσουμε, είναι άκτιστος, αλλά δεν είναι ούτε ουσία ούτε κάποια από τις υποστάσεις.
Ουσιώδης ένωσις λοιπόν και υποστατική διάκρισις είναι πράγματα υπεράγνωστα και υπεράρρητα. Αλλά και τα της αμιγούς και ασυγχύτου συμφυΐας. 
Είναι δε εντελώς αμέθεκτα και δια τούτο δεν είναι δυνατόν ούτε υπόδειγμά των να ευρεθή εις την κτίσιν. Και γι’αυτό και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: «Ενεθυμήθην ήλιον και ακτίνα και φώς, αλλά φοβούμαι μη τυχόν τον μεν πατέρα θεωρήσωμεν φορέα της ουσίας, τα δε άλλα δεν τα θεωρήσωμεν υποστάσεις αλλά τα καταστήσωμεν δυνάμεις του Θεού ενυπαρχούσας εις αυτόν χωρίς προσωπικήν υπόστασιν» (Λόγος Θεολογικός 5,31,32).
Παρ. 30: "Αι ουσιώδεις ενέργειαι του Θεού είναι κάτι διαφορετικόν από την ουσίαν. Όπως λοιπόν το μάτι, ακόμη και όταν ο ήλιος δεν υπάρχει, κρατά την δυνατότητα τού να ενωθεί με το Φώς, όπως και η θέρμη του Φωτός δεν εγκαταλείπει όσα ωφελούνται από αυτή, έτσι μόνον οι εγγίσαντες το υπερφυές και θειότατον Φώς δύνανται να μετέχουν ειλικρινώς της θεοποιού χάριτος και δι’αυτής να ενωθούν με τον Θεόν. Όλα δε τα άλλα είναι αποτελέσματα της δημιουργικής ενεργείας, χάριτι μεν εκ μή όντων προηγμένα, δηλονότι δωρεάν, μη φωτισμένα δε δια της χάριτος (κατηγλαϊσμένα), η οποία είναι επώνυμον της λαμπρότητος του Θεού". 
Έτσι λοιπόν η θεολογία του Ζηζιούλα ονομάζει μόνον όσα περιέχονται στο Περί θείων ονομάτων του Αρεοπαγίτη, απορρίπτοντας το υπόλοιπον του Θεού.
Υπάρχει λοιπόν η κοινή άκτιστος ενέργεια των προσώπων της Αγίας Τριάδος και η ενέργεια της Χάριτος του πνεύματος, η οποία δίδεται με μέτρο από τις υποστάσεις του Θεού. Και οι μέν ουσιώνουν, οι δε θεώνουν ή ενώνουν.
Και για να μην πιστεύουμε τις διάφορες ανοησίες που κυκλοφορούν, πως ο Απόστολος Παύλος, στον Τρίτο ουρανό, είδε πάλι το Φώς που τον τύφλωσε στον δρόμο προς την Δαμασκό, ας δούμε τί λέει ο Κάλλιστος Αγγελικούδης, στο Περί ενώσεως με τον Θεό, στον 5ο Τόμο της Φιλοκαλίας, Παρ. 82!
«Ο θεωρητικός βίος με τη  βοήθεια του Ζωοποιού Πνεύματος, γεμίζει μυστικά τον θεωρό από πολλά και θαυμαστά νοητά θεάματα....κάποτε δε κάνει τον νου να σταθεί θαυμαστά στην προσωπική θέα της Τριάδος, ενώ άλλοτε τον απασχολεί έκπληκτο στη Θεωρία του Ιησού και της ένσαρκης οικονομίας Του και των θαυμαστών μυστηρίων που ακολουθούν. Αλλά και τότε, ύστερα απο πολλά και μακάρια θεάματα, δεν τον εγκαταλείπει στη θεωρία αν δεν τον εισαγάγει φωτισμένο και σε αυτούς ακόμα τους κόλπους του Θεού με παράδοξο τρόπο -τί εξαίσια χάρη-, σε μία αληθινή κατάπαυση και ανέκφραστη ανάπαυση και υπερφυσική πνευματική τροφή, για να μην πω μέθη, των αγαθών του Θεού. Στους κόλπους εκείνους τους υπερευλογημένους, που έχουν πολύ βάθος θείων μυστικών και προσεγγίζουν επαρκώς την αίσθηση της υπερουσιότητας του Θεού».
Η αγέλη των Λύκων της ομάδος του Ζηζιούλα, που κατασπάραξε τα πάντα στο διάβα της, μας άφησε και με μισό Θεό, καταργώντας την ουσία. Νομίζουμε ότι το φανερώσαμε με κάποια επάρκεια. Έτσι όπως η ευχαριστιακή εκκλησιολογία απέκοψε την άφεση αμαρτιών, η θεολογία της κοινωνίας και της ετερότητος μάς αφήνει χωρίς θεογνωσία και χωρίς την χάρη που σώζει, αλλά μόνον με τις ενέργειες που ουσιώνουν, ίσως και ούτε με αυτές. Τί να τις κάνει άλλωστε, όταν φωτίζεται από τα έσχατα;
Αμέθυστος