Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Κριτική θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού ΔιαλόγουΤου πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού


Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος
Του πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού
Ο Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) διείδε την κατάληξιν των οικουμενιστικών σχέσεων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ απεμακρύνθη από το Π.Σ.Ε. το 1961. Ο καθ. Ιωάννης Καρμίρης εδήλωσε το 1953: η άνευ όρων συμμετοχή της Ορθοδοξίας εις δογματικά συνέδρια δεν είναι σύμφωνος προς την διδασκαλίαν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής.
Εις την Σχολήν Γονέων Κατερίνης, την 22αν Φεβρουαρίου 2016, ωμίλησαν ο π. Γεώργιος Μεταλληνός και ο Μοναχός π. Αρσένιος Βλιαγκόφτης. Ο μεν πρώτος προέβη εις μίαν κριτικήν θεώρησιν του οικουμενισμού, ενώ ο π. Αρσένιος παρουσίασε προβλήματα της ετοιμαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου με βάσιν τις επιστολές προς την Ιεράν Σύνοδον του Αγίου Ναυπάκτου, του Αγίου Λεμεσού και του Καθηγητού Δ. Τσελεγγίδη. Εις την συνέχειαν δημοσιεύεται το κείμενον του π. Γεωργίου Μεταλληνού.
1. Η τραγωδία του σχίσματος (1054) και η οδυνηρή παράτασή της, ως και οι καταθλιπτικές πολιτικές εξελίξεις στον χώρο της Ανατολής, λειτούργησαν ως προϋπόθεση μιας σειράς διαλογικών προσπαθειών για την αποκατάσταση της ενότητας, με την επιστροφή των αιρετικών – σχισματικών στο ένα και αδιαίρετο εκκλησιαστικό σώμα για την σωτηρία τους: Με τις αιρέσεις και τα σχίσματα το ένα και αδιάτμητο εκκλησιαστικό σώμα, ως σώμα του Ιησού Χριστού, δεν διαιρείται, αλλά -κατά τον ιερό Χρυσόστομο- «το σεσηπός εκκόπτεται». Ο διάλογος ανήκει στην ουσία του αυθεντικού Χριστιανισμού, έχει δε εισαχθεί και εξαγιασθεί από τον ίδιο τον Δημιουργό στον ανθρώπινο βίο. «Δεύτε διαλεχθώμεν» λέγει ο Θεός (Ησ. 1, 18) στο πλάσμα Του. Η λατρεία μας, άλλωστε, είναι ένας συνεχής διάλογος Πλάστου και πλάσματος για την σωτηρία του ανθρώπου, όπως και η «ατομική» προσευχή. Την οδό του διαλόγου με τα αποσχιζόμενα από το Σώμα του Χριστού τέκνα της ακολουθεί η Ορθοδοξία.
Μετά το μεγάλο σχίσμα (1054) και ως τον 15ο αιώνα έγιναν, μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Χριστιανοσύνης – Ορθοδοξίας δηλαδή και Παπισμού – περισσότεροι από 11 διάλογοι, με κορύφωση την Συν­οδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438 -39), που απεδείχθη ψευδοσύνοδος – ουνιτική και αιρετική και γι᾽ αυτό την απέρριψε η Ορθοδοξία, ενώ ο Παπισμός προσπαθεί αιώνες τώρα να την επιβάλει στην Ορθόδοξο Ανατολή.

Οι Χριστιανοί "αδελφοί" - π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ



Ο Χριστιανισμός προϋποθέτει κοινήν ζωήν. Οι χριστιανοί οφείλουν να θεωρούν αλλήλους "αδελφούς" (πράγματι αυτό ήτο εν από τα πρώτα ονόματά των), μέλη μιας κοινότητος, στενώς συνδεδεμένα μεταξύ των. Και δι' αυτό η αδελφική αγάπη πρέπει να αποτελή το πρώτον σημείον καθώς και την πρώτην απόδειξιν της μαρτυρίας αυτής της κοινότητος. Έχομεν το δικαίωμα να είπωμεν: ο Χριστιανισμός είναι κοινότης, εταιρεία, αδελφότης, "κοινωνία", coetus fidelium. Θεωρούμενος ως μία πρώτη προσέγγισις, τοιούτος ορισμός ασφαλώς δύναται να μας βοηθήση πολύ. Αλλ' είναι φανερόν ότι πρέπει να τον προσδιορίσωμεν και χαρακτηρίσωμεν καλλίτερον, διότι αποσιωπά εν καίριον στοιχείον.
Πράγματι, θα διερωτηθή τις εις τι είναι θεμελιωμένη και ερριζωμένη αυτή η ενότης, αυτός ο σύνδεσμος των πολλών ο οποίος πρέπει μάλιστα να είναι τόσον στενός και οργανικός, όσον η ένωσις των μελών του ιδίου σώματος; Ποία είναι η δύναμις, η οποία τους συγκεντρώνει και τους ενώνει μεταξύ των; Είναι μόνον εν κοινωνικόν ένστικτον, μία παρόρμησις αμοιβαίας στοργής ή άλλη τις φυσική έλξις; Η ενότης αυτή βασίζεται απλώς επί της ομοφωνίας, επί της ταυτότητος των απόψεων και πεποιθήσεων, επί ιδεολογικής τινος συμφωνίας; Η χριστιανική Κοινότης, η Εκκλησία, είναι μόνον μία ανθρωπίνη κοινωνία, μία εθελοντική ένωσις των ανθρώπων;    
Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ

Το μήνυμα της διδασκαλίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ



Το μήνυμα της διδασκαλίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗΝ ΜΑΣ
1. Ο Ησυχασμός1 είναι η πεμπτουσία της ορθοδόξου παραδόσεως, ταυτιζόμενος με αυτό που περικλείει και εκφράζει ο όρος ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Έξω από την ησυχαστική παράδοση η Ορθοδοξία είναι ανύπαρκτη και αδιανόητη. Η ησυχαστική πράξη, εξ άλλου, είναι η «λυδία λίθος» για την αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητας. «Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή» -με τις ησυχαστικές πρακτικές- αποκτώνται τα ουράνια χαρίσματα στην ορθοδοξοπατερική παράδοση. Πρέπει δε να αποσαφηνισθεί εξ αρχής, ότι ως ησυχασμός νοείται κυρίως η πορεία προς την θέωση και η εμπειρία της θεώσεως και δευτερευόντως η διερεύνηση και καταγραφή αυτής της πορείας και εμπειρίας, η ακαδημαϊκή δηλαδή νοηματοδότηση του όρου «θεολογία».
Ο Ησυχασμός είναι η βάση και το θεμέλιο των δογματικοθεολογικών αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, ως η αγιοπνευματική πορεία της «καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως» και όχι κάποια διανοητική-στοχαστική-επιστημονική διαδικασία. Γι’ αυτό η γνώση του Θεού ως θέωση είναι υπόθεση όλων, εγγραμμάτων και αγραμμάτων, σοφών και ασόφων και όχι μόνο των φιλοσοφούντων, όπως διετείνετο ο ουνιτίζων Βαρλαάμ ο Καλαβρός (1290-1359), τον 14ο αιώνα. Αυτόν κυρίως αντέκρουσε, ως κύριος εκπρόσωπος και πρόμαχος της Ησυχαστικής παραδόσεως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359)2, ο μεγαλύτερος ορθόδοξος θεολόγος της εποχής του και μέγας Πατήρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ο Άγιος Γρηγόριος σπούδασε Θεολογία στην αληθινή Θεολογική Σχολή της Ορθοδοξίας, κατά τα κεφάλαια 12-14 της Α’ Προς Κορινθίους (δόμηση της Εκκλησίας διά των χαρισμάτων), δηλαδή στον χώρο της ασκήσεως και μετανοίας. Μέσα στο (κοινοβιακό) Μοναστήρι ο Παλαμάς έγινε Θεολόγος. Πηγή της Θεολογίας του δεν ήταν η σχολική, ακαδημαϊκή, έστω και αν κατείχε και αυτήν στο έπακρον, γνώση, αλλά η αγιοπνευματική ζωή. Με αυτή την προϋπόθεση αναδείχθηκε συνεχιστής των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων και γνήσιος Θεολόγος της παραδόσεως. Με βάση δε τα θαύματά του -βεβαίωση της αναδείξεώς του σε «ναόν του Αγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ. 6, 19)- διακηρύχθηκε το 1368 Άγιος της Ορθοδοξίας, σύμφωνα με τα αγιολογικά κριτήρια της, και όχι λόγω των υπέροχων συγγραμμάτων του, όπως θα ήθελε το κοσμικό πνεύμα3.
Οι εκδοτικές και ερευνητικές συμβολές των γνωστών ακαδημαϊκών Θεολόγων μας Παναγιώτου Χρήστου, π. Ιωάννου Ρωμανίδου, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, π. John Meyendorf, π. Ιουστίνου Πόποβιτς, π. Δημητρίου Στανιλοάε, Γεωργίου Μαντζαρίδου, Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου κ.ά. έκαμαν ευρύτερα γνωστό τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον 20ό αιώνα.

Η προσωπική σχέση Θεού και ανθρώπου κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ Δημήτρης Αβδελάς


flor-shesi

Συνεχίζουμε σήμερα τη σειρά των δημοσιεύσεων της μελέτης του κ. Δ. Αβδελά, για την πρόσληψη της θεολογίας του π. Γ. Φλωρόφσκυ από τη σύγχρονη θεολογία (προηγούμενη ανάρτηση: http://www.pemptousia.gr/?p=65243), πληροφορούμαστε σήμερα για τον τρόπο με τον οποίο ο μεγάλος σύγχρονος θεολόγος ανέπτυξε τις διαστάσεις της προσωπικές σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου.

β) Η προσωπική σχέση Θεού - ανθρώπου.
Ο μαθητής του Φλωρόφσκυ, μητροπολίτης Περγάμου Ι. Ζηζιούλας παραπέμποντας στον ίδιο του τον δάσκαλο, υποστηρίζει ότι η θεολογική θεώρηση του ανθρώπου ως πρόσωπο ήταν η μεγαλύτερη συνεισφορά της χριστιανικής φιλοσοφίας[1]. Πράγματι, όλα τα μελετήματα του ρώσου ιερέα από την αρχή της θεολογικής του καριέρας μέχρι και το τέλος αυτής, περιστρέφονται γύρω από το απολυτρωτικό έργο του θεανθρώπου και τις σωτηριολογικές του προεκτάσεις. Και είναι ακριβώς αυτό το οντολογικό γεγονός της απολύτρωσης του ανθρώπου από την πτωτική του ροπή και την αποκατάσταση της κοινωνίας του με Τον όντως υπαρκτό, που καθιστά τον άνθρωπο πρόσωπο και προσλαμβάνει κυριαρχούσα θέση στη σκέψη του Φλωρόφσκυ.
Η ενσάρκωση του Λόγου, ως οικουμενικό και πανανθρώπινο γεγονός, είναι η μόνη γνωσιολογική προϋπόθεση έτσι ώστε η θρησκευτική γνώση να καθίσταται δυνατή μέσα από την καθολική ανακαίνιση του ανθρώπου[2]. Και αυτό διότι, η ανθρώπινη φύση θεραπεύεται και μεταμορφωμένη πλέον, δύναται να συλλάβει την αποκεκαλυμμένη αλήθεια[3]‡ ως εκ τούτου, κάθε έννοια απολλιναρισμού είναι αποβλητέα στην ορθόδοξη παράδοση[4].
Παράλληλα, επειδή ακριβώς το πιο αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, ως κατ' εικόνα Θεού δημιούργημα, είναι η λογικότητα του, μπορεί ασκούμενος ο ίδιος να ενουσιώνεται στην πανανθρώπινη φύση του Λόγου και ανακαινισμένος πια να εκφράζει την αποκεκαλυμμένη αλήθεια[5].  Είναι αυτή η προσωπική και ταυτόχρονα διαλογική σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, που καταξιώνει τον δεύτερο να στέκεται απέναντι στον προσωπικό δημιουργό του και να έρχεται σε κοινωνία με αυτόν[6]. Αν και ο Φλωρόφσκυ αφιέρωσε έναν ολόκληρο τόμο για να αναλύσει το γεγονός του ασκητικού κατορθώματος (podvig) ως μέσο γνώσεως του Θεού στη βυζαντινή γραμματεία, ωστόσο η συγκεκριμένη μέθοδος των πατέρων είναι διάχυτη σε όλο του έργο[7].

GermanosFlorovsky2

Ειδικότερα ο Φλωρόφσκυ παραπέμπει στον χώρο της λογικής και της διανόησης για να εκφράσει το δόγμα, με τη βασική προϋπόθεση όμως ότι η διανοητική αυτή η διεργασία δεν είναι μια διαλεκτική μέθοδος που ψάχνει την αλήθεια[8]. Με άλλα λόγια, το δόγμα δεν είναι ένα θεωρητικό αξίωμα που δημιουργείται και αναπτύσσεται ξέχωρα από το βιωματικό πλαίσιο του εκκλησιαστικού σώματος αλλά παραπέμπει πάντοτε σ' αυτό. Το ερμηνευτικό πλαίσιο της ορθόδοξης θεολογίας και κατ' επέκταση του ίδιου του Φλωρόφσκυ είναι διαλογικό[9] και ερμηνεύει τη προσωπική συνάντηση Θεού και ανθρώπου.
Η διαλογική αυτή σχέση, η οποία δεν είναι απροϋπόθετη αλλά έχει ως θεμέλιο τη μετά-νοια, επιτρέπει στον άνθρωπο να προσλάβει την αλήθεια της Αποκάλυψης στη σιωπή και τη θεωρία αποφατικά και στη συνέχεια να την εκφράσει καταφατικά. Αυτή ακριβώς η καταφατική έκφραση της αποκεκαλυμμένης αλήθειας είναι για τον Φλωρόφσκυ «μια λογική ιδέα, μια «λογική εικόνα» της θείας πραγματικότητας»[10]. Τη μετάβαση αυτή από τη σιωπή στην λογική έκφραση, ο εμβριθής θεολόγος τη συνάντησε στην πατερική παράδοση, ωστόσο το μήνυμα που ερμηνεύεται είναι πάντοτε το ίδιο, δηλαδή η Αποκάλυψη του Λόγου στην περιοχή του κτιστού[11].
Δικαιωματικά, ο οξυδερκής θεολόγος της διασποράς προκρίνει την ιδεώδη, κατά τον Ν. Ματσούκα, διπλή μεθοδολογία των πατέρων[12] ως τον άρρηκτο δεσμό της χαρισματικής με τη δογματική θεολογία. Η πρόσληψη της αλήθειας είναι πρωτίστως ένα ασκητικό γεγονός που μετέχεται εν μετανοία και αποφατικά στη σιωπή και στη θεωρία, εφόσον ο άνθρωπος έρθει σε συνάντηση κατά πρώτον με τον προσωπικό Θεό. Στη συνέχεια αυτή η αποκαλυφθείσα αλήθεια γίνεται αγιοπνευματικό γεγονός και εκφράζεται καταφατικά με σύμβολα και εικόνεςΩ αυτή είναι κατά τον ρώσο κληρικό η χαρισματική διάσταση της θεολογίας.
Τέλος η αλήθεια αυτή δεν αρκεί να είναι μόνο ένα γεγονός εκκλησιαστικής εμπειρίας αλλά χρειάζεται να γίνει κατανοητή με λογικό τρόπο, σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο μέσα από τα δόγματα[13]. Τη συγκεκριμένη αυτή μέθοδο της δογματικής θεολογίας στο έργο του Φλωρόφσκυ, δηλαδή της πίστης που έχει ως στόχο τη κατανόηση (fides quarens intellectum), αναλύει με επιτυχημένο τρόπο ο M. Baker θεωρώντας ως εκείνη τη θεολογία που είναι η a posterioriπεριγραφή της αλήθειας[14].


[1] Ι. ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: ο οικουμενικός διδάσκαλος, σ. 36. Πρβλ. G. FLOROVSKY, "Redemption", CW 3, σ. 119.
[2] Βλ. G. FLOROVSKY, Revelation, Philosophy and Theology, σ.28.
[3] Βλ. G. FLOROVSKY, Revelation, Philosophy and Theology, σ. 31.
[4] Ο Φλωρόφσκυ ήδη από τα πατρολογικά σεμιναριακά μαθήματα που παρέδωσε στο ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι στιγμάτισε την αίρεση του απολλιναρισμού σε σχέση με την καταξίωση της θεολογικής γνώσης από τον άνθρωπο. Βλ. G. FLOROVSKY, The Eastern Fathers of the Fourth Century, CW 7, σσ. 139-142.
[5] Βλ. G. FLOROVSKY, Revelation, Philosophy and Theology, σ.22.
[6] Βλ. G. FLOROVSKY, Revelation, Philosophy and Theology, σσ. 25-26.
[7] Βλ. G. FLOROVSKY, The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers, CW 10.  Ο όρος ασκητικό κατόρθωμα (podvig) συναντάται στο έργο του Φλωρόφσκυ συναντάται και με διαφορετικούς χαρακτηρισμούς, όπως δημιουργικό έργο, ανδραγάθημα της καρδιάς, μυστική υπεριστορική-δημιουργική ενόραση, βλ. περισσότερα G.H. WILLIAMS, "Georges Vasilievich Florovsky: his American career 1948-1965", Greek Orthodox Theological Review, 11:1 (1965), (7-107), σ. 63.
[8] Βλ. G. FLOROVSKY, The House of the Father, σ. 76‡ Το σώμα του ζώντος Χριστού, σ. 101.
[9] Βλ. G. FLOROVSKY, The Work of the Holy Spirit in Revelation: «Strictly speaking theology grows possible only through Revelation. It is the answering speech of man to God, as man's witness of God who had spoken to him; whose voice he had heard and remembered, and whose words he had kept and was repeating».
[10] G. FLOROVSKY, Revelation, Philosophy and Theology, σ. 29.
[11] Βλ. G. FLOROVSKY, St. Gregory Palamas and the Tradition of the Fathers, σ. 107.
[12] Βλ. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α΄. Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 149.
[13] Βλ. G. FLOROVSKY, The Work of the Holy Spirit in Revelation The Christian East, Vol. XIII, No. 2 (1932), (49-64): «Revelation is received in the silence of faith, the silence of contemplation such is the first silently receptive moment of theology. And in this receptive silence of contemplation the whole fullness of Truth is contained and given. But Truth must still be expressed and pronounced. Because man is called not only to receive Truth attentively, but also to witness of it. Silencium mysticum does not exhaust the complete calling of man. He is called to creative activity, above all, to the building up of his own self. God's Word must become evident in the reality of human thought; God's Word must give birth to human thought. This is the creative or positive moment of the knowledge of God. Divine reality revealed in the experience of the Church may be described in manifold ways. Either in images and symbols, in religious poetry and religious art such was the language of the Old Testament prophets; thus frequently spoke the Evangelists, thus preached the Apostles, and thus the Church is still preaching in the songs and hymns of its Divine service, in the symbolic meaning of its rites. This is the tongue of preaching or witnessing; it is the tongue of charismatic theology. Or, Divine reality may be described in the conceptions of the mind, in research. This is the language of dogma, of dogmatic theology.»,    προσπελάστηκε εδώ: http://www.fatheralexander.org/booklets/english/holy_spirit_revelation_florovsky.htm.
[14] Βλ. M. BAKER, "«Theology Reasons» - in History: Neo-patristic Synthesis and the Renewal of Theological Rationality", Θεολογία 81:4 (2010), (81-118), σ. 102-113.

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ εισηγητής της πατερικής ή της «μεταπατερικής» θεολογίας;


Ο Μέγας Αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου Μάξιμος σε λόγο του την Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως παρείχε πλήρη στήριξη στο έργο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών του Βόλου. Υπερασπίστηκε ακόμη και την «μεταπατερική θεολογία» τονίζοντας μάλιστα ότι ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ « πρῶτος ὡμίλησε περί τῆς ἀνάγκης νεοπατερικῆς συνθέσεως».
Σχολιάζονοντας την ομιλία αυτή του Μ. Αρχιδιακόνου Μαξίμου στο ιστολόγιό μας τονίζαμε: “Είναι όμως βέβαιον ότι κάνει μεγάλο λάθος ο Αρχιδιάκονος Μάξιμος αποφαινόμενος ότι ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ «πρῶτος ὡμίλησε περί τῆς ἀνάγκης νεοπατερικῆς συνθέσεως»”.
Σήμερα αναδημοσιεύουμε σύντομο σχόλιο του Ορθοδόξου Τύπου (31/12/2010) που περιέχει την γνώμη του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου περί των θέσεων του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ για την θεολογία:
Νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή "Θεολογία"
ΣΕΙΡΑ σημαντικῶν θεολογικῶν ἄρθρων τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου..., ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν "Παρακαταθήκην" ἀρ. τ. 74 καὶ εἰς τὸν "Ο.Τ." ἀρ. φύλλου 1857, καί ἐξ αὐτῶν ἀξίζει νά μεταφέρωμεν μερικάς σκέψεις του:
Κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, ἐπειδή εἶναι πατερική. Γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πράγματι ῾ἀποστολική᾽, ἀλλά εἶναι ἐπίσης καί ῾πατερική᾽. Οὐσιαστικῶς εἶναι ῾ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Πατέρων᾽. Δέν εἶναι δυνατόν νά διαχωρισθοῦν οἱ δύο χαρακτηρισμοί. Ἐπειδή εἶναι ῾πατερική᾽, εἶναι ἀληθῶς καί ῾ἀποστολική᾽”. “Γιά νά εἴμαστε ὀρθόδοξοι καί να ἔχουμε τή βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μας δέν μᾶς χρειάζεται καμμιά νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή θεολογία. Μᾶς χρειάζονται δύο πράγματα: Τό πρῶτο, νά μείνουμε σταθεροί, ὅπως ἔχουμε καθῆκον, στήν ὁρολογία τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιατί αὐτή ἡ ὁρολογία ἀποτελεῖ σημαντικό μέρος τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τό ἀληθινό καί αὐθεντικό consensus patrum, ἀλλά νά μείνουμε ἑδραῖοι καί στήν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια, πού δόθηκε στούς Πατέρες».

Αὐτή εἶναι καί ἡ ὀρθή ἐκκλησιολογική τοποθέτησις
.

Ο Αγώνας του π. Φλωρόφσκυ


Ο π. Φλωρόφσκυ υπεραμυνόταν της Ορθόδοξης αναγέννησης και της επιστροφής στους Πατέρες της Εκκλησίας, της επιστροφης στον «ιερό Ελληνισμό» της Ορθοδοξίας. Τόνιζε την αναγκαιότητα επαναξιολόγησης των «ρωσικών» επιτευγμάτων υπό το φως της «ελληνικής» κληρονομιάς, από την οποια η ρωσική σκέψη είχε αποκοπεί κάτω από δυτικές επιρροές.

π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΝΙΑ


Η ουνία εξελίχθηκε σε σχίσμα και παρέμεινε σχίσμα. Υπήρξε βασικά ως κίνημα μιας μικρής μερίδας του κλήρου, έργο μερικών επισκόπων, αποκομμένων από την κοινότητα της Εκκλησίας, που ενεργούσαν χωρίς την ελεύθερη και συνοδική συγκατάθεση της. Ενεργούσαν μυστικά και κρυφά, χωρίς την επίγνωση των Ορθόδοξων Χριστιανών, παραπλανώντας τους. Οι Ορθόδοξοι πιστοί είδαν πως πρέπει να εναντιωθούν στους προδότες ιεράρχες που ασπάστηκαν τον παπισμό παριστάνοντας ότι παραμένουν Ορθόδοξοι για να τραβήξουν και να παρασύρουν κόσμο. Όμως κοινωνιολογικά η ουνία αποδείχτηκε μια αποτυχία, όσο και να παριστάνουν τους Ορθόδοξους βαθμιαία περνούσαν και τυπικά κάτω από το λατινικό τυπικό. Το μόνο πράγμα που μπορεί να στηρίξει και να παρατείνει την αποτυχία της ουνίας, εφόσον δεν ριζώνει στις καρδιές του Ορθόδοξου λαού, είναι η κρατική παρέμβαση, που μέσα από το πνεύμα της ομοιομορφίας, επιθυμεί την αστραπιαία και χοντροκομμένη λατινοποίηση. Η ουνία δεν ήταν μόνο πράξη θρησκευτικής επιλογής, αλλά περισσότερο μια έκρηξη πολιτιστικού και πολιτικού αυτόπροσδιορισμού. Ένα από τους ιδρυτές της ουνίας και δεύτερος ουνίτης μητροπολίτης, ο ύπατος Ποσιέζ, αναφέρει πως οι Έλληνες διαστρέφουν το Ευαγγέλιο ! Αντίθετα οι Ορθόδοξοι σλάβοι απολογητές μαρτυρούν ότι οι μεταφράσεις των αγίων κειμένων και η μελέτης της φιλοσοφίας και θεολογίας πρέπει να γίνεται από τα Ελληνικά και όχι από τα λατινικά, που είναι μια ακατάλληλη και ανεπαρκής γλώσσα για υψηλά και περίπλοκα θεολογικά θέματα. Οι ουνίτες και αυτό το εμφανίζουν και οι προτεστάντες, προσπαθούν μέσα από αντιρρητικούς διαλόγους να ανασκευάζουν την Πατερική Πίστη και από την μια μεριά οι παπικοί ουνίτες προσπαθούν να επιβάλουν την εξουσία του Βατικανού, από την άλλη οι πιστοί του Λούθηρου την παθητική πίστη και τα ενοχικά συμπλέγματα. Από την άλλη οι Έλληνες και Σλάβοι Ορθόδοξοι κρατούν την αληθινή πίστη και επικαλούνται τις αποδείξεις τους από την Αγία Γραφή και τα Πατερικά κείμενα.

Η Ελληνική Πατερική Παράδοση Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Οι Πατέρες με δίδαξαν τη χριστιανική ελευθερία. Υπήρξαν παραπάνω από απλοί νομοθέτες, ήταν αληθινοί προφήτες με την αληθινή σημασία της λέξης – αντίκριζαν το μυστήριο του Θεού. Ήταν πρωτίστως άνθρωποι με ενόραση και πίστη. Ήταν άνθρωποι του Θεού, οραματιστές. Αυτός είναι ο δρόμος που με οδήγησε αρκετά νωρίς στην ιδέα αυτού που ονομάζω «νεοπατερική σύνθεση». Οφείλει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από συλλογή Πατερικών ρητών και διατυπώσεων. Πρέπει να είναι μια σύνθεση, μια δημιουργική επανεπιβεβαίωση όλων εκείνων των ενοράσεων που χορηγήθηκαν στους άγιους του παρελθόντος. Πρέπει να είναι Πατερική, πίστη στο πνεύμα και το όραμα των Πατέρων. Αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να είναι και νεοπατερική, καθώς απευθύνεται στη νέα εποχή, με τα δικά της προβλήματα και ερωτηματικά.

Η διδασκαλία του π. Φλωρόφσκυ ήταν αφοσιωμένη στην Ελληνική Πατερική Παράδοση και στην επιμονή του ότι μια ικανοποιητική απάντηση στην πρόκληση του σύγχρονου δυτικού κόσμου θα μπορούσε να βρεθεί μόνο μέσα από αυτό που αυτός ονόμαζε «εξελληνισμό του Χριστιανισμού».
 Γιατί όπως έλεγε και δίδασκε: 
Πράγματι, το να είσαι Χριστιανός σημαίνει να είσαι Έλληνας, εφόσον η βασική μας αυθεντία θα είναι για πάντα ένα ελληνικό βιβλίο, η Καινή Διαθήκη.
Το χριστιανικό μήνυμα έχει δια παντός διατυπωθεί σε ελληνικές κατηγορίες….
Προσωπικά είμαι αποφασισμένος να υπερασπιστώ αυτή τη θέση και μάλιστα σε δύο διαφορετικά μέτωπα:
Κατά της όψιμης αναβίωσης του εβραϊσμού.
Κατά όλων των προσπαθειών επαναδιατύπωσης δογμάτων σε κατηγορίες σύγχρονων φιλοσοφιών, είτε γερμανικών, είτε δανέζικων, είτε γαλλικών.


ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗ


Η ανθρώπινη ύπαρξη, όταν χωρίζεται από το Θεό, καταλαμβάνεται από ταραχή, χάνει τον ειρμό της, τρόπον τινά, αποσυντίθεται. Η ίδια η δομή του ανθρώπου χάνει την σταθερότητά της. Η ενότητα της ψυχής και του σώματος γίνεται επισφαλής. Η ψυχή χάνει τη ζωτική της δύναμη, δεν είναι πια ικανή να ζωογονήσει το σώμα. Το σώμα μεταβάλλεται σε τάφο ή φυλακή της ψυχής. Και ο φυσικός θάνατος γίνεται αναπότρεπτος. Το σώμα και η ψυχή δεν αλληλοασφαλίζονται, τρόπον τινά, δεν προσαρμόζονται μεταξύ τους.

Η παράβαση της εντολής, λέγει ο άγ. Αθανάσιος, «επανέφερε τον άνθρωπο στην κατάσταση της φύσεως» («είς το κατά φύσιν επέστρεφεν») «ώστε όπως αυτός πλάστηκε από το μηδέν, έτσι και στην ίδια του την ύπαρξη, όταν έφτανε ο κατάλληλος καιρός, διαλυόταν (πάθαινε φθορά), σύμφωνα με κάθε έννοια δικαιοσύνης». Γιατί το δημιούργημα, δημιουργημένο από το μηδέν, βρίσκεται επίσης πάνω από την άβυσσο του μηδενός, έτοιμο πάντοτε να πέσει μέσα της.

Η δημιουργημένη φύση, λέγει ο άγ. Αθανάσιος, είναι θνητή και ασταθής, «ρέουσα και υποκείμενη σε διάλυση» («φύσις ρευστή και διαλυομένη»). Και σώζεται από αυτή τη «φυσική φθορά» μόνο με τη δύναμη της ουράνιας Χάρης, «με την ενοίκηση του Λόγου». Ετσι ο χωρισμός από το Θεό οδηγεί το δημιούργημα σε αποσύνθεση και φθορά. «Γιατί εμείς αναπόφευκτα θα πεθάνουμε και είμαστε σαν το νερό που χύθηκε πάνω στη γή, που δεν μπορεί να μαζευτεί και πάλι» (Βασιλειών Β’ ιδ’,14).

Στην Χριστιανική εμπειρία ο θάνατος παρουσιάζεται κατ’ αρχήν ως μεγάλη τραγωδία, ως οδυνηρή μεταφυσική καταστροφή, ως μυστηριώδης αποτυχία του ανθρώπινου προορισμού. Γιατί ο θάνατος δεν είναι η φυσική κατάληξη της ανθρώπινης υπάρξεως. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Ο θάνατος του ανθρώπου είναι αφύσικος, είναι μια αποτυχία. Ο Θεός δε δημιούργησε το θάνατο, δημιούργησε τον άνθρωπο για την αφθαρσία και την αληθινή ζωή, «εις το είναι» (πρβλ.Σοφία Σολομ. Στ’,18 και β’,23). Ο θάνατος του ανθρώπου είναι «τα οψώνια της αμαρτίας» (Ρωμ.στ’,23). Είναι απώλεια και φθορά. Και από την πτώση (το προπατορικό αμάρτημα) και εξής το μυστήριο της ζωής εκτοπίζεται από το μυστήριο του θανάτου.

Οι παρά φύσιν θα τιμωρηθούν...


"Το Θείο Φως θα φωτίσει όλους, αλλά εκείνοι που εσκεμμένα πέρασαν τη ζωή τους με σαρκικές επιθυμίες παρά φύσιν θα είναι ανίκανοι να καταλάβουν ή να απολαύσουν αυτή την αιώνια μακαριότητα. Το φως είναι ο Λόγος, που φωτίζει το φυσικό νου των πιστών, αλλά σαν πυρ καταναλίσκον της κρίσεως τιμωρεί εκείνους που δια της αγάπης της σαρκός προσκολλώνται στη σκοτεινή νύκτα αυτής της ζωής… Καμιά χάρις δεν θα δοθεί στους κακούς, γιατί η υπέρτατη ένωσις με το Θεό απαιτεί την απόφαση της βουλήσεως."



π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Η θέληση του ανθρώπου για να θεραπευτεί πρέπει να στραφεί από μόνη της στο Θεό. Πρέπει να υπάρχει μια ελεύθερη και αυθόρμητη ανταπόκριση αγάπης και λατρείας, μια ελεύθερη μεταστροφή. Η θέληση του ανθρώπου είναι δυνατό να ιαθεί μόνο μέσα στο μυστήριο της ελευθερίας. Μόνο με την ελεύθερη αυτή προσπάθεια εισέρχεται ο άνθρωπός στην καινή, αιώνια ζωή, που αποκαλύπτεται εν Χριστώ Ιησού. Η πνευματική αναγέννηση μπορεί να συντελεσθεί, μόνο μέσα στην τέλεια ελευθερία, μέσα στην υπακοή της αγάπης, στην αυτό-αφιέρωση στο Θεό, εν Χριστώ. Το κακό όμως, όπως και η αμαρτία οφείλονται στη βούληση. Ο Θεός ουδέποτε πιέζει τον άνθρωπο και η κοινωνία με Αυτόν δεν είναι δυνατό να επιβληθεί στην ισχυρογνωμοσύνη. Κατά τη φράση, μάλιστα, του Αγίου Μάξιμου, «το πνεύμα δεν δημιουργεί ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα, αλλά μεταμορφώνει ένα σκοπό μέσα στη θέωση».



π. Γ. Φ. 

Η ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Πολλοί χριστιανοί έχουν ξεχάσει σήμερα τη Βιβλική έννοια του θανάτου και της θνητότητος και θεωρούν το θάνατο μάλλον σαν μία απελευθέρωση, μία απελευθερωση της αθάνατης ψυχής από τη φυλακή του σώματος. Διαδεδομένη σε ευρεία έκταση η έννοια αυτή είναι τελείως ξένη προς τις άγιες Γραφές. Στην πραγματικότητα, η αντίληψη αυτή είναι ελληνική, ειδωλολατρική. Ο θάνατος δεν είναι μια απελευθέρωση, μια απαλλαγή, είναι αντίθετα, καταστροφή. «Ο θάνατος είναι στ' αλήθεια ένα μυστήριο, η ψυχή αποκόβεται, αποχωρίζεται από το σώμα, χωρίζεται από τη Θείω θελήματι φυσική της σύνθεση και σύνδεση. Γιατί παραδοθήκαμε στη φθορά και παντρευτήκαμε το θάνατο;»άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Ο νεκρός άνθρωπος δεν είναι πλέον άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα ασώματο πνεύμα. Το σώμα και το πνεύμα είναι συνδεδεμένα,«σύζυγα», και ο χωρισμός τους είναι η αποσύνθεση του ανθρωπίνου «είναι». Μία άσαρκη ψυχή δεν είναι τίποτ' αλλο από ένα πνεύμα. Πάλι ένα σώμα άψυχο δεν είναι παρά σάρκες. Ο θάνατος του ανθρώπου δεν ανήκει στη Θεία τάξη της Δημιουργίας. Δεν είναι ούτε φυσικό ούτε κανονικό για τον άνθρωπο το να πεθάνει. Η θνητότητα του ανθρώπου είναι το στίγμα, ή τα «οψώνια» της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23).



Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Η ψυχή δεν είναι ανεξάρτητο ή αυτόνομο ον, αλλά δημιούργημα, που και την ίδια του την ύπαρξη την οφείλει στο Θεό-Δημιουργό. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να είναι «αθάνατη» εκ φύσεως, αφ' εαυτής, αλλά μόνο κατά χάριν και «ευδοκίαν του Θεού». Η «αθανασία» δεν είναι χαρακτηριστικό της ψυχής, αλλά κάτι που εξαρτάται τελικά από τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, τον Κύριό του και Δημιουργό. Η ύπαρξη της ψυχής είναι «συμβατική», «υπό όρους». Όχι μόνο ο τελικός προορισμός του ανθρώπου μπορεί να επιτευχθεί στην Κοινωνία με το Θεό, αλλ' ακόμη και η ίδια του η ύπαρξη, η «επιβίωσή» του ή η αντοχή του εξαρτώνται από τη θέληση του Θεού. Ο Άγιος Αθανάσιος υπεστήριζε πολύ έντονα οτι κάθε δημιούργημα είναι «εκ φύσεως» ασταθές και εκτεθειμένο στην καταστροφή. Ο Άγιος Αυγουστίνος ένοιωσε την ανάγκη να προσδιορίσει την αθανασία της ψυχής του ανθρώπου, λέγοντας οτι η ανθρώπινη ψυχή είναι αθάνατη μόνο με τον τρόπο που ο Θεός επιθυμεί. Ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων (634 μ.Χ.), καταδικάζει την προ-ύπαρξη και αποκατάσταση των ψυχών, και δηλώνει καθαρά, οτι τα «νοητά», αν και δεν αποθνήσκουν, παρά ταύτα δεν είναι αθάνατα «εκ φύσεως», αλλά μόνο κατά χάριν Θεού.

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ, Η ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΝΕΚΡΕΣ ΨΥΧΕΣ»ό π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Στο βάπτισμα ο άνθρωπος δεν εγείρεται πραγματικά, αλλά μόνο απελευθερώνεται από το φυσικό κακό και από το αναπότρεπτο του θανάτου. Κατά το βάπτισμα διασπάται η συνέχεια του κακού. Ο άνθρωπος δεν ανίσταται, μια και δεν απέθανε, αλλά εξακολουθεί να παραμένει ακόμη στη ζωή αυτή. Το βάπτισμα απλώς προτυπώνει την ανάσταση. Κατά το βάπτισμα προγεύεται κανείς τη χάρη της τελικής, εσχατολογικής αναστάσεως. Το βάπτισμα είναι η αρχή, η ανάσταση είναι το τέλος και η κεφαλαίωσις, το πέρας. Ο Άγιος Γρηγόριος, ιδιαίτερα, τόνισε την ανάγκη να τηρηθεί και διαφυλαχθεί η βαπτισματική χάρις.Γιατί κατά το βάπτισμα οχι μόνο η φύσις, αλλά επίσης και η θέλησις μεταβάλλεται και μεταμορφώνεται, παραμένοντας ωστόσο ελεύθερη. Και αν η ψυχή δεν καθαρισθεί και δεν εξαγνισθεί μέσα στην ελεύθερη άσκηση της θελήσεως, το βάπτισμα αποδεικνύεται άκαρπο. Η μεταμόρφωσις δεν πραγματοποιείται, η νέα ζωή δεν έχει ακόμη μορφωθεί. Η χάρις, πράγματι, παρέχεται. Δεν είναι όμως δυνατό να επιβληθεί πάνω σε κανένα άνθρωπο, που είναι ελεύθερος και δημιουργημένος κατ' εικόνα Θεού. Η χάρις δεν ζωογονεί, ούτε ζωοποιεί τις κλειστές και πεισματικές ψυχές, τις πραγματικά «νεκρές ψυχές». Η ανταπόκρισις και η συνεργία είναι απαραίτητες.

ΣΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ


ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Θεματα Εκκλησιαστικης Ιστοριας 

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

Οι Βυζαντινοι Ασκητικοι και Πνευματικοι Πατερες 

ΟΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Οι Ανατολικοι Πατερες του τεταρτου αιωνα 

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ 5ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Οι Βυζαντινοι Πατερες του 5ου αιωνα 

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΥ, ΕΒΔΟΜΟΥ ΚΑΙ ΟΓΔΟΟΥ ΑΙΩΝΑ

Οι Βυζαντινοι Πατερες του εκτου, εβδομου και ογδοου αιωνα 

Η «ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ» ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


   Ο Απόστολος Παύλος συνηγορεί για την «απολύτρωσιν του σώματος» (ρωμ. 8,23). Όπως δε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπεμνημάτισε αυτά τα χωρία, πρέπει σαφώς να διακρίνουμε ανάμεσα στο σώμα καθ' εαυτό και στη «φθορά». Το σώμα είναι δημιούργημα του Θεού, αν και φθάρθηκε. Το «ξένο στοιχείο» που πρέπει να απεμπολισθεί δεν είναι το σώμα αλλά η φθορά (Περί Αναστάσεως Νεκρών 6). Υπήρχε μια πρόδηλος «σύγκρουσις στην ανθρωπολογία» ανάμεσα στο χριστιανικό μήνυμα και στην ελληνική σοφία. Ο Αριστοτέλης και όχι ο Πλάτων ήταν το έσχατο καταφύγιο που μπορούσε να βοηθήσει τους Χριστιανούς φιλοσόφους. Στη φιλοσοφική ερμηνεία της εσχατολογικής της προσδοκίας, η χριστιανική θεολογία ευθύς εξ' αρχής στηρίχθηκε στον Αριστοτέλη. Μια τέτοια, βέβαια, μεροληπτική προτίμηση μπορεί να φαίνεται απροσδόκητη και παράξενη. Γιατί, μιλώντας κατ' ακρίβεια στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει χώρος για μια «μεταθανάτια» μοίρα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι καθ' ολοκληρίαν θνητός. Η μοναδική του ύπαρξις δεν είναι ένα πρόσωπο, και δεν ξεπερνάει το θάνατο. Κι όμως σ' αυτή την αδυναμία του Αριστοτέλη ευρίσκονταν η δύναμίς του. Είχε μια πραγματική κατανόηση για την ενότητα της ανθρώπινης υπάρξεως. Ο άνθρωπος ήταν γι' αυτόν, πρωταρχικά, μια ατομική οντότητα, μια ζώσα ενότητα.Ο άνθρωπος ήταν ένας ακριβώς μέσα στη δυαδικότητά του, σαν «εμψυχωμένο σώμα», και τα δύο στοιχεία υπάρχουν μέσα σ' αυτόν μαζί, σε μια συγκεκριμένη και αδιάσπαστη σχέση. Ψυχή και σώμα για τον Αριστοτέλη δεν είναι πλέον δύο στοιχεία, που συνδέθηκαν ή ενώθηκαν μεταξύ τους, αλλά μάλλον, απλώς και μόνο, δύο όψεις της αυτής συγκεκριμένης πραγματικότητος. «Ψυχή και σώμα μαζί συνιστούν το ζώο. Επομένως δεν χρειάζεται καμμία απόδειξις οτι η ψυχή δεν μπορεί να χωρισθεί από το σώμα» (Περί Ψυχής 413α). Άπαξ η λειτουργική ενότητα ψυχής και σώματος διασπασθεί από το θάνατο, δεν υπάρχει πια «οργανισμός», το πτώμα δεν είναι πια σώμα, και ένας νεκρός άνθρωπος δύσκολα μπορεί να ονομασθεί άνθρωπος. Κανένα είδος μετεμψυχώσεως σε άλλα σώματα ήταν δυνατή για τον Αριστοτέλη. Κάθε ψυχή συνδέεται με το δικό της αποκλειστικά σώμα, το οποίο μορφοποιεί, και κάθε σώμα έχει τη δική του αποκλειστικά ψυχή σαν τη ζώσα αρχή του, το «είδος» ή τη μορφή του. Ήταν λοιπόν δυνατό να προσληφθεί η Αριστοτελική αντίληψις προς εξυπηρέτηση χριστιανικών σκοπών, και τούτο ακριβώς έπραξαν οι πατέρες. Φυσικά, ο ίδιος ο Αριστοτέλης δεν ήταν προφανώς «ούτε ένας Μουσουλμάνος μυστικός, ούτε ένας χριστιανός θεολόγος». Το πραγματικό σφάλμα του Αριστοτέλη δεν έγκειται στη «φυσιοκρατική του ενόραση» αλλά στο οτι δεν παρεδέχετο καμμια διάρκεια στο άτομο. Αυτό όμως ήταν ένα κοινό σφάλμα της Ελληνικής Φιλοσοφίας.                                                                               

Η ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΓΡΑΦΩΝ ΕΙΝΑΙ ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ ΑΠΑΡΧΑΙΩΜΕΝΟΣ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Η ιστορία όπως εξελίχθηκε είναι η ιστορία ενός πεπτωκότος κόσμου ο οποίος αποκαταστάθηκε από την πτώση, ο οποίος θεραπεύτηκε από το κακό και την αμαρτία. Αλλά το μυστήριο του Θε-Ανθρώπου, το μυστήριο της Θεϊκής Αγάπης είναι ευρύτερο και βαθύτερο από το λυτρωτικό έλεος. Ολόκληρη η Αποκάλυψη είναι η Ενανθρώπηση του Θεού, και η ενανθρώπηση του Λόγου. Με αυτήν την έννοια όλη η Αποκάλυψη είναι ανθρωπομορφική. Αυτό αναφέρεται άμεσα στις Γραφές. Είναι γραμμένες όλες γι' αυτόν - για τον Χριστό τον Θε-Άνθρωπο, όχι μόνο για τον Λόγο. Γι' αυτό, μία άμεση και κατά γράμμα κατανόηση των Γραφών είναι ανεπαρκής και ακόμα εσφαλμένη. Γιατί η ίδια η ιστορία είναι μόνο ένα σύμβολο που εμφανίζει και καλύπτει την πνευματική πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει και στη λειτουργία, όπου κάθε πράξη είναι ένα μυστήριο, που δηλώνει και πραγματοποιεί συμβολικά ορισμένα συμβάντα κατά το αόρατο σχέδιο που «νοείται με το νου». Γι' αυτό, το να κατανοεί κανείς τις Γραφές κατά γράμμα και άμεσα είναι σαν να φονεύει το Χριστό, ο οποίος παραμένει κάτω από το γράμμα των Γραφών. Και αυτό είναι απαρχαιωμένος Ιουδαϊσμός - πράγματι, το «γράμμα» του Νόμου καταργείται με την άφιξη της αληθείας και της χάριτος. Η κατά γράμμα εξήγηση είναι Ιουδαϊστική αναισθησία για την Σάρκωση. Γιατί, στο σύνολό τους, οι Γραφές είναι ένα είδος Σαρκώσεως του Λόγου. Αυτή είναι η «αίσθηση, η δύναμη όλης της σημασίας και όλων των εικόνων των Γραφών και η γνώση των ορατών και αοράτων δημιουργημάτων». Οι σοφοί πατέρες που χρίσθηκαν από το Πνεύμα έμαθαν άμεσα από τον Λόγο. Από τον Λόγο επίσης προέρχονται οι πνευματικοί φωτισμοί των αρχαίων πατριαρχών και όλων των αγίων. Έτσι ο Άγιος Μάξιμος εν μέρει αναβιώνει την αρχαία ιδέα των «σπερμάτων του Λόγου».

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Η Εκκλησία είναι πάνω απ΄'ολα λατρεύουσα κοινότητα. Η λατρεία έρχεται πρώτη, ακολουθεί η διδασκαλία και η πειθαρχία. Στην Ανατολική παράδοση, η ενότητα της διδασκαλίας και της λατρείας τονίζεται πολύ ισχυρά. Η διδασκαλία εδώ είναι όχι τόσο κάτι που διδάσκεται μέσα σε μια αίθουσα παραδόσεων, αλλά πολύ περισσότερο, κάτι που κηρύσσεται μέσα στο ναό. Η Θεολογία μιλάει περισσότερο από τον άμβωνα παρά από την έδρα. Απαιτεί, λοιπόν, περισσότερο υπαρξιακό χαρακτήρα. Η λατρεία, από το άλλο μέρος, είναι απαλλαγμένη από το συναισθηματισμό. Το πρώτο-πρώτο, που απαιτείται, είναι νηφαλιότητα της καρδιάς. Η πληρότητα της θεολογικής σκέψεως της Εκκλησίας κείται ακριβώς στη λατρεία και τούτο είναι, πιθανώτατα, το πιο σημαντικό διακριτικό στοιχείο της Ανατολικής Παραδόσεως.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ vs ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Η έννοια της καθολικότητος δεν μπορεί να μετρηθεί και να εξισωθεί με την «παγκόσμια εξάπλωση». Η «οικουμενικότης» δεν την αποδίδει με ακρίβεια. «Καθολική» σημαίνει την εσωτερική ολότητα και ακεραιότητα της ζωής της Εκκλησίας. Μιλάμε εδώ για «ολότητα» και όχι μόνο για «κοινωνία» και, εν πάση περιπτώσει, όχι για μια απλή εμπειρική κοινωνία. Το «καθ' όλου» δεν είναι το ίδιο με το «κατά παντός». Δεν ανήκει στο χώρο του φαινομένου και της εμπειρίας αλλά στο νοητό, οντολογικό χώρο, αναφέρεται στην ίδια την ουσία και όχι σε εξωτερικές εκδηλώσεις....Αν η καθολικότης σημαίνει επίσης «οικουμενικότης», η «οικουμενικότης» αυτή, οπωσδήποτε δεν είναι εμπειρική αλλ' ιδεατή. Αυτό το οποίο περικλείει ως νόημα, αυτό στο οποίο αναφέρεται, είναι η κοινότης των ιδεών και όχι των γεγονότων.

ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ; π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ

ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ;

Το δόγμα δεν είναι καθόλου μια καινούρια Αποκάλυψη. Το δόγμα είναι μόνο μαρτυρία. Η όλη σημασία του δογματικού ορισμού συνίσταται στο οτι αυτός μαρτυρεί την αμετάβλητη αλήθεια, την αλήθεια που αποκαλύφθηκε και έχει διαφυλαχθεί από την αρχή. Έτσι το να μιλούμε για την «ανάπτυξη του δόγματος» δείχνει πως βρισκόμαστε σε πλήρη παρανόηση. Τα δόγματα δεν αναπτύσσονται. Είναι αμετάβλητα και απαραβίαστα, ακόμη και στην εξωτερική τους πλευρά - τη λεκτική τους μορφή. Το τελευταίο που μπορεί να γίνει είναι να αλλάξει η δογματική γλώσσα ή ορολογία. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μπορεί κανείς πράγματι να πει: τα δόγματα εμφανίζονται, τα δόγματα καθιερώνονται, αλλά δεν αναπτύσσονται. Και άπαξ και καθιερωθεί ένα δόγμα είναι αιώνιο και αποτελεί ήδη αμετάβλητο «κανόνα της πίσυεως». Το δόγμα είναι μία αλήθεια της διασθήσεως, όχι ένα συλλογιστικό αξίωμα που επιδέχεται λογική ανάπτυξη. Η όλη σημασία του δόγματος έγκειται στο γεγονός οτι αυτό είναι «εκπεφρασμένη» αλήθεια....Η προσπάθεια διατυπώσεως δογματικών ορισμών είναι επομένως, πάνω απ' όλα προσπάθεια ανευρέσεως όρων. Γι' αυτό ακριβώς οι δογματικές έριδες είναι έριδες για τους όρους.

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΝΤΙΠΑΘΕΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: ΤΟ ΔΟΓΜΑ . Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Το δόγμα, μια λέξη που αντιπαθεί ο σύγχρονος άνθρωπος, προυποθέτει εμπειρία, και μόνο μέσα στην εμπειρία του οράματος και της πίστεως το δόγμα φθάνει στην πληρότητά του και αποκτά ζωή. Και τα δόγματα δεν εξαντλούν αυτήν την εμπειρία, όπως ακριβώς η Αποκάλυψη δεν εξαντλείται στις «λέξεις» και στο «γράμμα» της Γραφής. Η εμπειρία και η γνώση της Εκκλησίας είναι πιο περιεκτικές και πλήρεις από τη δογματική της διακήρυξη. Η Εκκλησία δίνει τη μαρτυρία της για πολλά πράγματα που δεν είναι μέσα σε «δογματικές» δηλώσεις αλλά μάλλον σε εικόνες και σύμβολα. Η δογματική θεολογία δεν μπορεί ούτε να αποκλείσει ούτε να αντικαταστήσει την κηρυγματική θεολογία. Στην Εκκλησία δίνεται η πληρότητα της γνώσεως και της κατανοήσεως, αλλά αυτή η πληρότητα μόνο τμηματικά και μερικά αποκαλύπτεται και ομολογείται. Γενικά, η γνώση σ'αυτόν τον κόσμο είναι πάντοτε μόνο «μερική» γνώση, και η πληρότητα θα αποκαλυφθεί μόνο στην Παρουσία - «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους» («τώρα γνωρίζω μερικώς», Α´ Κορ. 13:12). Αυτή η «μή πληρότητα» (η «ἀτέλεια») της γνώσεως είναι συνέπεια του γεγονότος οτι η Εκκλησία είναι ακόμα σε «ἀποδημία», είναι ακόμα σε πορεία «ἀποδημίας»...Εντούτοις, αυτή η «ἀτέλεια» της γνώσεώς μας εδώ και τώρα δεν εξασθενίζει τον αυθεντικό και αποδεικτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας. Ο όρος της Χαλκηδόνας είναι ακριβώς ένας ορισμός εκείνης της αλήθειας που κατέχουμε εδώ και τώρα. Χωρίς τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων, που πάντοτε ακολουθούν τους Πατέρες και την Αγία Γραφή, εκείνη η αλήθεια που αποκαλύφθηκε στο Θεάνθρωπο, τον Ιησού Χριστό, θα ήταν παραποιημένη, θα απειλούσε τη λύτρωσή μας, πράγματι, θα έπληττε αυτόν τον πυρήνα και την καρδιά της οντολογικής πραγματικότητας της λυτρώσεως. Αυτοί οι όροι είναι ζωτικό μέρος εκείνης της αλήθειας που κατέχουμε, και η συμβολή της Βυζαντινής θεολογίας στους όρους και στη διασάφηση των όρων της αλήθειας του Θεανθρώπου είναι ζωτική για τη ζωή της Χριστιανικής πίστεως.

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ

Ο σύγχρονος άνθρωπος, εσκεμμένα ή υποσυνείδητα, δελεάζεται από τη Νεστοριανή ακρότητα - ο σύγχρονος άνθρωπος δεν παίρνει στα σοβαρά την Ενσάρκωση, δεν τολμά να πιστέψει οτι ο Χριστός είναι ένα Θείο Πρόσωπο, θέλει να έχει έναν ανθρώπινο λυτρωτή, έναν λυτρωτή που βοηθείται (απλώς) από το Θεό. Ο σύγχρονος άνθρωπος ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανθρώπινη ψυχολογία του Λυτρωτή παρά για το μυστήριο της Θεϊκής αγάπης, ακριβώς γιατί, τελικά, πιστεύει αισιόδοξα στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Από την πλευρά  της άλλης ακρότητας έχουμε στην εποχή μας μια αναβίωση των «Μονοφυσιτικών» τάσεων στη θεολογία και τη θρησκεία - ο άνθρωπος περιορίζεται σε πλήρη παθητικότητα και αφήνεται μόνο στο να ακούει και να ελπίζει. Η παρούσα ένταση ανάμεσα στον «φιλελευθερισμό» και τη «νεο-ορθοδοξία» είναι στην πραγματικότητα η επαναδραστηριοποίηση του παλιού Χριστολογικού αγώνα, αν και σ' ένα καινούριο υπαρξιακό επίπεδο και με μια καινούρια πνευματική εμφάνιση. Αν δεν αποκτηθεί μια ευρύτερη θεώρηση, η σύγκρουση ποτέ δεν θα κοπάσει ή λυθεί. Στην πρώτη Εκκλησία το κήρυγμα ήταν εμφαντικά θεολογικό. Η ίδια η Καινή Διαθήκη είναι ένα θεολογικό βιβλίο. Η άρνηση της θεολογίας, της θεολογίας του Θεανθρώπου, ευθύνεται και για το μαρασμό της προσωπικής θρησκείας και για εκείνο το αίσθημα αποτυχίας που κυριαρχεί στη διάθεση του σύγχρονου ανθρώπου. Η μόνη έλξη των «αντίπαλων ευαγγελίων» στην εποχή μας είναι οτι αυτά προσφέρουν ένα είδος ψευτο-θεολογίας, ένα σύστημα ψευτο-δογμάτων. Αυτά γίνονται ευχαρίστως δεκτά από εκείνους που δεν μπορούν να βρούν καμιά θεολογία στον
μειωμένο Χριστιανισμό του «σύγχρονου» τύπου, από εκείνους που έχουν αποκοπεί από την οργανική Χριστολογία της Καινής Διαθήκης, των όρων των Συνόδων, και του έργου των Ανατολικών και Βυζαντινών Πατέρων.  

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ μιλά για την ελληνική γλώσσα


Δεν θα ήταν σωστό να πούμε ότι η ρωσσική θεολογία, στη δημιουργική της ανάπτυξη, είχε καταλάβει και αφομοιώσει πλήρως ή αρκετά σε βάθος τους Πατέρες και το Βυζάντιο. Αυτό, πρέπει ακόμα να το κάνη. Πρέπει να περάση μέσα από το αυστηρό σχολείο του χριστιανικού Ελληνισμού. Ο Ελληνισμός, ούτως ειπείν, προσέλαβε αιώνιο χαρακτήρα στην Εκκλησία- έχει ενσωματωθή σ’ αυτήν τη δομή της Εκκλησίας ως η αιώνια κατηγορία της χριστιανικής υπάρξεως. Φυσικά εδώ δεν εννοείται ο εθνικός Ελληνισμός της συγχρόνου Ελλάδος ή της Ανατολής ούτε ο ελληνικός φυλετισμός, πού είναι απηρχαιωμένος και χωρίς δικαίωση. Ασχολούμεθα με τη χριστιανική αρχαιότητα, με τον Ελληνισμό του δόγματος, της λειτουργίας, της εικόνος. Στη λειτουργία, το ελληνικό style της «ευσέβειας των μυστηρίων» μπήκε μέσα στον ρυθμό της λειτουργικής μυσταγωγίας, χωρίς να υποστή κάποιο είδος μυστικού «επανεξελληνισμού». Θα μπορούσε κανείς, πού είναι μέσα στην Εκκλησία, να είναι τόσο ανόητος, ώστε αυθαίρετα να «αφελληνίση» τις λειτουργίες και να τις μεταφέρη σ’ ένα πιο «μοντέρνο» style; Επί πλέον, ο Ελληνισμός είναι κάτι περισσότερο από ένα προσωρινό σταθμό στην Εκκλησία. Όταν ο θεολόγος αρχίση να σκέπτεται ότι οι «ελληνικές κατηγορίες» είναι απηρχαιωμένες, αυτό απλώς σημαίνει ότι αυτός έχει βγη έξω απ΄ τον ρυθμό της Εκκλησία

Η Θεολογία του π. Γ. Φλωρόφσκυ υπό αμφισβήτηση Η Θεολογία του π. Γ. Φλωρόφσκυ υπό αμφισβήτηση


Η Θεολογία του π. Γ. Φλωρόφσκυ υπό αμφισβήτηση

19 Μαρτίου 2014
Με ιδιαίτερη τιμή ξεκινούμε σήμερα τη δημοσίευση της μελέτης του κ. Δ. Αβδελά, σχετικά με τη θεολογία του π. Γ. Φλωρόφσκυ και την πρόσληψή της από τη σύγχρονη θεολογία. Στο σημερινό απόσπασμα παρατίθενται τα εισαγωγικά στοιχεία της μελέτης.
Η Θεολογία του π. Γ. Φλωρόφσκυ υπό αμφισβήτηση: Η υποτιθέμενη ουσιοκρατία του Χριστιανικού Ελληνισμού και η σύγχρονη σχετικοκρατία
Εισαγωγικά
Την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μια έντονη ενασχόληση με το έργο του π. Γ. Φλωρόφσκυ στον επιστημονικό χώρο της θεολογικής έρευνας, εγχώριας και ξένης. Ο εισηγητής των όρων νεοπατερική σύνθεση και χριστιανικός ελληνισμός φαίνεται ότι είναι στο επίκεντρο της σύγχρονης θεολογίας, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι το επιστημονικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει το έργο του είναι ιδεολογικά απροϋπόθετο. Αντίθετα μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι στέκονται με αμφισβήτηση απέναντι στη θεολογία του μεγαλύτερου θεολόγου του 20ου αιώνα[1] και προσπαθούν να την αποδομήσουν.
gf1
 Συγκεκριμένα, δυτικοί θεολόγοι, ταυτίζουν τη νεοπατερική θεολογία με τον νεοπαλαμισμό[2] και κατ’ επέκταση με έναν αυστηρό αποφατισμό, αφήνοντας έτσι αιχμές για τη μη διαλογική διάθεση της συγκεκριμένης με τα σύγχρονα θεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα[3]. Επίσης, η δυτική θεολογία και όχι μόνο, αρχίζει να βλέπει με συμπάθεια το έργο και την προσφορά της λεγόμενης «ρωσικής» ή «παρισινής» σχολής, η οποία και αποτέλεσε το αντίπαλο δέος του Φλωρόφσκυ[4]. Ειδικότερα, η σοφιολογία του π. Σ. Μπουλγκάκοφ αρχίζει να αναβιώνει και δείχνει να κερδίζει έδαφος στις προτιμήσεις δυτικών θεολόγων, οι οποίοι προσπαθούν να βρουν σε αυτήν το χαμένο τόπο συνάντησης της ορθοδοξίας με τη νεωτερικότητα, στον αιώνα που πέρασε[5]. Και ενώ αυτά λαμβάνουν χώρα στον δυτικό κόσμο, στην εγχώρια έρευνα των θεολογικών γραμμάτων παρατηρείται μια αρνητικότερη τάση για το έργο του ρώσου διανοούμενου που μοιάζει να ξεπερνά τα εσκαμμένα και φτάνει μέχρι και στη διαστρέβλωση της προσφοράς του φλωροφσκικού έργου.
Ειδικότερα, ο Π. Καλαϊτζίδης σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε σε αφιερωματικό τόμο του περιοδικού Θεολογία, για το θεολογικό έργο του πατρός Γ. Φλωρόφσκυ, με τίτλο «Ο «χριστιανικός ελληνισμός» του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και οι Έλληνες θεολόγοι της γενιάς του ΄60»[6] θέτει υπό αμφισβήτηση τον χριστιανικό ελληνισμό του διακεκριμένου ρώσου θεολόγου και αφήνει υπόνοιες για τη δογματική ορθότητα του έργου του. Συγκεκριμένα, ο Π. Καλαϊτζίδης στην προσπάθεια του να ασκήσει κριτική στο έργο των Ελλήνων θεολόγων της γενιάς του ΄60 που ακολούθησαν την προτροπή του Φλωρόφσκυ για επιστροφή στις πατερικές σπουδές, θεωρεί ότι αφενός οι τελευταίοι ταύτισαν τη νεοπατερική θεολογία με τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό και εγκλωβίστηκαν στο δίπολο ανατολής-δύσης[7] και αφετέρου ότι, εισηγητής αυτής της θεωρίας, σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι ο Ρώσος διανοούμενος με τη συγκεκριμένη θεολογία του.
Ο Π. Καλαϊτζίδης αν και αναγνωρίζει ότι η θεολογία του Φλωρόφσκυ ήταν απαγκιστρωμένη από τα εθνοφυλετικά ιδεώδη και προσανατολισμένη στην οικουμενικότητα της ορθόδοξης παράδοσης[8], ωστόσο, παρερμηνεύοντας μια από τις δογματικές αρχές του ορθόδοξου κληρικού σε σχέση με την εκχριστιάνιση της ελληνικής φιλοσοφίας, υποστηρίζει ότι ο Φλωρόφσκυ εξέπεσε σε μυστικισμό και ιεροποίηση της ελληνικής γλώσσας και δεν διστάζει να χαρακτηρίσει με ακρότητα τη θεολογία του. Ειδικότερα, ο έλληνας θεολόγος ερμηνεύοντας ένα από τα κλασσικά κείμενα του Φλωρόφσκυ σε σχέση με την αγιοπνευματική μεταμόρφωση της ελληνικής γλώσσας προκείμενου να εκφράσει την αποκεκαλυμμένη αλήθεια μέσα από τους δογματικούς ορισμούς, υποστηρίζει τα εξής:
«Έχουμε, όμως στο υπό συζήτηση απόσπασμα μιας άλλης τάξεως ιεροποίηση της γλώσσας, ή για την ακρίβεια έναν ιδιότυπο μυστικισμό της γλώσσας, μια διολίσθηση προς μια ανεπίγνωστη ίσως ουσιοκρατία, προς μιαν αντίληψη που αποδίδει στις συγκεκριμένες ελληνικές λέξεις ιερότητα και αγιότητα, απόλυτη διαχρονική ισχύ και αξία, και που καταργεί την γνωστή πατερική θέση της «κατ’ επίνοιαν» και κατά σύμβασιν απόδοσης ονομάτων στο Θεό.  Έχουμε να κάνουμε, με άλλα λόγια, κατά τη γνώμη μας, με μια μεταφυσικής έμπνευσης ερμηνεία της γλώσσας, που σε ορισμένα σημεία της είναι σαν να παραπέμπει σε έναν ιδιότυπο «ευνομιανισμό»»[9].
Από το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι εμφανής η διάθεση του Π. Καλαϊτζίδη να αποδομήσει τη θεολογία του Φλωρόφσκυ, αφού όχι μόνο της προσδίδει ακραίους χαρακτηρισμούς αλλά αφήνει να εννοηθεί ότι ο ρώσος θεολόγος ήρθε σε αντίθεση με τους πατέρες της εκκλησίας και διαστρέβλωσε το δόγμα.
Από τη σύντομη αυτή εισαγωγή προκύπτει ότι, το ζήτημα της ορθής ερμηνείας του θεολογικού έργου του Φλωρόφσκυ είναι ιδιαζόντως αναγκαίο και απαιτεί την προσεκτική ενασχόληση από μέρους του ερευνητή. Στην παρούσα μελέτη θα επιχειρήσω να προσεγγίσω τον όρο του χριστιανικού ελληνισμού που εισήγαγε ο Φλωρόφσκυ στην ορθή του βάση, ο οποίος και διαφοροποιείται από τον κλασσικό ελληνισμό. Επίσης θα προσεγγίσω εκείνες τις αναφαίρετες αξίες της ορθόδοξης δογματικής θεολογίας μέσα από το έργο του μεγάλου ρώσου θεολόγου οι οποίες καθίστανται απαραίτητες για την ορθή κατανόηση του δόγματος. Αναλύοντας τα παραπάνω, εκτιμώ ότι ο αντικειμενικός αναγνώστης θα βρει εκείνες τις απαντήσεις που έρχονται σε ρήξη με τις θέσεις του Π. Καλαϊτζίδη, σε σχέση με την υποτίμηση του χριστιανικού ελληνισμού και την υποτιθέμενη ουσιοκρατία των δογματικών ορισμών και της πατερικής παράδοσης.
 [Συνεχίζεται]


[1] Ενδεικτικά για τον χαρακτηρισμό αυτό του Φλωρόφσκυ βλ. Μητροπολίτης Περγάμου Ι. ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, «Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: ο οικουμενικός διδάσκαλος», Θεολογία 81:4 (2010), (31-48), σ. 32∙ Στο ίδιο περιοδικό βλ. επίσης π. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Πρωτοπρ. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Πατερική μορφή του 20ου αιώνα», (53-56). σ. 53· Ο Αθανάσιος ΓΙΕΦΤΙΤΣ, παραπέμποντας στη φράση του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς τον χαρακτηρίζει «εικόνα στο εικονοστάσι της ορθόδοξης θεολογίας» στο «Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ περί των ορίων της εκκλησίας», (137-158), σ. 137.  Για τη ζωή και το έργο του Φλωρόφσκυ βλ. ενδεικτικά Α. BLANE, π. Γεώργιος Φλωρόφσκι. Η ζωή και το έργο ενός μεγάλου θεολόγου, μτφρ. Ε. Ταμαρέση – Παπαθανασίου (Αθήνα: Εν πλω, 2010).
[2] Βλ. P. VALLIERE, Modern Russian Theology: Bukharev, Soloviev, Bulgakov: Orthodox Theology in a New Key, T& T Clark, 2000, σ. 299-300∙ G.E. DEMACOPOULOS & A. PAPANIKOLAOY, “Augustine and the Orthodox: “The West” in the East” στο Orthodox Readings of Augustine, G. E. Demacopoulos & A. Papanikolaou (ed.), New York: St. Vladimir’s Press, Crestwood, 2008, σ. 25. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω προς ενημέρωση του αναγνώστη ότι, κατά την παράθεση των υποσημειώσεων στο συγκεκριμένο άρθρο τοποθετώ αρχικά την πλήρη βιβλιογραφική αναφορά στα κείμενα που παραπέμπω και στη συνέχεια αναφέρεται μόνο ο συγγραφέας και ο τίτλος του έργου.
[3] Βλ. P. VALLIERE, “Introduction to the Modern Orthodox Tradition”, στο The Teachings of Modern Christianity on Law, Politics, and Human Nature, John Witte Jr. and Frank S. Alexander (ed.), 2 τομ, New York: Columbia University Press, 2006, τομ. 1 (503-534), σ. 516: «Neopatristic thinkers broke with symphonia in an even more radical way than Berdyaev: they stopped looking for an Orthodox legal, social, and political doctrine. They did not address issues of law, society, and politics in any of their major works. In part this was a reaction to their special social and political circumstances, which have already been noted. But there was another factor. Lossky, Florovsky, and other first-generation neopatristic thinkers embraced a rigorously mystical and apophatic view of theology that effectively discouraged the theological interpretation of legal, social, and political questions».
[4] Βλ. D. J. LATTIER, John Henry and Georges Florovsky: An Orthodox-Catholic Dialogue in the Development of Doctrine, διδακτορική διατριβή, Pittsburgh: McAnulty Graduate School of Liberal Arts, Duquesne University, 2012, σ. xiii.
[5] Βλ. P. LADOCEUR, «Treasures New and Old: Landmarks of Orthodox Neopatristic Theology», St Vladimir’s Theological Quarterly 56:2 (2012), (191-227), σ. 197. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς την ανακάλυψη της σοφιολογίας του Σ. Μπουλγκάκοφ από το σύγχρονο ρεύμα της Radical Orthodoxy και της θεολογικής επένδυσης της τελευταίας προς την πρώτη. Για το συγκεκριμένο θέμα βλ. S. TANEV, «Ενέργεια vs Σοφία: Τhe contribution of Fr. Georges Florovsky to the rediscovery of the orthodox teaching on the distinction between the Divine essence and energies» στο International Journal of Orthodox Theology, 2:1 (2011), (15-71), σσ. 40-44.
[6] Βλ. Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ, «Ο Χριστιανικός Ελληνισμός του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και οι Έλληνες θεολόγοι της γενιάς του ΄60», Θεολογία 81:4 (2010), σσ. 247-288.
[7] Βλ. Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ, Ο Χριστιανικός Ελληνισμός του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και οι Έλληνες θεολόγοι της γενιάς του ΄60, σσ. 276-287.
[8] Βλ. Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ, Ο Χριστιανικός Ελληνισμός του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και οι Έλληνες θεολόγοι της γενιάς του ΄60, σ. 254
[9] Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ, Ο Χριστιανικός Ελληνισμός του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και οι Έλληνες θεολόγοι της γενιάς του ΄60, σ. 272.