Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ - ΙΟΥΔΑ

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ «Όποιος και να είναι ό φίλος μου ή ό δάσκαλος μου, εγώ δεν τον προδίδω». Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ.





Όσο για τον Ιούδα:

Ό Ιούδας χάνει την ευκαιρία να κερδίσει και ταυτόχρονα χάνεται, διότι σκέφτεται επιτήδεια, σκέφτεται επιμελώς, σαν σοφιστής. Στις δύσκολες περιπτώσεις, όμως, το πιο καλό είναι να εφαρμόζουμε την απλή λύση της ευθυκρισίας, να σκεφτόμαστε όπως θα σκεφτόταν ένας αγράμματος χωριάτης και να πούμε «Όποιος και να είναι ό φίλος μου ή ό δάσκαλος μου, εγώ δεν τον προδίδω». Ό Ιούδας όμως τί είπε, πώς σκέφτηκε; «Από τη στιγμή πού ό Ιησούς ήρθε για να μας σώσει, από τη στιγμή πού για να μας σώσει πρέπει να σταυρωθεί, από τη στιγμή πού για να σταυρωθεί πρέπει κάποιος να τον προδώσει, έ τότε προσφέρομαι εγώ, εγώ θα τον προδώσω».

Δεν ξέρω  ποιες είναι οι πιθανότητες, δεν ξέρω αν οι παπάδες και οι γραφιάδες θα βρουν άλλο τρόπο, δεν θέλω να ξέρω τίποτα. Εγώ ένα ξέρω, αυτό πού μας έμαθαν οι  πρόγονοί μας: τον φίλο μας και τον δάσκαλο μας δεν τον προδίδουμε 

Κάνε Θεέ μου, τα πράγματα όπως Εσύ νομίζεις καλύτερα. Εγώ δεν είμαι παρά ένα σκουλήκι, και το καθήκον μου, σαν δύστυχος άνθρωπος πού είμαι, είναι να  εφαρμόσω την κοινή ηθική. Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές, συγγνώμες ακόμα  περισσότερες, το ξέρω. Μη μου λέτε όμως τίποτα, δεν θέλω να ακούω για
δικαιολογίες και συγγνώμες.

Ό Ιούδας χάθηκε και επειδή ήθελε να επωμιστεί μια θεϊκή αποστολή, επειδή θεωρησε σωστό (απόδειξη φοβερής αλαζονείας) να αντικαταστήσει τον Θεό.
Έπρεπε να ήταν πιο προσεκτικός. Δεν ξέρω. Δεν ανακατεύομαι. 'Εγώ ένα μόνο ξέρω. Τον Χριστό δεν τον προδίδω.

Γιατί ότι και να έλεγε μετά ό Ιούδας, όσο λεπτόλογες, μεγαλόστομες και απρόσωπες και να ήταν οι δικαιολογίες του, υπάρχει και το κοινό αίσθημα, που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να φανερώσει το ειδεχθές πρόσωπο του προδότη και τις αληθινές του προθέσεις. Το απλό κοινό αίσθημα θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αρχίσει στις ερωτήσεις τον Ιούδα και να τον τελειώσει στα γρήγορα:
—  Ρε σύ, πήγες ή όχι στους Φαρισαίους; 
 — Πήγα, αλλά για να...! 
— Ρε, άστα αυτά. Τον πρόδωσες ή όχι;
 — Κοιτάξτε, εγώ...
—  Ρε, τί εγώ; Πήρες τριάντα αργύρια ή δεν πήρες;( Ό διάβολος με την πράξη μας πιάνει και γενικά με ότι μπορεί. Σαν την αστυνομία που συλλαμβάνει τους εγκληματίες όχι από τα εγκλήματα πού έχουν κάνει, αλλά από μικρές παρατυπίες, όπως π.χ. επειδή χρωστάνε στην εφορία.)
—        Δεν ήθελα να τα πάρω, αλλά μετά τα κράτησα...
—        Δηλαδή τα τσέπωσες, έτσι; Τριάντα.
—        Ναι τριάντα, αλλά...
—        Τί αλλά, ρε; Τον φίλησες στο μάγουλο ή όχι;
—        Ναι τον φίλησα και...
—        Και μετά κατάλαβες τί έκανες, έτσι;
—        Αυτό ακριβώς αποδεικνύει πώς...
—        Άσε, ρε κάθαρμα. Είσαι προδότης. Τέρμα και τελείωσε. Στη δύσκολη στιγμή και στο δίλημμα, ό μόνος σίγουρος δρόμος είναι να πάς
με τούς κανόνες του λαού. Γιατί κι εγώ δεν πήγα να καταθέσω ως μάρτυρας κατηγορίας στο δικαστήριο στη δίκη του Νόικα; (Καλό θα μου έκαναν κι εμένα τα υπνωτικά χάπια πού ζήτησαν όσοι τον πρόδωσαν!) Διότι με βοήθησε ό Θεός θυμήθηκα στην ανάκριση τους μαχαλάδες όπου έπαιζα μικρός στο χωριό μου το Παντελημόν κι εκείνον τον χωριάτη από το Μουκτέλ.

Άπλα πράγματα. Άπλα και στοιχειώδη πράγματα. Χωρίς μπερδέματα και σου  'πα, μου 'πες. Ότι και να γίνει, ότι και να μας σιγοψιθυρίζει ό πειρασμός της λογικής, εμείς θα παραμείνουμε στον απλό και συνάμα αυστηρό κανόνα Εκεί  βρίσκεται ή σιγουριά. Δεν πουλάω (ή δεν προδίδω, εξαρτάται από την περίπτωση) τον φίλο μου. Τα υπόλοιπα, όπως υποστηρίζει και ή Σιμόν Βέιλ, ανήκουν στον Θεό. Κάνε, Θεέ μου, από εκεί και πέρα ότι θέλεις Εσύ. Δεν είναι δική μου δουλειά. Εγώ δεν είμαι Θεός. Ένας δύστυχος αμαρτωλός είμαι, που δεν ξέρω και πολλά. Ένα μόνο ξέρω: Δεν προδίδω τον φίλο μου. Τελεία και παύλα.
Έτσι έπρεπε να σκεφτεί ό Ιούδας, άλλα δεν το έκανε. Έπρεπε να ξέρει πώς παίρνοντας τα τριάκοντα αργύρια και δίνοντας ως αντάλλαγμα ένα φίλημα υποκρισίας, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να ανακηρυχθεί ήρωας, αλλά χυδαίος προδότης.

Ναι, τα συναισθήματα μπορεί να είναι ειλικρινή και πολύπλοκα, άλλα τα λόγια έχουν τρομερή ακρίβεια και κρύβουν μέσα τους όλη την κακία. Το εσωτερικό δράμα του Ιούδα θα ήταν σίγουρα μεγάλο, και τα κίνητρα του ίσως και να ήταν πιο πολύπλοκα απ' ότι τα παρουσιάζει ό Ευαγγελιστής Ιωάννης. Από τη στιγμή όμως πού τα κίνητρα αποκαλύφθηκαν, κάθε ομίχλη, πού τα αθωώνει και τα καλύπτει, εξαφανίζεται.


Προσέξτε λοιπόν τα λόγια που λέτε! Προσέξτε πολύ τα κείμενα πού σας δίνουν να διαβάσετε και προπαντός μην υπογράφετε ποτέ ένα κείμενο πριν το διαβάσετε με προσοχή!

Ό λόγος για τον όποιο οι αρχιερείς επέμεναν πάση θυσία να δώσουν χρήμα στον Ιούδα και στο τέλος να μην τα δεχτούν πίσω, όταν τούς τα επέστρεψε, μην επιτρέποντας του έτσι να ενεργήσει «ιδεαλιστικώς» και «ανιδιοτελώς», ήταν διότι ήθελαν μ' αυτόν τον τρόπο να δώσουν στην όλη υπόθεση χαρακτήρα βρόμικο, να βουλιάξουν τη νέα διδασκαλία του Χριστού μέσα στη βρόμα και στην προστυχιά παρουσιάζοντας τον Χριστός τρελό και τον Ιούδα, έναν μαθητή του, προδότη, κάποιον πού δούλεψε γι' αυτούς.

Ή νέα διδασκαλία έπρεπε να παρουσιαστεί από την αρχή ως διδασκαλία χωρίς αρχοντιά, χωρίς ευγένεια, χωρίς ηρωισμό, τόσο όσον άφορα τον «βασικό της υπεύθυνο», όσο και τον πληροφοριοδότη αντιπρόσωπο.

Πάντως και ή Ασφάλεια κληρονόμησε αυτόν τον τρόπο σκέψης. Όμως ο μάρτυρας  κατηγορίας, με το να καταθέτει ενάντια στον ένοχο, κατηγορεί ταυτόχρονα και τον ίδιο του τον εαυτό (για το γεγονός ότι ήταν παρών την ώρα του εγκλήματος

0 μάρτυρας κατηγορίας νομίζει πώς, βοηθώντας τα όργανα της Ασφάλειας, θα εξασφαλίσει καλύτερη μεταχείριση για τον εαυτό του. Άλλα δεν ξέρει πώς στο θα κερδίσει κι αυτός ότι ακριβώς κέρδισε κι ό Ιούδας από τούς αρχιερείς! Πρέπει να εκτεθούν όλοι! κι ό κατηγορούμενος και οι μάρτυρες και οι πληροφοριοδότες, όλοι! Αυτή είναι ή τακτική. Πρέπει όλοι να γελοιοποιηθούν εξίσου και μετά αφού αρχίσουν να κατηγορούν ό ένας τον άλλο και οδηγηθούν σε παραζάλη  κατά την οποία δεν ξέρουν πια ούτε τί έκαναν ούτε τί πρέπει να κάνουν, θα τους απαγορευθεί κάθε προσπάθεια μεταμέλειας και αποκατάστασης των πραγμάτων, θα ακούσουν κι αυτοί να τούς λένε: «τί προς ημάς; σύ όψει» (Ματθ. 27,5), δηλαδή, κι εμάς τί μας νοιάζει; Είναι δικό σου πρόβλημα, και θα ριχτούν εξίσου 'μέσα σ' εκείνο το βρόμικο μείγμα της λησμονιάς και της περιφρόνησης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ. ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου