Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
(Εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου)
Toυ Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
πηγή:http://www.parembasis.gr

Άν σας αρέσει το μπλόγκ μας ''ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΟΣΜΟΣ'' κάντε μας like στο facebook.
Ο άγιος Αντώνιος, ο καθηγητής της ερήμου, είναι από τους λίγους που έλαβαν την προσωνυμία μέγας. Πραγματικά, υπήρξε μέγας αθλητής του πνευματικού στίβου και θριαμβευτής στους αγώνες εναντίον της πλάνης, της αμαρτίας, του διαβόλου και των πολυμόρφων παθών. Ο βίος του, που συνεγράφη από έναν άλλον μέγα, τον σύγχρονό του άγιο Αθανάσιο, Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, είναι υπερθαύμαστος και αξιοζήλευτος. Η μελέτη του πρέπει να αποτελή εντρύφημα όλων εκείνων, οι οποίοι ποθούν να βιώσουν το μεγαλείο της κατά Χριστόν ζωής.
Ο μέγας Αντώνιος με την άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή έφθασε στην κορυφή της πνευματικής ζωής και απέκτησε την αληθινή σοφία. "Ονομάζει τον εαυτό του "ιδιώτην" και ήταν αγράμματος, είχε όμως διδάσκαλον την άνωθεν σοφίαν του Πνεύματος. Από την σοφία αυτή φωτισμένος και εμπνευσμένος έδωκε σοφότατες αποκρίσεις σε διαφόρους Χριστιανούς, που ζητούσαν να ωφεληθούν ψυχικά, όπως φαίνεται σε πολλά μέρη των "Γεροντικών" βιβλίων. Εκτός από αυτές άφησε και τα "εκατόν εβδομήκοντα κεφάλαια", που περιλαμβάνονται στην "Φιλοκαλία" και προσφέρουν μεγάλη ωφέλεια σε όσους τα διαβάζουν".
Άσκηση ονομάζεται η προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος να εφαρμόζη το θέλημα του Θεού στην ζωή του. Η προσπάθεια να μεταμορφώση τα πάθη του, να καθαρθή από τα πάθη, για να μπορέση να αγαπήση "εξ όλης ψυχής και καρδίας", τον Θεό και τον άνθρωπο. Γιατί είναι αδύνατο να αγαπά αληθινά όποιος εξουσιάζεται από τα πάθη και κυρίως από την φιλαυτία, που καταδυναστεύει τον άνθρωπο και κάνει την ζωή του δύσκολη. Φιλαυτία είναι η άλογη αγάπη προς τον εαυτό μας και από αυτήν, ως από μητέρα, γεννώνται όλα τα άλλα πάθη, όπως της υπερηφανείας, της κενοδοξίας, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας κ.λ.π.
Στις ημέρες μας, συχνά γίνεται λόγος για την αγάπη, την ειρήνη και την φιλία μεταξύ των ανθρώπων και των λαών και για άλλα παρόμοια. Καλά είναι όλα αυτά, αλλά το ερώτημα είναι πώς μπορεί κανείς να αγαπά τους άλλους και να ειρηνεύη μαζί τους, την στιγμή που είναι υποδουλωμένος στα πάθη και δεν μπορεί να ειρηνεύση με τον ίδιο τον εαυτό του; Η αγάπη, κατά τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή, είναι έκγονος απαθείας. Δηλαδή γεννάται και αυξάνεται μέσα σε μια καρδιά, η οποία έχει καθαρθή ή τουλάχιστον αγωνίζεται επίμονα και επίπονα να καθαρθή από τα πάθη. Τότε η αγάπη είναι ανιδιοτελής και ανθεκτική στις αντιξοότητες και τις δυσκολίες. Δεν έχει ημερομηνία λήξης, αλλά διαρκεί και πέραν του τάφου, είναι "συνομήλικη με τους αιώνες". Αντίθετα, η εμπαθής αγάπη είναι ψεύτικη και διαρκεί όσον καιρό είναι σε θέση να υπηρετή και να τρέφη ή να τρέφεται από τα πάθη. Και πώς είναι δυνατόν να έχη αντοχή και διάρκεια, αφού οι συνθήκες ζωής αλλάζουν, τα συμφέροντα μεταβάλλονται και το ανθρώπινο σώμα φθείρεται και αλλοιώνεται;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των μεταπτωτικών κοινωνιών είναι τα ανθρώπινα πάθη. Τα εμπαθή άτομα προξενούν τεράστια προβλήματα στο οικογενειακό και το κοινωνικό τους περιβάλλον, αλλά και πολέμους και ακαταστασίες σε ολόκληρο τον κόσμο, όταν πρόκειται για άτομα που κατέχουν αξιώματα και εξουσία. Όπως τονίζει και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος: "Η αμαρτία έχει κοινωνικές προεκτάσεις. Τα αρρωστημένα άτομα αρρωσταίνουν τους κοινωνικούς θεσμούς και στην συνέχεια οι κοινωνικοί θεσμοί αρρωσταίνουν περισσότερο τα άτομα". Επομένως, η αλλαγή των ανθρωπίνων κοινωνιών προς το καλύτερο, ή μάλλον η εξανθρώπισή τους, προϋποθέτει την πνευματική αναγέννηση των μελών τους, η οποία μπορεί να γίνη με την άσκηση, την προσευχή, την μυστηριακή ζωή και γενικότερα με την υπακοή στην Εκκλησία και τους εκκλησιαστικούς θεσμούς.
Ο άγιος Αντώνιος με τους σκληρούς αγώνες του εναντίον των πνευμάτων της πονηρίας και της υπερηφανίας, απέκτησε την υψοποιό ταπείνωση. Εν τούτοις ο Θεός του απεκάλυψε ότι υπάρχει κάποιος υποδηματοποιός στην Αλεξάνδρεια, που τον έχει ξεπεράσει στην πνευματική ζωή και τον απέστειλε να διδαχθή το πνευματικό έργον εκείνου. Και όπως σημειώνει ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ: "Έμαθεν εξ αυτού να σκέπτηται ενδομύχως: "Οι πάντες σώζονται, εγώ δε μόνος απόλλυμαι"". Τον λόγον αυτό μπορούν να τον αντέξουν μόνον εκείνοι, που έχουν κατακτήσει το ακρότατον ύψος της ταπεινοφροσύνης.
Η ταπεινοφροσύνη είναι μητέρα της αγάπης και όλων των άλλων αρετών. Ο Όσιος αγαπούσε θυσιαστικά τους πάντες και προσευχόταν για ολόκληρη την οικουμένη. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούσε με τους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τους πονεμένους ανθρώπους. Με την αρχοντική του αγάπη τους παρηγορούσε αληθινά και τους στήριζε. Επισκέφθηκε κάποτε έναν θεολόγο - συγγραφέα, τον Δίδυμο, που ήταν τυφλός, αλλά όπως φαίνεται είχε ανοικτά τα μάτια της ψυχής του καί, μεταξύ άλλων, του είπε: "Μη σε στενοχωρεί και μη σε ταράζει, Δίδυμε, το γεγονός ότι σού λείπουν τα σωματικά μάτια. Διότι σού λείπουν τέτοια μάτια, με τα οποία βλέπουν οι μυίγες και τα κουνούπια. Εσύ έχεις τέτοια μάτια, με τα οποία βλέπουν οι άγγελοι, με τα οποία ο Θεός καθοράται και το αυτού φως καταλαμβάνεται". Το περιστατικό αυτό φανερώνει τον τρόπο ποιμαντικής των Αγίων. Δεν απογοητεύουν και δεν απελπίζουν τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα τους αυξάνουν την αγάπη για την ζωή, την κατά Χριστόν ζωή, αποδιώχνουν από την ψυχή τους την καταχνιά, αυξάνουν την χαρά, δυναμώνουν την πίστη, θεριεύουν την ελπίδα.
Θα ήθελα να περατώσω το άρθρο αυτό με την συμβουλή - προτροπή του αγίου Αντωνίου: "Είναι ανάγκη να τρέχωμε να θεραπεύωμε τα πάθη της ψυχής, γιατί μέλλουμε να κριθούμε κατά πρόσωπον Θεού, για να μη βρεθούμε (εκεί) τιποτένοι ή καταγέλαστοι".

Ησυχαστική Θεολογία

Ησυχαστική Θεολογία
15 Μαρτίου 2012
Θρησκεία / Θεολογία   Καθηγητής Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Ο Ησυχασμός δεν αποτελεί εποχικό ή περιθωριακό φαινόμενο της ιστορίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά συνιστά κεντρικό άξονα της μοναχικής παραδόσεώς της και σφραγίζει διαχρονικά το χαρακτήρα της πνευματικής της ζωής. Ήδη, από τους πρώτους αιώνες της ιστορίας της Εκκλησίας η έννοια της ησυχίας συνδέθηκε με την αποδέσμευση του ανθρώπου από την αγωνιώδη μέριμνα και ταραχή του κόσμου και την επιστροφή του προς το Θεό.
Η ησυχία δεν είναι πλαδαρότητα ή ακινησία, αλλά αφύπνιση και έντονη ενεργοποίηση στο επίπεδο της πνευματικής ζωής. Είναι μια εσωτερική ανασύνταξη και επανατοποθέτηση, που καλλιεργείται με την περισυλλογή, την αυτοσυγκέντρωση, την προσευχή και την κοινωνία με το Θεό, Και η ησυχαστική ζωή, που καλλιεργείται με τη φυγή στην έρημο, δεν εκφράζει αποστροφή προς τον κόσμο, αλλά προσήλωση στην αγάπη του Θεού. Ο ησυχαστής απομονώνεται στην έρημο, για να χωρέσει μέσα του ολόκληρο τον κόσμο. Η ησυχαστική όμως ζωή μπορεί να καλλιεργηθεί ως ένα βαθμό και μέσα στις πόλεις, όπως βεβαιώνει η ιστορία της Ορθοδοξίας. Ο πατέρας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Κωνσταντίνος ζούσε ησυχαστική ζωή μέσα στην Κωνσταντινούπολη ως συγκλητικός και μέλος της αυτοκρατορικής αυλής. Εκείνο που απαιτεί η ζωή αυτή είναι η αποδέσμευση από την εμπαθή προσήλωση στον κόσμο και η πλήρης αναφορά στο Θεό.
Προσήλωση
Κεντρική θέση στον ησυχασμό έχει η νοερά ή καρδιακή προσευχή, που πραγματοποιείται με την επίκληση του ονόματος του Χριστού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ε¬λέησόν με». Η προσευχή αυτή με τη συντομία της βοηθάει στην αυτοσυγκέντρωση και στην απερίσπαστη προσήλωση στο Θεό, Με τη συνεχή επανάληψή της και με τη χάρη του Θεού η προσευχή μεταφέρεται σταδιακά από τα χείλη στην καρδιά του ανθρώπου.
Όπως γράφει ένας από τους ησυχαστές θεολόγους, ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, η επίκληση του ονόματος του Ιησού αποτελεί το κυριότερο όπλο του πιστού στον αγώνα του εναντίον του πονηρού: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους· ου γαρ έστιν εν τω ουρανώ και επί γης ισχυρότερον όπλον» (Κλίμαξ 21, ΡG 88,9450). Με την προσευχή αυτή αντιμετωπίζει ο πιστός τους πειρασμούς και καταπολεμεί τα πάθη. Και όταν η προσευχή ριζώσει στην καρδιά, ξεριζώνονται τα πάθη και ο άνθρωπος ειρηνεύει με το Θεό και ελευθερώνεται.
Ο ησυχασμός πολεμήθηκε έντονα τον δέκατο τέταρτο αιώνα από τον ελληνικής καταγωγής μοναχό Βαρλαάμ, που ήρθε από την Καλαβρία της Ιταλίας στην Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Την πολεμική του Βαρλαάμ και των ομοφρόνων του ανέτρεψε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος και πρόβαλε τη θεολογική θεμελίωση της ησυχαστικής ζωής. Έτσι ο ησυχασμός και η ησυχαστική θεολογία συνδέθηκαν στενότερα με το όνομα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και με την εποχή του.
Στους κορυφαίους εκπροσώπους της ησυχαστικής θεολογίας που αναπτύχθηκε ως την εποχή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά συγκαταλέγονται ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ο μοναχός Ευάγριος, ο όσιος Μάρκος ο ασκητής, ο Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης κ.ά.
Σκοπός του ησυχασμού είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο σε προσωπική σχέση και κοινωνία με το Θεό. Για να πραγματοποιηθεί, όμως, αυτό χρειάζεται να επιστρέψει ο άνθρωπος στον εαυτό του. Χρειάζεται να απαγκιστρωθεί από την αλλοτριωτική εξωστρέφεια και την προσκόλλησή του στον κόσμο και να αναζητήσει την εσωτερική του ενότητα και καθαρότητα. Μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί ως δημιούργημα «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού και να καθρεφτίσει μεσάτου τον όντως Όντα Θεό.
Σε τελική ανάλυση δηλαδή ο ησυχασμός δεν επιδιώκει τίποτε άλλο, παρά να επαναφέρει τον άνθρωπο στη φυσική του κατάσταση. Να τον αποκαταστήσει δηλαδή στην κατάσταση εκείνη, όπου είναι δυνατή και η τήρηση των εντολών του Θεού. Οι εντολές αυτές, που συνοψίζονται από το Χριστό στη διπλή εντολή της αγάπης («αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» Λουκ. 10,27), ζητούν από τον άνθρωπο να στρέψει προς το Θεό και τον πλησίον του ολόκληρη την ύπαρξή του. Πώς όμως, μπορεί να το κάνει αυτό, αν δεν απαγκιστρωθεί από την προσκόλλησή του στον κόσμο και δεν απαλλαγεί από τη διάσπαση στην οποία βρίσκεται; Πώς μπορεί να δώσει ολόκληρη την καρδιά και το νου και την ψυχή του, και ολόκληρη γενικά την ύπαρξή του στο Θεό, και πώς μπορεί να αγαπήσει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, όταν ο ίδιος είναι μοιρασμένος και αιχμαλωτισμένος σε πάθη και επιθυμίες;
Χαρακτήρας
Η ησυχαστική θεολογία, ως ορθόδοξη θεολογία, έχει εμπειρικό χαρακτήρα. Ενώνει τη γνώση με τη ζωή. Έτσι, στηρίζει και εμπνέει τη ζωή. Η θεολογία αυτή αποτέλεσε το στήριγμα και την ανακαινιστική πνοή της Ορθοδοξίας κατά την περίοδο που ακολούθησε και ως σήμερα, όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον σλαβικό κόσμο. Σ’ αυτή στηρίχθηκε το ορθόδοξο γένος κατά τη μακραίωνη περίοδο της δουλείας και αυτή ενέπνευσε το πλήθος των Νεομαρτύρων. Η περίφημη «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών», που δημο¬σιεύθηκε το 1782 από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και περιέχει συλλογή βασικών κειμένων ησυχαστικού περιεχομένου, είχε τεράστια απήχηση. Μεταφράστηκε σύντομα στη σλαβωνική γλώσσα και αποτέλεσε την πυξίδα της πνευματικής ζωής μοναχών και λαϊκών σε ολόκληρη την Ορθοδοξία.
Παράδοση
Η ησυχία, που καλλιέργησε ιδιαίτερα ο ορθόδοξος μοναχισμός, δεν περιοριζόταν στις έρημους, αλλά εισχωρούσε και στην καθημερινή ζωή των πιοτών μέσα στον κόσμο. Αυτό βεβαιώνεται σε ολόκληρη την παράδοση της Ορθοδοξίας. Ιδιαίτερα όμως επίκαιρη και επιτακτική γίνεται η ησυχαστική παράδοση στην ταραγμένη εποχή μας. Αυτή μπορεί να βοηθήσει τον ανήσυχο και κουρασμένο άνθρωπο να βρει την ηρεμία και την ψυχική του υγεία. Να βρει το νόημα και την πληρότητα της ζωής του.
Αν ο άνθρωπος δεν επιστρέψει στον εαυτό του, δεν μπορεί να βρει ούτε το Θεό ούτε την αληθινή ταυτότητα του, Σε όποιον γνωρίζει τον εαυτό του, σημειώνει ένας ασκητικός συγγραφέας, «η γνώσις των πάντων δίδοται» (Ισαάκ Σύρου, Λόγος 16, εκδ. 1. Σπετσιέρη, Αθήναι 1985, σ. 58). Επιστρέφοντας ο άνθρωπος στον εαυτό του και ανακαλύπτοντας την εικόνα του Θεού που υπάρχει μέσα του, οδηγείται στο αρχέτυπο της υπάρξεώς του, στο Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου. Το φως του Χριστού απομακρύνει τη σύγχυση και την ακαταστασία από την ψυχή του ανθρώπου και φανερώνει την «κστ’ εικόνα Θεού» υπόστασή του.
Πηγή: Η Καθημερινή. «Επτά ημέρες». Αφιέρωμα: Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη, 25 Δεκεμβρίου 1992, σ.8.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Η ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ

Η ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ
15Κάποτε σε ένα κοινόβιο ένας αδελφός έπεσε σε σφάλμα. Εκεί κοντά ζούσε κάποιος ασκητής, που είχε πολλά χρόνια να βγη έξω από το κελλί του. Ο ηγούμενος του κοινοβίου επισκέφθηκε τον ασκητή και του ανέφερε την περίπτωση του αδελφού που έσφαλε. Ο ασκητής τον συμβούλεψε να τον διώξη. Έτσι κι έγινε.

Διωγμένος ο αδελφός από το κοινόβιο βρήκε μία χαράδρα, στάθηκε σ’ αυτήν και παρέμεινε εκεί κλαίγοντας. Συμπτωματικά εκείνες τις ημέρες μερικοί αδελφοί του ιδίου κοινοβίου πήγαιναν να συναντήσουν τον αββά Ποιμένα.

Περνώντας από τη χαράδρα άκουσαν κλάμα. Σπλαχνίστηκαν και κατέβηκαν κάτω, να δουν ποιος κλαίει. Βρήκαν τον αδελφό τους συντετριμμένο από τον πόνο και την θλίψη. Τον παρακάλεσαν να έρθει μαζί τους και να τον φέρουν στο γέροντα. Εκείνος όμως δεν ήθελε, αλλά κλαίγοντας  έλεγε:

-Αφήστε με να πεθάνω εδώ!

Όταν πήγαν στον αββά Ποιμένα, του διηγήθηκαν την περίπτωση του αδελφού. Ο γέροντας τότε τους παρακάλεσε να επιστρέψουν πάλι στη χαράδρα και να που στον αδελφό:

-Ο αββάς Ποιμήν σε θέλει και σε καλεί να τον επισκεφθείς.

Όταν άκουσε τα λόγια αυτά ο αδελφός, σηκώθηκε και ήρθε στο γέροντα. Ο αββάς Ποιμήν, βλέποντας τον αδελφό τόσο στεναχωρημένο και ταλαιπωρημένο, ήρθε κοντά του, τον αγκάλιασε, τον ασπάσθηκε και με γλυκά γεμάτα καλοσύνη λόγια τον παρακάλεσε να φάει λιγάκι. Έπειτα στέλνει έναν υποτακτικό του στον έγκλειστο εκείνο ασκητή παραγγέλνοντάς του τα εξής:

-Από καιρό επιθυμούσα να σε γνωρίσω, γιατί άκουσα για σένα πόλλά καλά λόγια. Από αμέλεια και των δυο μας δεν μπορέσαμε να συναντηθούμε.

Ο ασκητής, αν και δεν έβγαινε από το κελλί του, όταν άκουσε αυτά τα λόγια είπε:

-Για να μου μηνύση έτσι ο γέροντας, φαίνεται ότι κάποια πληροφορία έχει από τον Θεό.

Σηκώθηκε λοιπόν και βγήκε απ’ το κελλί του και ήρθε να συναντήση τον αββά Ποιμένα.

Όταν συναντήθηκαν, ασπάσθηκε ο ένας τον άλλον και κάθησαν χαρούμενοι να συζητήσουν. Τότε ο αββάς Ποιμήν λέει στον ασκητή:

-Σ’ ένα χωριό ζούσαν δύο άνθρωποι. Κάποια μέρα έτυχε να έχουν και οι δο στα σπίτια τους νεκρούς. Άφησε τότε ο ένας το δικό του νεκρό και πήγε να κλάψει το νεκρό του γείτονά του.

Όταν άκουσε τα λόγια αυτά ο ασκητής, κατάλαβε τι νόημα έχουν. Συγκινήθηκε βαθύτατα. Θυμήθηκε, πως συμπεριφέρθηκε απέναντι στον αδελφό του κοινοβίου και σκέφτηκε πως τα λόγια αυτά ταιριάζουν στον ίδιο. Και είπε:

-Ο αββάς Ποιμήν βρίσκεται πάνω στον ουρανό, ενώ εγώ κάτω στη γη.

Πίστη & προσευχή δρουν καταπραϋντικά

Πίστη & προσευχή δρουν καταπραϋντικά

από savvasm

Έρευνες σε καρκινοπαθείς.

Ως ισχυρό παυσίπονο φαίνεται να λειτουργεί η πίστη για τους ασθενείς με καρκίνο. Δύο έρευνες από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Πατρών δείχνουν ότι ασθενείς με καρκίνο οι οποίοι είτε πιστεύουν βαθιά σε μια θρησκεία είτε κάνουν συχνά διαλογισμό διαθέτουν μεγαλύτερα ψυχολογικά αποθέματα για να αντιμετωπίσουν την ασθένειά τους.
Δεν αποκλείεται μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως τονίζουν οι επιστήμονες, η πίστη να λειτουργεί καταπραϋντικά στα συμπτώματα της ασθένειας. Ουδείς όμως γνωρίζει αν η πίστη λειτουργεί σαν φάρμακο ή σαν ψευδοφάρμακο (πλασέμπο). Γι΄ αυτό, τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι επιστήμονες επιμένουν ότι παρά τα πρώτα στοιχεία που δείχνουν πως η πίστη επιδρά θετικά σε ανθρώπους που υποφέρουν από διάφορες αρρώστιες, πρέπει να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες.
Δαμάζουν τον φόβο
Αυτό που ωστόσο φαίνεται να ισχύει είναι πως η προσευχή διώχνει τον πανικό και τις αρνητικές σκέψεις. «Οι ασθενείς που καταφέρνουν να δαμάσουν τον πανικό του θανάτου, καταφέρνουν να μαλακώσουν και τα συμπτώματα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πονούν, πως αισθάνονται λιγότερο κουρασμένοι ή πως μπορούν να πάρουν καλύτερες ανάσες. Η πίστη και η θρησκευτικότητα όμως μπορεί να λειτουργούν καταπραϋντικά στα συμπτώματα», τονίζει στα «ΝΕΑ» η κ. Κυριακή Μυστακίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ανακουφιστικής Αγωγής και υπεύθυνη της Μονάδας Ανακούφισης Πόνου και Παρηγορητικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Μαζί με την ερευνητική της ομάδα έχει πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια τρεις έρευνες, διερευνώντας την επιρροή της πίστης στους ασθενείς με καρκίνο. Τι διαπίστωσαν; Οι Έλληνες ασθενείς υποστηρίζουν πως η πίστη τούς δίνει δύναμη να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες.
Παρ΄ όλα αυτά, από ό,τι φαίνεται, η θρησκεία λειτουργεί κυρίως θετικά σε ό,τι αφορά την ψυχολογία τους: όσο πιο βαριά είναι η κατάσταση της υγείας τους τόσο πιο πολύ αντλούν ηρεμία και χαλάρωση από την προσευχή και την πίστη. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι Ελληνίδες που έχουν χτυπηθεί από καρκίνο βρίσκουν μεγαλύτερη παρηγοριά στη θρησκεία.
Αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι γιατροί έχουν αναγνωρίσει την τονωτική επίδραση που έχει στο ηθικό των ασθενών τους το θρησκευτικό συναίσθημα: «Ενισχύουμε ψυχολογικά αλλά και σεβόμαστε το θρησκευτι- κό συναί- σθημα εκείνων των ανθρώπων που αναζητούν βοήθεια και λύτρωση από τον πόνο. Μάλιστα, τους παροτρύνουμε να εκφράσουν την πίστη τους, αφού τους κάνει καλό», προσθέτει η κ. Μυστακίδου.
Παρόμοια είναι τα συμπεράσματα και της έρευνας που πραγματοποίησαν οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Πατρών σε 118 ασθενείς με καρκίνο: αυτοί που εκκλησιάζονταν ή προσεύχονταν συχνότερα (που εμφάνιζαν δηλαδή υψηλή θρησκευτικότητα) εμφανίζονταν να πιστεύουν ότι η ποιότητα της ζωής τους ήταν καλύτερη σε σχέση με εκείνους που είπαν ότι δεν πιστεύουν.
«Η απάντησή τους δεν υποδηλώνει μόνον ευεξία», λέει στα «ΝΕΑ» ο ψυχολόγος στο Ογκολογικό Τμήμα της Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών και από τους υπεύθυνους της έρευνας κ. Γρηγόρης Οικονόμου. «Αυτό σημαίνει ότι διατηρούν καλή ποιότητα ζωής στην ασθένειά τους». Δηλαδή έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ακολουθήσουν πιστά και συνεπώς να ολοκληρώσουν την θεραπεία τους σε σύγκριση με τους άλλους ασθενείς που απάντησαν ότι είναι λιγότερο κοντά στην Εκκλησία.
«Τους ανακουφίζει η έκλυση ορμονών»
«ΝΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ»: αυτό είναι το πόρισμα που βγαίνει όταν διαβάζει κανείς επιστημονικές μελέτες που προσπαθούν να αποδείξουν ή να καταρρίψουν τον «μύθο» πως η θρησκεία λειτουργεί σαν φάρμακο.
Η ανεξήγητη σχέση που έχει η θρησκεία και ο πόνος έχουν τεκμηριωθεί επιστημονικά εν μέρει. Όπως προκύπτει από έρευνες, κατά την προσευχή και γενικότερα τον διαλογισμό, παράγονται ενδορφίνες, γνωστές και ως οι ορμόνες τις ευτυχίας, που μπλοκάρουν το αίσθημα του πόνου δίνοντας τη θέση του στο αίσθημα της ευχαρίστησης ή έστω της ηρεμίας και της στωικότητας.
Οι ιατρικές επιδράσεις της προσευχής
Μειώνει το στρες
● Ρίχνει τους παλμούς της καρδιάς
● Αυξάνει τις ενδορφίνες, ορμόνες που μπλοκάρουν τον πόνο
● Καταπραϋνει τα συμπτώματα
● Κάνει τους ασθενείς πιο υπομονετικούς
Πηγή
 

Φιλοκαλικοί Πατέρες και Ορθόδοξη Λατρεία

Φιλοκαλικοί Πατέρες και Ορθόδοξη Λατρεία

Δημοσιεύθηκε: 28 Μαρτίου 2013 Κατηγορίες: Θεολογία και Ζωή, Ορθόδοξη πίστη
filokalikoi pateres_agios makariosΑρχιμ. Νικόδημου Σκρέττα
επίκ. καθηγητή του Α.Π.Θ.
 
 
Οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος στο Άγιον Όρος υπήρξαν μυσταγωγοί του Γένους και της λογικής λατρείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Oι θεολογικές και λειτουργικές τους θέσεις, για τα ζητήματα της Θείας Ευχαριστίας και των ιερών μνημοσυνών, ήταν απόρροια της λιπαρής και βαθειάς σπουδής στην πατερική παράδοση. Τις εξέφραζαν δε πάντοτε έχοντας γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και ανεπιφύλακτο σεβασμό στα λειτουργικά θέσμια της Ορθοδοξίας.
Κατά συνέπεια δεν πρέπει επ’ ουδενί η προμαχία τους υπέρ της παραδόσεως να θεωρηθεί ως ιδιόγνωμη, εριστική και στασιαστική ενέργεια κατά της εκάστοτε υπευθύνου εκκλησιαστικής αρχής ή ως ανυπακοή προς τους ποιμένες και προς την Εκκλησία. Υπήρξαν μεν αυστηροί, και ενίοτε οξείς, στην υπεράσπιση της παραδόσεως, ποτέ όμως μισάδελφοι και ασεβείς προς τους συμμοναστές η τους ποιμένες και διδασκάλους της εποχής τους.
Η ευχαριστιακή διδασκαλία της χορείας των Κολλυβάδων Πατέρων στοιχεί απαρασαλεύτως στον κανόνα της πατερικής διδαχής και του ευχαριστιακού λειτουργικού βιώματος και ήθους της Εκκλησίας του Χριστού.
Η υπέρ της άξιας, ενσυνειδήτου, εμπροϋπόθετης, συχνής και συνεχούς μεταλήψεως ένστασή τους, σε καιρούςτ υποποιήσεων, αδιαφορίας, αγνωσίας και παραχαράξεων, αναδεικνύει την αλήθεια ότι η υπέρ της λειτουργικής τάξεως αγωνιστική τους πρωτοστασία δεν είχε κίνητρα ταπεινά φανατισμού ή εγωισμού, ούτε υπαγορεύθηκε από ιδιορρυθμίες διχαστικές της εκκλησιαστικής ενότητας. Σκοπός τους ήταν η ανάδειξη της αληθείας. Προσέχουν, γνωρίζουν, ακούν και συζητούν τις θέσεις και τα επιχειρήματα της εναντίας μερίδος. Όμολογούν με βεβαιότητα και διαλέγονται με επιστημοσύνη και οξυδέρκεια, αυστηρά μέν, κριτικά και φιλάδελφα, ποτέ όμως αδιάκριτα, μνησίκακα και εριστικά. Προβάλλουν την αξία της παραδόσεως, υπενθυμίζουν την ορθή και ακριβή πράξη, μάχονται υπέρ της τηρήσεως των κανόνων και των λειτουργικών θεσμών, στηλιτεύουν τις παραχαράξεις του ευχαριστιακού ήθους ή τις ανατροπές της αναστάσιμης τιμής της δεσποτικής Κυριακής οποθενδήποτε προέρχονται, ποτέ όμως δεν επιτρέπουν το πνευματικό και λειτουργικό τους κίνημα να εκπέσει σε φιλέριδες προστριβές και μάχες νομικές, ούτε, ακόμη περισσότερο σε σχισματικές ιδιογνωμοσύνες αντατρεπτικές της εκκλησιατικής ενότητας. Την πολύτιμη αυτή ενότητα οι φιλοκαλικοί πατέρες την θεωρούν τελειούμενη μέσα στο πλαίσιο της ευχαριστιακής συνάξεως και μέσα στον αγιασμό και την αληθή κοινωνία της ευχαριστίας.
filokalikoi pateres_agioi kollivadesΗ Θεία Ευχαριστία, κατά τη θεολογική διδασκαλία των Κολλυβάδων, που στηρίζεται απολύτως στην ευχαριστιολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι το μείζον πάντων θεοποιό μυστήριο και το τελειωτικό δώρημα της χριστιανικής μυήσεως. Όταν επιτελείται ορθοδόξως, είναι η μυστική και ζωοδοτική τραπεζοφορία του δείπνου της Βασιλείας, η θεωτική κοινωνία των αγιασμάτων, που καθιστά τους πιστούς «σύσσωμους» και «ομαίμονες» με τον Χριστό κατά αλήθειαν και όχι κατά δόκησιν.
Στηριζόμενοι oι Κολλυβάδες στη διδασκαλία των Πατέρων, επισημαίνουν την ορθόδοξη δογματική θέση ότι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι ανάμνηση όλης μέν της σωτηριώδους Θείας Οικονομίας, ιδιαίτερα όμως ανάμνηση της επί του Σταυρού θυσίας, του Θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού, ο οποίος δια της μεταλήψεως εσθίεται πλέον μετά την ένδοξη ανάστασή Του διηνεκώς από τους πιστούς, ως πράγματική, άφθαρτη και αιωνίζουσα τροφή.
Η γνώμη των αντιπάλων τους ότι το ζήτημα της Θείας Ευχαριστίας και η ανάγκη της συνεχούς προσελεύσεως σε αυτή δεν είναι τόσο σοβαρό ζήτημα, ώστε να θεωρείται και δόγμα πίστεως, ευρίσκει τους Πατέρες του φιλοκαλικού κίνηματος αντιθέτους. Δόγμα και ήθος στην Ορθοδοξία συμπορεύονται. Θεωρία και πράξη συνυπάρχουν.
Στην τήρηση δε των δεσποτικών εντολών στηρίζεται η καθαρότητα του βίου και της πολιτείας των Χριστιανών, αλλά και η ορθότητα και το απλανές της πίστεώς τους. Άρα η ευχαριστία δέον να αποτελεί το κέντρο της ζωής των πιστών, της λατρείας και της εκκλησιαστικής ζωής. Ως προς τις προϋποθέσεις μετοχής στην Ευχαριστία πρέπει να πούμε ότι αυτές χωρίζονται σε γενικές και ειδικές. Ο κοινωνών, κατά τις γενικές προϋποθέσεις, πρέπει να είναι πιστό και βαπτισμένο μέλος της Εκκλησίας, να έχει βέβαιη και ακράδαντη πίστη ότι η Κοινωνία είναι αυτό το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, να είναι ζών και αυτοσυνείδητος και οπωσδήποτε όχι αιρετικός, σχισματικός ή επιτιμημένος με ακοινωνησία. Επίσης η άκρα προσοχή και ευλάβεια, η πλήρης συναίσθηση του ύψους του μυστηρίου, η καταλλαγή και η συγχώρηση, ο φόβος του Θεού και η αγάπη, η αμνησικακία και η ειρήνη, η ψυχοσωματική καθαρότητα, η εξομολογητική προκάθαρση και η απόρριψη της αυτοδικαιώσεως, η περιφυλακή από τους εμπαθείς λογισμούς, η αυτοεξέταση και αυτομεμψία, η δοκιμή της συνειδήσεως, η αγαπητική επιπόθηση της ευχαριστιακής υποδοχής του μεταλαμβανόμενου Κυρίου, η συντριβή, η ταπεινοφροσύνη και η κατάνυξη, η σωματική καθαρότητα ανδρών και γυναικών, καθώς και η εγκράτεια των συζύγων αποτελούν σχεδόν το σύνολο της προευχαριστιακής ετοιμασίας, η οποία δεν είναι ευκαιριακή, στιγμιαία, τυπική και περιορισμένη σε περατά χρονικά όρια, αλλά δια βίου ετοιμότητα και προσδόκηση μετοχής. Ειδικότερη προϋπόθεση θεωρείται η απολύτως αναγκαία ευχαριστιακή νηστεία, η οποία συνίσταται στην απόλυτη αποχή τροφής και πόσεως από του μεσονυκτίου μέχρι την ώρα της κοινωνίας. Καμμία άλλη ευχαριστιακή νηστεία, μονοήμερη, τριήμερη ή εβδομαδιαία, δεν απαιτούν οι ιεροί κανόνες. Όμως η νηστεία, ως αγιοποιός και παθοκτόνος άρετη, δεν παύει να αποτελεί για τον καθένα προσερχόμενο πιστό προσωπικό άθλημα ελευθερίας και πρακτικό μέσο ψυχοσωματικής προετοιμασίας, η έκταση και η αυστηρότητα της οποίας δεν ορίζονται, αλλά διακριτικά μερίζονται κατά την πνευματική κατάσταση του κάθε ενός ανθρώπου χωριστά από τον πνευματικό του πατέρα.
Στα κείμενα της ορθοδόξου παραδόσεως είναι περισσότερο από προφανές ότι οι Χριστιανοί οφείλουν να κοινωνούν συνεχώς και συχνά. Σκοπός της επιτελέσεως της Θείας Λειτουργίας είναι η προσέλευση και η μετοχή των πιστών στα άγια μυστήρια του Χριστού, γι’ αυτό άλλωστε ονομάζεται ευχαριστιακή σύναξη. Οι Κολλυβάδες γνωρίζουν επαρκώς τα κείμενα, γι’ αυτό δεν καινοτομούν υπεραμυνόμενοι της συνεχούς μεταλήψεως, αλλά αναθερμαίνουν ως σοφοί παραδοσιακοί ανανεωτές το ευχαριστιακό ήθος του πληρώματος της Εκκλησίας, όπως το εβίωσαν οι αιώνες. Συχνή μετάληψη δεν σημαίνει αναγκαστικά καθημερινή. Από την άκρα και αυστηρή τοποθέτηση του Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου για την καθημερινή κοινωνία, μέχρι την απαράδεκτη τυποποίηση της δίς ή τρις του έτους προσελεύσεως, ο μετριοπαθής άγιος Νικόδημος Αγιορείτης ευρίσκει τη βασιλική οδό και τη διακριτική μεσότητα στη δυνατότητα των ευλαβών και αγωνιζομένων Χριστιανών να κοινωνούν τουλάχιστον κάθε Κυριακή στην ευχαριστιακή σύναξη και σε κάθε μεγάλη και εξέχουσα εορτή της Εκκλησίας. Η διαστολή αυτή των τοποθετήσεων περί του «συνεχώς» και «συχνώς» αποδεικνύει και την ελευθερία του πνεύματος των Φιλοκαλικών, οι οποίοι δεν δρούσαν ως μία ομάδα κυβερνώμενη από προδιαγεγραμμένα υποχρεωτικά ιδεολογήματα, αλλά ήταν ένας θεόλεκτος σύλλογος και μία άγια χορεία θεοφωτίστων και διακριτικών διδασκάλων.
Η υπέρ της παραδόσεως ένσταση των Κολλυβάδων Πατέρων εκτείνεται, πέραν του ζητήματος της συνεχούς μεταλήψεως, και στην προβολή και διατήρηση αλώβητου του δεσποτικού, υπέρτιμου και αναστάσιμου χαρακτήρα της ημέρας του Κυρίου. Είναι ημέρα πρώτη και ογδόη, που θα υπερβεί τον εβδοματικό χρόνο, τον νομικό Σαββατισμό και τις προφητικές εσχατολογικές απαρχές, για να αναχθεί στην αιώνια καινή ημέρα του αναστάντος Κυρίου. Το πνεύμα της Κυριακής, ως αναστάσιμη εβδοματική ανακύκληση του πασχαλίου εορτασμού, διαχέεται στο σύνολο της ορθοδόξου λατρείας και διαποτίζει τη λειτουργική ζωή των πιστών αποτελώντας το εβδομαδιαίο Πάσχα της Εκκλησίας, κατά το οποίο καταπαύουν οι Χριστιανοί και λατρεύουν τον Κύριο.
Η αγιαννανίτικη λειτουργική εκτροπή της εντελώς αντιπαραδοσιακής μεταφοράς των μνημοσυνών από το καταπαύσιμο Σάββατο στην αναστάσιμη Κυριακή ήταν απλώς η αφορμή, ώστε οι Φιλοκαλικοί Πατέρες και λειτουργικοί αναμορφωτές να εκδιπλώσουν τη θαυμάσια ορθοδοξοπατερική διδασκαλία τους περί των αναστασίμων προνομίων της ημέρας που είναι αφιερωμένη αποκλειστικώς στον αναστάντα Κύριο. Η Κυριακή ονομάζεται και είναι μείζων των δεσποτικών εορτών, ως εβδομαδιαία πασχάλια μνήμη που εγκαινίζεται χαρμόσυνα στις ψυχές των πιστών και ανακυκλώνει, στο πλαίσιο του χαρισματικά βιούμενου λειτουργικού χρόνου, την πασχαλινή ημέρα της παγκοσμίου χαράς. Ο αναστάσιμος, δοξολογικός, χαρμόσυνος, νικητικός και δεσποτικός-εορταστικός αυτός χαρακτήρας της Κυριακής απαιτεί λειτουργικά να είναι μη νηστευομένη, μη γονυκλιτουμένη, αλλά και άπενθος και αμνημόσυνος. Εξαιτίας λοιπόν της αναστασίμου και δεσποτικής της υπεροχής, έχει το προνόμιο να αποκλείει από τα χρονικά και λειτουργικά της όρια τη νηστεία, ως πρόξενο πένθους και κατηφείας, τη γονυκλισία, ως σύμβολο δουλικότητας, κατανύξεως και μετανοίας, και προ πάντων τα νεκρικά και πενθικά μνημόσυνα. Την ασχημοσύνη αυτή, ως προς τα πανάρχαια λειτουργικά θέσμια, της κυριακάτικης νεκρολογίας δι’ όλων των προσφορών πνευματικών μέσων και δι’ όλων των δυνάμεών τους, μέχρι μαρτυρίων και διωγμών, υπερίσπησαν οι Κολλυβάδες προμαχούντες του ακαινοτομήτου της σεβάσμιας ορθοδόξου παραδόσεως. Η σύνθεση Ευχαριστίας και Κυριακής τεκμαίρεται ασφαλώς από την άμεση σχέση τους. Η αναστάσιμη Κυριακή είναι κατ’ εξοχήν ημέρα κοινωνίας. Αλλά και κάθε κυριακάτικη ή σε άλλη ημέρα επιτέλεση τελείας Θείας Λειτουργίας είναι πασχάλια ανάμνηση. Ο καιρός της ζωής των Χριστιανών είναι εόρτιος και πασχάλιος. Ο χαρμόσυνος λοιπόν χαρακτήρας της κυριακάτικης ιδιαίτερα ευχαριστιακής σύναξης, αλλά και κάθε άλλης τελείας Θείας Λειτουργίας σε οποιαδήποτε ημέρα του βίου των Χριστιανών, υπαγορεύει αβίαστα, και την ορθία στάση προσευχής που εικονίζει τη χαρά της Αναστάσεως, και την παύση της νηστείας που υποδηλώνει την, διά της παύσεως του πένθους της μετανοίας, ελευθερία από τη δουλεία της αμαρτίας των τέκνων του Θεού, αλλά και τη συμμετοχή πάντων, ει δυνατόν, των μη κωλυομένων στη ζωοποίηση της ψυχοτρόφου ευχαριστιακής Τραπέζης του Κυρίου.
Πηγή: Περιοδικό «Ερώ», Κέντρο Ενότητος και Μελέτης-Προβολής των Αξιών μας, τεύχος 9ο, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, Θεσσαλονίκη

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος

Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος
13 Ιουλίου 2013
Θρησκεία / Πατερική Θεολογία   Καθηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους Γεώργιος Καψάνης

Με την ευκαιρία της αυριανής εορτής μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Εκκλησίας και του Γένους, αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα παλαιότερο άρθρο του Πανοσιολ. Αρχιμ. Γεωργίου (Καψάνη), Καθηγουμένου της Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, σχετικά με το φιλοκαλικό κίνημα, το οποίο ζωογόνησε η πάλλουσα προσωπικότητα του αγ. Νικοδήμου.
Η αγάπη του Θεού εχάρισε στην Εκκλησία αγιασμένους πατέρες, οι οποίοι εσφράγισαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα με την φωτεινή παρουσία τους, την ορθόδοξη θεολογία τους, την αυστηρή ασκητική τους ζωή, τα θεοφώτιστα συγγράμματά τους και τις παραδοσιακές μοναστικές τους αρχές. Οι πατέρες μας αυτοί άφησαν ανεξίτηλη την σφραγίδα τους στην εκκλησιαστική ζωή μέχρι τις ημέρες μας. Ονομάσθηκαν σκωπτικα «κολλυβάδες» και η πνευματική τους δραστηριότητα «κολλυβαδικό κίνημα», επειδή την αφορμή για την εμφάνισί της έδωσε το γεγονός ότι οι μοναχοί της Ιερας Σκήτης της Αγίας Άννης τελούσαν τα «μετα κολλύβων» μνημόσυνα των κτιτόρων του ανακαινιζομένου τότε καθολικού ναού (Κυριακού) της Σκήτης κατα την ημέρα της Κυριακής αντί του Σαββάτου. Στην συνείδησι της Εκκλησίας όμως οι «κολλυβάδες» θα παραμείνουν ως «οι Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου και 19ου αιώνος» και το πολύπλευρο έργο τους ως «Φιλοκαλικη Αναγέννησις», όπως εύστοχα τους ονομάζει ο Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος[1]. Οι επιφανέστεροι και γνωστότεροι από αυτούς τους πατέρες είναι ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος.
Λόγω της θεολογικης τους μαρτυρίας, οι αοίδιμοι «Φιλοκαλικοί πατέρες» υπέστησαν διωγμούς και εξορίες από το Άγιον Όρος. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μάλιστα αδίκως αφορίσθηκε. Εν τούτοις η ακούσια διασπορά τους, στα νησιά του Αιγαίου κυρίως, δημιούγησε μία θαυμάσια πνευματική κίνησι με πολλούς και εύχυμους καρπούς. Τα χαρακτηριστικά αυτής της Φιλοκαλικής Αναγεννήσεως είναι επιγραμματικως τα εξής[2]:
α) Ανανέωσαν την αυθεντική Ορθόδοξη πνευματική ζωή, καθώς οι ίδιοι, ασκηταί και θεολόγοι ταυτόχρονα, την εβίωσαν και την εδίδαξαν με τα θεόσοφα συγγράμματά τους.
β) Αντιστάθηκαν στην αλλοτρίωσι που προκαλούσε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός μεταξύ των Ορθοδόξων[3].
γ) Στήριξαν στην Πίστι τους Ορθοδόξους λαούς. Ισχυρό ανάχωμα έναντι της λατινικής προπαγάνδας και του προτεσταντικού προσηλυτισμού υπήρξε το θεολογικό έργο των προκρίτων και μεγάλων «κολλυβάδων» θεολόγων, με το οποίο η Ορθόδοξος Εκκλησιολογία εύρισκε την απαραίτητη για την εποχή και τα προβλήματά της θεολογική κατοχύρωσι.
δ) Ανεπτέρωσαν το ηθικό των υποδούλων Ορθοδόξων καλλιεργούντες μαρτυρικό ήθος[4]. Ύπηρξαν αλείπται πολλών νεομαρτύρων.
ε) Έδειξαν ότι με την πιστότητά τους στην Ορθόδοξο Παράδοσι δεν καλλιεργούσαν την μισαλλοδοξία και τον σκοταδισμό, όπως εκατηγορούντο, αλλα επιβεβαίωναν την διαχρονικότητα του ευαγγελικου μηνύματος.
στ) Έδωσαν απάντησι στα αιτήματα των καιρών. Ανάμεσα σε αυτά ήταν η ανάγκη να επανασυνδεθή ο «κανών της προσευχής» με τον «κανόνα της πίστεως», δηλαδή να επανευρεθή το αυθεντικό λειτουργικό ήθος.
ζ) Ανέδειξαν νέους αγίους στην Εκκλησία. Η ίδια η ζωη των «κολλυβάδων» πατέρων ήταν προσανατολισμένη στην προοπτικη της κατά Χάριν θεώσεως και γι’ αυτό ωρισμένοι έδειξαν σημεία αγιότητος ή ανεκηρύχθησαν επισήμως άγιοι, αλλά και προέβαλαν με τα συγγράμματά τους την αγιότητα των αγίων νεομαρτύρων και συγχρόνων τους οσίων ανδρών.
Η παρακαταθήκη των ιερών αυτών ανδρών είναι πολύτιμη και στις ημέρες μας, καθώς η πρόκλησις από το παλαιό και πάντοτε παρόν στην εκκλησιαστική μας ζωή νεωτερικό ήθος μας υποχρεώνει να μετρούμε τις ενέργειές μας με τον γνώμονα του δικού τους ήθους. Οι άγιοι «κολλυβάδες» προέταξαν την θεολογία από την πρακτική ζωή. Η θεολογία και η ευσεβής παρόδοσις έπρεπε να καθορίζουν τον τρόπο της εκκλησιαστικης δράσεως. Η εποχή τους παρουσίαζε συμπτώματα παρόμοια με την δική μας. Στις ημέρες τους κατόπιν προσκλήσεως του Παροναξίας Ιωσήφ Δόξα καπουτσίνοι ιερομόναχοι εξομολογούσαν Ορθοδόξους πιστούς, γεγονός που προεκάλεσε την σφοδρή αντίδρασι του ιεροδιακόνου Μακαρίου του Πατμίου. Αλλά και ο οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος ο Ε’, ο οποίος με την συμφωνία των πατριαρχών της Ανατολής πλην του Αντιοχείας συνοδικώς απέρριψε ως άκυρο το λατινικό ράντισμα, απομακρύνθηκε από τον θρόνο του μετα από ενέργειες μητροπολιτών που διαφώνησαν με την απόφανσί του με κίνητρα μη θεολογικά και από σκοπιμότητες. Οι άγιοι «κολυββάδες» είχαν ταχθή θεολογικώς υπέρ της απόψεως του πατριάρχου Κυρίλλου Ε’[5]. Οι συμπροσευχές με ετεροδόξους, η τάσις αναγνωρίσεως του βαπτίσματος των ετεροδόξων και κάποιες κοινές ποιμαντικής φύσεως πρωτοβουλίες με τους ετεροδόξους, χάριν πρακτικών σκοπών και άλλων σκοπιμοτήτων, παρακάμπτουν και σήμερα τον «κανόνα της πίστεως».
Εξίσου αντίθετη προς το πνεύμα της Φιλοκαλικής Αναγεννήσεως των «κολλυβάδων» είναι η εκκοσμίκευσις, που παρατηρείται σε διαφόρους τομείς της εκκλησιαστικής μας ζωής και αλλοιώνει την πιστότητά μας στο αποστολο-παράδοτο ευαγγελικό ήθος της Εκκλησίας. Οι όσιοι «κολλυβάδες» πατέρες με τα φιλοκαλικα κείμενα που εξέδωσαν και με τα δικά τους θεόσοφα νηπτικά και ερμηνευτικά συγγράμματα προσέφεραν στον λαό του Θεού το αναλλοίωτο βίωμα της πατερικής Παραδόσεως. Στην Φιλοκαλία, την οποία επεξεργάσθηκαν οι άγιοι Μακάριος Κορίνθου και Νικόδημος ο Αγιορείτης, καταγράφονται η αγιοπνευματικη εμπειρία και η απλανής μέθοδος της νηπτικής εργασίας, όπως την έζησαν και την εδίδαξαν μεγάλοι θεολόγοι και ησυχασταί πατέρες της Εκκλησίας απ’ αρχής και μέχρι του 14ου αιώνος. Κατα τον κρίσιμο για την Βυζαντινή αυτοκρατορία αυτόν αιώνα, το ανθρωποκεντρικό (ουμανιστικό) ρεύμα της ευρωπαϊκής Αναγεννήσεως κατέκλυζε την Ορθόδοξη Ανατολή και απειλούσε με οριστικη αλλοίωσι το θεανθρωποκεντρικό της ήθος. Η ήσυχαστικη όμως θεολογία είχε επιτύχει να το διάσωση. Επιπλέον είχε δημιουργήσει στους κουρασμένους πολιτικά και κοινωνικά Ορθόδοξους λαούς ένα ακμαίο πνευματικό φρόνημα, το οποίο κατα τον Σεβ. Μαυροβουνίου Αμφιλόχιο, «δεν ήταν μόνο ορθόδοξη θεωρητική απάντησι στο σύγχρονό τους φιλοσοφικό και θεολογικό προβληματισμό της Δύσεως ή της αρχαίας ελληνικής σκέψεως. Ταυτόχρονα είχε και συγκεκριμένη ιστορική αποτελεσματικότητα, πολύτιμη για την επιβίωσι των ορθοδόξων λαών και τη διατήρησι της καθολικης αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας στους καιρους των δεινών της τουρκοκρατίας»[6].
Κατα παρόμοιο τρόπο η Φιλοκαλική Αναγέννησις του 18ου αιώνος, η οποία δεν αφορούσε μόνο την πλούσια συγγραφική παραγωγή των «κολλυβάδων» πατέρων αλλά και την δημιουργία πολλών εστιών Ορθοδόξου λατρείας, ήθους και βιοτής (στα κολλυβάδικα μοναστήρια και γύρω από εκκλησιαστικά πρόσωπα στον κόσμο), προσέφερε στην Ορθόδοξο Εκκλησία ισχυρή προστασία από την δυναμική επέλασι του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού κατα τον 19ον αιώνα. Οι Φιλοκαλικοι Πατέρες εγνώριζαν πολύ καλά τα «φώτα» του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και διέκριναν εύστοχα ότι αυτός ο διαφωτισμός απεμάκρυνε τον άνθρωπο από την προσδοκία και την θέα του άκτιστου Φωτός, του οποίου είχαν προσωπική και βιωματική εμπειρία. Γι’ αυτό όλη τους η προσπάθεια ήταν να διασώσουν τον τρόπο και την μέθοδο της ησυχαστικής Ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωής. Το επέτυχαν με πολλές θυσίες. Καρπός του αγώνος των είναι τα χαριτόβρυτα λείψανά τους, τα απαραμίλλου αξίας δογματικά, ποιμαντικά, ερμηνευτικά και λειτουργικά τους έργα, τα μοναστήρια τους. Τα κολλυβαδικά μοναστήρια επί δύο αιώνες κράτησαν την παράδοσι των αγιασμένων κτιτόρων τους. Οι κατανυκτικές αγρυπνίες του Παπαδιαμάντη και του Μωραϊτίδη στον άγιο Ελισαίο της Πλάκας, η αφανής στα μάτια των «φωτισμένων» λάτρεων της ευρωπαϊκής σοφίας λατρευτική και ποιμαντική δραστηριότης του αγίου παπα-Πλανά, ο όσιος Αρσένιος της Πάρου, ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ήταν η ώριμη συνέπεια της προηγηθείσης Φιλοκαλικης Αναγεννήσεως. Η ολοφώτεινη παρουσία του αγίου Νεκταρίου και η υπ’ αυτού ανασύστασις του γυναικείου μοναχισμού στην Ελλάδα, καθώς και η λαμπρή σειρά των αγίων μορφών του 20ου αιώνος, ήταν επίσης καρπός του φιλοκαλικου ήθους. Η αναγέννησις της ησυχαστικής ζωής στην Ρουμανία και την Ρωσσία με τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και τους μεγάλους στάρετς μαρτυρεί την ουσιαστική σημασία που είχε η Φιλοκαλικη Αναγέννησις του 18ου αιώνος για τους Ορθοδόξους του Βορρά, οι οποίοι υπέστησαν και άντεξαν την αθεϊστική λαίλαπα του 20ου αιώνος. Οι νεομάρτυρες και ομολογηταί στην Ρωσσία, την Σερβία, την Ρουμανία είναι καρπός της ησυχαστικής παραδόσεως που μεταλαμπαδεύθηκε εκεί από τον ίερό Άθωνα δια των επιγόνων των «κολλυβάδων» πατέρων.
Η Φιλοκαλικη Αναγέννησις δεν είναι μόνον ιστορία. Είναι κυρίως τρόπος Ορθοδόξου ζωής και μήνυμα Ορθοδόξου φρονήματος. Είναι επίσης πρόσκλησις προς εμάς τους Ορθοδόξους του 21ου αιώνα να μένουμε πιστοί σε ό,τι παρελάβαμε από τους αγιασμένους «κολλυβάδες» πατέρες ως Ορθόδοξο εκκλησιαστικό δόγμα και Ορθόδοξο εκκλησιαστικό ήθος. Τους ευχαριστούμε και τους παρακαλούμε να μας βοηθήσουν με την ευχή τους και την πρεσβεία τους προς τον Άγιον Θεόν να τιμήσουμε τους αγώνες τους με την συνέπειά μας στην ιερά τους παρακαταθήκη, τώρα που νέες προκλήσεις ξενόφερτων και δελεαστικών «διαφωτισμών» απειλούν να ανακόψουν και την ιδική μας πορεία προς το αληθινό Φως της ανεσπέρου Βασιλείας του Αναστάντος Κυρίου μας Ιησού Χριστου.
Άγιον Όρος, 20/4/2009

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ

από savvasm

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

ΠΟΛΛΟΙ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καυχῶνται, γιατὶ γνωρίζουν κάποιον ἐνάρετο κληρικὸ ἢ μοναχὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν πνευματικὰ μαζί του. Ἐκ πρώτης ὄψεως αὐτὸ θεωρεῖται θετικὸ καὶ μακάρι ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ἐπικοινωνοῦσαν μὲ ἐνάρετους ἀνθρώπους καὶ νὰ παραδειγματίζονταν ἀνάλογα. Στὴν πραγματικότητα ὡστόσο τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά, γιατὶ ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία αὐτὴ δὲν ἔχουμε τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα. Καὶ διερωτᾶται κανείς, γιατὶ συμβαίνει αὐτό, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀνεπηρέαστοι καὶ ἄρα ἀδιόρθωτοι; Ποῦ βρίσκεται τὸ ἀδύνατο σημεῖο; Τί πρέπει νὰ προσέξουν; Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παρομοιάσει τοὺς χριστιανοὺς αὐτοὺς μὲ χέρσο ἀγρό, ποὺ δὲν ἀποδίδει τίποτα, ὅσους σπόρους καὶ ἂν ρίξεις. Χρειάζεται προηγουμένως νὰ καθαριστεῖ, νὰ σκαφτεῖ βαθιά, νὰ κοποῦν οἱ ἄγριες ρίζες, νὰ λιπανθεῖ καὶ μετὰ νὰ σπείρει ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια πρέπει νὰ ποτίζει καὶ νὰ βοτανίζει, γιὰ νὰ περιμένει τὴ σοδειά.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ στὰ πνευματικά. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀλλοιώσει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, χρειάζεται νὰ ὑπάρχει πνευματικὸς ἀγώνας καὶ ἱερὸς ζῆλος. Ὁ ράθυμος καὶ κοσμικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὠφεληθεῖ, ὅσες νουθεσίες καὶ νὰ τοῦ δώσει ἕνας πολύπειρος κληρικὸς ἢ μοναχός. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει ἡ καλὴ προαίρεση, ἡ σταθερὴ ἀπόφαση γιὰ ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ ὁ διαρκὴς ἀγώνας κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν. Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης ἔλεγε γιὰ τὸ θέμα αὐτό: «Ὅσο ἔχεις, τόσο θὰ πάρεις». Δηλαδή, προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς ὠφέλειας εἶναι νὰ ὑπάρχει ἀγώνας κατὰ τῆς ἁμαρτίας, μετάνοια, ἐγρήγορση καὶ ταπείνωση.
Μερικοὶ χριστιανοὶ νομίζουν ὅτι πνευματικὴ ζωὴ σημαίνει παθητικὴ ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦν, εὐχαριστιοῦνται, χειροκροτοῦν τὸν ὁμιλητὴ καὶ μετὰ τίποτα ἄλλο. Καμία μεταβολή, καμία ἀναθεώρηση, καμία διόρθωση καὶ στὰ μικρὰ θέματα τῆς ζωῆς. Δὲν θέλουν νὰ διαταράξουν τὴν κοσμική τους μακαριότητα καὶ νὰ κόψουν «ἀθῶες συνήθειες», ποὺ μὲ βεβαιότητα τοὺς κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Μὲ τὴν ἴδια ραθυμία μελετοῦν καὶ τὰ διάφορα πνευματικὰ βιβλία. Συνήθως γιὰ τὸν ἑαυτό τους δὲν παίρνουν τίποτα, γιὰ τοὺς ἄλλους ὅμως βάζουν ἀρκετὰ βέλη στὴ φαρέτρα τους. Χρησιμοποιοῦν τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων ὡς ὅπλα κατὰ τῶν ἀδελφῶν τους, ἐνῶ δὲν θέλουν νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν αὐτογνωσία. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους πολλοὶ κληρικοὶ τοὺς χαρακτηρίζουν ρηχοὺς καὶ ἀδιάβροχους, ποὺ πρέπει νὰ δουλέψουν πολύ, γιὰ νὰ προκόψουν κατὰ Θεόν. Ὅμως ὑπάρχουν δίπλα τους καὶ κάποτε εἶναι ἀπαιτητικοὶ καὶ ἐπίμονοι, γεγονός, ποὺ δημιουργεῖ διάφορα προβλήματα στὴν ἐνορία. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή τους χρειάζεται ἀνοχή, ὑπομονὴ καὶ εἰλικρινὴς ἀγάπη, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι αὔριο ἴσως κάνουν τὴ μεγάλη στροφή.

Ορθόδοξος Τύπος, 28/6/2013
Πηγή