Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Αίρεση, σχίσμα και αποτείχιση στην Ορθόδοξη Παράδοση



 ΤΕΥΧΟΣ 89        ΤΡΙΠΟΛΙΣ         ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014

ΑΙΡΕΣΗ, ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ἰσοροπώντας μεταξύ «δύο κρων»

Στίς 30/11/2014, μνήμη το γίου ποστόλου νδρέου, δρυτο τς κκλησίας τς Κωνσταντινουπόλεως καί μέρα, κατά τήν ποία ορτάζεται Θρονική ορτή το Οκουμενικο Πατριαρχείου, Πάπας Φραγκίσκος Α' πισκέφθηκε τό Οκουμενικό Πατριαρχεο. γινε δεκτός πό τόν Πατριάρχη Βαρθολομαο καί μετεχε στή Θεία Λειτουργία, πού τελέστηκε στόν Πατριαρχικό Ναό. Τό γεγονός ατό προκάλεσε ντονες ντιδράσεις στούς κόλπους τς ρθόδοξης κκλησίας, θετικές καί ρνητικές, νθουσιώδεις καί πικριτικές, ο ποες θυμίζουν τό ραιότατο βιβλίο το μακαριστο ρχιμανδρίτου πιφανίου Θεοδωροπούλου (1930-1989), κληρικο, μεγάλου κκλησιαστικο κύρους καί διακεκριμένου Πνευματικο, μέ τίτλο «Τά δύο κρα. Οκουμενισμός καί Ζηλωτισμός» (κδ. . συχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, 2008). Πράγματι, ο παδοί το Οκουμενισμο δέχθηκαν μέ νθουσιασμό τό γεγονός, σχυριζόμενοι τι φθασε ρα νά ξεπεραστον τά μίση καί τά πάθη το παρελθόντος, νά πάψουν ο διαιρέσεις, νά πικρατήσει ερήνη καί γάπη το Χριστο μεταξύ τν Χριστιανν καί, τέλος, νά γίνει τό τελευταο βμα γιά τήν πλήρη νωση «τν κκλησιν», δηλαδή γιά τήν κοινωνία πό τό διο Σμα καί Αμα το Χριστο, γιά τήν ποία, λλωστε, προσευχόμεθα σέ κάθε κολουθία («πέρ τς τν πάντων νώσεως»). Ο παδοί το Ζηλωτισμο, ντίθετα, πικρίνουν ντονα τέτοιες νέργειες ς προδοτικές, κατηγορον τόν Οκουμενικό Πατριάρχη ς αρετικό καί ς προδότη τς πίστεως, θεωρον τούς κληρικούς, πού κοινωνον μαζί του, ς συνυπεύθυνους καί ποστάτες καί προτείνουν τήν λεγόμενη «ποτείχιση», δηλαδή τή διακοπή τς κκλησιαστικς κοινωνίας μέ πισκόπους πού νήκουν στά ρθόδοξα Πατριαρχεα καί στίς Ατοκέφαλες ρθόδοξες κκλησίες.

στόσο, καί ο δύο ατές κραες στάσεις εναι προϊόντα πλάνης καί κινονται κτός τς ρθόδοξης Παράδοσης. Οκουμενισμός εναι σχετικά σύγχρονο φαινόμενο. μφανίστηκε στίς ρχές το 20ο αἰῶνα, σέ να περιβάλλον μέ γνώρισμα τόν θρησκευτικό συγκριτισμό, στοιχεο σύμφωνο κατά πάντα μέ τό πνεμα καί τήν κυρίαρχη δεολογία τς Νέας ποχς. Οκουμενισμός εναι τάση γιά προσέγγιση, συνεργασία καί, τελικά, γιά νωση τν διάφορων χριστιανικν μολογιν, μέ παράκαμψη τν μεταξύ τους δογματικν διαφορν. νότητα, στήν ποία ποβλέπει, παγορεύεται πό ξωτερικούς παράγοντες καί συνθκες (πό κοινο ντιμετώπιση κοινωνικν, πολιτικν, δεολογικν θεϊστικν προκλήσεων κ.λπ.) καί δέν εναι νότητα στό πρόσωπο το ησο Χριστο καί στή μία πίστη καί λήθεια πού παρέδωσε Κύριος, στοιχεα, στά ποα θεμελιώνεται νότητα τς κκλησίας. Στό πλαίσιο τς λεγόμενης «Οκουμενικς κίνησης» κανείς δέν θεωρεται κάτοχος λης τς λήθειας, λλά πιστεύεται τι κάθε «κκλησία» (χριστιανική μολογία - αρεση) κατέχει να μέρος της, μέ ποτέλεσμα νά παιτεται συνένωση λων γιά νά πάρχει τό πλήρωμα τς λήθειας. ντίληψη ατή εναι μιά μορφή τς αρετικς «θεωρίας τν κλάδων», πού μφανίζεται μεταξύ τν προτεσταντικν αρέσεων, καί χει τίς ρίζες της στήν ντίληψη τς Νέας ποχς τι κάθε θρησκεία κατέχει μέρος τς λήθειας καί κάθε θρησκεία εναι διαφορετικός «δρόμος», πού δηγε στόν διο Θεό. Πρόκειται γιά ντίληψη, πού σχετικοποιε καί καταργε τή Μία κκλησία το Χριστο, ξισώνοντάς την μέ τίς αρέσεις, ν καί, κατά τήν γ. Γραφή, κκλησία δηγεται πό τό γιο Πνεμα «ες πσαν τήν λήθειαν» (ω. 16,13) καί εναι «στύλος καί δραίωμα τς ληθείας» (Α' Τιμ. 3,15). ντός το Οκουμενισμο κυοφορονται καί λλες αρετικές θεωρίες, πως «βαπτισματική» καί «μεταπατερική» θεολογία, θεωρία το «δογματικο μινιμαλισμο» κ.., γι’ ατό νας σύγχρονος γιος τς κκλησίας μας, Σέρβος ρχιμανδρίτης καί Καθηγητής Πανεπιστημίου ουστνος Πόποβιτς (1894-1979), εχε χαρακτηρίσει τόν Οκουμενισμό ς «παναίρεση» (συμπερίληψη λων τν αρέσεων). Μέ τό πνεμα το συγκριτισμο πού τόν διακρίνει, Οκουμενισμός πιδιώκει σχέσεις, παφές, διαλόγους, προσεγγίσεις καί συμπροσευχές κόμη καί μέ λλες θρησκεες (ουδαϊσμό, σλάμ, νατολικές θρησκεες).
Στό λλο κρο, Ζηλωτισμός μφανίζεται ς τάση γιά τή διατήρηση μέ κάθε μέσο το παραδεδομένου, στω καί ν τό παραδεδομένο δέν εναι δια λήθεια το Χριστο, λλά ο διάφορες νθρώπινες μορφές, μέ τίς ποες ατή κφράζεται. Πάντα πρχαν στήν κκλησία κραοι συντηρητικοί, πού δημιουργοσαν διάφορα προβλήματα καί, σέ κάποιες περιπτώσεις, προκαλοσαν κόμη καί σχίσματα. δη π. Παλος κάνει λόγο γιά σους «ζλον Θεο χουσιν, λλ’ ο κατ’ πίγνωσιν» (Ρωμ. 10,3), δηλαδή γιά σους νεργον καί φωνάζουν, χωρίς νά γνωρίζουν γιατί νεργον καί φωνάζουν. Ατοί, πειδή γνοον τήν «δικαιοσύνην» το Θεο καί δέν ποτάσσονται σ’ ατήν, πιχειρον νά γκαταστήσουν μιά δική τους «δικαιοσύνην» (μέθοδο δικαιώσεως - σωτηρίας, Ρωμ. 10,3). πό τήν κκλησιαστική στορία γνωρίζουμε τό Νοβατιανό σχίσμα, τό Μελιτιανό, τό Κολλουθιανό, τό σχίσμα τν Δονατιστν καί λλα σχίσματα το 3ου καί 4ου μ.Χ. α., μέ φορμή τή δθεν πιεικ στάση τς κκλησίας ναντι σων μετανοοσαν πό βαρέα μαρτήματα. πό παρόμοιους κύκλους προλθε στήν ποχή μας τό λεγόμενο Παλαιοημερολογητικό σχίσμα (1935). πειδή κάποιοι χρησιμοποιον ς πρόσχημα τήν «ποτείχιση», γιά νά προκαλον σχίσματα καί διαιρέσεις στήν κκλησία, πικαλούμενοι τόν ιε' Κανόνα τς λεγομένης Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), εναι ναγκαο νά διευκρινίσουμε τό περιεχόμενο τν ρων «αρεση», «σχίσμα» καί «ποτείχιση».

αρεση καί ο συνέπειές της

Αρεση εναι λλοίωση τς λήθειας πού παρέδωσε Χριστός, ετε στό σύνολό της, ετε, συνήθως, σέ να μέρος της. λήθεια ατή, δηλαδή πίστη τς κκλησίας, διαφέρει οσιαστικά πό τήν νθρώπινη γνώση. δεύτερη ναφέρεται στά κτιστά, δηλαδή στόν κόσμο καί στά πράγματα πού μς περιβάλλουν· πρώτη ναφέρεται στά κτιστα, δηλαδή στόν Θεό καί στίς σχέσεις Του μέ τόν κόσμο. δεύτερη ἀνακαλύπτεται πό τόν νθρωπο· πρώτη ἀποκαλύπτεται, δηλαδή παραδίδεται στόν νθρωπο πό τόν Θεό. δεύτερη μεταβάλλεται καί διευρύνεται· πρώτη παραδίδεται στούς γίους «παξ» (ούδ. 3), δηλαδή εναι πλήρης, αώνια καί μετάβλητη. δεύτερη πιδέχεται βελτιώσεις· πρώτη, πειδή περβαίνει τήν νθρώπινη λογική, γίνεται ποδεκτή στό σύνολό της καί πως κριβς εναι πορρίπτεται. δεύτερη νδέχεται νά σφάλλει· πρώτη χει κ το Θεο τή σφραγίδα τς αθεντικότητας καί δέν πιδέχεται διορθώσεις. Τέλος, δεύτερη συντελε στή βελτίωση τν ρων τς παρούσας ζως (ν καί πολλές φορές συμβαίνει τό ντίθετο)· πρώτη ναφέρεται στήν αώνια ζωή, δηλαδή δηγε στή σωτηρία, εναι λήθεια σωτηριώδης.
κκλησία ς «Νας» καί ς «Κιβωτός σωτηρίας».
Τό τελευταο στοιχεο φανερώνει κριβς τήν ξία τς ρθς πίστης καί το ρθόδοξου δόγματος («δόγμα» εναι διατύπωση τς πίστης, μέ ρους καί
προτάσεις περισσότερο κριβες καί χωρίς περιθώρια παρερμηνείας), λλά καί τόν κίνδυνο πού νυπάρχει σέ κάθε αρεση. πίστη τς κκλησίας δέν εναι πλός λόγος, δέν εναι θεωρητική διδασκαλία καί γνώση, δέν εναι μιά συνήθης δεολογία. ντίθετα, εναι ζωή, εναι τρόπος ζως. Εναι προϊόν καί ποτέλεσμα τς κοινωνίας μέ τόν Θεό (καί χι κάποιας θεωρητικς νασχόλησης περί Θεο), πού γίνεται στή συνέχεια δηγός στήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Μέ λλα λόγια, τό δόγμα εναι δείκτης πού ποδεικνύει τόν ληθινό Θεό, τόν δρόμο πού δηγε σ’ Ατόν. ν δείκτης λλοιωθε, ν στραφε λλο (καί ατό κριβς εναι αρεση), τότε δείχνει ναν «λλο θεό» καί ναν λλο δρόμο, πως, ν στραφε λλο δοδείκτης πού δείχνει μιά πόλη, τότε νδιαφερόμενος κολουθε λλο δρόμο καί καταλήγει σέ λλη πόλη. «λλος θεός» στήν προκειμένη περίπτωση εναι διάβολος (φο «πάντες ο θεοί τν θνν δαιμόνια», Ψαλμ. 95,5) καί «λλη πόλη» εναι κατάσταση ξω πό τή Βασιλεία το Θεο.  
Γι’ ατό γ. Γραφή κάνει λόγο γιά «αρέσεις πωλείας» (Β' Πτρ. 2,1) κα «διδασκαλας δαιμονων» (Α' Τιμ. 4,1) καί γιά τόν διο λόγο ο Πατέρες σχολήθηκαν συστηματικά μέ τήν ντιμετώπιση τν αρέσεων. αρεση, ς λλοίωση τς πίστης, θέτει τόν φορέα της, ταν, βέβαια, το ποδειχθε πλάνη καί κενος πιμένει, ξω πό τήν κκλησία. αρετικός ποκόπτει διος τόν αυτό του πό τό Σμα τς κκλησίας, κτός τς ποίας δέν πάρχει σωτηρία, κατά τήν μόφωνη γνώμη τν Πατέρων. Στή συνέχεια, κκλησία, μέ μιά πίσημη πράξη, πως φορισμός ναθεματισμός, πικυρώνει μιά δη φιστάμενη κατάσταση καί ατό γίνεται γιά νά μήν μεταδοθε σθένεια τς αρεσης καί σέ λλα μέλη της, δηλαδή γιά νά μήν δηγηθον καί λλοι πιστοί στήν πνευματική πώλεια. Ατό ταν κυρίως τό ργο τν Οκουμενικν καί τν Τοπικν Συνόδων, ο ποες, κτός τν λλων, διατύπωναν τήν λήθεια τς κκλησίας σέ δόγματα.

ννοια καί οσία το σχίσματος

Παραπλήσια κατάσταση μέ τήν αρεση εναι τό σχίσμα. Σχίσμα εναι πόσχιση πό τήν κκλησία, θελούσια ποκοπή πό τό Σμα της, «δι’ ατίας τινάς κκλησιαστικάς καί ζητήματα άσιμα», δηλ. γιά κάποια κκλησιαστικά λλα θέματα καί γιά καταστάσεις πού μπορον νά θεραπευτον, κατά τόν Μέγα Βασίλειο (PG, τ. 32, 665). Τό σχίσμα δημιουργεται χωρίς νά πάρχει διαίτερα σοβαρός λόγος καί δέν προϋποθέτει διαφορά στήν πίστη. στόσο, εναι κατάσταση τό διο σοβαρή μέ τήν αρεση, φο ποκόπτει τόν νθρωπο πό τήν κκλησία καί, κατ’ πέκτασιν, το στερε τή σωτηρία. Σχίσμα καί αρεση εναι ξ σου καταστάσεις κτός κκλησίας
Γι’ ατό γιος Χρυσόστομος παρατηρε χαρακτηριστικά: «το ες αρεσιν μπεσεν τό τήν κκλησίαν σχίσαι οκ λαττόν στι κακόν», δηλαδή δέν εναι μικρότερο κακό τό σχίσμα πό τήν αρεση (PG, τ. 62, 87), καί λλο λέει τι «τίποτε δέν παροργίζει τόν Θεό τόσο, σο τό νά διαιρεθε κκλησία» (.π., 85), ναφέρει μάλιστα καί τό ξς περιστατικό: «Κάποιος γιος νθρωπος επε κάτι, πού φαίνεται τολμηρό, μως τό επε! Ποιό εναι ατό; Επε, τι οτε τό αμα το μαρτυρίου δέν χει τή δύναμη νά ξαλείψει ατή τήν μαρτία», δηλαδή τό σχίσμα (.π.)! 
Γιατί, μως, συμβαίνουν τά σχίσματα; Γιατί ο σχισματικοί εναι ξω πό τήν κκλησία, φο δέν χουν «ναντία δόγματα»; Γιατί δέν εναι μαζί μας, φο πίστη εναι δια καί σέ κείνους καί σέ μς; «τι φιλαρχίας στίν νόσος» (.π., 86), παντ ερός Χρυσόστομος. Ο σχισματικοί νοσον τή νόσο τς φιλαρχίας! Καί «τίποτε δέν μπορε νά διαιρέσει τήν κκλησία τόσο πολύ, σο φιλαρχία» (.π., 85). τσι, ο σχισματικοί χι μόνο καταδικάζουν τόν αυτό τους, ποκόπτωντάς τον πό τή σωτηρία καί τή ζωή, λλά καί παρέχουν τή χειρότερη εκόνα στούς τεροθρήσκους στούς θέους. Τί θά πε «θνικός» ( μή Χριστιανός), βλέποντας νά συμβαίνουν τέτοιες καταστάσεις στήν κκλησία;, διερωτται ερός Χρυσόστομος. Προφανς, θά γελάσει καί θά πε τι «πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τά Χριστιανν, καί φιλαρχία παρ’ ατος καί πάτη» (.π., 86).

ιε' Κανόνας καί ποτείχιση

πειδή τό σχίσμα εναι κάτι παγορευμένο πό τούς Κανόνες καί σαφς καταδικασμένο στή συνείδηση τς κκλησίας, ο σύγχρονοι ποστηρικτές τν σχισμάτων νεργον μέ πρόσχημα τήν ποτείχιση, γιά νά προκαλέσουν τήν δια κριβς κατάσταση. ποτείχιση προβλέπεται πό ναν μόνο Κανόνα, τόν ιε' τς λεγομένης Πρωτοδευτέρας Σύνοδου. Πρόκειται γιά Τοπική Σύνοδο, πού συγκλήθηκε στήν Κων/πολη τό 861 μ.Χ., στόσο ο Κανόνες της χουν πανορθόδοξο κύρος καί συμπεριλαμβάνονται σέ λες τίς κανονικές συλλογές.
γιος ωάννης Χρυστόστομος (350-407):
«Ο
δέν οτω παροξύνει τόν Θεόν, 
ς τό κκλησίαν διαιρεθναι».
Κανόνας ναφέρεται στή στάση ναντι αρετικν πισκόπων καί, μάλιστα, Πατριαρχν. Γενικά, ο Κανόνες παγορεύουν αστηρά κάθε σχέση καί κοινωνία μέ αρετικούς κληρικούς. Ατό εναι ατονόητο γιά αρετικούς, πού χουν καταδικαστε πό Συνόδους καί χουν τεθε πίσημα κτός κκλησίας. Τί σχύει, μως, ν κάποιος Πατριάρχης εναι αρετικός, λλά δέν χει καταδικαστε κόμη πό Σύνοδο; Τί πρέπει νά κάνουν ς τότε ο φιστάμενοί του κληρικοί; Στήν περίπτωση ατή, προβλέπει Κανόνας, μπορον νά προβον σέ ποτείχιση, δηλαδή νά πάψουν νά τόν μνημονεύουν στή Θ. Λειτουργία καί νά διακόψουν κάθε κοινωνία μαζί του, πρίν κόμη καταδικαστε πό Σύνοδο. μως, ατό μπορε νά γίνει μέ τίς ξς παραίτητες προϋποθέσεις: α) αρεση νά εναι «κατεγνωσμένη», δηλαδή καταδικασμένη σαφς πό Συνόδους πό τούς Πατέρες τς κκλησίας, καί β) αρεση νά κηρύσσεται δημοσίως, προκάλυπττα («γυμν τ κεφαλ») καί ντός τς κκλησίας. Μόνο στήν περίπτωση ατή ποτείχιση εναι παινετή πράξη, δέν ποτελε σχίσμα καί δέν διαιρε τήν κκλησία. Σέ κάθε λλη περίπτωση διακοπή τς κοινωνίας ποτελε σαφς σχίσμα. στόσο, καί στήν πρώτη περίπτωση ποτείχιση εναι μέν παινετή πράξη, δέν εναι μως καί ποχρεωτική πράξη, δηλαδή Κανόνας δέν τήν πιβάλλει σέ λους, λλά πιτρέπει σέ σους θέλουν νά περιμένουν τή συνοδική καταδίκη το «οκείου προέδρου» γιά νά διακόψουν τήν κοινωνία μαζί του. Κανόνας πιχειρε νά ποτρέψει τά σχίσματα καί χι νά τά νθαρύνει, γι’ ατό στό πρτο μέρος του πειλε μέ καθαίρεση τούς κληρικούς, πού διακόπτουν τήν κοινωνία μέ τόν Πατριάρχη τους, προκαλώντας σχίσματα, γιά λλα «γκλήματα» καί πρίν τή συνοδική καί τελική καταδίκη του (Πηδάλιον, θναι 1982, σ. 358).

Συμπεράσμα: «Extra Ecclesiam nulla salus»

Ο γιοι Πατέρες ποκαλον μεταξύ λλων τήν κκλησία «Κιβωτό σωτηρίας», εκόνα πού παραπέμπει εθέως στήν Κιβωτό το Νε καί στή σωτηρία πό τόν κατακλυσμό. Τότε σώθηκαν μόνο σοι σαν μέσα στήν Κιβωτό. σοι μειναν ξω, πνίγηκαν λοι στά δατα το κατακλυσμο! Τό διο συμβαίνει καί μέ τήν κκλησία: «extra Ecclesiam nulla salus» («κτός κκλησίας δέν πάρχει σωτηρία»), κατά τήν ξιωματική διατύπωση το γίου Κυπριανο Καρθαγένης, πού ποδέχονται λοι ο Πατέρες. Πλοο («Νας») εναι κκλησία! Πλοο, πού πορεύεται πρός τή Βασιλεία τν Ορανν, μέ Κυβερνήτη τόν διο τόν Κύριο. διάβολος πιχειρε νά τό βυθίσει. πειδή, μως, ατό εναι δύνατο, προσπαθε νά πείσει κάποιους, πού εναι μέσα, νά πηδήξουν στή θάλασσα. Τούς λέει τι τό Πλοο κινδυνεύει νά τσακιστε στά βράχια, γιατί ο νατες (ο κληρικοί) δέν τό δηγον καλά, καί τι μόνη λύση γιά νά σωθον (!) εναι νά πέσουν στή θάλασσα. Κάποιοι κολουθον τήν προτροπή του καί, φυσικά, πνίγονται στά ταραγμένα νερά. Ο περισσότεροι, μως, γνωρίζουν καλά τι τό Πλοο «κλυδωνίζεται» μέν, λλά οδέποτε «καταποντίζεται», κατά τόν ερό Χρυσόστομο, γνωρίζουν τι «πύλαι δου ο κατισχύσουσιν» ατο (Ματθ. 16,18) καί τι, τελικά, τό Πλοο θά φτάσει στόν προορισμό του.
ρθόδοξη κκλησία διεξάγει σήμερα πίσημους διαλόγους μέ χριστιανικές μολογίες, πως ο Παπικοί, ο ντιχαλκηδόνιοι, ο γγλικανοί κ.., καί μετέχει στή λεγόμενη «Οκουμενική κίνηση», μέ Πανορθόδοξες, μάλιστα, συνοδικές ποφάσεις. διάλογος οτε κακό εναι, οτε ξένο πρός τήν ρθόδοξη Παράδοση. Ο Πατέρες δέν φοβήθηκαν τούς διαλόγους καί συζητοσαν μέ αρετικούς, μέ σχισματικούς καί μέ κάθε νθρωπο, ποβλέποντας σέ κάποια φέλεια. Εναι ατονόητο, τι κκλησία μας δέν μετέχει στούς διαλόγους πιστεύοντας τι εναι μία πό τίς πολλές «κκλησίες», οτε ναζητώντας τήν λήθεια. Μετέχει, χοντας τήν συνείδηση τι εναι Μία καί μοναδική κκλησία το Χριστο, τι κατέχει τό πλήρωμα τς λήθειας καί τι φείλει συνεχς νά μαρτυρε γι’ ατή τήν λήθεια. Μέ λλα λόγια, μετοχή στούς διαλόγους εναι να εδος ρθόδοξης μαρτυρίας καί εραποστολς. που δέν συμβαίνει ατό, που δέν τηρονται τά παραπάνω, κε πάρχει σαφής παρέκκλιση πρός τήν αρεση ( μλλον πρός τήν «παναίρεση») το Οκουμενισμο.
Εναι γεγονός, τι δέν εναι κάθε μορφή διαλόγου ρθή καί ποδεκτή πό ρθόδοξη ποψη. ρθός διάλογος εναι κενος πού διεξάγεται μέσα στά ρια, πού θέτουν ο εροί Κανόνες. Ο Κανόνες χουν θεσπιστε γιά τήν προστασία μας καί γιά τή σωτηρία μας. Πολύ σωστά σχυρίζονται κάποιοι τι ο Κανόνες «κδικονται», ταν δέν τούς τηρομε. ντως, στούς διαλόγους παρατηρομε πολλές φορές κδηλώσεις καί νέργειες σαφς παγορευμένες πό τούς ερούς Κανόνες, μέ χαρακτηριστικότερο σως παράδειγμα τίς συμπροσευχές κκλησιαστικν γετν μέ αρετικούς κληρικούς, καί, μάλιστα, φέροντας ερά μφια. λλοτε παρατηρομε πράξεις, πού δίνουν τή θλιβερή ντύπωση τι εμαστε τό διο μέ τούς αρετικούς, τι δέν διαφέρουμε σέ κάτι.
ς ρθόδοξοι, κληρικοί καί λαϊκοί, φείλουμε νά εμαστε παραδοσιακοί, νά κρατμε τήν Παράδοση μλλον τήν οσία της, τήν λήθεια τς κκλησίας πού δηγε στήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Παράδοση εναι ζωή, χει τόν δυναμισμό τς πνευματικς ζως καί δέν ταυτίζεται μέ τή σκληροπυρηνική συντηρητικότητα πού συναντμε μεταξύ κάποιων Χριστιανν. ταν, λοιπόν, βλέπουμε παρεκκλίσεις, φείλουμε νά τίς στηλιτεύουμε, νά κφράζουμε τή γνώμη μας, πολλές φορές ντονα, λλά πάντοτε μέ επρέπεια, μέ σεβασμό, μέ ταπείνωση, μέ γάπη. μως, κάτι τέτοιο πρέπει νά γίνεται πάντοτε μέσα στήν κκλησία καί ποτέ ἔξω πό τήν κκλησία, προκαλώντας διαιρέσεις καί σχίσματα. Μόνο τότε ντίδρασή μας θά χει νόημα, μόνο τότε θά χει ποτελέσματα, μόνο τότε θά βοηθήσουμε τούς ποιμένες μας νά ρθοτομον, μόνο τότε θά συμβάλλουμε στήν «οκοδομή» τς κκλησίας, μόνο τότε θά βοηθήσουμε καί τούς αρετικούς  νά κατανοήσουν τήν πλάνη τους καί νά ποδεχθον τή σωτηριώδη λήθεια τς κκλησίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου