Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Εγωϊσμός - Ταπεινωση. Του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου



(Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος)

Εγωϊσμός – Ταπείνωση

Η αυτοεκτίμηση που βλάπτει την ψυχή…
Προσέχετε τον εαυτό σας. Η πρόοδος στην πνευματική ζωή διακρίνεται με την ολοένα και περισσότερη συναίσθησι της μηδαμινότητός μας. Ενώ όσο αυξάνει η εκτίμησις του εαυτού μας σε κάτι, τόσο βαδίζουμε στην καταστροφή. Ο εχθρός θα το εκμεταλλευθή αυτό. Θα πλησιάση και θα επιχειρήση να πετάξη κανένα πετραδάκι στον δρόμο μας για να σκοντάψουμε. Μια ψυχή που δίνει στον εαυτό της αξία, μοιάζει με τον κόρακα του Αισώπου που ακούγοντας τις κολακείες της αλεπούς για την «ωραία» του φωνή, άνοιξε το στόμα και του έπεσε το τυρί…».
«Πόσο χρήσιμο θα ‘ταν να βρισκόταν κάποιος να σας κατηγορή. Να χαίρεσθε, αν ποτέ συμβή αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο να σας επαινούν όλοι και κανείς να μην σας λέει την αλήθεια. Είναι νομίζετε δύσκολο να πλανηθή ή να σκοντάψη κανείς; Απέχετε πολύ από το να θεωρήτε τον εαυτό σας άγιο και άξιο να συμβουλεύη τους άλλους;».
«Στο Κίεβο ασκήτευε κάποτε κάποιος με πολλή νηστεία και μόνωσι. Τον πολέμησε όμως ο εγωισμός και άλλα πάθη. Πήγε λοιπόν και εξωμολογήθηκε τους λογισμούς του στον μακαριστό στάρετς Παρθένιο. Εκείνος του έδωσε χρήματα και τον έστειλε στην αγορά λέγοντας: «Αγόρασε κρέας και φάγε το μπροστά στους άλλους». Ο ασκητής ακολούθησε την συμβουλή του στάρετς και όλοι οι πειρασμοί του φύγανε. Να πώς οι Πατέρες πολεμούσαν την υπερηφάνεια.
Συχνά να ελέγχετε και σεις τον εαυτό σας στο σημείο αυτό. Γιατί δεν είναι μικρή συμφορά… Λένε ότι η υπερηφάνεια είναι κλέφτης που βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Έρχεται συχνά σε συνεννόησι με τους εξωτερικούς κλέφτες, τους ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κι εκείνοι μπαίνουν και αρπάζουν κάθε θησαυρό».
«Αγωνισθήτε, ενώ συναναστρέφεσθε με άλλους και φροντίζετε για τις βιοτικές υποθέσεις, συγχρόνως να σκέπτεσθε τον Θεό και να έχετε την συναίσθησι ότι βρίσκεται κοντά σας και σας κατευθύνει σύμφωνα με το άγιό Του θέλημα. Έτσι δεν θα διασπάσθε στην εσωτερική σας εργασία. Η διάσπασις είναι η πρώτη επιτυχία του διαβόλου.
Η δεύτερη επιτυχία του είναι η προσκόλλησις της καρδιάς σε κάτι το γήινο και η αιχμαλωσία των αισθημάτων και των σκέψεων σ’ αυτό. Αυτή είναι χειρότερη επιτυχία του εχθρού.
Προσπαθήστε ν’ αποδεσμεύεσθε από κάθε αιχμαλωσία της καρδιάς και από κάθε διάσπασι της εσωτερικής σας εργασίας. Ο τρόπος είναι ένας: Να μην απομακρύνεται η προσοχή από τον Κύριο και την συναίσθησι της παρουσίας Του.
Οι υπερβολές δεν οδηγούν ποτέ σε καλό. Το πρώτο βήμα για την υπερηφάνεια είναι η κενοδοξία, η πεποίθησις δηλαδή ότι είμαι κάτι. Το δεύτερο είναι η οίησις, η συναίσθησις δηλαδή του ότι όχι απλώς είμαι κάτι, αλλά κάτι σπουδαίο ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Από την κενοδοξία και την οίησι γεννιέται πλήθος υπερήφανων λογισμών, βδελυκτών στον Θεό. Η αυτογνωσία και η βίωσι της μηδαμινότητός μας μπορεί εδώ να βοηθήση. Συχνά ας φέρνουμε στην μνήμη μας σφάλματα του παρελθόντος και ας κατακρίνουμε τον εαυτό μας γι΄ αυτά».
«Τιμιώτατε πρωτοπρεσβύτερε. Σας ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη διδασκαλία σας. Απλή και βαθειά, σύντομη και ολοκληρωμένη, μεστή και απέριττη. Ας ευλογήση ο Κύριος τους ποιμαντικούς σας κόπους σ’ όλο το πλάτος τους. Σας δόθηκε η χάρις όχι μόνο να διδάσκετε, αλλά και να πράττετε. Ας σας ενισχύη ο Κύριος να υπηρετήτε καρποφόρα τους αδελφούς χριστιανούς.
Εσείς βρίσκεσθε σε δράσι. Για μένα ήλθε ο καιρός να παραδώσω τα όπλα. Εσείς είσθε ο ποιμένας ο καλός, εγώ ο αρχιποιμένας ο άχρηστος. Για τις αμαρτίες μου αδυνάτισα σωματικά και ακόμη περισσότερο πνευματικά. Πίσω μου τίποτε καλό δεν φαίνεται, μπροστά μου τίποτε αξιόλογο δεν ελπίζεται. Μένει μόνο: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είθε να ευδοκήση ο Κύριος, έστω κι αυτή η κραυγή να βγαίνη μέσ’ απ’ την καρδιά».

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος: Η σημασία της προσευχής στον αγώνα εναντίον των εμπαθών λογισμών



Η σημασία της προσευχής στον αγώνα εναντίον των εμπαθών λογισμών
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος
Την περασμένη φορά σου περιέγραψα την όλη διαδικασία της μεταβάσεως από τον απλό λογισμό στην εμπαθή επιθυμία κι από εκεί στην εφάμαρτη πράξη. Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται πάντα τόσο αργά όσο φάνηκε από την περιγραφή μου. Συχνά, αν όχι τις περισσότερες φορές, όλες οι φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη αστραπιαία. Έτσι, πριν καλά-καλά προλάβει να εμφανιστεί ο λογισμός, τελείται η πράξη. Αυτό συμβαίνει κατεξοχήν στην περίπτωση του προφορικού λόγου. Δεν μπορείς, αλλά και δεν χρειάζεται ν’ αναλύεις όλα αυτά τα απρόβλεπτα και αλλεπάλληλα περιστατικά. Κάνε μόνο τούτο: Όταν αντιλαμβάνεσαι μιαν εμπαθή κίνηση, να στρέφεσαι αμέσως εναντίον της με όπλο το θυμό. Πώς θ’ αντιδράσεις, αν ένας κακοποιός σου επιτεθεί και σε χτυπήσει; Θα του ανταποδώσεις το χτύπημα μ’ όλη σου τη δύναμη. Με τον ίδιο τρόπο ν’ αντιδράς, όταν σου επιτίθεται ένας κακός λογισμός: Να τον χτυπάς με θυμό. Βέβαια, όπως ο κακοποιός δεν το βάζει πάντα στα πόδια μόλις τον χτυπήσεις, έτσι και ο λογισμός δεν φεύγει πάντα μόλις θυμώσεις. Κι αυτό γιατί στον πόλεμο των λογισμών εμπλέκονται συχνά και οι δαίμονες, που, όπως ξέρεις, είναι πείσμονες και ανυποχώρητοι. Όσο κι αν θυμώνεις μαζί τους, δεν κάνουν πίσω. Χρειάζεται, λοιπόν, πέρα από το θυμό, να χρησιμοποιήσεις κι ένα άλλο όπλο εναντίον τους. Ποιο είν’ αυτό;

Για πες μου, τί κάνει το θύμα της επιθέσεως ενός κακοποιού, αν δεν κατορθώσει να τον τρέψει σε φυγή με χτυπήματα; Καλεί σε βοήθεια. Τότε τα όργανα της τάξεως ανταποκρίνονται στο κάλεσμά του, τρέχουν και τον σώζουν. Αυτό πρέπει να γίνεται και στον πόλεμο με τα πάθη. Θα θυμώνεις εναντίον τους, αλλά και θα ζητάς τη θεία βοήθεια: «Κύριε, βοήθησέ με! Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, σώσε με!». «Θεέ μου, άκουσέ με και στείλε μου την βοήθειά σου! Κύριε, μην αργήσεις να με βοηθήσεις!» (Ψαλμ. 69:2).

Όταν προσφεύγεις στον Κύριο, μην κοιτάς τι γίνεται μέσα σου. Κράτα την προσοχή σου προσηλωμένη σ’ Εκείνον και ικέτευέ Τον για βοήθεια. Με τ’ όνομά Του μαστίγωνε τον εχθρό, όπως λέει ένας άγιος (όσιος Ιωάννης ο Σιναϊτης, Κλίμαξ , Κ΄, στ΄). Γιατί, όπως λέει ο ψαλμωδός, «ο Κύριος είναι κοντά σ’ όλους όσους τον επικαλούνται με ειλικρίνεια. Τα αιτήματα των πιστών Του τα εκπληρώνει. Ακούει τη δέησή τους και τους σώζει» (Ψαλμ. 144: 18-19). Ο Ίδιος υπόσχεται σ’ όποιον Τον επικαλείται με ελπίδα την ώρα της ανάγκης του: «Θα τον σώσω, επειδή ελπίζει σ’ εμένα. Θα τον προστατέψω, επειδή γνωρίζει ποιος είμαι. Θα μου κραυγάσει, και θα του αποκριθώ. Μαζί Του είμαι στη θλίψη του. Θα τον λυτρώσω και θα τον δοξάσω» (Ψαλμ. 90: 14-14). Με το θυμό, λοιπόν, και με την προσευχή θ’ αντιμετωπίζεις πάντοτε αποτελεσματικά τα πάθη που σε πολεμούν.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Αρχιμανδρίτης Adrian (Kirsanov).................





Μέχρι την ένατη ημέρα μετά το θάνατο της κάθε ανθρώπινη ψυχή αντιμετωπίζει την ουράνια κατοικία. Σχετικά με την ασκητή της μονής   Pskov-Σπήλαια θυμούνται όσοι  ήταν δίπλα του ήταν σαν παράδεισος.


 Ο Πατέρας  Αδριανός πήρε το παράδειγμα  από  τον ίδιο τον Κύριο, να ακούσει τη φωνή του και να ακολούθησει.  Κατά  το μήκος της διαδρομής του η  πραότητα κα η  ταπείνωση του ακολουθησε  τον Χριστό και την Εκκλησία του, πήρε στη ζωή του ένα ειδικό σταυρό - είναι ένας άνθρωπος της προσευχής και της εξομολόγησης, γύριζε προς τον Θεό, έχοντας  διεκδικήσει και διατηρήσει την αγία Ορθόδοξη πίστη, να ενισχύσει τους πιστούς με  την καθαρή  προσευχή του και την  πατρική  του αγάπη.

Οι Τρεις Άγιοι του Πόνου και της Ελπίδας

Οι Τρεις Άγιοι του Πόνου και της Ελπίδας
Γράφει ο Νικόλαος Κόϊος, Σύμβουλος Έκδοσης – Πεμπτουσία
Είναι βαθειά πεποίθηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι κάθε εποχή έχει τους δικούς της Αγίους και ότι δεν υπάρχει εποχή χωρίς Αγίους. Ο Άγιος της κάθε εποχής είναι η ζωντανή απόδειξη και κατάδειξη της Χάριτος του Χριστού, της αγάπης του Πατρός και της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος εν τόπω και χρόνω, ανάμεσά μας. Όταν ένας Άγιος φεύγει από τον κόσμο αυτό για την ουράνια κατοικία του, αφήνει στην γενιά που τον γνώρισε το προνόμιο του Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Να μπορεί η γενιά αυτή να αναφωνεί το «όν ακηκόαμεν, όν έωρακαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ον εθεασάμεθα, και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» (Α΄Ιω. 1,2).
Αυτή ήταν η δική μας γενιά που γνώρισε τους τρεις Γέροντες Ιάκωβο, Πορφύριο και Παΐσιο, επισήμως κατεταγμένους πια στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν μαθητές δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου και φοιτητές όταν τους επισκεφθήκαμε για να πάρουμε την ευχή τους. Λίγα κατανοούσαμε από τους λόγους και την προσωπικότητά τους. Πηγαίναμε σε αυτούς είτε με την οικογενειακή προτροπή είτε εξ αιτίας της φήμης που είχαν αποκτήσει οι Άγιοι μέσα στην Εκκλησία, τον λαό του Θεού. Πηγαίναμε κι εμείς συνήθως επειδή πήγαιναν και όλοι οι άλλοι.
Ορισμένες, λίγες φορές βρήκαμε την ευκαιρία να εκμυστηρευθούμε σε κάποιον από τους τρεις Αγίους τους εφηβικούς λογισμούς μας και λάβαμε πνευματική ανάπαυση και πολύτιμες συμβουλές, τις οποίες συνήθως δεν κατορθώναμε να ακολουθήσουμε. Φυλάχθηκαν όμως στον νου και την καρδιά μας ως πολύτιμη παρακαταθήκη και «εμφανίστηκαν» μπροστά μας όταν οι δυσκολίες της ζωής το απαίτησαν. Περισσότερο παίρναμε ένα μερίδιο της Χάρης τις λίγες στιγμές που βρεθήκαμε δίπλα τους. Χάρη και χαρά ανεξήγητη. Ο χρόνος σταματούσε. Η βιοτική μέριμνα έμπαινε αβίαστα στο περιθώριο. Οι λογισμοί και οι σκέψεις για το άτομό μας υποχωρούσαν. Τα προβλήματά μας εκείνη την ώρα δεν μας απασχολούσαν. Υπήρχε μία αίσθηση αιωνιότητας. Ότι αυτό που ζούσαμε εκεί θα συνέχιζε για πάντα.
Όταν όμως αποχωρούσαμε η αίσθηση αυτή υποχωρούσε και σε μικρό χρονικό διάστημα προσγειωνόμασταν άλλες φορές ομαλότερα κι άλλες όχι τόσο στην σκληρή πραγματικότητα της ρουτίνας μας. Την ρουτίνα όχι μόνο την δική μας αλλά και όλων των υπολοίπων συν-ανθρώπων μας των εγγύς και των μακράν. Είναι όλοι εκείνοι για τους οποίους ακούμε κάθε μέρα και εκείνοι οι πιο κοντινοί. Αυτούς τους τελευταίους τους ακούμε, τους βλέπουμε και τους ψηλαφούμε σε σημείο που να τους συνηθίζουμε, να τους βαριόμαστε, να μας είναι ενοχλητικοί, να τους θεωρούμε εμπόδια ή ακόμη και να τους μισούμε. Και όλα αυτά χωρίς να έχουμε εξ αρχής κάποια κακή πρόθεση, τουναντίον μπαίνουμε όλοι στον αγώνα της ζωής με τις καλύτερες προθέσεις και με την επιθυμία της προόδου και της παραγωγικότητας. Ο χρόνος ωστόσο και η πραγματικότητα μας διαψεύδουν. Δεν παίρνουμε αυτό που θέλουμε ή αυτό που πιστέψαμε ότι μας αξίζει. Απογοητευόμαστε από τους άλλους. Ιδιαιτέρως από αυτούς που τους έχουμε πολύ ψηλά στην εκτίμησή μας. Δεν μας παρέχουν την αίσθηση και την ανάπαυση που αποζητούμε και που όσο περνούν τα χρόνια την έχουμε περισσότερη ανάγκη. Η ανάμνηση της προσωπικής επαφής μας με τους Αγίους, τους τρεις Αγίους της γενιάς μας, Πορφύριο, Παΐσιο και Ιάκωβο καθίσταται απόμακρη για την κατάστασή μας. Αυτό πολλές φορές μας στενοχωρεί, ενίοτε και μας σκανδαλίζει. Γιατί αυτοί οι Άγιοι να μην είναι συνεχώς μαζί μας; Γιατί να μην μα στέλνουν, έστω και για λίγο, ένα μικρό κύμα Χάριτος από αυτό που παίρναμε όταν στην νεότητά μας τους προσεγγίζαμε; Γιατί μας εγκαταλείπουν να τα βγάλουμε μόνοι πέρα σε μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα πιο σκληρή, στερημένοι από κάθε αίσθηση της δικής τους μακαριότητας;
Αναφέραμε στην αρχή ότι κάθε εποχή και γενιά έχει τους δικούς της Αγίους. Είναι οι δικοί της Άγιοι όχι μόνο γιατί έζησαν στον συγκεκριμένο χρόνο και χώρο, αλλά γιατί σε αυτούς φανερώθηκε η πρόνοια του Θεού για την συγκεκριμένη γενιά. Η δική μας γενιά ήταν η γενιά της ευμάρειας που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, την εμφύλια σύγκρουση και τις πολιτικές περιπέτειες της πατρίδας μας. Η προηγούμενη γενιά προσπαθούσε να κλείσει πληγές για να ορθοποδήσει. Η δικιά μας προσπαθούσε να αποκοπεί από το παρελθόν και να απολαύσει με άκρα αισιοδοξία ένα παρόν, χωρίς να αναλογίζεται ιδιαίτερα το μέλλον. Αναπόφευκτα το τότε μέλλον έγινε παρόν. Και την ευμάρεια και την ασυλλόγιστη αισιοδοξία την διαδέχθηκαν η γενικευμένη κρίση και η απαισιοδοξία. Η γενιά μας δεν ήταν μεγαλωμένη να αντέχει και να αντιμετωπίζει τον πόνο και την δυσκολία. Ήταν μια γενιά για τα εύκολα. Γι’ αυτό και τους Αγίους της τους είδε και τους αισθάνθηκε έτσι. Οι Άγιοι της Χάριτος, της Ανάπαυσης, της Χαράς. Εύκολα μας τα μετέδωσαν αυτά όταν ήμασταν δίπλα τους. Ποτέ όμως δεν αναρωτηθήκαμε πώς τα απέκτησαν. Διαβάζαμε στα Γεροντικά και στα ασκητικά βιβλία το «Δως αίμα, λάβε Πνεύμα», αλλά ποτέ δεν το ζήσαμε στο «πετσί» μας.
Τελικά όμως οι τρεις μεγάλοι Άγιοί μας δεν μας εγκατέλειψαν. Επέστρεψαν μετά από λίγα χρόνια με την πράξη αγιοκατάταξης της Εκκλησίας μας. Κατανόησε η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού στο οποίο είμαστε όλοι μέλη, ότι τα μέλη της, αυτά της παρούσας γενιάς, νοσούν βαρέως. Πάσχουν από την νόσο της πρόσκαιρης και δοτής ευμάρειας και της ευκολίας και είναι ανίσχυρα να αντιμετωπίσουν τον πειρασμό της κρίσης. Επαναφέρει η Αγία Εκκλησία τους Αγίους μας στο προσκήνιο τιμώντας τον βίο τους, αλλά προ πάντων την τελευτή τους.
Μελετώντας τους Αγίους κάθε εποχής βλέπουμε ότι συγκεντρώνουν κάποια κοινά, ομοειδή τρόπον τινά, χαρακτηριστικά. Οι Άγιοι των Αποστολικών χρόνων, οι Μάρτυρες της Πρώτης Εκκλησίας, οι Ασκητές της Ερήμου, οι Μεγάλοι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, οι Θεολόγοι της Εμπειρίας του Ακτίστου Φωτός, οι Αγιορείτες Άγιοι, οι Νεομάρτυρες και πολλές άλλες ομάδες Αγίων κάθε εποχής που δεν είναι δυνατόν να τους αναφέρουμε εδώ όλους. Στους τρεις Αγίους της δικιάς μας γενιάς βλέπουμε δύο κοινά χαρακτηριστικά, όχι τα μόνα, αλλά αυτά που απαντούν στα αδιέξοδα της εποχής μας: τον Πόνο και την Ελπίδα. Και οι τρεις κοινώνησαν τον Πόνο των εκατομμυρίων ανθρώπων της γενιάς μας: τον πόνο της ασθένειας, της εγκατάλειψης, της ανέχειας. Ειδικά εκείνον της αρρώστιας, του πλέον ορατού σημείου της φθοράς και της θνητότητας. Αυτό που ο σύγχρονος άνθρωπος με όλα τα μέσα προσπαθεί να αποφύγει και να εξορκίσει. Κανείς από τους τρεις Αγίους δεν τον απέφυγε. Και οι τρεις είχαν από μία ικανή «συλλογή» ασθενειών την οποίαν υπέμειναν οι ίδιοι, τους άλλους όμως τους εθεράπευσαν. Και ενώ οι ίδιοι πέθαναν μέσα σε πόνους φρικτούς, σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτών που ήταν δίπλα τους, άφησαν στην γενιά την δικιά μας, της πάλαι ποτέ ευμάρειας και της τωρινής κρίσης την Ελπίδα μέσα από την ζωντανή παρουσία τους στην Εκκλησία, ότι κάποια στιγμή θα νιώσουμε δίπλα τους πάλι εκείνη την ανεξήγητη Χάρη και Χαρά.
Ας έχουμε την ευχή τους!
Πηγή: pemptousia.gr

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού Ομοτίμου Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;



Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού
Ομοτίμου Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
Μιλώντας για την Ορθοδοξία, δεν πρέπει να επα­ναλαμβάνουμε το λάθος του Πιλάτου, όταν ερώτησε τον Χριστό: «Τί έστιν αλήθεια;» (Ίωάνν. 18, 38). Το ορθό είναι: «Τίς έστιν αλήθεια». Διότι η αλήθεια δεν είναι μία ιδέα, μία θεωρία, ένα σύστημα, αλλά πρόσω­πο το Πανάγιο Πρόσωπο του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, του Ιησού Χρίστου. Έτσι πρέπει να ερωτήσου­με και για την Ορθοδοξία, διότι ταυτίζεται με το θεανθρώπινο Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Αυτός, ώς Θεάν­θρωπος, είναι η Ορθοδοξία μας, η Παναλήθειά μας.
1. Αν θέλαμε να ορίσουμε, συμβατικά, τον Χρι­στιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμ­πειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού)1 μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του αν­θρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». Με δεδομένη τη διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει τη δυνατότητα διατήρησης η α­ποκατάστασης της υγείας του, αλλά και στις δύο περι­πτώσεις μέσα από μία ορισμένη θεραπευτική διαδικα­σία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής.

Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η Θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώ­στε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν» αυτό που ο Θεός εί­ναι απο τη φύση του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυ­τή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας. Δεν πρό­κειται για μία ηθική βελτίωση του άνθρωπου, αλλά για την εν Χριστώ άνα-δημιουργία, ανά-πλαση, αν­θρώπου και κοινωνίας, μέσα απο την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με τον Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Αυτό εκ­φράζει η φράση του Άπ. Παύλου (Β' Κορ. 5, 17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χρι­στό είναι καινούργιο δημιούργημα. Γι' αυτό χριστια­νικά η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική είσοδος του Αιώνιου και Υπέρχρονου μέσα στον ι­στορικό χρόνο, είναι η άρχή ενός νέου κόσμου μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχί­ζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυ­θεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων. Η Εκκλη­σία, ως «σώμα Χρίστου» και εν Χριστώ κοινωνία υ­πάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει τη σωτηρία, ως ένταξη άνθρωπου και κοινωνίας σ' αυτή την αναγεν­νητική διαδικασία2. Τό σωστικό αυτο έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μη συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί στην ιστορία ως ένα παγκόσμιο Θεραπευτήριο. «Ίατρείον πνευματικόν» (πνευματικό νοσοκομείο) ονομά­ζεται η Εκκλησία απο τον ιερό Χρυσόστομο (†407). Στη συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα:
1) Ποιά είναι η αρρώστια, την οποία θεραπεύει η χρι­στιανική Ορθοδοξία,
2) ποιά είναι η θεραπευτική μέθοδος, που εφαρμόζει και
3) ποιά είναι η ταυτότητα του αυθεντικού Χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας3
2. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και σύναμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει».Ρωμ.8,22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ε­νότητας σύνολης της ανθρωπότητας (βλ. Πράξ. 17, 26). Η χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μό­νο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας έλθειν» (Α' Τιμ. 2, 4), αφού ο Θεός είναι «σωτήρ πά­ντων ανθρώπων» (Α'Τιμ. 4, 10). Η αρρώστια, λοιπόν, για την οποία μιλεί ο Χριστιανισμός, είναι πανανθρώ­πινη (Ρωμ. 5, 12: «...εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ' ω ( = λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (= αστόχησαν στην πορεία τους πρός την θέωση). Όπως δε η πτώση (δηλ. η αρρώστια) είναι πα­νανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία-θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε άν­θρωπου.

Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα μνημονικό σύστημα, την καρδιακή η νοερά μνήμη, που λειτουρ­γεί μέσα στην καρδιά και την αγνοεί η ιατρική επι­στήμη. Η καρδιά, στην ορθόδοξη παράδοση δεν λει­τουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίμα­τος. Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μία υπερφυσι­κή λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται ο χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλα­δή ενέργεια Του. Βέβαια, αυτό γίνεται αντιληπτό μέ­σα από την εμπειρία των Αγίων, των αληθινών Χρι­στιανών, και όχι με τη λογική λειτουργία η τη δια­νοητική θεολόγηση.

Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (†1809), ανακεφα­λαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικόν Έγχειρίδιον» ονομάζει την καρ­διά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσι­κό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από πάθη. Η υπερφυσική λει­τουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλα­δή τη θέωση του, ως πλήρη ένταξη του στήν εν Χρι­στώ κοινωνία.

Στήν υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νού. Στον γλωσσικό κώδι­κα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του άνθρωπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στη θέα του Θεού η Θεοπτία. Βέβαια, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης καί απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσια­στική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκ­δοχή του Χριστιανισμού. Η ενέργεια του νού μέσα στηη καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» της καρ­διάς. Διευκρινίζουμε και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ε­νεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νούς στην καρδιά.

Η νοερά λειτουργία πραγματοποιείται ώς αδιάλει­πτη προσευχή (πρβλ. Α'Θεσσ. 5, 17) του Αγίου Πνεύ­ματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γάλ. 4, 6 Ρωμ. 8, 26 Α' Θεσσ. 5, 19) και ονομάζεται από τους Αγίους Πα­τέρες μας «μνήμη Θεού». "Έχοντας ο άνθρωπος στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8, 11). Ο Μ. Βασίλειος στη β' επιστολή του λέγει, οτι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νούς «αναχωρεί» προς τον Θεό, έχει δηλαδή κοινωνία με τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει, οτι ο ενεργούμενος από τη θεία ενέρ­γεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία η σε κάποια έκ-σταση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις όποιες ασχολείται η λογική. Γιά να χρη­σιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα, που μας αγγίζει. Έ­νας επιστήμονας, που έχει αποκτήσει τη νοερά του λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλή­ματα του, ενώ ο νους του, μέσα στην καρδιά, διατηρεί αδιάλειπτη την μνήμη του Θεού. Αυτός είναι ορθόδο­ξα ο υγιής (normal) άνθρωπος (ο Άγιος). Γι' αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του άνθρωπου προς την αγιότητα.
Η αλειτουργία η υπολειτουργία της νοεράς ενέρ­γειας του άνθρωπου ειναι η ουσία της πτώσεως. Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του άνθρωπου, στην αρχή ακόμη της ιστορι­κής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του.

Σ' αυτή τη νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι α­πόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο η­θικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξαν­δρείας †444) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρω­πο, όπως ακριβώς η αρρώστια κάποιου δένδρου μετα­δίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.

Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας η της μνήμης του Θεού και η σύγχυση της με τη λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει σέ όλους μας, υποδου­λώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικι­σμό και την αντικοινωνικότητα. Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της α­τομικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Χρήση του Θεού γίνεται με τη «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θείου), που μπορεί να εκφυλισθεί σε αύτοθεοποίηση του άνθρωπου («αυτείδωλον εγενόμην» λέγει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγα Κα­νόνα» του). Χρήση του συνανθρώπου και κατ' επέκτα­ση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση τους με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή είναι λοιπόν, η νόσος, την ο­ποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ο­λόκληρος στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλη­σίας4.
3. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας , ως εν Χριστό κοινωνίας, στον κόσμο είναι η θεραπεία του ανθρώπου με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με το Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας. Κατά τον μακαριστό καθηγητή π.Ι. Ρωμανίδη, «η πατερική παράδοσις δεν είναι ουτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικό σύστημα , ούτε θρησκευτικός δογματισμός , αλλ' είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείον αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως την Ψυχιατρικήν. Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικόν όργανον, που όλοι έχουν και το όποιον χρειάζεται θεραπείαν. Ούτε η φι­λοσοφία, ούτε καμμία των γνωστών θετικών η κοινω­νικών επιστημών δύναται να θεραπεύση το όργανον αυτο (...) Διά τούτο ο αθεράπευτος συνήθως δεν γνω­ρίζει ούτε καν την υπαρξιν αύτου του οργάνου».

Η ανάγκη θεραπείας του άνθρωπου, κατά τα πα­ραπάνω είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε άνθρωπου στη φυσική του ύπαρξη με την επανενεργοποίηση και της τρίτης (νοεράς) μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνε­ται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδελφός με τον συνάνθρωπο του, πρέπει η ιδιοτέλεια του, που λει­τουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ. Α'Κορ. 13, 8: «η αγάπη... ού ζητεί τα ε­αυτής»). Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ. 5, 8" Α' Ίωάν. 4, 7 έ.) που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι' αυτό και τό κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτη­μοσύνη», άλλά η «ακτημοσύνη», ως αύτοπαραίτηση α­πό κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δι­καιοσύνη.

Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονο­μημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεως μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό η αιώνιο θά­νατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από τή Χάρη του Θε­ού. Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες ε­στίες του άνθρωπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χρίστου και την ανάσταση του. Ο Χριστιανός α­σκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή-Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης, που δέ­χεται με τη μετοχή του στη μυστηριακή ζωή του εκ­κλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευόμενος άνθρωπος, πού δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.
4. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:
α) Η Εκκλησία ως σώμα Χρίστου, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκ­κλησία, αλλά Θρησκεία. Οι Κληρικοί, εκλέγονταν αρχικά από τους θεραπευμένους, γιά νά λειτουργοΰν ώς θεραπευτές τών άλλων. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση, συνεχί­ζουν την Εκκλησία των αποστολικών χρόνων.

β) Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπείας είναι οι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής επιστήμης και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.

γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγ­χώρηση των αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον! Η Εκκλησία δεν α­ποβλέπει στο να στείλει κάποιον στον παράδεισο η στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δέν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θε­ραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο φώς Του ως πα­ράδεισο και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πύρ καταναλίσκον» (Έβρ. 12, 29). Και αυτό, φυσικά, άφορα σε κά­θε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώ­νια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.

δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). "Έτσι, διαφοροποιεί­ται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο και της ποιμαντικής θερα­πευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευμα­τικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς τη θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στη μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του άνθρωπου σ' αυ­τόν εδώ τον κόσμο (εδώ και τώρα). Αυτό διαπιστώνε­ται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων που νικούν τη βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτα­νήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεο­δώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονίκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της θερα­πευτικής της Εκκλησίας. Θα παρακαλούσα δε τον ια­τρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχθεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ' αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χά­ρης. Διότι τη στιγμή ακριβώς, που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα, και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία. Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύμα­τα, ως αποδείξεις της θεώσεως, διότι ανήκουν σε άλ­λη σφαίρα.

ε) Τέλος, τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κά­ποια χριστιανική ιδεολογία, άλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα, λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η άπλή α­νάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση, που ο ασθενής καταφεύγει στο γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο!
Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία. Δεν έχει σημασία, αν την αποδέχεται κανείς η όχι. Γι' αυτό α­πευθύνομαι προς όλους, και τους μη χριστιανούς και τους αδιάφορους, αλλά και προς «χριστιανούς» (σε ει­σαγωγικά). Κάθε άλλη εκδοχή για τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω καί αν θέλει να προβάλλεται ως Ορθοδοξία!
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι η Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλη­σίας, Θεσσαλονίκη 1984. Του Ιδιου. Η Θρησκεία ειίναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θε­ραπεία της, στον τόμο: Ορθοδοξία. Ελληνισμός... "Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β' Τόμος, 1996, σ. 67-87. Του Ίδιου. Church Synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΠΑ,τ. 63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ. 66 (1995) 646-680. π. Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μη-τροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, "Εδεσσα 1986. Του Ίδιου. Μικρά Είσοδος στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Αθήνα 1992. Του Ίδιου, Υπαρξια­κή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία. Λεβαδειά 1995. Του Ιδίου, Η Ιατρική εν Πνεύματι Επι­στήμη, Λεβαδειά 2009. Ακόμη, οι μελέτες: Γ.Α. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθή­να 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λα­τρείας, Αθήνα 1996 κ.ά.
1. Άκτιστος ( = αδημιούργητος. Άπλαστος στη λαική γλώσ­σα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, η δη­μιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπα­ντική» δύναμη, κατά τη γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, ό­λοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όν­τας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο. Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Άκτιστου. Και γι' αυτό το "Α-κτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.

2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του β' αιώνα, ο Ποιμήν του Έρμα, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χρίστου, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!

3. Κατά τον π. Ρωμανίδη, στον οποίον κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπευτικόασκητική) θεώρηση της Πίστεως μας, σε ακαδημαΐκο μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε « ταύτιση» άκτιστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στη ειδωλολατρία. Ο «Θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις- νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη πατερική «Ορθοδοξία»). Σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και τελικά, η «χρήση» του Θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση:do, utdes). Στη δική μας όμως, παράδοση ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξεθμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α' Ιωαν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α' Ιωάν.4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δε ζητεί τίποτε από τα πλάσματα Του. Γι' αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης, που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.

4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λειτουργικός λόγος: «Ευατούς και αλλήλους και πάσιν την ζωήν ημών Χριστό το Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στη Μονές, όταν λειτουργούν ορθόδοξα, φυσικά. Γι'αυτό οι Μονές μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου».
«Πηγή : Όψεις της Ορθόδοξης Ταυτότητος - Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»

Η Λατρεία της Ορθοδοξίας (Β)



Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

π. Γεώργιος Μεταλληνός, Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
H Χριστιανική Λατρεία
O Χριστιανισμός, ως Εκκλησία του Χρίστου, εκ­φράστηκε από την ίδρυση του, την ήμερα της Πεντη­κοστής, όχι μόνο ως διδασκαλία, αλλά και ως λα­τρεία, που κατέλαβε κεντρική θέση στη ζωή του. Η λατρεία αποδείχτηκε όχι μόνο ο τρόπος, που η Εκ­κλησία εξέφρασε τον βαθύτερο εαυτό της, αλλά και ως το κατ' εξοχήν μέσο διαμόρφωσης της πίστης και όλης συνολικά της ζωής της. Χωρίς να εξαντλείται στη λατρεία η ζωή της Εκκλησίας, μεταμορφώνεται ολόκληρη σε λατρεία του Τριαδικού Θεού, ως απόλυ­του κέντρου και κεφαλής της.

Η εκκλησιαστική λατρεία είναι κατανοητή μόνο εν Χριστώ, στον όποιο γίνεται γνωστός ο Θεός (Ίω. 1, 18). Η πίστη στον Χριστό, ως Θεό και Σωτήρα, προηγείται της λατρείας Του. Ο Χριστός είναι αυτός, που διαφοροποιεί τη χριστιανική από κάθε άλλη λα­τρεία. Ο χριστοκεντρικός χαρατήρας της εκκλησια­στικής λατρείας τη διαχώρισε ριζικά όχι μόνο από την εθνική, αλλά και από την ιουδαϊκή λατρεία (βλ. Εβρ. κεφ. 9). Τα οποιαδήποτε εθνικά η ιουδαϊκά τελε­τουργικά στοιχεία, που προσέλαβε η Εκκλησία, είναι δευτερεύοντα και περιφερειακά και δεν αλλοιώνουν τη λατρεία της.

Ουσιαστικό στοιχείο της χριστιανικής λατρείας είναι η εσωτερικότητα η καρδιακή ευχαριστία και δοξολογία του Θεού για τις δωρεές Του. Γι' αυτό η χριστιανική λατρεία θεμελιώνεται στα όσα έπραξε ο Θεός για τον άνθρωπο και οχι στο τι μπορεί ο άνθρω­πος να πράξει, για να ευχαριστήσει τον Θεό και να Τον εξευμενίσει. Σκοπός της δεν είναι μία θρησκευτι­κή τελετουργία, αλλά η μέσω αυτής φανέρωση της Εκκλησίας ως «σώματος Χρίστου». Ο μόνος και α­ληθινός λειτουργός της Εκκλησίας είναι ο Ίησους Χριστός (Έβρ. 8, 2), ο όποιος στο πρόσωπο Του εισά­γει στην ιστορία ένα άλλο είδος ίερωσύνης. Οι όροι «ιερεύς», «θυσία», «ιερωσύνη» στην Προς Εβραίους επιστολή, το πρώτο λειτουργιολογικό κείμενο της Εκκλησίας, συνδέονται αποκλειστικά με τον Χριστό, τον μόνο αυθεντικό Αρχιερέα, που προσέφερε και προσφέρει την τέλεια θυσία, δηλαδή τον εαυτό Του. Η θυσία Του στη λατρεία της Εκκλησίας είναι αναί­μακτη και πνευματική και ο Χριστός, τελικά, είναι «ό προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος» τη θυσία. Οι ιερείς της Εκκλησίας δεν θυσιάζουν, ό­πως στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου, άλλά «δανείζουν» τη γλώσσα και τα χέρια τους στον Χρι­στό, για να τελέσει Αυτός τα πάντα (ι. Χρυσόστομος). Όλοι οι πιστοί, με το βάπτισμα και το χρίσμα τους, μετέχουν στην ιερωσύνη του Χρίστου, «παριστώντες τα σώματα αυτών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, εύάρεστον τω Θεώ»(Ρωμ. 12, 1).

Η Λατρεία της Εκκλησίας συνιστά αποκάλυψη του τριπλου μυστηρίου της ζωής: του μυστηρίου του Θεού, του μυστηρίου του άνθρωπου και του μυστη­ρίου της κτίσεως, καθώς και της μεταξύ τους σχέσης. Στην Ορθόδοξη Λατρεία συντελείται η βίωση του νέ­ου «καιρού», που έχει «εισβάλει» στην ιστορία με την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού και προσφέρει τη δυνατότητα νίκης μας πάνω στην αμαρτία, στη φθορά και στο θάνατο. Ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη τάσ­σεται υπό την εξουσία του Χρίστου και δοξάζει τον Τριαδικό Θεό, όπως Τον δοξάζουν στον ουρανό οι αγ­γελικές Δυνάμεις (Ήσ. 6, 1 έ.).

Στη χριστιανική λατρεία πραγματοποιείται μιία δι­πλή κίνηση: του άνθρωπου προς τον Θεό, που δέχεται την ευχαριστία και δοξολογία μας, και του Θεού προς τον άνθρωπο, που αγιάζεται από τη θεική Χάρη. Εί­ναι ένας διάλογος μεταξύ Πλάστη και πλάσματος, συ­νάντηση του άνθρωπου με τον «Αληθινόν» (Α' Ίω. 5, 20), προσφορά της ύπαρξης στην πηγή της, κατά τον λειτουργικό λόγο: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Ο πι­στός ευχαριστεί τον Θεό για τη σωτηρία του και τις συνεχείς δωρεές του Θεού, «ύπερεκπερισσου ων αιτούμεθα». Προσφέρει στον Θεό «άρτον και οίνον» και λαμβάνει σώμα και αίμα Χριστού προσφέρει θυ­μίαμα και δέχεται άκτιστη Χάρη. Η λατρεία της Εκ­κλησίας δεν προσφέρεται στον Θεό, διότι ο Θεός την έχει ανάγκη, αλλά για τον ίδιο τον άνθρωπο, που δέ­χεται πολύ περισσότερα και σημαντικότερα από τα ό­σα προσφέρει.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

"Συμβουλές πνευματικές γιά θάρρος καί προσευχή" (Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος)



(Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος)

Ἔχεις ἀκόμη ἀνησυχίες. Πές μου, ἀπὸ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ προέρχονται; Ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ πᾶνε καλά. Ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ τὰ ἔχεις ἐπανεξετάσει καὶ τακτοποιήσει. Τὴν ἀπόφασή σου τὴν ἔχεις πάρει. Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, προέρχονται αὐτὲς οἱ ἀνησυχίες; Ὅλες εἶναι ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Ὅλες. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ.
Τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει; Μήπως σκέφτεσαι νὰ φτιάξεις τὴ ζωή σου μόνη σου, μὲ τὶς δικές σου ἱκανότητες καὶ προσπάθειες; Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ σκέφτεσαι, σὲ συμβουλεύω ν' ἀλλάξεις ἀμέσως γνώμη, ἀλλιῶς δὲν θ' ἀπαλλαγεῖς ἀπό τὴ σύγχυση καὶ τὴν ταραχή.

Ἐξέτασε πάλι τὸν ἑαυτό σου ἤ θυμήσου ὅ,τι σοῦ ἔχω ὑποδείξει καὶ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ μέσα σου σ' ὅλη τη διάρκεια τῆς ἀλληλογραφίας μας. Θυμήσου, ἐπίσης, ποιὰ ἦταν ἡ ἔκβαση τῶν προβληματισμῶν σου γιὰ τὴ ζωή. Τέλος, δῶσε στὴν αὐτοεξέτασή σου τέτοια κατεύθυνση, ὥστε νὰ καταλήξει σὲ μιά σταθερὴ ἀπόφαση ἀμετάκλητης ἐναποθέσεως τοῦ μέλλοντός σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἀφοῦ, λοιπόν, πάρεις αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, προσευχήσου στὸν Κύριο ὁλόθερμα. "Τὸ μέλλον μου", πές Του, "τὸ ἀφήνω μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια Σου. "Ὅπως ξέρεις καὶ ὅπως θέλεις, Κύριε, κατεύθυνε τὴ ζωή μου, μ' ὅλα τὰ ἀπρόοπτα καὶ μ' ὅλες τὶς δυσκολίες της. Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς δὲν θὰ μεριμνῶ καὶ δὲν θ' ἀνησυχῶ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μιὰ φροντίδα μόνο θὰ ἔχω, νὰ κάνω πάντα ὅ,τι εἶναι εὐάρεστο σ' Ἐσένα".
Ἔτσι νὰ Τοῦ μιλήσεις, ἀλλά καὶ ἔμπρακτα νὰ Τοῦ ἀποδείξεις ὅτι ἔχεις ὁλοκληρωτικὰ ἀφεθεῖ στὰ χέρια Του, ὅτι δὲν ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτα, ὅτι ἀποδέχεσαι ἤρεμα καὶ ἀγόγγυστα ὁποιαδήποτε κατάσταση, εὐχάριστη ἡ δυσάρεστη, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπό τὴ θεία πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ἂς εἶναι ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ σὲ κάθε περίσταση.
Ὕστερ' ἀπὸ μιά τέτοια ἐσωτερικὴ τοποθέτηση, ὅλες οἱ ἀνησυχίες σου θὰ ἐξανεμιστοῦν. Ἀνησυχεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου τώρα, καθὼς θέλεις ὅλες οἱ περιστάσεις νὰ συντείνουν στὴν ἐκπλήρωση τοῦ δικοῦ σου σκοποῦ. Καὶ ἐπειδή, φυσικά, ὅλα δὲν γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου, ταράζεσαι καὶ στενοχωριέσαι - "Αὐτὸ δὲν ἔγινε ἔτσι, ἐκεῖνο δὲν ἔγινε ἀλλιῶς". Ἄν, ὅμως, ἀναθέσεις τὰ πάντα στὸν Κύριο μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ δεχθεῖς πὼς ὅ,τι συμβαίνει προέρχεται ἀπ' Αὐτὸν γιὰ τὸ καλό σου, τότε δὲν θ' ἀνησυχεῖς πιά καθόλου. Θὰ κοιτᾶς μόνο γύρω σου, γιὰ νὰ δεῖς τί σοῦ στέλνει ὁ Θεός, καὶ θα ἐνεργεῖς σύμφωνα μ' αὐτὸ ποὺ στέλνει.
Κάθε κατάσταση μπορεῖ νὰ ὑπαχθεῖ σὲ κάποια θεία ἐντολή. Νὰ ἐνεργεῖς, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴ σχετικὴ ἐντολή, ἐπιδιώκοντας τὴν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν ἱκανοποίηση τῶν δικῶν σου ἐπιθυμιῶν. Προσπάθησε νὰ καταλάβεις τί λέω καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸ ἐφαρμόσεις. Δὲν θὰ τὸ κατορθώσεις, βέβαια, ἀπό τή μιά στιγμὴ στὴν ἄλλη. Χρειάζεται ἀγώνας γι' αὐτό, ἀλλά καὶ προσευχή.
Ζητῶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τὴν κατάθλιψη, ποὺ θεωρεῖς ἀφόρητη, ἀλλά μόνο ἂν αὐτὸ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ ἅγιο θέλημά Του καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία σου. Θὰ σὲ λυτρώσει, δίχως ἄλλο, στὴν ὥρα ποὺ πρέπει. Ὁπλίσου μὲ πίστη καὶ ὑπομονή. Βλέπουμε πόσο γρήγορα μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς μας. Ὅλα ἀλλάζουν ἀκατάπαυστα. Ἔτσι θ' ἀλλάξει καὶ ἡ ψυχική σου κατάσταση. Θὰ ἔρθει μία μέρα πού, ἀπαλλαγμένη πιὰ ἀπὸ τὸ πλάκωμα, θ' ἀναπνέεις ἐλεύθερα καὶ θὰ φτεροκοπᾶς ὅπως ἡ πεταλούδα πάνω ἀπὸ τὰ λουλούδια. Πρέπει μόνο νὰ σηκώσεις μὲ ὑπομονὴ τὴν τωρινὴ δυσκολία γιὰ ὅσον καιρὸ παραχωρήσει ὁ Θεός.