Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΟΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ ΟΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ




Αν έλθει κάποιος φτωχός, που έχει ανάγκη από λίγο ψωμί, ακούγονται πολλές κακολογίες, διαβολές, κατηγορίες για οκνηρία, λοιδορίες, βρισιές και πειράγματα. Και δε σκέπτεσαι ότι και συ είσαι άνθρωπος, που δεν εργάζεσαι, ο Θεός, όμως, σου δίνει τα αγαθά του.

Μη μου πεις, βέβαια, ότι ασχολείσαι και συ με κάτι, αλλά να μου αποδείξεις αυτό, εάν, δηλαδή, κάνεις και χρησιμοποιείς κάτι από τα απαραίτητα. Εάν, όμως, μου αναφέρεις την απόκτηση των χρημάτων και κέρδη με απάτη και τη φροντίδα και την αύξηση του πλούτου σου, θα σου απαντήσω ότι όλα αυτά δεν μπορούν να ονομασθούν εργασίες· εργασίες είναι η ελεημοσύνη, οι προσευχές, οι φροντίδες για την προστασία εκείνων που αδικούνται και τα παρόμοια, Από αυτά βρισκόμαστε σε αργία για όλη μας τη ζωή.
 
Αλλ’ όμως, ο Θεός ποτέ δεν μας είπε, επειδή είσαι οκνηρός, δε σου ανάβω τον ήλιο, σου σβήνω τη σελήνη, ξηραίνω τη γη για να μη σου δίνει καρπούς, ξηραίνω τις λίμνες, τις πηγές και τα ποτάμια, εξαφανίζω τον αέρα, σταματώ τις ετήσιες βροχές. Αντίθετα, όλα μας τα δίνει άφθονα. Σε μερικούς, μάλιστα, που όχι μόνον είναι άνεργοι, αλλά κάνουν και πονηρά έργα, πάλι τους επιτρέπει να απολαμβάνουν τα αγαθά του.

Όταν, λοιπόν, δεις κάποιο φτωχό και πεις, ότι αγανακτώ επειδή είναι υγιής και δεν υποφέρει από τίποτε, και παρ’ όλα αυτά θέλει να τρέφεται χωρίς να εργάζεται, και ίσως να είναι κάποιος δραπέτης και, υπηρέτης, που εγκατέλειψε τον κύριο του· όλα αυτά, που είπα, πες στον εαυτό σου, μάλλον δώσε το θάρρος σ’ εκείνον να σου τα πει και πολύ δίκαια θα σου πει: Αγανακτώ, διότι, ενώ είσαι υγιής, δεν κάνεις τίποτε από όσα έχει διατάξει ο Θεός, αλλά δραπετεύοντας από τις εντολές του Κυρίου, γυρίζεις σαν να βρίσκεσαι σε ξένη χώρα περνώντας τον καιρό σου μέσα στην κακία· μεθάς, ασχημονείς, κλέβεις, αρπάζεις, καταστρέφεις τα σπίτια των άλλων. Και συ, βέβαια, με κατηγορείς για οκνηρία, εγώ, όμως, σε κατηγορώ για τα πονηρά έργα που κάνεις, όταν συκοφαντείς, όταν ορκίζεσαι, όταν αρπάζεις, όταν λες ψέματα και κάνεις πολλά παρόμοια έργα.

Αυτά τα λέω, όχι για να θέσω νόμο για την οκνηρία, μη γένοιτο· αλλά τα λέω, επειδή επιθυμώ να εργάζονται όλοι. Διότι η αργία δίδαξε κάθε κακία.

Σας παρακαλώ, όμως, να μην είστε άσπλαχνοι, ούτε απάνθρωποι. Διότι και ο Παύλος, αν και κατέκρινε πάρα πολύ την οκνηρία και είπε· «Όποιος δε θέλει να εργάζεται, δεν πρέπει ούτε και να τρώει» (Β΄ Θεσσ. 3,10), δε σταμάτησε μέχρις εδώ, αλλά πρόσθεσε· «εσείς, όμως, να μη χάνετε το θάρρος σας κάνοντας το καλό». Και, όμως, αυτά είναι αντίθετα με τα προηγούμενα. Διότι, εφόσον διέταξες να μην τρώνε, πώς μας συμβουλεύεις να τους δίνουμε; Ναι, λέει· πραγματικά σας διέταξα να τους αποστρέφεστε και να μην τους συναναστρέφεστε, αλλά και σας παρήγγειλα «να μη τους θεωρείτε σαν εχθρούς, αλλά να τους συμβουλεύετε»· και έτσι δεν δίνω εντολές που συγκρούονται μεταξύ τους, αλλά δίνω εντολές, που συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους. Διότι, εάν εσύ είσαι πρόθυμος να προσφέρεις ελεημοσύνη, τότε γρήγορα και εκείνος ο φτωχός θα απαλλαγεί από την οκνηρία και συ από την απανθρωπιά σου.

Ναι, αλλά, θα ισχυρισθεί κάποιος, λέει πολλά ψέματα και υποκρίνεται. Μα, ακριβώς, γι’ αυτό είναι άξιος ελεημοσύνης, επειδή έφθασε σε τόση μεγάλη ανάγκη ώστε να κάνει τέτοιες αδιάντροπες πράξεις.

Εμείς, όμως, όχι μόνο δεν ελεούμε, αλλά προσθέτουμε και τα απάνθρωπα εκείνα λόγια λέγοντας· “δε σου έδωσα μία φορά, δύο φορές;”

Τι λοιπόν; Επειδή έφαγε μία φορά, δεν έχει πάλι ανάγκη από τροφή; Γιατί δεν εφαρμόζεις στη δική σου κοιλιά τους ίδιους νόμους και δεν της λες· “χόρτασες χθες και προχθές, μη ζητάς σήμερα”. Αλλά την κοιλιά σου τη γεμίζεις πάνω από το κανονικό, ενώ αυτόν, αν και ζητά τη βασική τροφή, τον αποστρέφεσαι, ενώ έπρεπε ακριβώς γι’ αυτό να τον ελεείς, επειδή είναι υποχρεωμένος να έρχεται και να σου ζητά καθημερινά τροφή. Και, αν τίποτε άλλο δε λυγίζει τη σκληρότητά σου, γι’ αυτό και μόνον έπρεπε να τον ελεήσεις. Διότι όλα αυτά αναγκάζεται να τα κάνει πιεζόμενος από την πείνα…

Εσύ, όμως, όχι μόνο δεν τον ελεείς, αλλά και τον κοροϊδεύεις. Και μολονότι ο Θεός σε προτρέπει να κάνεις κρυφά την ελεημοσύνη, εσύ φθάνεις στο σημείο να διακηρύσσεις αυτόν, που ήλθε να σου ζητήσει ελεημοσύνη και να τον λοιδορείς για εκείνα για τα οποία έπρεπε να τον ελεείς. Διότι, αν δε θέλεις να δώσεις, για ποιο λόγο κατηγορείς και συντρίβεις αυτήν την ταλαίπωρη και άθλια ψυχή;
 
Ήλθε με την ελπίδα να βρει τα χέρια σου σαν λιμάνι· γιατί, λοιπόν, σηκώνεις κύματα και του κάνεις βαρύτερο το χειμώνα; Γιατί τον κατηγορείς για δουλοπρέπεια; Μήπως θα ερχόταν σε σένα, αν ήξερε ότι θ’ ακούσει τέτοια λόγια; Εάν, όμως, ήλθε, μολονότι γνώριζε ότι θ’ ακούσει τέτοια λόγια, τότε, ακριβώς, για το λόγο αυτό αξίζει να τον ελεήσεις και να φρίξεις παράλληλα για την δική σου σκληρότητα, διότι ούτε και έτσι γίνεσαι περισσότερο ήρεμος, αν και βλέπεις, δηλαδή, μπροστά σου τόσο καταπιεστική ανάγκη, και δε νομίζεις ότι είναι αρκετός ο φόβος της πείνας για να δικαιολογήσει την αναισχυντία του, αλλά τον κατηγορείς για αναισχυντία. Μολονότι, συ ο ίδιος, πολλές φορές, έχεις κάνει μεγαλύτερες αναισχυντίες και μάλιστα για φοβερά πράγματα.

Βέβαια, στην περίπτωση αυτή, η αναισχυντία είναι άξια συγχωρήσεως, ενώ εμείς, αν και πολλές φορές κάνουμε πράγματα άξια για τιμωρία, φερόμαστε με αναίδεια. Και ενώ πρέπει να φερόμαστε με ταπείνωση, όταν σκεπτόμαστε αυτά, εμείς αντίθετα, επιτιθέμεθα εναντίον αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων και μολονότι μας ζητούν φάρμακα, εμείς τους αυξάνουμε τις πληγές.

Εάν, βέβαια, δεν θέλεις να δώσεις, γιατί τον προσβάλλεις; Αν δεν θέλεις να ελεήσεις, για ποιο λόγο τον βρίζεις; Μα, δεν μπορεί να φύγει με άλλο τρόπο. Τότε, λοιπόν, να ενεργήσεις σύμφωνα με την εντολή του σοφού εκείνου που λέει: «Απάντησέ του με τρόπο ειρηνικό και με πραότητα» (Σοφ. Σειρ. 4,8). Διότι δεν κάνει όλες αυτές τις αναισχυντίες με τη θέλησή του. Διότι δεν μπορεί, δεν είναι δυνατό να υπάρχει άνθρωπος, που να θέλει να ντροπιάζεται χωρίς λόγο. Και αν ακόμη μερικοί προβάλλουν αμέτρητα επιχειρήματα για το αντίθετο, εγώ ποτέ δε θα μπορούσα να δεχθώ, ότι μπορεί ένας άνθρωπος, που ζει μέσα στην αφθονία, να προτιμήσει να γίνει ζητιάνος. Κανένας, λοιπόν, ας μη σας εξαπατά. Αλλά και αν ακόμη ο Παύλος λέει· « Όποιος δεν θέλει να εργάζεται, δεν πρέπει και να τρώγει», αυτό το λέγει σ’ εκείνους· ενώ σε μας δεν λέει το ίδιο, αλλά το αντίθετο· «Εσείς, όμως, να μη χάνετε το θάρρος σας κάνοντας το καλό»…

(Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, ομιλία στο Κατά Ματθαίον, ΛΕ΄-αποσπάσματα. ΕΠΕ 10)

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΣΥ ΑΚΟΥΣΕΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΦΤΩΧΟ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΑΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΥ ΕΔΩΣΕΣ ΣΗΜΑΣΙΑ



Αν παρουσιαζόμαστε για οποιοδήποτε ζήτημά μας σ' έναν επίγειο άρχοντα, είμαστε τόσο προσεκτικοί και αυτοσυγκεντρωμένοι, ώστε δεν βλέπουμε ούτ' εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας.
Μέσα στο νου μας δεν υπάρχουν παρά ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο βρισκόμαστε, και το θέμα, για το οποίο θέλουμε να του μιλήσουμε. Το ίδιο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να κάνουμε, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον ύψιστο Θεό, εμμένοντας σταθερά στην προσευχή μας και μην περιφέροντας το νου εδώ κι εκεί;
Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ' Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι;
Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ' έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε; Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι' άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ' όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.
Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.
 

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ Η ΦΤΩΧΕΙΑ



O πλούσιος είχε φτάσει στην κορύφωση του πλούτου και των απολαύσεων, ενώ συνάμα ήταν σκληρός και απάνθρωπος, πιο άγριος κι από τα σκυλιά. Τα σκυλιά σπλαχνίζονταν το Λάζαρο κι έγλειφαν τις πληγές, που σκέπαζαν το σώμα του, ενώ ο πλούσιος ούτε τα ψίχουλα του τραπεζιού του δεν έδινε στον φτωχό. Ο πλούσιος είχε περισσότερα απ’ όσα του χρειάζονταν. Ο Λάζαρος δεν είχε ούτε τα απόλυτα αναγκαία, ούτε την απαραίτητη καθημερινή του τροφή. Και μολονότι πάλευε συνέχεια με την πείνα και την αρρώστια, δεν αγανάκτησε, δεν βλαστήμησε το Θεό, δεν παραπονέθηκε ενάντια στη θεία πρόνοια.

Δεν είναι, λοιπόν, αδικαιολόγητο, ενώ είσαι απαλλαγμένος από τέτοιες συμφορές, να βλαστημάς το Θεό, όταν άλλοι άνθρωποι, που δοκιμάζονται σκληρά από διάφορα βάσανα, δοξάζουν τον Κύριο ακατάπαυστα; Στο κάτω-κάτω, όποιος υποφέρει, κι αν ξεστομίσει καμιά βαρειά κουβέντα πάνω στον πόνο του, είναι άξιος κάποιας συγγνώμης. Όποιος, όμως, χωρίς να υποφέρει, βλαστημάει το Θεό και χάνει την ψυχή του, ποιας συγγνώμης είναι άξιος;

Για ποιο λόγο, άνθρωπέ μου, ο πλούτος σου φαίνεται σπουδαίο πράγμα; Αναμφίβολα γιατί σου αρέσουν οι σπάταλες απολαύσεις, γιατί ευχαριστιέσαι όταν σε θαυμάζουν ή σε ζηλεύουν οι άλλοι, γιατί μπορείς με τα χρήματά σου να κάνεις κακό στους εχθρούς σου και, τέλος, γιατί όλοι σε φοβούνται για τη δύναμη που σου δίνει ο πλούτος. Ναι, γι' αυτές τις τέσσερις αιτίες κυνηγάς τα λεφτά, για την ηδονή, την κολακεία, την εκδίκηση και το φόβο. Άλλη αιτία δεν υπάρχει. Γιατί, συνήθως, ο πλούτος ούτε πιο σοφό κάνει τον άνθρωπο ούτε πιο συνετό ούτε πιο καλό ούτε πιο φιλάνθρωπο. Καμιάν αρετή δεν μπορεί να φυτέψει μέσα στην ψυχή μας ο πλούτος. Απεναντίας μάλιστα, αν βρει μερικές αρετές, τις ξεριζώνει, για να φυτέψει μέσα μας τις αντίστοιχες κακίες.

Σου φαίνεται, λοιπόν, ποθητός ο πλούτος και αξιοζήλευτος, επειδή καλλιεργεί τα χειρότερα ελαττώματα στην ψυχή μας, επειδή μεταβάλλει το θυμό σε πράξη, επειδή φουσκώνει τις σαπουνόφουσκες της δοξομανίας, επειδή ξεσηκώνει μέσα μας την αλαζονεία; Ακριβώς γι' αυτά πρέπει να τον αποφεύγεις, μη γυρίζοντας καν το κεφάλι για να τον κοιτάξεις. Αλλιώς, θα εγκαταστήσει στην καρδιά σου μερικά άγρια και φοβερά θηρία, που θα γίνουν αιτία να χάσεις κάθε τιμή. Παρουσιάζοντας, μάλιστα, την ατιμία σαν τιμή, κατορθώνει να σε εξαπατήσει, όπως οι άσχημες πόρνες, που με τα καλλυντικά και τα βαψίματα ομορφαίνουν τα πρόσωπά τους και ξεγελούν τους άντρες.

Εσύ, λοιπόν, ο πλούσιος, μην ξεγελιέσαι από τις κολακείες και τα χαμόγελα και τις περιποιήσεις των άλλων. Όλα αυτά σου τα κάνουν είτε από φόβο είτε από ιδιοτέλεια. Αν μπορούσες να εξετάσεις τα βάθη των καρδιών εκείνων που σε κολακεύουν, θα έβλεπες ότι από μέσα τους σε κατηγορούν, σε βρίζουν, σε μισούν περισσότερο κι από τους χειρότερους εχθρούς σου. Και αν κάποτε η κατάσταση μεταβληθεί, αν χάσεις τον πλούτο σου, τότε τα προσωπεία θα πέσουν. Τότε θα γίνει ό,τι και με τις πόρνες, όταν ξεβάφονται. Τότε θα δεις καθαρά τα αληθινά πρόσωπα εκείνων που πρωτύτερα σε καλόπιαναν. Τότε θα καταλάβεις ότι ένιωθαν για σένα όχι εκτίμηση αλλά περιφρόνηση, όχι θαυμασμό αλλά φθόνο, όχι αγάπη αλλά μίσος.

Όπως ο άνθρωπος είναι μηδαμινός, λιγόχρονος και θνητός, έτσι είναι και ο πλούτος. Ή μάλλον ο πλούτος είναι περισσότερο μηδαμινός. Γιατί πολύ συχνά δεν πεθαίνει μαζί με τον άνθρωπο, αλλά χάνεται πριν απ’ αυτόν. Ο καθένας σας γνωρίζει τόσα και τόσα παραδείγματα πλουσίων που κατάντησαν φτωχοί. Αυτοί εξακολουθούν να ζουν, μα η περιουσία τους χάθηκε. Και μακάρι να χανόταν μόνο η περιουσία, γιατί συνήθως παρασύρει στην απώλεια και τον κάτοχό της. Δεν θα είχε, λοιπόν, άδικο κανείς, αν αποκαλούσε τον πλούτο υπηρέτη αχάριστο, υπηρέτη δολοφόνο, που θανατώνει τον κύριό του.

Αυτά τα λέω και δεν θα πάψω να τα λέω, κι ας με κατηγορούν πολλοί. "Όλο με τους πλουσίους τα βάζεις", διαμαρτύρονται. Πράγματι, όχι όμως με όλους, αλλά μόνο μ' εκείνους που κάνουν κακή χρήση του πλούτου τους. Δεν χτυπάω τον πλούσιο, αλλά τον άρπαγα. Άλλο πλούσιος, άλλο άρπαγας. Να ξεχωρίζουμε τα πράγματα, για να μη δημιουργείται σύγχυση ή παρανόηση. Είσαι πλούσιος; Δεν σε εμποδίζω. Αρπάζεις; Σε αποδοκιμάζω. Έχεις τα κτήματά σου; Να τα χαίρεσαι. Παίρνεις τα ξένα; Δεν μπορώ να σωπάσω. Θέλεις να με πετροβολήσεις; Είμαι έτοιμος και το αίμα μου να χύσω, φτάνει να σε σταματήσω από την αμαρτία. Δεν νοιάζομαι για το μίσος, δεν τρομάζω από την πολεμική. Για ένα πράγμα μόνο νοιάζομαι, για την προκοπή εκείνων που με ακούνε.

Και οι φτωχοί και οι πλούσιοι παιδιά μου είναι. Όποιος θέλει, ας με πετροβολήσει. Όποιος θέλει, ας με μισεί. Όποιος θέλει, ας σχεδιάζει τη θανάτωσή μου. Οι επιβουλές εναντίον της ζωής μου είναι για μένα υποθήκες στεφανιών, οι πληγές είναι για μένα βραβεία. Δεν φοβάμαι την επιβουλή. Ένα πράγμα μόνο φοβάμαι: την αμαρτία. Ας μη βρεθεί κανείς να με ελέγξει για κάποιο αμάρτημα, κι ας με πολεμάει ο κόσμος όλος.

Προδότης, λοιπόν, είναι ο πλούτος, προδότης και δραπέτης και φονιάς. Εκεί που δεν το περιμένεις, σου φεύγει και σε εγκαταλείπει και σε καταστρέφει. Θέλεις να τον κρατήσεις πραγματικά; Μην τον κρύψεις, αλλά μοίρασέ τον στους φτωχούς. Θηρίο είναι ό πλούτος. Αν κρατιέται, φεύγει. Αν σκορπίζεται, μένει. Σκόρπισέ τον, για να μείνει. Μην τον κρύψεις, για να μη σου φύγει.

"Πού είναι ο πλούτος σας;", θα ρωτούσα εκείνους που τον είχαν και τον έχασαν. Και θα τους ρωτούσα, όχι για να τους χλευάσω -ποτέ τέτοιο πράγμα!- ούτε για να ξύσω πληγές, αλλά για να κάνω λιμάνι της σωτηρίας σας το δικό τους ναυάγιο. Για να αντιληφθείτε, ότι αυτός που σήμερα είναι πλούσιος, αύριο καταντάει φτωχός. Γι' αυτό πολλές φορές γέλασα, όταν διάβασα διαθήκες, που έγραφαν: «Ο τάδε να έχει την κυριότητα των αγρών ή του σπιτιού, τη χρήση όμως να την έχει άλλος». Μα όλοι τη χρήση έχουμε, κανείς δεν έχει την κυριότητα. Ακόμα κι αν μείνουμε πλούσιοι σ' ολόκληρη τη ζωή μας, όταν πεθάνουμε, θέλουμε δεν θέλουμε, θα παραχωρήσουμε τον πλούτο μας σε άλλους. Γυμνοί φεύγουμε για την άλλη ζωή, αφού για μερικά χρόνια ήμασταν μόνο χρήστες, όχι και κύριοι του πλούτου.

Ξέρετε ποιοι έχουν στην πραγματικότητα την κυριότητα του πλούτου; Όσοι περιφρονούν τη χρήση του και περιγελούν τις απολαύσεις. Όσοι σκορπάνε τα λεφτά τους και τα μοιράζουν στους φτωχούς, κάνουν καλή χρήση τους και φεύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο αληθινά πλούσιοι, πλούσιοι σε καλά έργα και αγάπη και χάρη Θεού.

Μα γιατί, τέλος πάντων, θεωρείς τον πλούτο αξιοζήλευτο; Γιατί καλοτυχίζεις όσους έχουν πολλά χρήματα; Ποια είναι η διαφορά του πλούσιου από τον φτωχό; Άνθρωποι δεν είναι και οι δύο; Θα σου αποδείξω, μάλιστα, ότι ο ένας έχει την ανάγκη του άλλου, έτσι ώστε ούτε ο πλούσιος μπορεί να ζήσει δίχως τον φτωχό ούτε ο φτωχός δίχως τον πλούσιο. Ο Θεός οικονόμησε σοφά αυτή την αλληλεξάρτηση, για να υπάρχει αμοιβαία αγάπη και συμπαράσταση, κοινωνική συνοχή και ευταξία. Πρέπει, μάλιστα, να τονίσω, ότι οι πλούσιοι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη των φτωχών παρά οι φτωχοί των πλουσίων. Και για να το καταλάβεις, σου λέω ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι χτίζονται δύο πόλεις, και με νόμο ορίζεται ότι στη μία θα κατοικούν μόνο πλούσιοι, ενώ στην άλλη μόνο φτωχοί. Αν στην πόλη των πλουσίων δεν υπάρ­χει ούτε ένας φτωχός και στην πόλη των φτωχών ούτε ένας πλούσιος, ας δούμε ποια θα μπορέσει να ικανοποιήσει καλύτερα τις ανάγκες της.

Στη πόλη, λοιπόν, των πλουσίων δεν θα υπάρχει τεχνίτης, ούτε χτίστης ούτε μαραγκός ούτε τσαγκάρης ούτε φούρναρης ούτε γεωργός ούτε σιδεράς ούτε άλλος κανένας. Γιατί ποιος πλούσιος θα καταδεχόταν να ασκήσει κάποιο απ' αυτά τα επαγγέλματα, τη στιγμή που και όσοι τα ασκούν, όταν πλουτίσουν, τα εγκαταλείπουν; Έτσι, όμως, πώς θα μπορέσει να συντηρηθεί η πόλη; Δεν υπάρχει άλλη λύση, παρά να καταργηθεί ο νόμος, που θέσαμε στην αρχή, και να κληθούν τεχνίτες, για ν' αντιμετωπίσουν τις πρακτικές ανάγκες.

Ας δούμε τώρα και την πόλη των φτωχών. Αν, όπως ορίσαμε, δεν έχει κανένα πλούσιο κάτοικο αλλά και κανένα πλούτο, ούτε χρυσάφι ούτε ασήμι ούτε πολύτιμα πετράδια ούτε πορφυρά και χρυσοΰφαντα ενδύματα, ποια γνώμη έχεις; Κάτω από τέτοιες συνθήκες, θα είναι δύσκολη η ζωή της πόλης; Καθόλου. Γιατί, αν χρειαστεί να χτίσουν σπίτια ή να κατεργαστούν το σίδερο ή να υφάνουν ρούχα, δεν χρειάζονται χρυσάφι και ασήμι και μαργαριτάρια, αλλά τέχνη και χέρια. Και αν πρέπει να σκάψουμε και να καλλιεργήσουμε τη γη, πλούσιοι ή φτωχοί μας χρειάζονται; Οπωσδήποτε φτωχοί. Πού θα χρειαστούμε, λοιπόν, τους πλουσίους, εκτός κι αν αποφασίσουμε να κατεδαφίσουμε την πόλη;

Άχρηστοι είναι οι πλούσιοι, ναι, άχρηστοι, εκτός κι αν είναι ελεήμονες και φιλάνθρωποι. Μα, δυστυχώς, λίγοι πλούσιοι, πολύ λίγοι ξεχωρίζουν για τη φιλανθρωπία τους. Οι περισσότεροι είναι βουτηγμένοι στη φιλαυτία, την ασπλαχνία, την αμαρτία. Γι' αυτό μην τους ζηλεύεις. Εσύ να σκέφτεσαι τον Πέτρο και τον Παύλο, να σκέφτεσαι τον Ιωάννη και τον Ηλία, να σκέφτεσαι τον ίδιο το Χριστό, ο οποίος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι Του. Μιμήσου τη φτώχεια Εκείνου και των αγίων Του, που ήταν στερημένοι από τα υλικά αγαθά, είχαν όμως αμύθητα πνευματικά πλούτη. Να θυμάσαι πάντα και τη διακήρυξη του Κυρίου, που βεβαίωσε πως είναι πολύ δύσκολο να σωθεί πλούσιος: «Όσοι έχουν χρήματα, πολύ δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού. Πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα μέσ' από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού» (Λουκ. 18:24-25). Δίπλα σ' αυτή τη θεϊκή διακήρυξη βάλε, αν θέλεις, όλο το χρυσάφι της γης, και θα δεις ότι δεν αντισταθμίζει τη ζημιά, που θα σου προξενήσει η κατοχή του. Ακόμα, δηλαδή, κι αν είχες δικές σου την ξηρά και τη θάλασσα, τις χώρες και τις πολιτείες της οικουμένης, αν δούλευε για σένα η ανθρωπότητα, αν έδιναν για χάρη σου οι πηγές χρυσάφι αντί για νερό, και τότε θα έλεγα πως δεν αξίζεις ούτε τρεις δεκάρες, αφού θα έχανες τη βασιλεία των ουρανών.

Πες μου, αν ο βασιλιάς σε καλούσε στα ανάκτορα και σ' έβαζε να καθήσεις δίπλα στο θρόνο του και σου μιλούσε τιμητικά μπροστά σε όλους τους αυλικούς και σε κρατούσε στο τραπέζι του, για να γευθείς τα βασιλικά φαγητά, δεν θα θεωρούσες τον εαυτό σου ως τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο; Τώρα, λοιπόν, που πρόκειται ν' ανέβεις στον ουρανό και να σταθείς κοντά στο Βασιλιά του σύμπαντος και να λάμπεις όπως οι άγγελοι και να συμμετέχεις στην απρόσιτη θεία δόξα, διστάζεις να περιφρονήσεις τα χρήματα, ενώ θα έπρεπε να πετάς από χαρά, ακόμα κι αν χρειαζόταν να θυσιάσεις τη ζωή σου για το σκοπό αυτό; Για ν' αναρριχηθείς σε κάποιο πρόσκαιρο δημόσιο αξίωμα, που θα σου δώσει την ευκαιρία να κλέψεις, χρησιμοποιείς κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο. Και τώρα, που μπροστά σου βρίσκεται η αιώνια βασιλεία των ουρανών, που τίποτα δεν πρόκειται να την καταργήσει, αδιαφορείς και κάθεσαι μ' ανοιχτό το στόμα μπροστά στα χρήματα;

Αλίμονο, πόση είναι η αναισθησία μας! Τέτοια αγαθά προσδοκάμε, και στα πράγματα της γης είμαστε κολλημένοι! Δεν αντιλαμβανόμαστε την πανουργία του διαβόλου, που μας δίνει τα μικρά και μας παίρνει τα μεγάλα. Μας προσφέρει λάσπη και μας αρπάζει τον ουρανό. Μας παρασύρει στη σκιά και μας απομακρύνει από το φως. Μας τραβάει στην απάτη και μας στερεί την αλήθεια. Μας ξεγελάει με όνειρα -γιατί όνειρο είναι ο πλούτος του κόσμου τούτου- και μας καταντάει, όταν έρχεται η ώρα του θανάτου μας, φτωχότερους κι από τους πιο φτωχούς. Γιατί τότε δεν παίρνει μαζί του ο άνθρωπος τίποτ' άλλο πέρα από την αρετή του και τα καλά του έργα.

Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο πλούτος είναι μεγάλο αγαθό. Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού. Ένας δίκαιος άνθρωπος, που για την αρετή του έχει πολλή παρρησία ενώπιον του Θεού, ακόμα κι αν είναι ο φτωχότερος απ’ όλους, μπορεί ν' αντιμετωπίσει κάθε συμφορά. Στις περιπτώσεις που τα χρήματα είναι άχρηστα, ένας άγιος κατορθώνει τα ακατόρθωτα, φτάνει μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και να ζητήσει την επέμβαση του Θεού. Σας θυμίζω ένα χαρακτηριστικό σχετικό περιστατικό από τις Πράξεις των Αποστόλων:

Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν μια μέρα μαζί στο ναό. Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα προσευχής. Μπροστά στην πύλη του ναού, που λεγόταν ωραία, έφερναν έναν άνθρωπο εκ γενετής χωλό και τον έβαζαν εκεί κάθε μέρα για να ζητάει ελεημοσύνη. Μόλις, λοιπόν, είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους ζήτησε ελεημοσύνη.

Ο Πέτρος του είπε: «Κοίταξέ μας». Ο χωλός τους κοίταξε με προσοχή, περιμένοντας κάτι να πάρει απ’ αυτούς. Μα ο Πέτρος είπε: «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω. Ό,τι όμως έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα!». Και πιάνοντάς τον από το δεξί χέρι, τον σήκωσε. Εκείνος τότε, μ' ένα πήδημα, στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Ύστερα μπήκε μαζί με τους αποστόλους στο ναό, δοξάζοντας το Θεό (Πράξ. 3:1-8). «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω», είπε ο Πέτρος. Ποια λόγια είναι σεμνότερα απ’ αυτά; Τι μακαριότητα και τι πλούτο κρύβουν μέσα τους! Άλλοι καμαρώνουν για τα αντίθετα, λέγοντας με καυχησιά: "Έχω τόσα και τόσα χρυσά τάλαντα, τόσα στρέμματα γης, τόσα σπίτια, τόσα ζώα". Ο Πέτρος, μην έχοντας απολύτως τίποτα, όχι μόνο δεν πνίγεται από τη φτώχεια του, αλλά και στολίζεται μ' αυτήν. Έτσι, λοιπόν, μπορείς, χωρίς να έχεις τίποτα, να τα έχεις όλα δικά σου και έχοντας τα πάντα, να μην έχεις τίποτα. Γιατί όποιος θεωρεί την περιουσία του κοινή, όχι μόνο δική του, και τη μοιράζεται με τους άλλους, έχει και την ξένη περιουσία δική του, γιατί απ’ όλους θα πάρει ό,τι χρειάζεται. Ενώ εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του κύριο των πραγμάτων του και δεν δίνει σε κανένα τίποτα, όχι μόνο δεν θα πάρει το παραμικρό από τους άλλους, μα ούτε και τα δικά του δεν κατέχει, αφού ανήκουν τελικά όχι τόσο σ' αυτόν, όσο στους κλέφτες και τους δανειστές και τους κληρονόμους.

Ξόδεψε, λοιπόν, τα χρήματά σου, για να έχεις τα πάντα δικά σου. Όπως εκείνος που ελέγχεται από τη συνείδησή του για τη διάπραξη παρανομιών, είναι ταλαίπωρος, έτσι κι εκείνος που έχει καθαρή τη συνείδησή του, ακόμα κι αν φοράει κουρέλια ή παλεύει με την πείνα, είναι πιο εύθυμος απ’ αυτούς που ξεφαντώνουν.
 
Τα χρήματα τα έχεις για ν' ανακουφίζεις από τη φτώχεια, όχι για να διαπραγματεύεσαι με τη φτώχεια. Εσύ, όμως, δανείζοντας χρήματα με τόκο στον φτωχό συνάνθρωπό σου, του ετοιμάζεις μεγαλύτερη συμφορά. Κάνε αυτή τη συναλλαγή, δεν σε εμποδίζω, αλλά για τη βασιλεία των ουρανών. Ως αντάλλαγμα της βοήθειας, που προσφέρεις, μην πάρεις τόκο, αλλά την αιώνια ζωή. Γιατί γίνεσαι μικρολόγος και χάνεις κάτι τόσο μεγάλο για λίγα χρήματα, που χάνονται; Γιατί αφήνεις το Θεό και επιδιώκεις το κέρδος; Γιατί παραβλέπεις τον πλούσιο Κύριο και κυνηγάς τον φτωχό άνθρωπο; Ο Κύριος θα σου ανταποδώσει κάθε ευεργεσία που κάνεις, ενώ ο άνθρωπος στενοχωριέται, όταν επιστρέφει ό,τι του δάνεισες. Αυτός δύσκολα σου δίνει και το ένα εκατοστό από τα δανεικά, ενώ Εκείνος εκατονταπλάσια σου ανταποδίδει και την αθανασία σου χαρίζει. Αυτός σου δίνει τα δανεικά με βαρυγγώμια και βρισιές, ενώ Εκείνος σου ανταποδίδει τις αγαθοεργίες με επαίνους και εγκώμια. Αυτός νιώθει για σένα μίσος, ενώ Εκείνος σου ετοιμάζει με αγάπη στεφάνια δόξας. Αυτός απρόθυμα σου δίνει σ' αυτή τη ζωή ό,τι σου χρωστάει, ενώ Εκείνος πρόθυμα σου δίνει και σ' αυτή τη ζωή και στην άλλη όσα δεν σου χρωστάει.

Τι πιο ανόητο, λοιπόν, από το να μη γνωρίζεις πως θ' αποκτήσεις το μεγαλύτερο κέρδος; Γιατί τα χρήματα πρέπει να τ' αποκτάει κανείς σαν πραγματικός κύριος και όχι σαν δούλος τους. Κανείς δεν είναι πιο άμυαλος από το δούλο των χρημάτων. Νομίζει ότι τα εξουσιάζει, ενώ εκείνα τον εξουσιάζουν. Ενώ στην πραγματικότητα έχει σκλαβώσει τον εαυτό του, ικανοποιείται σαν να είναι αφέντης. Ενώ βλέπει έναν λυσσασμένο σκύλο να ορμάει εναντίον της ψυχής του, αντί να τον δέσει και να τον λιώσει από την πείνα, του δίνει όλο και περισσότερη τροφή, για να γίνει πιο φοβερός και να του επιτεθεί με μεγαλύτερη ορμή.

Μη νομίζεις ότι, με το ν' αποκτήσεις πολλά, αποκτάς και αληθινή ηδονή. Ηδονή και ευχαρίστηση και ηρεμία έχεις με το να μη θέλεις να πλουτίζεις. Αν κυνηγάς τον πλούτο, ποτέ δεν θα πάψεις να βασανίζεσαι. Γιατί η επιθυμία του πλούτου είναι έρωτας ανικανοποίητος. Όσο μακρύτερο δρόμο διανύσεις, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από τον τελικό σκοπό σου. Όσο περισσότερα χρήματα επιθυμείς, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αγωνία σου.

Ο φτωχός δεν λαχταράει τόσο τα αναγκαία, όσο ο πλούσιος τα περιττά. Ο φτωχός δεν έχει τόση ικανότητα στην τίμια δουλειά, όση ο πλούσιος στην απάτη και το παράνομο κέρδος. Αφού, λοιπόν, και θέλει και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, είναι φανερό ότι θα ζητάει όλο και περισσότερα.

Ο Θεός σ' έκανε πλούσιο για να βοηθάς όσους έχουν ανάγκη, για να βρεις τη συγχώρηση των αμαρτημάτων σου με τη φιλανθρωπία. Δεν σου έδωσε χρήματα για να τα φυλάς και να καταστραφείς, αλλά για να τα μοιράζεις και να σωθείς. Γι' αυτό το λόγο έκανε και τον πλούτο αβέβαιο, πρόσκαιρο, ασταθή, για να ελαττώσει τη μανία σου για χρήματα.
Αν, λοιπόν, τώρα, που η διατήρηση του πλούτου είναι αβέβαιη, αλλά και γεμάτη κινδύνους, επιβουλές και φόβους, τόσο λυσσασμένα τον λαχταράς, πόσα και πόσα εγκλήματα δεν θα έκανες αδίσταχτα, αν είχες τη βεβαιότητα ότι θα τον διατηρούσες!

Πες μου, ποιος ήταν φτωχότερος από τον προφήτη Ηλία; Και όμως, μέσα σε τέτοια φτώχεια, ήταν ανώτερος και μακαριότερος απ’ όλους τους πλουσίους. Γιατί η πλούσια καρδιά του θεωρούσε πως όλου του κόσμου τα χρήματα δεν αξίζουν τίποτα, αν συγκριθούν με τη ζωή κοντά στο Θεό. Αν θεωρούσε σπουδαία τα πράγματα του κόσμου τούτου, δεν θα είχε μόνο μια μηλωτή. Τόσο περιφρονούσε, όμως, καθετί υλικό, σαν μάταιο, ώστε και το χρυσάφι το έβλεπε σαν λάσπη. Και να, ο πλούσιος βασιλιάς Αχαάβ άκουγε με ανοιχτό το στόμα τα θεία λόγια του φτωχού προφήτη. Τόσο ανώτερη, τόσο λαμπρότερη, τόσο πολυτιμότερη από τη βασιλική πορφύρα ήταν η μηλωτή και από τα ανάκτορα η σπηλιά, όπου έμενε ο δίκαιος Ηλίας. Γι' αυτόν το λόγο, όταν ανέβαινε με το πύρινο άρμα στον ουρανό, τίποτ' άλλο δεν άφησε στο μαθητή του Ελισαίο παρά μόνο αυτή τη μηλωτή. "Μ' αυτήν", του είπε, "πάλεψα ενάντια στο διάβολο. Πάρε την κι εσύ, λοιπόν, και κάνε το ίδιο. Γιατί η ακτημοσύνη είναι όπλο ισχυρό, ακαταγώνιστο". Και ο Ελισαίος δέχτηκε τη μηλωτή σαν την πιο μεγάλη κληρονομιά. Πράγματι, άξιζε περισσότερο απ’ όλο το χρυσάφι της γης. Μ' εκείνη τη μηλωτή έγινε διπλός Ηλίας, προφήτης και θαυματουργός.

Γνωρίζω πως καλοτυχίζετε τον δίκαιο Ελισαίο. Ο καθένας σας θα ήθελε να είναι στη θέση του. Τι θα κάνετε, όμως, όταν σας αποδείξω πως όλοι πήραμε κάτι άλλο, ασύγκριτα πολυτιμότερο απ’ αυτό που πήρε εκείνος; Ο Ηλίας, δηλαδή, ανεβαίνοντας στον ουρανό, άφησε στο μαθητή του τη μηλωτή του. Και ο Υιός του Θεού, ανεβαίνοντας στον ουρανό, άφησε σ' εμάς τη Σάρκα Του.

Όταν, λοιπόν, χάνουμε περιουσίες και χρήματα, να μην ταραζόμαστε, αλλά να λέμε: "Ας είναι δοξασμένος ο Θεός, και θα βρούμε πλούτο πολύ μεγαλύτερο". Όσο θα ωφεληθούμε μ' αυτόν μόνο το λόγο, δεν θα ωφεληθούμε ούτε αν ξοδεύουμε ό,τι έχουμε σε αγαθοεργίες, ούτε αν γυρίζουμε παντού αναζητώντας φτωχούς, για να τους βοηθήσουμε, ούτε αν σκορπάμε τα λεφτά μας για να προσφέρουμε φαγητό στους πεινασμένους. Γι' αυτόν το λόγο δεν θαυμάζω τόσο τον Ιώβ, επειδή είχε το σπίτι του ανοιχτό σ' εκείνους που χρειάζονταν βοήθεια, όσο γιατί με ευχαριστία και δοξολογία του Θεού σήκωσε την απώλεια των αγαθών του. Όποιος μπορέσει, όταν δοκιμάσει συμφορά, να πει ειλικρινά και αγόγγυστα ό,τι είπε ο Ιώβ, «Ο Κύριος μου έδωσε όσα είχα, ο Κύριος μου τα πήρε» (Ιώβ 1:21), μόνο για το λόγο τούτο θα ανακηρυχθεί δίκαιος μαζί με τον Ιώβ και θα σταθεί ένδοξος κοντά στον Αβραάμ. Όταν ο διάβολος αρπάζει τον πλούτο σου μ' οποιονδήποτε τρόπο κι εσύ δοξολογείς τον Κύριο, πληγώνεις διπλά τον εχθρό, αφενός γιατί δεν λυπήθηκες για όσα έχασες, και αφετέρου γιατί δέχεσαι ακόμα και τη δυστυχία ευχαριστώντας το Θεό. Ο διάβολος, αν δει ότι στενοχωριέσαι για την απώλεια των χρημάτων και τα βάζεις με το Θεό, ποτέ δεν θα πάψει να σου προξενεί παρόμοιους πειρασμούς. Αν, όμως, σε δει να αντιμετωπίζεις και τη μεγαλύτερη ακόμα καταστροφή με ιώβεια υπομονή και μακροθυμία, θα σταματήσει να σε πολεμάει, για να μη σου εξασφαλίσει, χωρίς να το θέλει, λαμπρότερα στεφάνια. Και ο μεν Ιώβ, χάρη στη θεάρεστη στάση του, πήρε πίσω διπλά εκείνα που είχε χάσει. Εσύ, όμως, όχι μόνο διπλά και τριπλά, μα εκατονταπλάσια θα τα πάρεις όλα, αν υπομείνεις με πνευματική γενναιότητα τις συμφορές, και, το σπουδαιότερο, θα κληρονομήσεις την αιώνια ζωή, την οποία εύχομαι ν' απολαύσουμε όλοι μας, με τη χάρη του Κυρίου.

 
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου.
Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει
από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 182-195
 

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ (του Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγούμενου Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου)




Η κρίση στον γάμο σήμερα



Ο θεσμός της οικογενείας σήμερα βρίσκεται σε κρίση παγκοσμίως. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, του οποίου φέτος εορτάζομε τα 1600 χρόνια από την κοίμησή του, θεωρείται ο δημιουργός της θεολογίας του καθημερινού βίου. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται θέσεις και συμβουλές του αγίου Χρυσοστόμου για το σημαντικότερο μέρος του καθημερινού βίου, την οικογένεια.



Ο Θεός προγνωρίζοντας το τι θα επακολουθούσε μετά την δημιουργία των ανθρώπων τους έπλασε βιολογικά έτοιμους για «γάμου κοινωνίαν». Η δημιουργία αναφέρεται αρχικά μόνο στον Αδάμ. «Του Αδάμ καθεύδοντος, η γυνή κατασκευάζετο»1. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι ο Μωυσής δεν χρησιμοποιεί το ρήμα «έπλασεν» όταν μιλά για την Εύα αλλά το «ωκοδόμησεν» θέλοντας να δείξει ότι αυτή έγινε από την ίδια ουσία του Αδάμ, όχι από άλλη, διαφορετική. Η γυναίκα λοιπόν δεν υπολείπεται σε κάτι από τον Αδάμ. Είναι ανθρώπινη ύπαρξη τέλεια αλλά και ισότιμη προς αυτόν. Ο Θεός προγνωρίζοντας την πτώση των πρωτοπλάστων επινοεί τον γάμο και την ανάγκη της αμοιβαίας παρηγοριάς τους.

Πριν από την παρακοή και την έξοδο από την παραδείσια ζωή δεν υπήρχε ο γάμος. Οι πρωτόπλαστοι ζούσαν παρθενική ζωή, μιμούμενοι την ζωή των Αγγέλων. Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος: «Τα της συνουσίας έγιναν μετά την παράβαση• μέχρι τότε ζούσαν ως άγγελοι μέσα στον παράδεισο, χωρίς να φλέγωνται από την σαρκική επιθυμία, ούτε να πολιορκούνται από άλλα πάθη, ούτε να πιέζονται από τις φυσικές ανάγκες, αλλά αφού δημιουργήθηκαν εντελώς άφθαρτοι και αθάνατοι, δεν είχαν ανάγκη ούτε να φορούν ρούχα. Πριν μπει η αμαρτία και η παρακοή ήσαν ντυμένοι με την θεϊκή δόξα, γι’ αυτό και δεν ντρέπονταν αν και ήσαν γυμνοί»2. Οι πρωτόπλαστοι δεν κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανώτερη αυτή ζωή για τον εαυτό τους. Φάνηκαν ανάξιοι των τόσων μεγάλων αγαθών που τους έδωσε ο Θεός3.

Αυτά που προ της πτώσεως ήσαν περιττά, ενδύματα, τέχνες, εργασία, γίνονται αναγκαία λόγω της καταστάσεως της αδυναμίας και ασθενείας των ανθρώπων4. Σε αυτή την ασθένεια του ανθρώπου έχει την αιτία ο γάμος, δημιουργός του όμως είναι ο Θεός5.

Ποιά είναι η ασθένεια των μεταπτωτικών ανθρώπων; Ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι η ασθένεια είναι έλλειψη αυτάρκειας. Ούτε ο άνδρας ούτε η γυναίκα είναι «αυτάρκεις». Είναι και των δύο η φύση «ενδεής» (ανεπαρκής). Άρα δεν είναι πλήρεις. Ο ένας πρέπει να συμπληρώνει τον άλλον. Λέει: «Επειδή η φύση μας από τον Δημιουργό έγινε ανεπαρκής (ενδεής) και δεν είναι αυτάρκης από μόνη της, κανόνισε ο Θεός προς το συμφέρον μας να συμπληρώνεται η ανεπάρκεια αυτή με την ωφέλεια που προκύπτει από την συνάθροιση μας. Γι’ αυτό και δημιουργήθηκε και ο γάμος, ώστε εκείνο που λείπει από τον ένα να συμπληρώνεται από τον άλλο και η ενδεής φύση μας να γίνεται με αυτόν τον τρόπο αυτάρκης και να έχει την δυνατότητα, ενώ έγινε θνητή, να διατηρεί με την διαδοχή για πολύ χρονικό διάστημα την αθανασία»6. Δηλαδή μέσα στον γάμο ο σύζυγος και η σύζυγος ενώνονται και ολοκληρώνονται ως προσωπικότητες.

Για να μην εξαφανισθεί το ανθρώπινο γένος μετά την είσοδο του θανάτου ο «ευμήχανος» Θεός «συνεχώρησεν δια της συνουσίας αυξηθήναι το γένος». Η γέννηση των παιδιών, η τεκνογονία, είναι πολύ μεγάλη παρηγοριά λόγω της θνητότητος των ανθρώπων. Ο γάμος γίνεται αρχικά μέσον προς τεκνογονία. Για να κτυπήσει το φοβερό πρόσωπο του θανάτου ο Θεός χάρισε «την των παίδων διαδοχήν»7. Οι πρώτοι άνθρωποι με την απόκτηση τέκνων έβλεπαν την συνέχιση της ζωής τους και παρηγορούνταν για τον θάνατό τους. Η τεκνοποιΐα θεωρείται αρχική αιτία του γάμου. Μετά την ανάσταση του Χριστού με την οποία καταργήθηκε ο θάνατος, ο Χρυσόστομος λέει ότι δεν χρειαζόταν η παρηγοριά της τεκνογονίας. Παρηγοριά τώρα είναι η προσδοκία της προσωπικής αναστάσεως και κληρονομιάς της ουρανίου Βασιλείας του Θεού, που προϋποθέτουν σωφροσύνη και αρετή.

Ο Χρυσόστομος, όπως και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, δέχεται ότι η συνουσία έχει την θέση της μόνο μέσα στον γάμο και όχι έξω από αυτόν. Όσοι υποτιμούν (βδελύσσονται) τον γάμο, κατά τον άγιο Ιωάννη, κάνουν έργο «σατανικόν» και «απάνθρωπον», και περιφρονούν το δώρο του Θεού, την ρίζα της δικής μας γενέσεως8. Σχολιάζοντας την Γένεσιν, το πρώτο βιβλίο της Π.Δ., αναφέρει ότι η «συνουσία» των συζύγων δεν είναι αρκετή για την γέννηση τέκνων. Είναι απαραίτητη η βοήθεια του Θεού, «η άνωθεν συμμαχία, που κινεί την φύση «προς γονήν». «Την γέννηση των παιδιών δεν την κάνει οπωσδήποτε ο γάμος, αλλά εκείνος ο λόγος του Θεού που λέγει ‘αυξάνεσθε και πληθύνεστε και γεμίστε την γη’. Και το βεβαιώνουν αυτό όσοι σύναψαν βέβαια γάμο αλλά δεν έγιναν πατέρες»9.

Ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν έχασε το θεϊκό δώρο της ελευθερίας να επιλέγει το καλό η το κακό. Η επιθυμία πρέπει να κινείται κατά τον Χρυσόστομο μέσα σε όρια, να έχει μέτρο. Αν βγει από τα όρια τότε παρασύρει στην αμαρτία, ενώ η ίδια δεν είναι αμαρτία. Στην «αμετρία», την υπέρβαση των ορίων, στο αχαλίνωτο της επιθυμίας βρίσκεται και ο λόγος του γάμου. Με τον γάμο ο άνθρωπος μένει μέσα στα όρια και η επιθυμία δεν γίνεται αμαρτία. «Επειδή γαρ εισήλθεν η επιθυμία, εισήλθε και γάμος, την αμετρίαν εκκόπτων και πείθων μια χρήσθαι γυναικί»10.

Έξω από τον γάμο η επιθυμία πραγματοποιούμενη εκδηλώνεται ως πορνεία, μοιχεία η ομοφυλοφιλία.

Εάν μεταξύ των συζύγων δεν υπάρχει σωφροσύνη ο γάμος δεν είναι τίμιος. «Πως τίμιος ο γάμος»; Η απάντηση: «Ότι εν σωφροσύνη, διατηρεί τον πιστόν»11. Επειδή όμως η «πύρωση της σαρκός», τα σαρκικά πάθη, είναι τόσο δυνατά που γίνονται εμπόδιο στην σωφροσύνη προβάλλει τον γάμο ως φάρμακο κατά της πορνείας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του που εισάγουν την ασκητική διάσταση μέσα στον γάμο. Ο γάμος δεν έχει γίνει για να ασελγούμε, ούτε να πορνεύουμε, αλλά για να σωφρονούμε12. Και συνεχίζει: «Δύο λοιπόν είναι αυτά για τα οποία έχει θεσπισθεί ο γάμος, και για να σωφρονούμε και για να γινόμαστε πατέρες, και από τα δύο αυτά πρώτη είναι η αιτία της σωφροσύνης»13.

Ο τονισμός φυσικά της σωφροσύνης δεν αποκλείει την τεκνογονία. Η «μίξις» δόθηκε «προς παιδοποιΐαν». Τα τέκνα αποτελούν συνδετικό κρίκο, «γέφυρα» που ενώνει τους συζύγους. Με την αρετή της σωφροσύνης ο γάμος είναι γαλήνιο λιμάνι. Επικρατεί ειρήνη, ευχάριστο περιβάλλον, ομόνοια και αγάπη των συζύγων. Ο γάμος με τις βιοτικές του μέριμνες δεν είναι εμπόδιο στην άσκηση των αρετών. Φέρνει ως παράδειγμα το ζεύγος των αγίων αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας, που αν και «εργαστηρίων προειστήκεσαν και τέχνην μετεχειρίζοντο», ήταν δηλ. υπεύθυνοι στο εργαστήριο κατασκευής σκηνών τίποτε δεν τους εμπόδισε να επιδείξουν ακρίβεια στην τήρηση των εντολών του Θεού, όπως οι μοναχοί. Εάν ο γάμος εμπόδιζε την αρετή τότε φταίει ο Θεός που τον εισήγαγε. Τονίζει ο άγιος: «Μη θεωρείτε τον γάμο εμπόδιο για να ευαρεστήσετε τον Θεό… διότι εάν ο γάμος, αγαπητέ, και η ανατροφή των τέκνων θα γινόταν εμπόδιο στο δρόμο της αρετής, δεν θα τον εισήγε στην δική μας ζωή ο Δημιουργός… δεν εμποδίζει σε τίποτε στην χριστιανική μας ζωή εάν θέλουμε να αγωνιστούμε»14. «Γιατί αν είμαστε άγρυπνοι, εάν νήφωμεν, ούτε ο γάμος, ούτε η ανατροφή, ούτε κάτι άλλο θα μπορέσει να μας εμποδίσει να γίνουμε ευάρεστοι στον Θεό»15.

Παραδέχεται όμως ότι οι κόποι και οι αγώνες που πρέπει να κάνουν για την σωτηρία τους οι έγγαμοι είναι μεγαλύτεροι από τους κόπους και τους αγώνες των μοναχών. Οι μεγαλύτεροι όμως κόποι θα αμειφθούν με «λαμπρότερους στεφάνους». Αν οι έγγαμοι δεν απορροφηθούν από το κυνήγι των υλικών αγαθών, κάνουν χρήση των αγαθών και όχι κατάχρηση, τότε ο γάμος δεν γίνεται εμπόδιο. Εμπόδιο είναι η προαίρεση του ανθρώπου, ο οποίος κάνει κατάχρηση του γάμου. «Μετά συμμετρίας τω γάμω χρω και πρώτος εν τη βασιλεία έση και πάντων απολαύσεις των αγαθών»16.





Γάμος, «μυστήριον μέγα»



Ο γάμος χαρακτηρίζεται «μυστήριον μέγα» από τον απόστολο Παύλο. Για πρώτη φορά βρίσκουμε εκτενέστερη ανάλυση από τον Χρυσόστομο του μυστηριακού χαρακτήρα του γάμου. Ο γάμος είναι μυστήριο της Εκκλησίας και προϋποθέτει την παρουσία του Χριστού. Τύπος της Εκκλησίας είναι ο γάμος. Όπως η Εύα προήλθε από την πλευρά του Αδάμ, ενώ κοιμόταν, έτσι και η Εκκλησία προήλθε από τον Χριστό, που ήταν νεκρός πάνω στον σταυρό. Από την λογχισμένη πλευρά του Χριστού βγήκε «αίμα και ύδωρ», από τα οποία έγινε η Εκκλησία. Στο μυστήριο του γάμου είναι παρών ο Χριστός. Πως; Με το «ύδωρ» του βαπτίσματος αναγεννώμεθα και με το «αίμα» του Χριστού δια της Θείας Ευχαριστίας τρεφόμαστε πνευματικά. Επομένως οι σύζυγοι είναι μέλη του σώματος του Χριστού. Από αυτό προκύπτει η εντολή του αποστόλου Παύλου ότι οι άνδρες έχουν υποχρέωση να αγαπούν τις γυναίκες τους «ως τα εαυτών σώματα»17.

«Και όχι μόνο γι’ αυτό πρέπει να αγαπάμε την γυναίκα μας, επειδή δηλαδή είναι μέλος μας και δημιουργήθηκε από μας», λέει ο άγιος Χρυσόστομος, «αλλά και επειδή ο Θεός όρισε νόμο γι’ αυτό ακριβώς το πράγμα, λέγοντας το εξής• “κάθε άνδρας θα εγκαταλείψει τον πατέρα του και την μητέρα του και θα συνδεθεί στενά με την γυναίκα του, και θα γίνουν οι δυό τους μία σάρκα”. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο και ο Παύλος μας διάβασε αυτόν τον νόμο, για να μας παρακινήσει από παντού προς την αγάπη αυτή»18.

Ο γάμος είναι μυστήριο αγάπης. Μόνο στον ενάρετο γάμο βρίσκεται η αληθινή αγάπη, η γαλήνη, η αληθινή ευτυχία, η οποία συμβαδίζει με την σωφροσύνη. Βλέποντας ο άνδρας τα πνευματικά χαρίσματα της γυναίκας του αυξάνεται η αγάπη και ο πόθος του γι’ αυτήν και δεν παρασύρεται από άλλες γυναίκες.

Ο άγιος Χρυσόστομος θέλει να λειτουργεί ο γάμος σαν λιμάνι, να μη γίνεται αφορμή ναυαγίου19. Η αποχή από την σαρκική επαφή να αποφασίζεται και από τα αμφότερα μέρη. Αναφέρει σχετικά ο άγιος: «Διέταξε ο Χριστός με το στόμα του Παύλου να μη στερεί ο ένας τον άλλο, αλλά μερικές γυναίκες με την δήθεν επιθυμία της εγκράτειας απομακρύνθησαν από τους άνδρες τους, χάριν της ευλαβείας, και τους έσπρωξαν στην μοιχεία και σε βάραθρο απωλείας»20. «Δεν θα στερεί ο ένας τον άλλον χωρίς συμφωνία. Τι σημαίνει αυτό; Δεν θα εγκρατεύεται, λέει ο Παύλος, η γυναίκα αν δεν το θέλει ο άνδρας. Ούτε ο άνδρας αν δεν το θέλει η γυναίκα. Για ποιό λόγο; Γιατί γεννιούνται μεγάλα κακά από αυτή την εγκράτεια• επειδή και μοιχείες και πορνείες και διάλυση οικογενειών από αυτό έγιναν. Γιατί αν έχοντας τις δικές τους γυναίκες πορνεύουν, πολύ περισσότερο αν τους την στερήσεις»21. Η αδυναμία του ενός από τους συζύγους προκαλεί συνεχείς πειρασμούς, εκνευρισμούς, διαμάχες, συγκρούσεις. Χάνεται έτσι η ηρεμία, η ομόνοια και η ειρηνική συμβίωση• η άσκηση δε που επιδιώκεται είναι άχρηστη γιατί διώχνει την αγάπη. «Ποιό είναι το κέρδος της νηστείας και της εγκράτειας όταν σπάσει η αγάπη; Κανένα».

Ο γάμος είναι ένα μυστήριο• και ως γεγονός ζωής αλλά και ως τελετή στον ιερό ναό. Μετά την τελετή αυτή τα συμπόσια που συνήθως ακολουθούν, ας γίνονται, αλλά να είναι σεμνά, να προκαλούν χαρά και ευχαρίστηση χωρίς να προσβάλλεται η σωφροσύνη. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Είναι δυνατόν να κάνομε εύθυμο τον γάμο, με πλούσια τραπέζια, με ρούχα• δεν τα περιορίζω αυτά. Επιτρέπεται να ευφραινόμαστε με ρούχα, επιτρέπεται με τις παρουσίες σεβαστών ανδρών, σεβαστών γυναικών. Τα πάντα όμως πρέπει να γεμίζουν από σωφροσύνη, τα πάντα από σεμνότητα, τα πάντα από κοσμιότητα»22.

Ο άγιος Χρυσόστομος αντιμετωπίζοντας τα καθημερινά προβλήματα της οικογενείας της εποχής του θεωρεί ότι αυτά οφείλονται στην έλλειψη ορθών κριτηρίων στην εκλογή της η του συζύγου. Απευθύνεται στους γονείς που τότε έπαιζαν ένα σημαντικό ρόλο στην εκλογή και λέει στον πατέρα: «Όταν περιεργάζεσαι και αναζητάς υποψήφιο γαμπρό, να προσεύχεσαι• πες στον Θεό• όποιον θέλεις εσύ στείλε• ανάθεσε σ’ Αυτόν την υπόθεση, και αφού τον τίμησες μ’ αυτή την τιμή θα σε ανταμείψει. Παρακαλείτε πάντοτε τον Θεό να γίνει μεσίτης σ’ όλα τα έργα σας. Γιατί, αν ρυθμίσουμε έτσι τα ζητήματα μας, ούτε διαζύγιο θα υπάρξει ποτέ, ούτε υποψία για μοιχεία, ούτε αφορμή για ζηλοτυπία, ούτε διαμάχες και φιλονικείες, αλλά θα απολαύσουμε πολλή ειρήνη και ομόνοια• και όταν υπάρχει ομόνοια, θα ακολουθήσουν και άλλες αρετές»23. Αυτή η προσευχή βέβαια μπορεί να γίνεται στις ημέρες μας από κάθε υποψήφιο που επιθυμεί να παντρευτεί.





Προϋποθέσεις για έναν επιτυχημένο γάμο



Επιτυχημένος γάμος είναι αυτός που δεν θέτει σαν βάση επιτυχίας τον πλούτο αλλά την αρετή. Ο άνδρας πρέπει να έχει ευλάβεια ψυχής, καλωσύνη, σύνεση, φόβο Θεού24. Λέει ο Χρυσόστομος: «Μια νέα κόρη που είναι συνετή, ελεύθερη και καλλιεργεί την ευσέβεια, αξίζει όσο όλη η οικουμένη»25. «Πολλοί που είχαν αποκτήσει μεγάλη περιουσία, τα έχασαν όλα, γιατί δεν είχαν μυαλωμένη γυναίκα ικανή να τα διατηρήσει»26.

Πολλοί θέλουν η γυναίκα τους να είναι όμορφη. Είναι όμως αυτό αρκετό για να επιτύχει ένας γάμος; Τονίζει ο άγιος: «Η ομορφιά του σώματος, όταν δεν συνοδεύεται από την αρετή της ψυχής, θα μπορέσει να σκλαβώσει τον άνδρα για είκοσι και τριάντα μέρες, δεν θα διαρκέσει όμως περισσότερο, αλλά αφού δείξει την κακία της, θα διαλύσει την αγάπη. Οι γυναίκες όμως που λάμπουν εξ αιτίας της ομορφιάς της ψυχής, όσο προχωρεί ο καιρός και φανερώνουν την ευγένεια της ψυχής τους, τόσο περισσότερο ελκύουν τους άνδρες τους»27.

Ας δούμε όμως τι λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και για τις υποχρεώσεις των συζύγων. Απευθύνει τον λόγο κυρίως στους άνδρες. Ίσως επειδή ο ανδρικός εγωϊσμός δύσκολα δαμάζεται και πολλές φορές συμπεριφέρονται με σκληρότητα. Ο Χρυσόστομος καταδικάζει την εξάσκηση σωματικής βίας και την κακοποίηση της γυναίκας από τον άνδρα28, φαινόμενο που όσο και αν σας φαίνεται παράξενο, συμβαίνει και σήμερα. Αντιθέτως απαιτεί από τον άνδρα θυσιαστικό φρόνημα, μεγάλη συγχωρητικότητα και όχι απειλές και εκφοβισμό29. Με την επιείκεια και την ημερότητα θα εξασφαλίζεται η βαθιά ειρήνη της οικογενείας και θα απομακρύνεται η δυσαρέσκεια και θα αυξάνεται η αφοσίωση του ενός συζύγου προς τον άλλο30. Τονίζει ο Χρυσόστομος: «Δεν υπάρχει τίποτε, τίποτε πολυτιμότερο από το να αγαπιέται κανείς τόσο πολύ από την γυναίκα του και να την αγαπάει»31.

Ο άγιος Χρυσόστομος αναφέρεται και σε ένα συνεκτικό στοιχείο, θεμέλιο της συζυγίας, την επικοινωνία των συζύγων. Είναι η καθημερινή αλληλεπίδραση των δύο συζύγων. Η επικοινωνία γίνεται με λόγια η χωρίς λόγια. Είναι θετική η αρνητική. Το σπουδαιότερο στοιχείο της επικοινωνίας είναι η συζήτηση. Ετυμολογικά (συν + ζητώ), δηλαδή από κοινού αναζητώ του τι πρέπει να γίνεται στα θέματα που αφορούν την κοινή ζωή και την οικογένεια. Η συζήτηση πρέπει να γίνεται με οικειότητα, αλληλοσεβασμό, σε κλίμα ελευθερίας, ισοτιμίας και αγάπης. Τότε μπορεί να βρεθεί η λύση σε περίπτωση διαφωνίας η σύγκρουσης. «Γιατί τίποτε δεν είναι πικρότερο από την μάχη που γίνεται από τον άνδρα ενάντια στην γυναίκα. Γιατί είναι πικρές, πραγματικά, οι μάχες που γίνονται ανάμεσα σε πρόσωπα που αγαπιούνται, και δείχνουν ότι όταν κανείς διχάζεται με το ίδιο του το μέλος, όπως λέγεται, αυτό πρέπει να προκαλείται από μεγάλη πικρία. Το μέρος, λοιπόν, των ανδρών είναι να αγαπούν και των γυναικών να υποχωρούν. Εάν λοιπόν καθένας συνεισφέρει το δικό του μέρος, όλα θα είναι στερεά. Και η γυναίκα γίνεται φιλική και αγαπιέται»32.

Η αμοιβαία εκδήλωση στοργής είναι αναγκαίο στοιχείο της συζυγικής αγάπης. Η αγάπη φανερώνεται με την τρυφερότητα, την ευγένεια, το ενδιαφέρον. Η αγάπη εκφράζεται με λόγια. Οι λέξεις είναι η τροφή των συναισθημάτων, ζωντανεύουν την αγάπη. Στα απλά καθημερινά πράγματα βρίσκεται συχνά το μυστικό της ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Δυστυχώς τα ξέχασαν αυτά σήμερα οι σύζυγοι. Ξεχνούν να εκφράσουν την εκτίμηση και τον θαυμασμό τους για τα χαρίσματα, τις ικανότητες, τις προσπάθειες, τις επιτυχίες που κάνει ο καθένας στον τομέα του, ακόμη και ένα κομπλιμέντο για την εμφάνιση και το καθημερινό ντύσιμο, το καλομαγειρεμένο φαγητό. Η γυναίκα ακτινοβολεί, αυξάνει το φιλότιμό της όταν νιώθει ότι την αγαπούν. Το ίδιο συμβαίνει και στους άνδρες. Σ’ αυτούς αυξάνεται η καλή αυτοπεποίθηση. Η αγάπη συντηρείται με την επινόηση τρόπων εκδήλωσεώς της. Η ικανοποίηση των ιδιαιτέρων επιθυμιών και η ανοχή των αδυναμιών του άλλου βοηθούν την συνοχή των συζύγων.

Ο άγιος Χρυσόστομος με τον τονισμό της αγάπης λέει στην ουσία ότι οι σύζυγοι πρέπει να μάθουν να συγχωρούν και να ανέχονται. Ο πιο ώριμος από τους δυό πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα. Μέσα στον γάμο δεν έχει σημασία ποιός έκανε ένα λάθος η γιατί το έκανε. Εκείνο που είναι ζητούμενο, είναι ποιός είναι ο πιο γρήγορος τρόπος για να διορθωθεί η κατάσταση. «Να ανεχόμαστε, λέει ο άγιος, ο ένας τον άλλο με αγάπη. Πως είναι δυνατόν να ανέχεσαι αν είσαι οργίλος και κακόγλωσσος; Πες τον τρόπο: Με αγάπη. Αν δεν ανέχεσαι τον πλησίον, πως θα σε ανεχθεί ο Θεός; Αν συ δεν υποφέρεις αυτόν που είναι σύνδουλος σου, πως θα σε ανεχθεί εσένα ο Κύριος»33;

Με την αγάπη προλαμβάνεται η αποξένωση των συζύγων και η νέκρωση της σχέσης, που συνήθως έρχεται με την πάροδο του χρόνου, την κόπωση και την αδιαφορία. Τότε μιλούμε για συμβατικό γάμο. Ο άγιος Ιωάννης γνωρίζει ότι ο τρόπος της επικοινωνίας είναι αναγκαίος για να προλαμβάνονται οι συγκρούσεις. Αυτό εξαρτάται από το τι θα πει και το πως θα μιλήσει κάποιος.

Στο ερώτημα: «Τι λοιπόν πρέπει να της πω;» δίνει την παρακάτω απάντηση. Ακούστε με προσοχή τις συμβουλές του:

«Λόγια αγάπης να της λες… Εγώ από όλα, την δική σου αγάπη προτιμώ και τίποτε δεν μου είναι οδυνηρό, όσο το να βρεθώ σε διάσταση μαζί σου. Κι’ αν όλα χρειαστεί να τα χάσω, κι’ αν στους εσχάτους βρεθώ κινδύνους, ο,τιδήποτε κι’ αν πάθω, όλα μου είναι υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά. Και τα παιδιά τότε μου είναι πολύ αγαπητά, εφ’ όσον εσύ με συμπαθείς. Όλα δικά σου είναι. Αυτό με συμβουλεύει ο Παύλος λέγοντας ότι ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα του. Κι αν δεν έχω εγώ εξουσία στο σώμα μου, αλλά εσύ, πόσο μάλλον δικά σου είναι όλα τα άλλα». Και συνεχίζει: «Ποτέ να μη μιλάς με πεζό τρόπο, αλλά με φιλοφροσύνη, με τιμή, με αγάπη πολλή. Νά την τιμάς, και δεν θα βρεθεί στην ανάγκη να ζητήσει την τιμή από τους άλλους. Να την προτιμάς από όλους για όλα, για την ομορφιά, για την σύνεση της, και να την επαινείς. Να κάνεις φανερό ότι σε αρέσει η συντροφιά της και ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για να είσαι μαζί της, από το νά βγαίνεις στην αγορά. Από όλους τους φίλους να την προτιμάς, και από τα παιδιά που σου χάρισε ακόμα, κι αυτά εξ αιτίας της να τα αγαπάς»34.

Πόσο καλά επικοινωνείτε; Μιλάτε μεταξύ σας; Μοιράζεστε τις σκέψεις σας; Τι πράξεις κάνετε για την καθημερινή επικοινωνία σας; Αφιερώνετε χρόνο, από αυτό που απόμεινε, για να είστε μαζί και να μιλήσετε ήρεμα; Η μήπως αδιαφορείτε για τα ενδιαφέροντα και τα προβλήματα του άλλου και αφήνετε ανεξέλεγκτη τη γλώσσα σας; Αυτό δεν είναι το συμπέρασμα του παραπάνω κειμένου που ακούσαμε;





Η διαπαιδαγώγηση των παιδιών



Ένα κομμάτι της οικογενείας που συγκινούσε ιδιαίτερα τον άγιο Χρυσόστομο ήταν τα παιδιά και οι νέοι. Για την καλή η κακή πνευματική στάθμη της νεολαίας έχουν ευθύνη οι μεγαλύτεροι. Μέσα στο περιβάλλον των μεγαλυτέρων ζουν, αναπτύσσονται και διαμορφώνονται οι νέοι.

Ο Χρυσόστομος έχει ανυπέρβλητες περιγραφές και αναλύσεις της καταστάσεως της νεολαίας της εποχής του. Αναφέρει: «Η νεότητα είναι μια δύσκολη ηλικία, που είναι ασταθής, που εξαπατάται εύκολα, επιρρεπής στην πτώση και που απαιτεί πολύ δυνατά χαλινάρια»35. «Η νεότητα είναι άγριο πράγμα… μοιάζει με άλογο αδάμαστο και θηρίο ατίθασο»36. Είναι φωτιά που μεταδίδεται εύκολα και καίει τα πάντα. Μοιάζει με πέλαγος τρικυμιώδες, λόγω της απερισκεψίας και της φυσικής αστάθειας, που την διακρίνει. Υπάρχουν άνθρωποι, που κάνουν ασχήμιες χειρότερες από εκείνες των άγριων γαϊδουριών, ζώντας σαν μέσα στην έρημο και κλωτσώντας37. Σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκεται η πλειοψηφία των νέων. Γι’ αυτό και φώναζε ο άγιος: Πρώτη φροντίδα μας η οικογένεια, τα παιδιά. «Πάντα ημίν δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων»38.

Κατά τον Χρυσόστομο γονέας δεν είναι αυτός που έφερε παιδιά στον κόσμο, αλλά εκείνος που κουράστηκε να τα αναθρέψει. Όχι το «τεκνοποιείν» αλλά το «τεκνοτροφείν» κάνει τον γονέα. «Γιατί δεν κάνει έναν άνθρωπο πατέρα το γεγονός και μόνο ότι συνετέλεσε να γεννηθεί παιδί, αλλά το να το διαπαιδαγωγήσει σωστά»39. Και τότε ακούονταν παράπονα για την ανησυχητική πορεία των νέων – ανυπακοή, επανάσταση, θράσος, ασέβεια, αναρχία. Βέβαια, πόσο ανησυχητική είναι η κατάσταση σήμερα, που η αμαρτία έχει τεράστια κοινωνική αποδοχή, έχει σχεδόν νομιμοποιηθεί και οι προκλήσεις της είναι πιο έντονες στους ασταθείς νέους! Ο Χρυσόστομος αποδίδει την κατάσταση στην έλλειψη φροντίδας των μεγαλυτέρων και στην ελλιπή αγωγή. «Η αιτία της ανατροπής των πάντων, είναι ότι δεν φροντίζουμε τα δικά μας παιδιά. Φροντίζουμε για τα σώματα τους, περιφρονούμε όμως την αγωγή της ψυχής τους». Ρωτά, ελέγχοντας ο Χρυσόστομος. «Θέλεις παιδί υπάκουο; Από τα πρώτα βήματά του ανάθρεψέ το εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Αν δείχναμε το ίδιο ενδιαφέρον για την πνευματική αγωγή των παιδιών με εκείνο που δείχνουμε για την άλλη κατάρτισή τους θα προλαμβάναμε πολλά κακά.

Το κτίσιμο του χαρακτήρα του παιδιού γίνεται από τους γονείς. Χρειάζονται και οι έλεγχοι, αλλά με διάκριση. Έτσι μπορεί το παιδί να τους αφομοιώσει και να αποκτήσει την απαραίτητη εσωτερική δομή που θα επιτρέψει την ανάπτυξη και ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Λέγει ο άγιος Ιωάννης: «Όταν ένας πατέρας κάποιου πάρα πολύ μαλθακού παιδιού, αν είναι άρρωστο του δίνει γλυκίσματα και δροσιστικά και μόνο ο,τι το ευχαριστεί, τίποτε όμως απ’αυτά που χρειάζονται για την αρρώστια του• και όταν μετά ο γιατρός τον ελέγξει, απολογείται λέγοντας: “Τι μπορώ να κάνω; Δεν μπορώ να βλέπω το παιδί να κλαίει”. Φτωχέ και άθλιε και προδότη! Γιατί μόνο πατέρα δεν μπορώ να τον ονομάσω έναν τέτοιο• πόσο καλύτερα θα ήταν για σένα, στενοχωρώντας το παιδί για λίγο να το κάνεις υγιές για πάντα, παρά να κάνεις αυτή την σύντομη ευχαρίστηση το θεμέλιο μιας διαρκούς λύπης»40. Με την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας του παιδιού το κάνουμε εγωκεντρικό• και με ένα τέτοιο χαρακτήρα θα δυστυχήσει μέσα στον κόσμο. Τονίζει ο άγιος: «Σαν τους γλύπτες να καταβάλλετε κάθε προσπάθεια ώστε να κάνετε τα παιδιά σας θαυμάσια αγάλματα που να μοιάζουν με τον Θεό. Θα γίνουν δε, αν αφαιρείτε απ αὐτά κάθε περιττό, αν προσθέτετε ο,τι πρέπει, και κάθε μέρα τα επιθεωρείτε για να δείτε ποιό φυσικό ελάττωμα έχουν για να το εξαλείψετε»41.

Οι καλοί παιδαγωγοί ενεργούν όπως οι γεωργοί, οι οποίοι κλαδεύουν μερικά φυτά και άλλα τα αφήνουν να μεγαλώσουν. Μερικές φορές τιμωρούν την κακότητα, ενώ ενθαρρύνουν και προάγουν το καλό42. Εκείνος που δέχεται την παρατήρηση και την επίπληξη πρέπει να καταλάβει ότι εκείνος που τον επιπλήττει το κάνει με αγάπη και όχι για να τον λυπήσει. Τότε δέχεται τα λόγια, όχι σαν να προέρχονται από οργή αλλά από φροντίδα ενός πατέρα που ανησυχεί. Συμβουλεύει ο άγιος: «Να το τιμωρείς (το παιδί), άλλοτε κοιτάζοντάς το με αυστηρό βλέμμα, άλλοτε λέγοντας του πικρά και υποτιμητικά λόγια και άλλοτε με καλά λόγια και υποσχέσεις… Να υπάρχουν απειλές αλλά να μην πραγματοποιούνται. Το ότι όμως είναι απειλές να μην το αντιλαμβάνεται το παιδί. Η απειλή τότε έχει αποτέλεσμα όταν το παιδί πιστεύει ότι θα πραγματοποιηθεί. Γιατί αν το παιδί που έκανε σφάλμα καταλάβει ότι το απειλείς χωρίς να το τιμωρείς, θα αδιαφορεί. Ας περιμένει να τιμωρηθεί, χωρίς όμως να τιμωρείται, για να μη χάσει τον φόβο της τιμωρίας»43. «Αυτό είναι ακριβώς το χαρακτηριστικό του παιδαγωγού να μη βιάζεται να τιμωρήσει, αλλά να επιδιώκει την διόρθωση και να είναι επιφυλακτικός να επιβάλει τιμωρία»44.

Ο Χρυσόστομος θεωρεί αντιπαιδαγωγικό να εκπαιδεύσουμε το παιδί να απωθεί και να αρνείται την οργή του. Πρέπει να του διδάξουμε τρόπους να διοχετεύει δημιουργικά τον θυμό του. Λέει στους γονείς: «Ας έλθουμε στην πολύ κυρίαρχη ψυχική λειτουργία, τον θυμό. Αυτόν δεν πρέπει ούτε να τον εκριζώνουμε εντελώς από το παιδί, ούτε να του επιτρέψουμε να τον χρησιμοποιεί οπουδήποτε αδιακρίτως. Πρέπει να παιδαγωγήσουμε τους νέους με τέτοιο τρόπο από μικρή ηλικία, ώστε όταν αδικούνται αυτοί οι ίδιοι, να υπομένουν και να μην οργίζονται, όταν δε βλέπουν άλλον να αδικείται να επεμβαίνουν με θάρρος και να τον υπερασπίζονται με τα κατάλληλα μέσα»45. Πρέπει να εξασκηθεί το παιδί να μην είναι ευέξαπτο και να μπορεί να δεχθεί κάποια απογοήτευση η ματαίωση κάποιας επιθυμίας του, χωρίς να οργίζεται. Όταν το παιδί μάθει να υπομένει μικροζημιές και απογοητεύσεις, θα μπορέσει αργότερα να υπομείνει τις μεγαλύτερες αν επιτρέψει ο Θεός46.

Είναι απαραίτητο να προσφέρουμε στο παιδί αβλαβείς διασκεδάσεις και ψυχαγωγία, να το οδηγούμε σε ενάρετους ανθρώπους, να του δείχνουμε τις ομορφιές της φύσεως και της τέχνης και να του δίνουμε κάποια ελευθερία κινήσεως, αφού του πούμε ότι τα άσεμνα και χυδαία θεάματα δεν έχουν καμμιά αξία. «Όταν του τα λέμε όλα αυτά» λέει ο άγιος Πατέρας μας «πρέπει να του δίνουμε πολλά φιλιά και να το αγγαλιάζουμε σφιχτά, για να του δείξουμε την μεγάλη μας αγάπη»47.

Η πνευματική ανάπτυξη του παιδιού πρέπει να είναι η κύρια φροντίδα των γονέων. Πρέπει να μη μαθαίνουν μόνο γράμματα και τέχνες για να αποκτήσουν χρήματα αλλά να ανατρέφονται «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Ο άγιος Χρυσόστομος τονίζει: «Δεν σου λέω να κρατήσεις το παιδί σου ανύπαντρο και να το στείλεις στην έρημο η να το αναγκάσεις να γίνει μοναχός. Όχι δε σου το λέω αυτό. Βέβαια θα το ήθελα και θα ευχόμουν όλοι να δεχθούν να γίνουν μοναχοί. Αλλ’ επειδή φαίνεται βαρύ, δεν επιμένω. Ανάθρεψε, λοιπόν, έναν αθλητή του Χριστού και μάθε τον και σαν άνθρωπος του κόσμου να είναι ευσεβής από μικρός»48.

Για την αξία του παραδείγματος των μεγαλυτέρων αφιερώνει πολλές σελίδες ο Χρυσόστομος. «Σε όποιο έδαφος τοποθετηθεί το φυτό, τέτοιο καρπό παράγει»49. «Πως θα μπορέσεις να διορθώσεις τον γιο σου, να δώσεις τις πρέπουσες συμβουλές σε άλλον που είναι αμελής, αφού συ ο ίδιος, που βρίσκεσαι σε προχωρημένα γηρατειά, κάνεις τέτοιες ασχήμιες; Αυτά τα λέω και επικρίνω τους ηλικιωμένους, όχι για να απαλλάξω από κάθε κατηγορία και μομφή τους νέους, αλλά μέσω των πρώτων να προφυλάξω τους δεύτερους»50. «Πως λοιπόν ο πατέρας θα μάθει στους άλλους να συγκρατούν αυτό το πάθος τους, την αυθάδεια και την οργή, όταν ο ίδιος δεν έχει μάθει να συγκρατείται»51. «Μάλλον εμείς πρέπει να έχουμε παιδαγωγούς και όχι εκείνα, δηλαδή τα παιδιά, αφού τα λάθη τους δεν μπορούν να είναι μεγάλα, ενώ τα δικά μας είναι πάρα πολύ μεγάλα»52. «Όλη η κακία των παιδιών μας προέρχεται από την δική μας αμέλεια και επειδή δεν τα οδηγούμε απ’ την αρχή και από την μικρή ηλικία στον δρόμο της ευσεβείας»53.

Όταν καταφεύγει κανείς στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, διαπιστώνει την πληρότητα της σκέψεως του και την επικαιρότητά του. Ο λόγος του είναι διαχρονικός. Δεν αφήνει καμμία πτυχή της ανθρώπινης ψυχής ανεξερεύνητη. Γνωρίζει σε βάθος το νόημα της υπάρξεως του ανθρώπου. Μπορεί βέβαια λόγω της χρονικής αποστάσεως που μας χωρίζει, οι απαντήσεις του να γίνονται δεκτές υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το πνεύμα τους όμως είναι πάντα επίκαιρο και σύγχρονο. Επειδή βάζει στο κέντρο των σκέψεων του τον Χριστό, είναι δηλαδή Χριστοκεντρικός, γι’ αυτό και υπερβαίνει τον χρόνο. Προσφέρει στην ουσία, λόγω του Αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα του και τον φωτίζει, τον λόγο του Ευαγγελίου στην εποχή του. Πάντα όταν τον διαβάζουμε έχει κάτι να πει για τα προβλήματα της εποχής του, που φαίνεται ότι είναι και δικά μας σημερινά προβλήματα.

Η εποχή μας μπορεί να τον θεωρήσει απαιτητικό και ίσως βαρετό. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτά που λέει δεν εφαρμόζονται σήμερα. Και στην εποχή του υπήρχαν τέτοιες φωνές. «Δεν θα κάνουμε τα παιδιά μας καλογήρους», φώναζαν μερικοί γονείς. Ο Χρυσόστομος με ιερό πάθος τους αποστόμωνε από το βήμα. «Δεν είναι ανάγκη να γίνουν μοναχοί• κάντε τους καλούς Χριστιανούς»54.

Σήμερα στην εποχή της κρίσεως των θεσμών και αξιών, στην εποχή της αρνήσεως των πάντων πολεμείται πολύ ο θεσμός της οικογενείας. Στην Βόρεια Ευρώπη σχεδόν διαλύθηκε. Οι γάμοι γίνονται μόνο για εθιμοτυπικούς, φολκλορικούς λόγους, για να βγουν φωτογραφίες, να γίνουν τραπέζια. Πολλοί από αυτούς διαρκούν για έξι μήνες, ένα έτος. Επώνυμοι καλλιτέχνες δεν δηλώνουν μόνο ότι δεν θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια, αλλά και ότι έχουν ως στόχο την διάλυση της οικογενείας. Αυτοί είναι τα πρότυπα της σημερινής νεολαίας.

Προβλήματα και κρίσεις στις αξίες, στους θεσμούς, στην κοινωνία, στο υπαρκτικό επίπεδο αντιμετωπίζει ο Νεοέλληνας όταν εκουσίως αποκόπτεται από την Ορθόδοξη Παράδοση. Αυτή η παράδοση για τον ορθόδοξο Έλληνα είναι βαρύτιμη, είναι ανεκτίμητη, είναι προγονική. Γι’ αυτό και όποιος την απορρίπτει, απορρίπτει ουσιαστικά το οντολογικό του είναι και βιώνει μία μεγάλη κρίση αυτοσυνειδησίας.

Μόνο αυτός που εναρμονίζεται και ζει την Ορθόδοξη Παράδοση σύμφωνα με τις υποθήκες των αγίων μας, με τις εντολές του Χριστού, είναι η ώριμη προσωπικότητα που δεν μπορεί να κλονισθεί από οποιαδήποτε θλίψη και κρίση. Ζει την εν Χριστώ ζωή πέρα από κάθε ηθικισμό και καθηκοντολογία. Ζει εν Χριστώ 24 ώρες το 24ωρο. Ζει εν Θεώ μέσα στην καθημερινότητα, στην οικογένεια, στην εργασία, στην κοινωνία.

Εμείς ως Αγιορείτες πονούμε και ανησυχούμε πολύ για την πορεία της οικογενείας σήμερα. Αποτελεί καθημερινό αίτημα των ταπεινών προσευχών μας η κατά Χριστόν ευόδωση, η διατήρηση της ευλογίας του Θεού στην οικογένεια. Μπορεί ο Θεός να μας έδωσε την ευλογία Του να ζήσουμε εκτός κόσμου, να μην δημιουργήσουμε οικογένεια, αλλά και εμείς προήλθαμε από οικογένεια. Επιπλέον ως πνευματικοί, που έχουμε τα κλειδιά των καρδιών των ανθρώπων, βλέπουμε ότι πολλοί νέοι έχουν πλήρη άγνοια για τα θέματα της πίστεώς μας και παράλληλα αντιμετωπίζουν την ζωή με μεγάλη επιπολαιότητα. Και μας γεννάται το ερώτημα. Πως αυτοί οι άνθρωποι θα κάνουν αύριο σωστή οικογένεια; Τι θα πουν στα παιδιά τους αφού οι ίδιοι είναι τελείως κενοί;

Δυστυχώς σήμερα στον κόσμο κυριαρχεί μία ουμανιστική θεώρηση της ζωής, που έχει ως στόχο την ανθρώπινη ευδαιμονία. Πολλοί διδάσκουν ότι πρέπει να γίνουμε καλοί άνθρωποι και αυτό θα φέρει την ειρήνη και την ευτυχία. Αυτό όμως ουσιαστικά δεν είναι τίποτα. Αν δεν γίνουμε Χαριτωμένοι άνθρωποι, δηλαδή δοχεία της θείας Χάριτος, «εποιήσαμεν ουδέν».

Πρέπει να αποστραφούμε τον στείρο και ψυχρό ηθικισμό, που οδηγεί στην τυπολατρεία και να αγωνιστούμε σύμφωνα με τις υποθήκες των Πατέρων της Εκκλησίας μας για την κατάκτηση του αγιασμού, της «υιοθεσίας», που αποτελεί την ύψιστη τιμή για την ανθρώπινη φύση. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί και μέσα στον κόσμο και μέσα στην οικογένεια.

Υπεύθυνα γράφουμε ότι γνωρίζουμε ανθρώπους οικογενειάρχες που έχουν Χάρη Θεού που δεν την έχουν μοναχοί, γιατί αγωνίζονται σωστά και ζουν θεάρεστα, με τον τρόπο που υποδείκνυε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους χριστιανούς της εποχής του.







ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Εγκώμιον εις Μάξιμον, PG 51, 229. Οι παραπομπές στα έργα του αγίου Χρυσοστόμου θα γίνονται στην έκδοση της Ελληνικής Πατρολογίας του Migne (PG) η στην έκδοση «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» (ΕΠΕ).
2. Εις την Γένεσιν, Ομιλία 15, ΕΠΕ, τ. 2, σ. 392.
3. Bλ. Εις την Γένεσιν, Ομιλία 17, PG 53, 153.
4. Βλ. Περί Παρθενίας 15, PG 48, 545.
5. Εις το αποστολικόν ρητόν «Δια τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω», PG 51, 215.
6. Εις το κατά Ιωάννην, Ομιλία 19, EΠΕ, τ. 12, σ. 801-803.
7. Εις την Γένεσιν, Ομιλία 38, PG 53, 353.
8. Bλ. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 12, PG 62, 386.
9. Εις το αποστολικόν ρητόν «Δια τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω», PG 51, 213.
10. Ο.π.
11. Εις Εβραίους, Ομιλία 33, PG 63, 227.
12. Βλ. Εις το αποστολικόν ρητόν «Δια τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω», PG 51, 213.
13. Βλ. ο.π.
14. Εις Γένεσιν, Ομιλία 21, PG 53, 180.
15. Ο.π.
16. Εις την Προς Εβραίους, Ομιλία 7, PG 63, 68.
17. Βλ. Εγκώμιον εις Μάξιμον, EΠΕ, τ. 27, σ. 168-169.
18. Βλ. Εγκώμιον εις Μάξιμον, EΠΕ, τ. 27, σ. 170-171.
19. Βλ. Περί παρθενίας, ΕΠΕ, τ. 29, σ. 472.
20. Βλ. Εις το κατά Ματθαίον, Ομιλία 86, PG 58, 768.
21. Εις την Προς Α Κορινθίους, Ομιλία 19, PG 61, 152.
22. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 12, EΠΕ, τ. 22, σ. 339.
23. Εις τον Μάξιμον, EΠΕ, τ. 27, σ. 208.
24. Βλ. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 12, EΠΕ, τ. 22 σ. 348-350.
25. Εις Εβραίους, Ομιλία 20, EΠΕ, τ. 21, σ. 236.
26. Εις Β Θεσσαλονικεῖς, Ομιλία 5, EΠΕ, τ. 23, σ. 112.
27. Λόγος εν ταις Καλένδαις, EΠΕ, τ. 31, σ. 490.
28. Εις Εφεσίους, Ομιλία 20, EΠΕ, τ. 21, σ. 228.
29. Βλ. Εις Εφεσίους, Ομιλία 20, EΠΕ, τ. 21, σ. 198-200.
30. Βλ. Εις Γένεσιν, Ομιλία 38, EΠΕ, τ. 3, σ. 604.
31. Βλ. Εις Πράξεις, Ομιλία 49, ΕΠΕ, τ. 16Β, σ. 124.
32. Προς Κολoσσαείς, Ομιλία 10, PG 62, 365-366.
33. Προς Εφεσίους, Ομιλία 9, PG 62, 72.
34. Προς Εφεσίους, Ομιλία 20, PG 62, 147.
35. Eις τους ανδριάντας, Ομιλία 1, PG 49, 21.
36. Εις την Προς Α Τιμόθεον, Ομιλία 9, PG 62, 546.
37. Εις το Κατά Ματθαίον, Ομιλία 59, ΕΠΕ, τ. 12, σ. 186.
38. Προς Εφεσίους, Ομιλία 21, PG 62, 151.
39. Λόγος περί της Άννης, Ομιλία 1, PG 54, 636.
40. Eις Πράξεις, Ομιλία 30, PG 60, 226.
41. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, «Τα Άπαντα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων», εκδ. Πάπυρος, τ. 85, σ. 40.
42. Βλ. Εις την Προς Β Κορινθίους, Ομιλία 15, PG 61, 508.
43. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 50.
44. Εις την Προς Β Κορινθίους, Ομιλία 21, PG 61, 542.
45. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 78.
46. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 86.
47. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 88.
48. Εις το Κατά Ιωάννην, Ομιλία 30, PG 59, 175.
49. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 9, EΠΕ, τ. 22, σ. 266.
50. Λόγος περί της Άννης, Ομιλία 1, PG 54, 661.
51. Εις την Προς Τίτον, Ομιλία 2, PG 62, 672.
52. Eις Πράξεις, Ομιλία 42, PG 60, 302.
53. Eις το «χήρα καταλεγέσθω μη ελάττων ετών εξήκοντα…», PG 51, 330.
54. Προς Εφεσίους, Ομιλία 21, ΕΠΕ, τ. 21, σ. 250

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΗΣΤΕΥΕΙΣ; ΑΠΟΔΕΙΞΕ ΤΟ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΣΟΥ. ΝΗΣΤΕΥΕΙΣ; ΑΠΟΔΕΙΞΕ ΤΟ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΣΟΥ ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ



Ε ά ν δεις φτωχό, να τον ελεήσεις.
Ε ά ν δεις εχθρό, να συμφιλιωθείς μαζί του.
Ε ά ν δεις μια όμορφη γυναίκα, να μην την κοιτάξεις.
 
Ας μη νηστεύει μόνον το στόμα… αλλά και το μάτι και η ακοή και τα χέρια και τα πόδια και όλα τα μέλη του σώματος.
Τα χέρια, από την αρπαγή και την πλεονεξία.
Τα πόδια, από τους δρόμους που οδηγούν σε αμαρτωλά θεάματα.
Τα μάτια, να μην πέφτουν λάγνα πάνω σε όμορφα πρόσωπα ούτε να περιεργάζονται τα κάλλη άλλων.
 
Δεν τρως κρέας;
Τα μάτια σου, ας μη φάνε την ακολασία.
Η ακοή σου, ας μη δέχεται κακολογίες και διαβολές.
Το στόμα, ας νηστεύσει από αισχρά λόγια και λοιδορίες.
Αφού δεν είμαστε σαν τα ζώα, γιατί πρέπει να δαγκώνουμε και να τρώμε τους αδελφούς μας;

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


Πρόλογος
 
Η ΠΙΣΤΗ στο Θεό και η συμμετοχή στη θεία λατρεία, προπαντός στην ευχαριστιακή σύναξη, αποτελούν για κάθε ζωντανό μέλος της Εκκλησίας δυο πραγματικότητες αξεχώριστες. Ο αληθινός χριστιανός δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη θεία Λειτουργία. Τα υπερώα του Μυστικού Δείπνου και της Πεντηκοστής, που συνέχειά τους είναι οι Ιεροί ναοί, αποτελούν κατεξοχήν τους τόπους της παρουσίας του Θεού και της διανομής των θείων χαρισμάτων. Η «ομοθυμαδόν επί το αυτό» προσκαρτέρηση των πιστών εκφράζει την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, που εδώ και τώρα προγεύεται τα αγαθά της βασιλείας του Θεού. Αυτή την αλήθεια απηχούν και οι άγιοι Πατέρες της Πενθέκτης Συνόδου (691), όταν παραγγέλλουν ν' αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας εκείνος που, χωρίς σοβαρό λόγο, δεν εκκλησιάζεται για τρεις συνεχείς Κυριακές.
Ο τακτικός εκκλησιασμός δεν αποτελεί για τον πιστό μιαν απλή καλή συνήθεια, ένα τυπικό θρησκευτικό καθήκον, μια κοινωνική υποχρέωση ή έστω μια ψυχολογική διέξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της καθημερινότητος. Αντίθετα, με την προσέλευσή του στο ναό εκφράζει μιαν υπαρξιακή του ανάγκη. Την ανάγκη να ζήσει αληθινά, αυθεντικά. Να συναντήσει την Πηγή της ζωής του, το Δημιουργό του, και να ενωθεί μαζί Του. Να εκφράσει την αγάπη και την ευλάβειά του στην Παναγία μας και στους Αγίους, τους φίλους του Θεού. Να νιώσει δίπλα του τους πνευματικούς του αδελφούς.
Το σώμα και το αίμα του Χριστού, που μεταλαβαίνει στη θεία Λειτουργία, του χαρίζουν αυτή την πληρότητα, τον κάνουν να αισθάνεται «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού». Έτσι, αναχωρεί από το ναό με τη δύναμη ν' αντιμετωπίσει σύμφωνα με το θείο θέλημα και με την προοπτική της αιώνιας ζωής τη φθαρτότητα του καθημερινού του βίου.
Στις μέρες μας, που το ψεύτικο και απατηλό περισσεύει και που οι ανθρώπινες ελπίδες από παντού διαψεύδονται, το ενδιαφέρον για την ορθόδοξη λατρεία συνεχώς αυξάνεται, καθώς πολλοί ανακαλύπτουν σ' αυτήν το νόημα της ζωής. Ωστόσο, είναι αλήθεια, οι περισσότεροι αδελφοί μας απουσιάζουν από τις εκκλησίες μας...
Το τεύχος τούτο αποτελεί μια σύνθεση εκλεκτών αποσπασμάτων, σε ελεύθερη απόδοση, από διάφορες ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (354-407), του μεγάλου ιεράρχου, που συνέδεσε το όνομά του και τη ζωή του με τη θεία Λειτουργία. Διαβάζοντας κανείς τους λόγους του, χαίρεται τη ζωντάνια τους, θαυμάζει την επικαιρότητά τους και διαπιστώνει πως ο άνθρωπος στο βάθος του παραμένει απαράλλακτος όλες τις εποχές.
Ας ευχηθούμε, το σπίτι του Θεού, ο ιερός ναός, να γίνει και δικό μας σπίτι, η θεία Λειτουργία να καταστεί το κέντρο της υπάρξεώς μας και η τράπεζα της Ευχαριστίας ν' αποβεί για τον καθένα μας «ψυχοτρόφος και ζωοποιός».
 

Ο εκκλησιασμός
Λιμάνια πνευματικά οι ναοί
 
Με λιμάνια μέσα στο πέλαγος μοιάζουν οι ναοί, που ο Θεός εγκατέστησε στις πόλεις. πνευματικά λιμάνια, όπου βρίσκουμε απερίγραπτη ψυχική ηρεμία όσοι σ' αυτά καταφεύγουμε, ζαλισμένοι από την κοσμική τύρβη. Κι όπως ακριβώς ένα απάνεμο κι ακύμαντο λιμάνι προσφέρει ασφάλεια στα αραγμένα πλοία, έτσι και ο ναός σώζει από την τρικυμία των βιοτικών μεριμνών όσους σ' αυτόν προστρέχουν και αξιώνει τους πιστούς να στέκονται με σιγουριά και ν' ακούνε το λόγο του Θεού με γαλήνη πολλή.
Ο ναός είναι θεμέλιο της αρετής και σχολείο της πνευματικής ζωής. Πάτησε στα πρόθυρά του μόνο, οποιαδήποτε ώρα, κι αμέσως θα ξεχάσεις τις καθημερινές φροντίδες. Πέρασε μέσα, και μια αύρα πνευματική θα περικυκλώσει την ψυχή σου. Αυτή η ησυχία προξενεί δέος και διδάσκει τη χριστιανική ζωή. ανορθώνει το φρόνημα και δεν σε αφήνει να θυμάσαι τα παρόντα. σε μεταφέρει από τη γη στον ουρανό. Κι αν τόσο μεγάλο είναι το κέρδος όταν δεν γίνεται λατρευτική σύναξη, σκέψου, όταν τελείται η Λειτουργία και οι προφήτες διδάσκουν, οι απόστολοι κηρύσσουν το Ευαγγέλιο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στους πιστούς, ο Θεός Πατέρας δέχεται την τελούμενη θυσία, το Άγιο Πνεύμα χορηγεί τη δική Του αγαλλίαση, τότε λοιπόν, με πόση ωφέλεια πλημμυρισμένοι δεν φεύγουν από το ναό οι εκκλησιαζόμενοι;
Στην εκκλησία συντηρείται η χαρά όσων χαίρονται. στην εκκλησία βρίσκεται η ευθυμία των πικραμένων, η ευφροσύνη των λυπημένων, η αναψυχή των βασανισμένων, η ανάπαυση των κουρασμένων. Γιατί ο Χριστός λέει: «Ελάτε σ' εμένα όλοι όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι με προβλήματα, κι εγώ θα σας αναπαύσω» (Ματθ. 11:28). Τί πιο ποθητό απ' αυτή τη φωνή; Τί πιο γλυκό από τούτη την πρόσκληση; Σε συμπόσιο σε καλεί ο Κύριος, όταν σε προσκαλεί στην εκκλησία. σε ανάπαυση από τους κόπους σε παρακινεί. σε ανακούφιση από τις οδύνες σε μεταφέρει. Γιατί σε ξαλαφρώνει από το βάρος των αμαρτημάτων. Με την πνευματική απόλαυση θεραπεύει τη στενοχώρια και με τη χαρά τη λύπη.
 

Γιατί δεν εκκλησιάζεσαι;
 
Παρ' όλα αυτά, λίγοι είναι εκείνοι που έρχονται στην εκκλησία. Τί θλιβερό! Στους χορούς και στις διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. Τις ανοησίες των τραγουδιστών τις ακούμε με ευχαρίστηση. Τις αισχρολογίες των ηθοποιών τις απολαμβάνουμε για ώρες, δίχως να βαριόμαστε. Και μόνο όταν μιλάει ο Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε και ζαλιζόμαστε. Μα και στα ιπποδρόμια, μολονότι δεν υπάρχει στέγη για να προστατεύει τους θεατές από τη βροχή, τρέχουν οι περισσότεροι σαν μανιακοί, ακόμα κι όταν βρέχει ραγδαία, ακόμα κι όταν ο άνεμος σηκώνει τα πάντα. Δεν λογαριάζουν ούτε την κακοκαιρία ούτε το κρύο ούτε την απόσταση. Τίποτα δεν τους κρατάει στα σπίτια τους. Όταν, όμως, πρόκειται να πάνε στην εκκλησία, τότε και το ψιλόβροχο τους γίνεται εμπόδιο. Κι αν τους ρωτήσεις, ποιος είναι ο Αμώς ή ο Οβδιού, πόσοι είναι οι προφήτες ή οι απόστολοι, δεν μπορούν ν' ανοίξουν το στόμα τους. Για τ' άλογα, όμως, τους τραγουδιστές και τους ηθοποιούς μπορούν να σε πληροφορήσουν με κάθε λεπτομέρεια. Είναι κατάσταση αυτή;
Γιορτάζουμε μνήμες αγίων, και σχεδόν κανένας δεν παρουσιάζεται στο ναό. Φαίνεται πως η απόσταση παρασύρει τους χριστιανούς στην αμέλεια. ή μάλλον όχι η απόσταση, αλλά η αμέλεια μόνο τους εμποδίζει. Γιατί, όπως τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει αυτόν που έχει αγαθή προαίρεση και ζήλο να κάνει κάτι, έτσι και τον αμελή, τον ράθυμο και αναβλητικό όλα μπορούν να τον εμποδίσουν.
Οι μάρτυρες έχυσαν το αίμα τους για την Αλήθεια, κι εσύ λογαριάζεις μια τόσο μικρή απόσταση; Εκείνοι θυσίασαν τη ζωή τους για το Χριστό, κι εσύ δεν θέλεις ούτε λίγο να κοπιάσεις; Ο Κύριος πέθανε για χάρη σου, κι εσύ Τον περιφρονείς; Γιορτάζουμε μνήμες αγίων, κι εσύ βαριέσαι να έρθεις στο ναό, προτιμώντας να κάθεσαι στο σπίτι σου; Και όμως, πρέπει να έρθεις, για να δεις το διάβολο να νικιέται, τον άγιο να νικάει, το Θεό να δοξάζεται και την Εκκλησία να θριαμβεύει.
"Μα είμαι αμαρτωλός", λες, "και δεν τολμώ ν' αντικρύσω τον άγιο". Ακριβώς επειδή είσαι αμαρτωλός, έλα εδώ, για να γίνεις δίκαιος. Ή μήπως δεν γνωρίζεις, ότι και αυτοί που στέκονται μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, έχουν διαπράξει αμαρτίες; Γι' αυτό οικονόμησε ο Θεός να υποφέρουν και οι ιερείς από κάποια πάθη, ώστε να κατανοούν την ανθρώπινη αδυναμία και να συγχωρούν τους άλλους.
"Αφού, όμως, δεν τήρησα όσα άκουσα στην εκ­κλησία", θα μου πει κάποιος, "πώς μπορώ να έρθω πάλι;". Έλα να ξανακούσεις τον θείο λόγο. Και προσπάθησε τώρα να τον εφαρμόσεις. Αν βάλεις φάρμακο πάνω στο τραύμα σου και δεν το επουλώσει την ίδια μέρα, δεν θα ξαναβάλεις και την επόμενη; Αν ο ξυλοκόπος, που θέλει να κόψει μια βελανιδιά, δεν κατορθώσει να τη ρίξει με την πρώτη τσεκουριά, δεν τη χτυπάει και δεύτερη και πέμπτη και δέκατη φορά; Κάνε κι εσύ το ίδιο.
Αλλά, θα μου πεις, σ' εμποδίζουν να εκκλησιαστείς η φτώχεια και η ανάγκη να εργαστείς. Όμως δεν είναι εύλογη και τούτη η πρόφαση. Εφτά μέρες έχει η εβδομάδα. Αυτές τις εφτά μέρες τις μοιράστηκε ο Θεός μαζί μας. Και σ' εμάς έδωσε έξι, ενώ για τον εαυτό Του άφησε μία. Αυτή τη μοναδική μέρα, λοιπόν, δεν δέχεσαι να σταματήσεις τις εργασίες;
Και γιατί λέω για ολόκληρη μέρα; Εκείνο που έκανε στην περίπτωση της ελεημοσύνης η χήρα του Ευαγγελίου, το ίδιο κάνε κι εσύ στη διάρκεια αυτής της μιας μέρας. Έδωσε εκείνη δυο λεπτά και πήρε πολλή χάρη από το Θεό. Δάνεισε κι εσύ δυο ώρες στο Θεό, πηγαίνοντας στην εκκλησία, και θα φέρεις στο σπίτι σου κέρδη αμέτρητων ημερών. Αν όμως δεν δέχεσαι να κάνεις κάτι τέτοιο, σκέψου μήπως μ' αυτή σου τη στάση χάσεις τους κόπους πολλών ετών. Γιατί ο Θεός, όταν περιφρονείται, γνωρίζει να σκορπίζει τα χρήματα που συγκεντρώνεις με την εργασία της Κυριακής.
Μα κι αν ακόμα έβρισκες ολόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο από χρυσάφι και εξ αιτίας του απουσίαζες από το ναό, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ζημιά σου. και τόσο μεγαλύτερη, όσο ανώτερα είναι τα πνευματικά από τα υλικά. Γιατί τα υλικά πράγματα, κι αν ακόμα είναι πολλά και τρέχουν άφθονα από παντού, δεν τα παίρνουμε στην άλλη ζωή, δεν μεταφέρονται μαζί μας στον ουρανό, δεν παρουσιάζονται στο φοβερό εκείνο βήμα του Κυρίου. Αλλά πολλές φορές, και πριν ακόμα πεθάνουμε, μας εγκαταλείπουν. Αντίθετα, ο πνευματικός θησαυρός που αποκτούμε στην εκκλησία, είναι κτήμα αναφαίρετο και μας ακολουθεί παντού.
"Ναι, αλλά μπορώ", λέει κάποιος άλλος, "να προσευχηθώ και στο σπίτι μου". Απατάς τον εαυτό σου, άνθρωπε. Βεβαίως, είναι δυνατόν να προσευχηθείς και στο σπίτι σου. είναι αδύνατον όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύχεσαι στην εκκλησία, όπου υπάρχει το πλήθος των πατέρων και όπου ομόφωνη κραυγή ικεσίας αναπέμπεται στο Θεό. Δεν σε ακούει τόσο πολύ ο Κύριος όταν Τον παρακαλείς μόνος σου, όσο όταν Τον παρακαλείς ενωμένος με τους αδελφούς σου. Γιατί στην εκκλησία υπάρχουν περισσότερες πνευματικές προϋποθέσεις απ' όσες στο σπίτι. Υπάρχουν η ομόνοια, η συμφωνία των πιστών, ο σύνδεσμος της αγάπης, οι ευχές των ιερέων. Γι' αυτό, άλλωστε, οι ιερείς προΐστανται των ακολουθιών για να ενισχύονται με τις δυνατότερες ευχές τους οι ασθενέστερες ευχές του λαού, κι έτσι όλες μαζί ν' ανεβαίνουν στον ουρανό.
Όταν προσευχόμαστε ο καθένας χωριστά, είμαστε ανίσχυροι. όταν όμως συγκεντρωνόμαστε όλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιο δυνατοί και ελκύουμε σε μεγαλύτερο βαθμό την ευσπλαχνία του Θεού. Κάποτε ο απόστολος Πέτρος βρισκόταν αλυσοδεμένος στη φυλακή. Έγινε όμως θερμή προσευχή από τους συναγμένους πιστούς, κι αμέσως ελευθερώθηκε. Τί θα μπορούσε, επομένως, να είναι πιο δυνατό από την κοινή προσευχή, που ωφέλησε κι αυτούς ακόμα τους στύλους της Εκκλησίας;
 

Η προσέλευσή μας στο ναό
 
Σας παρακαλώ, λοιπόν και σας ικετεύω, ας προτιμάμε από οποιαδήποτε άλλη ασχολία και φροντίδα τον εκκλησιασμό. Ας τρέχουμε πρόθυμα, όπου κι αν βρισκόμαστε, στην εκκλησία.
Προσέξτε, όμως, κανείς να μην μπει στον ιερό αυτό χώρο, έχοντας βιοτικές φροντίδες ή περισπασμούς ή φόβους. Αλλά αφού τ' αφήσουμε όλα τούτα έξω, στις πύλες του ναού, τότε ας περάσουμε μέσα. Γιατί ερχόμαστε στα ανάκτορα των ουρανών, πατάμε σε τόπους που αστράφτουν.
Ας διώξουμε από την ψυχή μας πρώτα-πρώτα τη μνησικακία, για να μην κατακριθούμε, όταν παρουσιαστούμε μπροστά στο Θεό και προσευχηθούμε λέγοντας: «Πάτερ ημών..., άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Διαφορετικά, πώς θέλεις να φανεί ο Δεσπότης Χριστός γλυκός και πράος απέναντί σου, αφού εσύ γίνεσαι στο συνάνθρωπό σου σκληρός και δεν τον συγχωρείς; Πώς θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον ουρανό; Πώς θα κινήσεις τη γλώσσα σου σε λόγια προσευχής; Πώς θα ζητήσεις συγγνώμη; Ακόμα κι αν θέλει ο Θεός να συγχωρήσει τις αμαρτίες σου, δεν Τον αφήνεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τον πλησίον σου.
 

Η αμφίεσή μας
 
Μα και η ενδυμασία μας στο ναό να είναι καλή από κάθε πλευρά. Να είναι κόσμια και όχι εξεζητημένη. Γιατί το κόσμιο είναι σεμνό, ενώ το εξεζητημένο είναι άσεμνο.
Αυτό ακριβώς μας παραγγέλλει και ο απόστολος Παύλος, όταν λέει: «Θέλω να προσεύχονται οι άνδρες σε κάθε τόπο, σηκώνοντας προς τον ουρανό χέρια όσια, χωρίς οργή και δισταγμό ολιγοπιστίας. Επίσης και οι γυναίκες να προσεύχονται με αμφίεση σεμνή, στολίζοντας τον εαυτό τους με σεμνότητα και σωφροσύνη, όχι με περίτεχνες κομμώσεις και χρυσά κοσμήματα ή μαργαριτάρια ή ενδύματα πολυτελή, αλλά με ό,τι ταιριάζει στις γυναίκες που λένε ότι σέβονται το Θεό, δηλαδή με καλά έργα» (Α' Τιμ. 2:8-10). Αν, λοιπόν, απαγορεύει στις γυναίκες εκείνα που είναι απόδειξη πλούτου, πολύ περισσότερο απαγορεύει όσα κινούν την περιέργεια, όπως τα φτιασίδια, το βάψιμο των ματιών, το κουνιστό βάδισμα, τα παράξενα ρούχα και τα παρόμοια.
Τί λες, γυναίκα; Έρχεσαι στο ναό να προσευχηθείς, και στολίζεσαι με χρυσαφικά και χτενίζεσαι επιτηδευμένα; Μήπως ήρθες για να χορέψεις; Μήπως για να λάβεις μέρος σε γαμήλια γιορτή; Εκεί έχουν θέση τα χρυσαφικά και οι πολυτέλειες. εδώ δεν χρειάζεται τίποτε απ' αυτά. Ήρθες να παρακαλέσεις το Θεό για τις αμαρτίες σου. Τί στολίζεις, λοιπόν, τον εαυτό σου; Αυτή η εμφάνιση δεν είναι γυναίκας που ικετεύει. Πώς μπορείς να στενάξεις, πώς μπορείς να δακρύσεις, πώς μπορείς να προσευχηθείς με θέρμη, έχοντας τέτοια αμφίεση; Θέλεις να φαίνεσαι ευπρεπής; Φόρεσε το Χριστό και όχι το χρυσό. Ντύσου την ελεημοσύνη, τη φιλανθρωπία, τη σωφροσύνη, την ταπεινοφροσύνη. Αυτά αξίζουν περισσότερο απ' όλο το χρυσάφι. Αυτά και την ωραία την κάνουν ωραιότερη και την άσχημη την ομορφαίνουν. Να ξέρεις, γυναίκα, πως, όταν στολιστείς πολύ, γίνεσαι πιο αισχρή κι από τη γυμνή, γιατί έχεις αποβάλει πια την κοσμιότητα.
 

Προσοχή και προσευχή
 
Αλλά και η διαγωγή μας, όσο βρισκόμαστε μέσα στο ναό, ας είναι η πρέπουσα, όπως αρμόζει σε άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά στο Θεό. Να μην ασχολούμαστε με άσκοπες συζητήσεις, μα να στεκόμαστε με φόβο και τρόμο, με προσοχή και προθυμία, με το βλέμμα στραμμένο στη γη και την ψυχή υψωμένη στον ουρανό.
Γιατί έρχονται πολλοί στην εκκλησία, επαναλαμβάνουν μηχανικά ψαλμούς και ευχές, και φεύγουν, δίχως να ξέρουν τί είπαν. Τα χείλη κινούνται, αλλά τ' αυτιά δεν ακούνε. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την εισακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες. αλλά ο νους σου πετούσε μακριά. Το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία και η ψυχή σου έξω. Το στόμα έλεγε την προσευχή και ο νους μετρούσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές με φίλους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί ο διάβολος είναι πονηρός. ξέρει πως την ώρα της προσευχής κερδίζουμε πολλά, γι' αυτό τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Άλλες φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν σκεφτόμαστε. ήρθαμε όμως στην εκκλησία να προσευχηθούμε, και ο διάβολος μας έβαλε ένα σωρό λογισμούς, ώστε καθόλου να μην ωφεληθούμε.
Αν, αλήθεια, ο Θεός σου ζητήσει λόγο για την αδιαφορία ή και την ασέβεια που δείχνεις στις λατρευτικές συνάξεις, τί θα κάνεις; Να, την ώρα που Αυτός σου μιλάει, εσύ, αντί να προσεύχεσαι, έχεις πιάσει κουβέντα με τον διπλανό σου για πράγματα ανώφελα. Και όλα τ' άλλα αμαρτήματά μας αν παραβλέψει ο Θεός, τούτο φτάνει για να στερηθούμε τη σωτηρία. Μην το θεωρείς μικρό παράπτωμα. Για να καταλάβεις τη βαρύτητά του, σκέψου τι γίνεται στην ανάλογη περίπτωση των ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι συζητάς μ' ένα επίσημο πρόσωπο ή μ' έναν εγκάρδιο φίλο σου. Και ενώ εκείνος σου μιλάει, εσύ γυρίζεις αδιάφορα το κεφάλι σου και αρχίζεις να κουβεντιάζεις με κάποιον άλλο. Δεν θα προσβληθεί ο συνομιλητής σου απ' αυτή την απρέπειά σου; Δεν θα θυμώσει; Δεν θα σου ζητήσει το λόγο;
Αλίμονο! Βρίσκεσαι στη θεία Λειτουργία, κι ενώ το βασιλικό τραπέζι είναι ετοιμασμένο, ενώ ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ενώ ο ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σου, εσύ αδιαφορείς. Την ώρα που τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους από δέος και όλες οι ουράνιες δυνάμεις μαζί με τον ιερέα παρακαλούν το Θεό για σένα, τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουρανό η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και το αίμα του Χριστού χύνεται από την άχραντη πλευρά Του μέσα στο άγιο Ποτήριο, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σου, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απροσεξία σου; Σκέψου, άνθρωπέ μου, μπροστά σε Ποιον στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιους - με τα Χερουβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιους ψάλλεις και προσεύχεσαι. Είναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνείς τον Κύριο της κτίσεως μαζί με τους ασώματους αγγέλους.
Μη συμμετέχεις, λοιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφορία. Μην έχεις στο νου σου βιοτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινο λογισμό και ανέβα νοερά στον ουρανό, κοντά στο θρόνο του Θεού. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα.
 

Η θεία Κοινωνία
 
Και σαν έρθει η στιγμή της θείας Κοινωνίας και πρόκειται να πλησιάσεις την αγία Τράπεζα, πίστευε ακλόνητα πως εκεί είναι παρών ο Χριστός, ο Βασιλιάς των όλων. Όταν δεις τον ιερέα να σου προσφέρει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μη νομίσεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού. Αυτός που λάμπρυνε με την παρουσία Του την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου, Αυτός και τώρα διακοσμεί την Τράπεζα της θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικά και εξετάζει του καθενός την προαίρεση και παρατηρεί ποιος πλησιάζει με ευλάβεια ταιριαστή στο άγιο Μυστήριο, ποιος με πονηρή συνείδηση, με σκέψεις βρωμερές και ακάθαρτες, με πράξεις μολυσμένες. Αναλογίσου, λοιπόν, κι εσύ ποιο ελάττωμά σου διόρθωσες, ποιαν αρετή κατόρθωσες, ποιαν αμαρτία έσβησες με την εξομολόγηση, σε τί έγινες καλύτερος. Αν η συνείδησή σου σε πληροφορεί ότι φρόντισες αρκετά για την επούλωση των ψυχικών σου τραυμάτων, αν έκανες κάτι περισσότερο από τη νηστεία, κοινώνησε με φόβο Θεού. Αλλιώς, μείνε μακριά από τα άχραντα Μυστήρια. Και όταν καθαριστείς απ' όλες τις αμαρτίες σου, τότε να πλησιάσεις.
Να προσέρχεστε, λοιπόν, στη θεία Κοινωνία με φόβο και τρόμο, με συνείδηση καθαρή, με νηστεία και προσευχή. Χωρίς να θορυβείτε, χωρίς να ποδοπατάτε και να σπρώχνετε τους διπλανούς σας. Γιατί αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη τρέλα και τη χειρότερη περιφρόνηση των θείων Μυστηρίων.
Πες μου, άνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις δουλειές σου; Και σου περνάει άραγε, την ώρα που πας να κοινωνήσεις, η σκέψη ότι έχεις δουλειές; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι πάνω στη γη; Νομίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους και όχι με τους χορούς των αγγέλων; Μα κάτι τέτοιο είναι δείγμα πέτρινης καρ­διάς...


Κάθε ποτέ να κοινωνούμε;
 
Υπάρχει κι ένα άλλο θέμα: Πολλοί κοινωνούν μια φορά το χρόνο, άλλοι δύο φορές, άλλοι περισσότερες. Ποιους απ' αυτούς θα επιδοκιμάσουμε; Όσους μια φορά, όσους πολλές ή όσους λίγες φορές μεταλαβαίνουν; Ούτε τους μία ούτε τους πολλές ούτε τους λίγες, μα εκείνους που πλησιάζουν στο άγιο Ποτήριο με καρδιά αγνή, με βίο ανεπίληπτο. Αυτοί ας κοινωνούν πάντα. Οι άλλοι, οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, ας μένουν μακριά από τα άχραντα Μυστήρια, γιατί αλλιώς κρίμα και καταδίκη ετοιμάζουν για τον εαυτό τους. Ο άγιος απόστολος λέει: «Όποιος τρώει τον άρτο και πίνει το ποτήριο του Κυρίου με τρόπο ανάξιο, γίνεται ένοχος αμαρτήματος απέναντι στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου, προκαλώντας την καταδίκη του» (Α' Κορ. 11:27, 29). Θα τιμωρηθεί, δηλαδή, τόσο αυστηρά, όσο και οι σταυρωτές του Χριστού, αφού κι εκείνοι έγιναν ένοχοι αμαρτήματος απέναντι στο σώμα Του.
Πολλοί από τους πιστούς έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο περιφρονήσεως των αγίων Μυστηρίων, ώστε, ενώ είναι γεμάτοι από αμέτρητες κακίες και δεν διορθώνουν καθόλου τον εαυτό τους, κοινωνούν στις γιορτές απροετοίμαστοι, μη γνωρίζοντας ότι προϋπόθεση της θείας Κοινωνίας δεν είναι η γιορτή, αλλά, καθώς είπαμε, η καθαρή συνείδηση. Και όπως αυτός που δεν αισθάνεται κανένα κακό στη συνείδησή του, πρέπει καθημερινά να προσέρχεται στη θεία Κοινωνία, έτσι κι αυτός που είναι φορτωμένος αμαρτήματα και δεν μετανοεί, πρέπει να μην κοινωνεί ούτε στη γιορτή. Γι' αυτό και πάλι σας παρακαλώ όλους να μην πλησιάζετε στα θεία Μυστήρια έτσι απροετοίμαστοι κι επειδή το απαιτεί η γιορτή, αλλά, αν κάποτε αποφασίσετε να λάβετε μέρος στη θεία Λειτουργία και να κοινωνήσετε, να καθαρίζετε καλά τον εαυτό σας, από πολλές μέρες πριν, με τη μετάνοια, την προσευχή, την ελεημοσύνη, τη φροντίδα για τα πνευματικά πράγματα.
 

Παραμονή ως την απόλυση
 
Ήρθες, λοιπόν, στην εκκλησία και αξιώθηκες να συναντήσεις το Χριστό; Μη φύγεις, αν δεν τελειώσει η ακολουθία. Αν φύγεις πριν την απόλυση, είσαι ένοχος όσο κι ένας δραπέτης. Πηγαίνεις στο θέατρο και, αν δεν τελειώσει η παράσταση, δεν φεύγεις. Μπαίνεις στην εκκλησία, στον οίκο του Κυρίου, και γυρίζεις την πλάτη στα άχραντα Μυστήρια; Φοβήσου τουλάχιστον εκείνον που είπε: «Όποιος καταφρονεί το Θεό, θα καταφρονηθεί απ' Αυτόν» (Πρβλ. Παροιμ. 13:13).
Τί κάνεις, άνθρωπε; Ενώ ο Χριστός είναι παρών, οι άγγελοι Του παραστέκονται, οι αδελφοί σου κοινωνούν ακόμα, εσύ τους εγκαταλείπεις και φεύγεις; Ο Χριστός σου προσφέρει την αγία σάρκα Του, κι εσύ δεν περιμένεις λίγο, για να Τον ευχαριστήσεις έστω με τα λόγια; Όταν παρακάθεσαι σε δείπνο, δεν τολμάς να φύγεις, έστω κι αν έχεις χορτάσει, τη στιγμή που οι φίλοι σου κάθονται ακόμα στο τραπέζι. Και τώρα που τελούνται τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, τ' αφήνεις όλα στη μέση και φεύγεις;
Θέλετε να σας πω τίνος το έργο κάνουν όσοι φεύγουν πριν τελειώσει η θεία Λειτουργία και δεν συμμετέχουν έτσι στις τελευταίες ευχαριστήριες ευχές; Ίσως είναι βαρύ αυτό που πρόκειται να πω, μα πρέπει να το πω. Όταν ο Ιούδας πήρε μέρος στον Μυστικό Δείπνο του Χριστού, ενώ όλοι ήταν καθισμένοι στο τραπέζι, αυτός σηκώθηκε πριν από τους άλλους κι έφυγε. Εκείνον, λοιπόν, τον Ιούδα, μιμούνται... Αν δεν έφευγε τότε εκείνος, δεν θα γινόταν προδότης, δεν θα χανόταν. Αν δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από το ποίμνιο, δεν θα τον έβρισκε μόνο του ο λύκος, για να τον φάει.
 

Μετά τον εκκλησιασμό
 
Εμείς ας αναχωρούμε από τη θεία Λειτουργία σαν λιοντάρια που βγάζουν φωτιά, έχοντας γίνει φοβεροί ακόμα και στο διάβολο. Γιατί το άγιο αίμα του Κυρίου που κοινωνούμε, ποτίζει την ψυχή μας και της δίνει μεγάλη δύναμη. Όταν το μεταλαβαίνουμε άξια, διώχνει τους δαίμονες μακριά και φέρνει κοντά μας τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων. Αυτό το αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας, μ' αυτό λούζεται η ψυχή, μ' αυτό στολίζεται. Αυτό το αίμα κάνει το νου μας λαμπρότερο από τη φωτιά, αυτό κάνει την ψυχή μας λαμπρότερη από το χρυσάφι.
Προσελκύστε, λοιπόν, τους αδελφούς μας στην εκκλησία, προτρέψτε τους πλανημένους, συμβουλέψτε τους όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. Κι αν ακόμα τίποτα δεν πεις, αλλά βγεις από την ιερή σύναξη, δείχνοντας στους απόντες -και με την εμφάνιση και με το βλέμμα και με τη φωνή και με το βάδισμα και μ' όλη σου τη σεμνότητα- το κέρδος που αποκόμισες από το ναό, αυτό είναι αρκετό για παραίνεση και συμβουλή. Γιατί έτσι πρέπει να βγαίνουμε από το ναό, σαν από ιερά άδυτα, σαν να κατεβαίνουμε από τους ίδιους τους ουρανούς. Δίδαξε όσους δεν εκκλησιάζονται ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην ουράνια πολιτεία, ότι συναντήθηκες με το Χριστό και μίλησες μαζί Του. Αν έτσι ζούμε τη θεία Λειτουργία, δεν θα χρειαστεί να πούμε τίποτα στους απόντες. Αλλά βλέποντας εκείνοι τη δική μας ωφέλεια, θα νιώσουν τη δική τους ζημιά και θα τρέξουν γρήγορα στην εκκλησία, για ν' απολαύσουν τα ίδια αγαθά, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, αιώνια ανήκει η δόξα. Αμήν.
 
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
"Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ"
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ Α