Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Περί των εν πίστει κεκοιμημένων

 



Περί των εν πίστει κεκοιμημένων
Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
Ότι οι λειτουργίες και αγαθοεργίες τους ωφελούν
Νεοελληνική απόδοση Δημητρίου Ρίζου
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ
Έρχεται η ώρα, η ώρα του θανάτου, και προ­σφιλή μας πρόσωπα αναχωρούν από τον κόσμο τούτο, όπως θ' αναχωρήσουμε κι εμείς όταν έρθη η δική μας ώρα. Και αμέσως μετά τις εξόδιες τι­μές και υποχρεώσεις τελούμε τα κανονισμένα από την Εκκλησία μας μνημόσυνα.
  Πόσο αλήθεια είναι παρεξηγημένα τα μνημό­συνα; Και πόσες αντιρρήσεις δεν ακούγονται γι' αυτά:

-Τί τα χρειαζόμαστε; Δεν ωφελούν σε τίποτε.
-Τί τα θέλεις, πάει ο άνθρωπος; Τώρα τελείω­σε!!
-Αυτά είναι επινοήσεις των παπάδων για να εισπράττουν.
-Δεν τον κύτταξαν όταν ζούσε, τώρα θα του κάνουν τα μνημόσυνα, για τα μάτια του κόσμου.

Α, εμείς «αντί μνημόσυνου» θα δώσουμε, και πιο πολύ θα «πιάσει», στο (τάδε) ίδρυμα κτλ.

Τα ερωτήματα όμως μένουν. Ωφελούν ή όχι τα μνημόσυνα; Πρέπει να τελούνται; Μπορεί ν' αντικατασταθεί το μνημόσυνο που γίνεται στο ναό, με μια δωρεά; Πότε και ποια μνημόσυνα πρέπει να γίνονται;

Η απάντηση βρίσκεται στην πραγματεία «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» που έγραφε ή, όπως φαίνεται από μια προσφώνηση, εκφώνη­σε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Πρόκειται για μια σύνοψη της διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για τα μνημόσυνα. Περιέχονται όλα όσα πρέ­πει να ξέρει ο ορθόδοξος χριστιανός και μάλιστα από έναν μεγάλο θεολόγο του 9ου αιώνα, όπως είναι ο Δαμασκηνός. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμα­σκηνός λύνει πολλά προβλήματα και απαντάει σε πολλά ερωτήματα που συναντάμε στις κατ' ι­δίαν συζητήσεις με τους χριστιανούς. Φαίνεται ότι οι ίδιοι προβληματισμοί απασχολούσαν τους ανθρώπους και τότε και τώρα, γύρω από το μέγα θέμα του θανάτου και των μνημοσυνών...

Η νεοελληνική απόδοση που έκανα είναι ε­λεύθερη, χωρίς βεβαίως ν' απομακρύνεται πολύ από το κείμενο.
Θέλω εδώ να προσθέσω μια πολύ σημαντική σημείωση του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου για τα μνημόσυνα.
«Επειδή δε ενταύτα ο λόγος περί Μνημοσυ­νών είναι, σημειούμεν, ότι, τα μεν τρίτα οπού γί­νονται εις τους κεκοιμημένους αδελφούς, δηλούσι κατά τον Θεσσαλονίκης ιερόν Συμεών, ότι ο κοιμηθείς αδελφός υπό της αγίας Τριάδος εξ αρ­χής συνετέθη. Τα δε έννατα των κεκοιμημένων σημαίνουσιν, ότι ο διαλυθείς εις τα εξ ων συνετέ­θη, έχει να συγκαταριθμηθή με τα εννέα άυλα τάγματα των Αγγέλων, ως άυλος και αυτός. Τα δε τεσσαρακοστά δηλούσιν, ότι, εν τη μελλούση αναστάσει συντεθείς πάλιν κατά τρόπον υψηλότερον, έχει και αυτός να αναληφθή ως ο Κύριος, και αρπαγείς εν νεφέλαις, να υπαντήση τω Κρι­τή. Ταύτας τας τρεις καταστάσεις του ανθρώπου σημαίνουσι και τα τρίμηνα και εξάμηνα, και εννεάμηνα, και απλώς ειπείν, υπέρ καθαρισμού του αποθανόντος ταύτα τελούνται, και εξαιρέτως τα τεσσαρακοστά, ως τούτο δηλούται από το παρά­δειγμα του Κυρίου μας, όστις και εις τας τρεις γεννήσεις αυτού τρεις ολόκληρους Τεσσαρακο­στάς εφύλαξεν, εν εαυτώ τυπών τον ημέτερον βίον. Γενέθλιος γαρ ημέρα και ο εκάστου θάνα­τος ονομάζεται, κατά τον να' της εν Λαοδικεία. Αι δε Αποστολικαί Διαταγαί (βιβλ. η, κεφ. μβ') λέγουσιν, ότι τα μεν τρίτα γίνονται δια τον τριημέρως εγερθέντα Χριστόν, τα δε έννατα εις ενθύμησιν ζώντων και τεθνεώτων, τα δε τεσσαρακο­στά, κατά τον παλαιόν τύπον. Ούτω γαρ και Μωυσήν ο λαός επένθησεν. Τινές δε λέγουν ότι τα μεν τρίτα γίνονται εις καθαρισμόν του τριμερούς της ψυχής, τα δε έννατα εις καθαρισμόν των πέ­ντε του σώματος αισθήσεων και του γονίμου φυ­σικού, και μεταβατικού, τα δε τεσσαρακοστά εις καθαρισμόν των εν τω σώματι τεσσάρων στοι­χείων, από τα οποία καθ' ένα υπηρέτησεν εις την παράβασιν των δέκα εντολών, τετράκις δε τα δέ­κα, κάμνουν τεσσαράκοντα». (Πηδάλιον, Εν Α­θήναις 1886, σελ. 221)

Δημήτριος Π. Ρίζος        

ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ  ΠΟΥ  ΜΕ  ΠΙΣΤΗ  ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΝ

Ότι οι λειτουργίες και οι αγαθοεργίες τους ωφελούν

1. Τα νόστιμα και ακριβά φαγητά όταν προ­σφέρονται συχνά, όχι μόνο τους πεινασμένους προκαλούν να φάνε, αλλά και τους χορτάτους. Το ίδιο και τα γλυκόπιοτα ποτά όχι μόνο τους δι­ψασμένους τραβάνε, αλλά και όσους έχουν πιει. Αλλά και με τους φιλόπλουτους παρόμοια συμ­βαίνουν, αφού όταν αποκτήσουν πλούτο ανεβαί­νει η αγάπη τους προς αυτόν και αγωνίζονται κα­θημερινά να τον επαυξήσουν.

Λοιπόν και σας τίμια μέλη της εκκλησίας, ιε­ρείς και πατέρες, αδελφοί και μητέρες και τέκνα αγαπητά, δεν σας ανάγκασε η στέρηση των θείων λόγων, ούτε η δίψα για τα ιερά μαθήματα και τη θεόπνευστη γνώση να τρέξετε στο λόγο που τώ­ρα σας προσφέρεται, αλλά θεοχαρίτωτη επιθυμία που σας οδηγεί ψηλότερα σε δύναμη και χάρη πνευματική. Γιατί αυτό που έχει λείψει στους τελείους βρέθηκε από νεόφυτο, αυτό που δεν πρό­σεξαν οι σοφοί φανερώθηκε σε αγράμματους, αυ­τό που ξέφυγε από τους δασκάλους ήρθε και φώ­τισε μαθητές. Για μας ούτε αυτό μπορώ να τολμή­σω να το πω, αλλά αφού μαζέψουμε τις ρόγες που έμειναν στο αμπέλι μετά τον τρύγο, και τα στά­χυα που λόγω της πληθώρας έμειναν στο χωράφι και γενικώς κάθε καρπό που εγκαταλείφθηκε πά­νω στα δένδρα μετά τη συγκομιδή, με αυτά, επα­ναλαμβάνω, τα εφόδια θα φιλέψουμε όσους θέ­λουν, και πάντα με τη βοήθεια του Χριστού του αληθινού βοηθού Θεού που επιβεβαιώνει το λόγο με έργα και αποδείξεις.

2. Το κούφιο και άδειο από κάθε καλό και α­γαπητό στο Θεό πράγμα και από κάθε θεοφιλή σκέψη φίδι, ο πατημένος κάτω από το πέλμα ε­χθρός, που κτυπιέται από τη φιλαδελφία, που κομματιάζεται από την πίστη, που νεκρώνεται α­πό την ελπίδα, που ταράζεται από τη συμπάθεια, το παράνομο αυτό φίδι επέπεσε με τρόπο παράνο­μο και άθεσμο πάνω σε κάποιους και τους φύτεψε την ιδέα ότι τάχα όλα τα αγαπητά στον Θεό έργα σε τίποτε δεν ωφελούν τους πεθαμένους. Υπενθυ­μίζει μάλιστα τα χωρία: «Τους απέκλεισε ο Θεός απ' αυτά» (Ιώβ 3, 23), και «Ο καθένας θα αποκο­μίσει ανάλογα με όσα με το σώμα του έπραξε, είτε καλό είτε κακό» (Β' Κορ. 5, 10), και «Ποιος θα σε δοξολογήση στον άδη;» (Ψαλμ. 6, 6), και «Συ θα πλήρωσης στον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ. 61, 13), ή το «Ό,τι έσπειρε ο καθέ­νας αυτό και θα  θερίση» (Γαλ. 6, 7).

Αλλά θα τους πούμε: Σοφοί εσείς, ερευνήστε και μάθετε ότι είναι μεγάλος ο φόβος από τον Δεσπότη των όλων Θεό, αλλά πιο πολύ υπερέχει η αγαθότητά του. Και οι απειλές είναι φοβερές, αλλ' η φιλανθρωπία του αφάνταστα πιο μεγάλη. Τρομακτικές είναι και οι καταδίκες, αλλά λόγια δεν βρίσκονται για την καλωσύνη του.

3. Ακούστε τι λέει η θεία Γραφή: Πως ο Ιού­δας ο Μακκαβαίος στη Σιών την πόλη του μεγά­λου βασιλέως, όταν είδε το λαό του θανατωμένο από τους εχθρούς, και αφού ερευνώντας βρήκε α­νάμεσά τους είδωλα, αμέσως πρόσφερε με κάθε ευλάβεια και αγάπη θυσία καθαρτική για τον κα­θένα απ' αυτούς στον έτοιμο για ευσπλαχνία Κύριο. Και γι' αυτή του την πράξη τον θαυμάζει και τον επαινεί η Γραφή. Αλλά και οι θείοι Από­στολοι, οι αυτόπτες μάρτυρες του Λόγου, που σα­γήνευσαν τον κόσμο, καθόρισαν να γίνεται κατά τη θεία λειτουργία μνημόνευση των πιστών νε­κρών. Αυτή την παράδοση χωρίς καμμιά αντίρ­ρηση την κρατεί η απλωμένη στα πέρατα του κό­σμου Εκκλησία του Χριστού και Θεού σταθερά από τότε μέχρι σήμερα και μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Οπωσδήποτε όχι αλόγιστα το καθιέ­ρωσαν, ούτε άδικα και τυχαία. Γιατί τίποτε ανώ­φελο δεν παρέλαβε η αλάθητη θρησκεία των χρι­στιανών, αλλά όλα όσα κρατεί στους αιώνες στα­θερά είναι και χρήσιμα και αρέσουν στο Θεό και βοηθούν στη σωτηρία.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

 4. Ακόμα είπε ο Διονύσιος, αυτός που γνώρι­σε τα ουράνια, στη μυστική του θεωρία για τους κεκοιμημένους τα παρακάτω: «Οι προσευχές των αγίων και σ' αυτή τη ζωή, αλλά πολύ περισσότε­ρο στη μετά θάνατο, επιδρούν σ' αυτούς που εί­ναι άξιοι προσευχών, δηλ. στους πιστούς».

Και υστέρα από λίγο: «Ο θείος ιεράρχης, ο διδάσκαλος της θεαρχικής δικαίωσης ποτέ δε ζη­τούσε όσα δεν ήταν αρεστά στο Θεό και τα οποία του είχε υποσχεθή ότι θα του τα δώση με θεϊκό τρόπο. Για τον λόγο αυτόν και δεν τα εύχεται στους ανίερους δηλ. τους αβάπτιστους»... «Λοι­πόν ο θείος ιεράρχης ζητάει όσα αρέσουν στο Θεό και θα δωρηθούν οπωσδήποτε»... «Η ευχή της αγαθότητος του Θεού ζητάει να συγχωρεθούν όλα τα πταίσματα των κεκοιμημένων που έγιναν από την ανθρώπινη αδυναμία, και να τοποθετη­θούν στη χώρα των ζώντων, στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, απ' όπου έ­χει φυγαδευθεί ο πόνος, το δάκρυ και ο στεναγ­μός. Και να παραβλέψη η θεαρχική εξουσία τις αμαρτίες που έκανε ο νεκρός από ανθρώπινη αδυ­ναμία, αφού, όπως λέει η Γραφή, «κανένας δεν εί­ναι καθαρός από αμαρτία»».

Βλέπεις, εσύ που αντιλέγεις, πώς βεβαιώνει ό­τι ωφελούν οι προσευχές εκείνους που αναχώρη­σαν με την ελπίδα στο Θεό;

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

5.Μετά τον Διονύσιο να ο συνώνυμος με τη θεολογία ο Γρηγόριος τι γράφει για τη μητέρα του στον επιτάφιο λόγο του αδελφού του Καισαρίου: «Ακούσθηκε κήρυγμα αξιοπρόσεκτο και ελαφρώνεται ο πόνος της μητέρας από την καλή και σύμφωνη με το θείο νόμο υπόσχεση, ότι θα τα δώσει όλα για το παιδί ως δώρο του επιτά­φιο»... «Όσα εξαρτώνται από μας τα κάναμε. Όμως και άλλα θα δώσουμε και θα προσφέρουμε τις ετήσιες τιμές και μνημόσυνα, εάν βεβαίως μείνουμε στη ζωή».

Βλέπεις ότι βεβαιώνει και χαρακτηρίζει κα­λές και θείες τις προσφορές που κάνουμε για κεί­νους που αναχώρησαν προς τον Κύριο και απο­δέχεται τα ετήσια μνημόσυνα;

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

6.Ύστερα ο αληθινά Χρυσόστομος ο συνώνυμος με το χρυσό Ιωάννης, ο δάσκαλος της φιλοπτωχίας και της μετανοίας στην θεοφώτιστη ερμηνεία στις προς Φιλιππησίους και Γαλάτας επιστολές γράφει: «Εάν οι ειδωλολάτρες μαζί με τους νεκρούς καίνε και τα πράγματά τους, πολύ περισσότερο εσύ ο πιστός πρέπει να συνοδεύσης μαζί με τον πιστό και όσα του ανήκουν, όχι βεβαίως για να γίνουν στάχτη όπως στους εθνι­κούς, αλλά για να τον δοξάσεις περισσότερο. Και εάν ο νεκρός είναι αμαρτωλός για να γλυτώ­σει από τις αμαρτίες του, εάν δε είναι δίκαιος για να αυξηθή ο μισθός και ανταμοιβή του».

Και αλλού γράφει: «Ας σοφισθούμε κάποια ωφέλεια να προσφέρουμε σ' αυτούς που έφυγαν. Ας τους βοηθήσουμε όσο είναι δυνατό. Μιλάω για τις ελεημοσύνες και τις προσφορές που πραγ­ματικά αυτές τους εξασφαλίζουν μεγάλη βελτίω­ση, κέρδος και ωφέλεια. Γιατί αυτά ούτε νομοθε­τήθηκαν ούτε παραδόθηκαν στην Εκκλησία του Θεού από τους σοφούς μαθητές του έτσι άσκοπα και τυχαία. Δεν θα μας παρέδιδαν δηλαδή να εύ­χεται ο ιερέας για τους κεκοιμημένους, εάν δεν γνώριζαν ότι αυτά τους ωφελούν και τους εξασφαλίζουν κέρδος».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ  ΝΥΣΣΗΣ

7. Έπειτα μαζί με αυτούς και ο πάνσοφος Γρηγόριος Νύσσης έτσι γράφει: «Τίποτα δεν πα­ραδόθηκε έτσι ασυλλογίστως και ανωφελώς από τους κήρυκες και μαθητές του Χριστού και κρα­τήθηκε σ' όλη την Εκκλησία. Το να μνημο­νεύουμε κατά την ώρα της ολόφωτης μυσταγω­γίας όσους κοιμήθηκαν με σωστή την πίστη τους είναι και ωφέλιμο στο νεκρό και αρεστό στο Θεό».

8. Γιατί το. «Εσύ θα αποδώσης στον καθένα ανάλογα με τα έργα του» και το. «Ο καθένας θα θερίσει ό,τι έσπειρε» και τα άλλα παρόμοια, λέ­χθηκαν οπωσδήποτε για την δευτέρα παρουσία του Κυρίου και για την κρίση που θα κάνει τότε και για το τέλος αυτού του κόσμου. Τότε βεβαίως δεν είναι καιρός για καμμιά βοήθεια και κάθε πα­ράκληση και ικεσία πηγαίνει χαμένη. Όταν δια­λυθεί το πανηγύρι δεν υπάρχουν εμπορεύσιμα πράγματα. Τότε πού θα είναι οι πτωχοί; Πού οι ιερείς να τελέσουν λατρεία; Πού οι ψαλμωδίες; Πού οι ευεργεσίες και οι αγαθοεργίες; Έτσι προ­τού φτάσει εκείνη η ώρα ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον και ας προσφέρουμε στο φιλάδελφο και φιλάνθρωπο και φιλόψυχο Θεό την φιλαδελφία μας. Γιατί δέχεται ευχαρίστως όσα προσφέ­ρουμε και για όσους δεν πρόλαβαν, και έτσι να το πούμε, για όσους έφυγαν απροετοίμαστοι, και τα λογαριάζει σαν να ήταν έργα και προσφορές που έγιναν απ' αυτούς. Θέλει ο φιλάνθρωπος Κύ­ριος να του ζητάνε και να δίνει τα αιτούμενα που είναι για σωτηρία, και μάλιστα υποτάσσεται ολο­κληρωτικά στην περίπτωση που κάποιος δεν α­γωνίζεται μόνο για τη δική του ψυχή, αλλ' ενδια­φέρεται να προσφέρει κάτι και στον πλησίον του. Στην περίπτωση αυτή γίνεται μιμητής του Θεού ο άνθρωπος και τις δωρεές των άλλων τις ζητάει σαν δικές του χάρες και έτσι εξασφαλίζει την προϋπόθεση της τέλειας αγάπης, κερδίζει τον μακαρισμό για τους ελεήμονες και ωφελεί πάρα πολύ τη δική του ψυχή.

ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ

9.Γιατί όμως θεωρείται το πράγμα τόσο δύ­σκολο; Μήπως την Φαλκονίλλα μετά το θάνατό της δεν την έσωσε η πρωτομάρτυς; Αλλά πιθανόν να ισχυρισθής ότι αυτή με την αξία της ως πρωτομάρτυς την έσωσε και έπρεπε να ακουσθή η προσευχή της. Κι εγώ σου λέγω πάνω σ' αυτό: Σύμφωνοι. Εκεί ήταν η πρωτομάρτυς. Πρόσεξε όμως για ποιον έγινε η παράκληση! Έγινε για μια ειδωλολάτρισσα, που υπηρετούσε έναν καθαρά ανίερο και ξένο κύριο. Εδώ ένας πιστός απευθύνεται στον ίδιο Κύριο για χάρη άλλου πιστού. Βάλτα κοντά αυτά και σύγκρινέ τα και θα σου φύγει κάθε αμφιβολία.

ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ

10.Ας πάμε απ' αυτά σε άλλα παρόμοια και ι­σοδύναμα. Και παραπέμπω στο βιβλίο του Παλλαδίου που έστειλε στο Λαύσο, όπου είναι γραμμένα με ακρίβεια τα θαύματα του μεγάλου και θαυματουργού Μακαρίου, ότι δηλ. ρωτώντας κά­ποιο κρανίο έμαθε όλα τα σχετικά με όσους εί­χαν πεθάνει. Και κοντά στα άλλα ρώτησε: Δεν βρίσκετε λοιπόν καμμιά παρηγοριά; (Το ρώτησε αυτό γιατί ο άγιος συνήθιζε να προσεύχεται για τους κεκοιμημένους και επιθυμούσε να βεβαιωθή ότι γίνονται πραγματικά προς όφελός τους). Ο φιλόψυχος Κύριος για να ικανοποίηση τον πιστό του υπηρέτη και να τον πληροφόρηση επέτρεψε στο ξερό κρανίο να μιλήση και να πη την αλή­θεια. Όταν, λέει, προσφέρης τις δεήσεις για τους νεκρούς τότε αισθανόμαστε μια μικρή ανακούφι­ση.

ΑΝΩΝΥΜΟΣ

11. Κάποιος άλλος από τους θεοφόρους πατέ­ρες, είχε μαθητή με άτακτη ζωή. Όταν τελείωσε την ζωή του απερίσκεπτα, φανέρωσε ο φιλεύ­σπλαχνος Κύριος στον γέροντα, που τον παρακα­λούσε θερμά, ότι θα τον κάψει στη φωτιά μέχρι το λαιμό, όπως τον πλούσιο της παραβολής του Λαζάρου. Τότε ο άγιος άρχισε να παρακαλή θερ­μά και με δάκρυα τον Θεό. Ο Θεός κάμφθηκε και του αποκάλυψε ότι θα τον έχει στη φωτιά μέχρι τη ζώνη. Και πάλι ο γέροντας παρακάλεσε με πο­λύ κόπο και αγωνία και ο Θεός του έδειξε σε ο­πτασία ότι τον απάλλαξε τελείως από τη φωτιά της κολάσεως.

12. Αλλά ποιος μπορεί με τη σειρά να διηγηθή όλες τις μαρτυρίες που υπάρχουν σκόρπιες στους βίους των αγίων, από τις οποίες φαίνεται ότι οι προσευχές, οι λειτουργίες και οι ελεημο­σύνες που γίνονται για τους νεκρούς πολύ τους βοηθάνε και τους ωφελούν; Γιατί τίποτε δεν χά­νεται τελείως από όσα δανείσθηκαν στον Θεό, αλλ' ανταποδίδονται απ' αυτόν πολύ πιο επαυξη­μένα.

13. Όσο για το λόγο του προφήτου ότι «στον άδη ποιος θα σε δοξολογήση;» είπαμε πιο πάνω ότι, ναι μεν οι απειλές του εξουσιαστού Θεού εί­ναι φοβερές, αλλά τελικώς τις κατανικάει η ανεκ­διήγητη φιλανθρωπία του. Εξ άλλου και μετά α­πό το λόγο αυτόν του προφήτου έγινε μετάνοια στον άδη. Εννοώ τη μετάνοια εκείνων που πίστε­ψαν εκεί όταν κατέβηκε κοντά τους ο Δεσπότης. Αλλά κι εκεί δεν τους έσωσε όλους ο ζωοδότης Κύριος, παρά μόνον, όπως λέχθηκε, όσους πίστε­ψαν.

Μερικοί λένε ότι έσωσε όσους πίστεψαν πριν πεθάνουν, όπως οι πατέρες και προφήτες, οι κρι­τές και οι βασιλείς με τους τοπάρχες και κάποιοι άλλοι από τους Εβραίους, λίγοι και γνωστοί σε όλους. Αντιλέγομε όμως σ' όσους υποστηρίζουν αυτό: Ότι δεν είναι δώρο ούτε παράδοξο και θαυ­μαστό το να σώσει ο Χριστός όσους πίστεψαν. Είναι δίκαιος κριτής και όποιος πιστεύει σ' αυ­τόν δεν χάνεται. Έτσι έπρεπε να σωθούν και ν' απαλλαγούν από τα δεσμά όλοι αυτοί όταν κατέ­βηκε ο Θεός και Δεσπότης στον άδη. Και αυτό το φρόντισε ο ίδιος ο Κύριος. Νομίζω όμως ότι εκείνοι που σώθηκαν μόνο από τη φιλανθρωπία του ήταν όσοι είχαν καθαρή ζωή και τελούσαν κάθε καλή πράξη. Και ενώ ζούσαν με λιτότητα, εγκράτεια και σωφροσύνη, δεν κατόρθωσαν να φθάσουν σε καθαρή θεϊκή πίστη, ούτε ασκήθη­καν σ' αυτήν και έμειναν τελείως αδίδακτοι. Αυ­τούς, ο Δεσπότης που τους φροντίζει όλους, τους τράβηξε, τους σαγήνεψε με τα θεία του δίκτυα. Τους έκανε να τον πιστέψουν και τους φώτισε με τις θεϊκές του ακτίνες δείχνοντάς τους το αληθι­νό φως. Δεν το βαστούσε η καρδιά του, αυτός που είναι από μόνος του αγαθός, να πάνε χαμένοι οι κόποι τους, γιατί είχαν πράγματι κουραστική ζωή και περιορισμένη όσο δε λέγεται. Νίκησαν τα πάθη τους, αρνήθηκαν τις ηδονές και εμπρά­κτως έδειξαν την ακτημοσύνη και την εγκράτεια μαζί με την αγρυπνία και κάθε καλή πράξη. Όχι με ευσέβεια, αλλά σίγουρα πέρασαν τη ζωή τους νομίζοντας ότι τηρούν σωστά την παλιά υπόσχε­ση, αλλά ήταν λάθος.

Υπάρχουν και μερικοί που προσέγγισαν κά­πως το μεγαλείο της παντοδύναμης Τριάδος. Με­ρικοί προφήτευσαν την σάρκωση του Λόγου, τα σεπτά πάθη και την ανάσταση. Άλλοι μίλησαν για την παρθενική γέννηση αποκαλύπτοντας και το όνομά της: Μαρία είναι το όνομα της κόρης. Μερικοί ανέφεραν τις θαυματουργίες του Κυρίου στους νεκρούς, τους τυφλούς, μουγγούς, λεπρούς, κωφούς, παραλύτους, δαιμονισμένους, κτλ. τον περίπατο πάνω στη θάλασσα, τον πολλαπλασια­σμό των άρτων και ψαριών, την μετατροπή του νερού σε κρασί. Προφήτευσαν τη θεραπεία της αιμορροούσας και της συγκύπτουσας και πολλές άλλες.

Αυτούς η δύναμη του Λόγου δε θα τους άφηνε να χαθούν, ούτε θα έμεναν απλήρωτοι οι κόποι τους, γιατί ούτε ο χρόνος που διατέθηκε γι' αυτά θα πάει χαμένος, ίσα - ίσα που επιστρέφεται πολλαπλάσιος σ' αυτούς που έζησαν δίκαια.
      
Αντίθετα όσοι έζησαν με αισχρότητα και δεν έπραξαν κανένα καλό και επειδή είναι χωρίς σπόρο, και βρίσκονται και στη ζωή και στα λό­για και στην πίστη σε πλάνη, και δεν τους πότισε η ουράνια βροχή, δεν μπόρεσαν να καρποφο­ρήσουν. Σπόρο δεν είχαν, όταν ανέτειλε ο ήλιος της δικαιοσύνης δεν άνθισαν και δεν καρποφόρη­σαν, αυτούς ο Χριστός δεν τους ωφελεί καθόλου. Δεν τους ανάστησε, όπως νομίζω, γιατί δεν επιδέχονταν σωτηρία. Εξ άλλου ούτε πίστεψαν σ' αυ­τόν, γιατί χάλασαν το νου τους και τους σκότισε τα νοερά μάτια ο πρώτος δράκος (ο διάβολος) τον οποίον εξ αρχής λάτρευσαν. Έτσι ώστε, φυ­σικά, ενώ έβλεπαν δεν κατανοούσαν και ενώ ά­κουγαν δεν καταλάβαιναν καθόλου (Λουκ. 8, 10). Αντίθετα όλοι οι άλλοι, όσοι είχαν σπόρο, όταν φάνηκε ο ήλιος βλάστησαν και όταν έπεσε η βροχή έβγαλαν καρπό.


Να που μας ανέβασε ο λόγος να λύσουμε με τη βοήθεια του Θεού κάποια πράγματα που ήταν σκοτεινά. Και αυτό όχι με τρόπο κατηγορηματι­κό, γιατί είμαι ανάξιος, αλλά συμπερασματικά α­πό την αγάπη προς τους αδελφούς. Αυτούς, όπως νομίζω, τους έσωσε ο Χριστός στον άδη.

14. Με τη συνεργεία του Χριστού αποδείχθη­κε ότι στον άδη έγινε μετάνοια. Αυτό δε σημαίνει ότι καταργούμε την προφητεία, όχι ποτέ. Α­πλώς θέλουμε να δείξουμε ότι ο πανάγαθος Κύ­ριος νικιέται από την αγάπη του στον άνθρωπο. Το ίδιο έγινε και με το λόγο. «η Νινευΐ θα καταστραφή» (Ιωνάς 3, 4), που όμως δεν καταστράφηκε, γιατί νίκησε η αγαθότητα τη δίκαιη κρίση του Θεού. Και στον Εζεκία: «τακτοποίησε τα του οίκου σου γιατί θα πεθάνης και δε θα ζήσεις» (Δ' Βασ. 20, 1) και όμως δεν πέθανε. Και στον Αχαάβ του διαμήνυσε. «θα προκαλέσω δεινά», αλ­λά δεν τα προκάλεσε, και είπε «είδες πως συγκι­νήθηκε ο Αχαάβ» (Γ' Βασ. 20, 21). Πάλι δηλ. νί­κησε η αγαθότητα την απόφαση, όπως εξάλλου γίνεται σε πολλές άλλες περιπτώσεις και θα γίνε­ται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, μέχρι που θα ρθη το τέλος του πανηγυριού και δεν θα υπάρχη καιρός για βοήθεια, αλλά θα είναι μόνος ο άν­θρωπος και το φορτίο του. Ενώ τώρα είναι και­ρός. Είναι καιρός για εργασία, καιρός συναλλα­γής, καιρός προσπάθειας, κόπου και μόχθου. Και μακάριος όποιος δεν απέκαμε και δεν κουράσθη­κε να ελπίζει. Πιο μακάριος όμως είναι όποιος α­γωνίσθηκε και για τον εαυτό του και για τον πλη­σίον του.

15. Γιατί αυτό, δηλ. το να τρέχει κανείς σε βοήθεια του πλησίον, κατευχαριστεί και χαροποιεί το φιλεύσπλαχνο Θεό. Ο φιλάνθρωπος το επιδιώκει αυτό και το θέλει γιατί μας δίδεται η δυνατότητα να αλληλοευεργετούμαστε τόσο εδώ όσο και μετά θάνατο. Γιατί αν αυτό δεν το ήθελε και δεν ήταν σωστό στα μάτια του δεν θα μας έδι­νε το δικαίωμα να μνημονεύουμε τους πεθαμέ­νους στη θεία λειτουργία, να κάνουμε τα μνημό­συνα και τις άλλες τελετές στις τρεις ημέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο. Πρακτική την οποία αποδέχεται στο σύνολό της η καθολική και αποστολική Εκκλησία και εφαρμόζει ο πιστός λαός του Θεού χωρίς καμμιά επιφύλαξη ή αμφισβήτηση. Αλλιώς, αν δηλ. αυτά ήταν μια κοροϊδία χωρίς κανένα όφελος, σε κάποιον από τους θεοφόρους αγίους πατέρες και πατριάρχες θα ερχόταν η φώτιση να σταματήσει την πλάνη. Κανένας όμως ούτε καν δοκίμασε ποτέ να τα εξα­λείψει. Και επί πλέον μάλιστα τα επικύρωσαν με την καθημερινή πράξη, τα επαυξήσανε και προσθέσανε και καινούργια στοιχεία.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ

16. Καιρός όμως να θυμηθούμε και άλλες ι­στορίες. Λοιπόν ο Γρηγόριος ο Διάλογος, ο της παλαιάς Ρώμης επίσκοπος, ξακουστός, και έτσι τον ξέρουν όλοι, ως άνδρα άγιο και σοφό, που ό­ταν λειτουργούσε ήταν πάντα μαζί του και ένας άγγελος συλλειτουργός του, λένε, ότι ενώ περπα­τούσε στο δρόμο σταμάτησε την πορεία του για να προσευχηθή στον Κύριο να συγχωρήσει τις α­μαρτίες του βασιλέως Τραϊανού. Του ήρθε τότε ουράνια φωνή που του είπε: «Άκουσα την προ­σευχή σου και δίνω συγχώρηση στον Τραϊανό. Εσύ όμως να σταματήσης να προσφέρης προσευ­χές για τους ασεβείς». Ότι αυτό είναι αλήθεια το βεβαιώνει ολόκληρη η Ανατολή και η Δύση. Βλέπεις που αυτό είναι ανώτερο από την περίπτωση της Φαλκονίλλας! Γιατί εκείνη στο κάτω κάτω δεν έκανε κακό σε κανέναν, ενώ αυτός έγινε αιτία πικρού θανάτου πολλών μαρτύρων.

17. Κύριε και Δέσποτα, είσαι θαυμαστός και αξιοθαύμαστα τα έργα σου και δοξολογούμε τη μεγάλη σου ευσπλαχνία, γιατί γέρνεις προς την φιλανθρωπία, παρέχεις ευκαιρίες στους δούλους σου και για τη φιλανθρωπία και για την ακλόνη­τη πίστη και ελπίδα σε σένα. Και ακόμα με τους υπηρέτες σου μας έμαθες να κάνουμε κι εμείς α­γαθοεργίες ο ένας στον άλλον, να προσφέρουμε διάφορες θυσίες και να κάνουμε προσφορές, να στέλνουμε ύμνους, ψαλμωδίες και προσευχές, όχι τυχαία και μάταια. Γιατί εσύ είσαι αμετακίνητος και πλούσιος δοτήρας πολλαπλάσιας ανταπόδο­σης σ' όλους όσους κάτι προσφέρουν για τη δό­ξα σου, και γενικά τίποτε δεν είναι χωρίς όφελος από όσα γίνονται στο όνομά σου.

18. Δεν πρέπει να περάσει από το μυαλό κανε­νός, αδελφοί και πατέρες, ότι αυτά που προσφέ­ρονται με πίστη στο Θεό δεν φέρνουν πίσω πλού­σια την ανταμοιβή τόσο σε εκείνον που προσφέ­ρει, όσο και σε εκείνον για τον οποίο προσφέρο­νται. Παράδειγμα εκείνος που θα αλείψη κάποιον άρρωστο με μύρο ή αγιασμένο λάδι. Πρώτα δέχε­ται ο ίδιος τη χρίση και στη συνέχεια χρίει τον άρρωστο. Έτσι αυτός που τρέχει για τη σωτηρία του πλησίον πρώτα ωφελεί τον εαυτό του και με­τά τον πλησίον. Ο Θεός δεν είναι άδικος, για να ξεχνάει το έργο που γίνεται.

ΜΕΓΑΣ  ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

19. Ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λό­γο του για τους κοιμηθέντας γράφει: «Μη αρνεί­σαι να προσφέρης λάδι και να ανάβης κεριά στον τάφο του, επικαλούμενος Χριστόν τον Θεόν, και αν ακόμα ο κοιμηθείς τελείωσε ευσεβώς τη ζωή του και τοποθετήθηκε στον ουρανό. Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από το Θεό και προσκομίζουν μεγάλη την ανταπόδοσή του, γιατί το λάδι και το κερί είναι θυσία και η θεία λειτουργία εί­ναι εξιλέωση. Η δε αγαθοεργία φέρνει τελικά προσαύξηση σε κάθε αγαθή ανταπόδοση. Ο σκο­πός του προσφέροντος για την ψυχή κοιμηθέντος είναι ίδιος με τα όσα κάνει όποιος έχει μικρό παιδί άρρωστο και αδύναμο, για το οποίο προ­σφέρει στον ιερό ναό κεριά, θυμίαμα και λάδι με πίστη και τα χαρίζει όλα για το παιδί του. Τα κρατάει και τα προσφέρει με τα χέρια του σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρη το ίδιο το παιδί, ακριβώς δηλ. όπως γίνεται όταν στο βάπτισμα αποκηρύσσεται ο σατανάς από τον ανάδοχο για λογαριασμό του νηπίου. Παρομοίως πρέπει να θεωρείται και όποιος πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι κρατάει και προσφέρει τα κεριά και το λάδι, και όλα όσα προσφέρονται για τη λύτρωσή του. Έτσι με τη χάρη του Θεού η προσπάθεια που γί­νεται με πίστη δε θα πάει χαμένη. Να είστε σίγουροι ότι οι θείοι απόστολοι και οι θεοδίδακτοι διδάσκαλοι και οι θεόπνευστοι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το θείο και φωτίσθηκαν καθόρισαν με τρόπο θεάρεστο τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη εκείνων πού πέθαναν. Και όλα αυτά μέχρι σήμερα, πάντα με τη χάρη του φιλανθρώπου Θεού, αυξάνονται και συμπληρώνονται σ' όλα τα σημεία του ορίζοντος για να δοξάζεται και να εξυμνείται ο Κύριος των κυρίων και Βασι­λεύς των βασιλευόντων».

20. Αλλά έρχεται ο αντίθετος και λέει: «Εάν έτσι έχουν τα πράγματα θα σωθούν όλοι και κα­νείς δε θα χαθή».

Μακάρι να συμβή αυτό. Αυτό είναι που επιθυ­μεί, που επιδιώκει, που θέλει, και αυτό είναι που ευχαριστεί τον πανάγαθο Κύριο, να μη στερηθή κανένας τις δωρεές του. Σάμπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Γι' αυτούς ήρθε από τον ουρανό και πήρε σάρκα από την Παρθένο, έγινε άνθρωπος και έπαθε; Στους αγγέλους πάλι θα πη «ελάτε ευλογημένοι του πα­τέρα μου να κληρονομήσετε την ετοιμασμένη βα­σιλεία»; (Ματθ. 25, 34). Δεν μπορεί να υπάρχη άλλη γνώμη. Αυτός που έπαθε για τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο ετοίμασε και τα βραβεία. Εξ άλλου ποιος καλεί φίλους και δεν χαίρεται να του έρθουν όλοι και να χαρούν μαζί του; Γιατί για ποιον έκανε τις ετοιμασίες; Αν αυτό το θέ­λουμε εμείς φανταστείτε πόσο περισσότερο το θέλει ο μεγαλόδωρος και από τη φύση του πανά­γαθος και φιλάνθρωπος Θεός, που χαίρεται πε­ρισσότερο μοιράζοντας και παρέχοντας δώρα, α­πό όσο χαίρεται εκείνος που τα λαμβάνει.

21.Όσοι αμφισβητούν τα παραπάνω να προ­σέξουν. Τον κάθε άνθρωπο που φρόντισε και έκανε έστω μικρά ζύμη από αρετές και δεν πρόλαβε να τη μεταβάλη σε άρτο, ήθελε σίγουρα, ήταν στην επιθυμία του, αλλά είτε από αμέλεια, είτε α­πό τεμπελιά, είτε από ατολμία, είτε από αναβολή, σήμερα - αύριο, και τον πρόλαβε και τον θέρισε ο θάνατος απρόσμενα, χωρίς να το περιμένη, αυτόν δεν πρόκειται να τον λησμονήσει ο δίκαιος Κριτής και Δεσπότης. Στην περίπτωση αυτή θα παρακίνηση, μετά το θάνατό του, τους δικούς του φίλους και συγγενείς και θα συγκίνηση τις ψυχές τους για να τον βοηθήσουν. Τότε αυτοί παρακινημένοι από το Θεό, που θα τους ανάψει τις ψυχές να αγαπήσουν, αυτοί θα τρέξουν να καλύψουν το κενό εκείνου που πέθανε.

Και αντιθέτως για εκείνον που έζησε μέσα στην αμαρτία, σε μια ζωή γεμάτη με αγκάθια και βρωμιές, που δεν άκουσε ποτέ τη φωνή της συνει­δήσεώς του, που κυλιόταν χωρίς φόβο και ντρο­πή στις δυσωδίες των ηδονών με μόνη φροντίδα να ικανοποιή τις ορέξεις της σαρκός του, με κα­νένα ενδιαφέρον για την ψυχή, με φρόνημα καθα­ρά σαρκικό και κοσμικό, σ' αυτόν, όταν έρθη η ώρα του θανάτου, κανένας δε θα δώση χέρι βοη­θείας. Όλα θα εξελιχθούν έτσι ώστε να μη τον βοηθήση ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του, ούτε οι φίλοι του και συγγενείς, ούτε κανένας αφού ο Θεός δεν τον έχει μετρημένο με τους δι­κούς του.

22.Εύχομαι, αν είναι δυνατόν, να με βοηθήσουν οι φίλοι μου να μην αφήσω κανένα υστέρη­μα. Εάν όμως φτάσω στο τέλος χωρίς να είμαι έ­τοιμος και ως άνθρωπος αφήσω κανένα υστέρη­μα, παρακαλώ τον Κύριο να συγκίνηση τις ψυχές των φίλων και συγγενών, να ζεστάνει τις καρδιές τους για να με βοηθήσουν μετά το θάνατό μου με έργα αρεστά στο Θεό. Κύριε, Θεέ των θαυμάτων και βοηθέ των απόρων σε ικετεύω, την ώρα εκεί­νη να μη βρεθώ με κανένα υστέρημα, σε τίποτε λειψός τόσο εγώ όσο και όσοι πιστεύουν σε σέ­να.

 Αλλά ας ακούσομε τί λέει, τί διδάσκει ο ιε­ρός Χρυσόστομος, που τον ανέφερα και νωρίτερα: «Εάν δεν πρόλαβες να ρυθμίσεις όλα τα ζη­τήματα της ψυχής όσο ζούσες, τότε φρόντισε, έ­στω και στα τελευταία σου, να αφήσης εντολή στους δικούς σου να σου στείλουν όλα τα δικά σου μαζί σου και να σε βοηθήσουν. Εννοώ βε­βαίως τις ελεημοσύνες και τις προσφορές. Έτσι θα μαλακώσεις τον Λυτρωτή απέναντί σου, αφού με αυτά ευχαριστιέται και τα δέχεται».

Και αλλού γράφει ο ίδιος: «Στη διαθήκη σου βάλε να σε κληρονομήση μαζί με τα παιδιά σου και ο Δεσπότης Χριστός. Βάλε στο χαρτί και το όνομα του Κριτή και μη παραλείπης τους φτω­χούς. Και εγώ εγγυώμαι γι αυτούς. Αυτό δεν ση­μαίνει πως έχετε το δικαίωμα να δικαιολογείσθε για να μην κάνετε ελεημοσύνες όσο είστε ζωντα­νοί, δεν είναι αφορμή για να αφήνετε τις ελεημο­σύνες για μετά το θάνατο. Μια τέτοια σκέψη εί­ναι εντελώς απαράδεκτη, ντροπιαστική και ξένη από το θέλημα του Θεού. Ίσα-ίσα είναι πολύ κα­λό και πολύ αρεστό στο Θεό και καλοδεχούμενο απ' αυτόν να στολίζη ο κάθε θεοσεβής και θεοφο­βούμενος χριστιανός τον εαυτό του με όλες τις α­γαθοεργίες. Να απομακρύνεται από κάθε ακαθαρ­σία πνευματική. Να ακολουθεί τις φωτεινές εντο­λές του Θεού για να μπορή να του πη θαρρετά, όταν θα βρεθή μπροστά του, «η καρδιά μου είναι έτοιμη, Θεέ μου, η καρδιά μου είναι έτοιμη» (Ψαλμ. 107, 2). Και έτσι ετοιμασμένος να μπόρε­ση να υποδεχθή τους αγγέλους που κατεβαίνουν να τον παραλάβουν».

Αυτό όμως λίγοι το κάμνουν και το πετυχαί­νουν, κατά το λόγιο: «λίγοι είναι αυτοί που σώζονται» (Λουκ. 13, 23). Βεβαίως αυτό δεν το είπε τυχαία η Σοφία του Θεού, αλλά με κάποιο, θα έ­λεγα, παράπονο ότι «λίγοι είναι όσοι σώζονται». Πράγματι γνωρίζομε ότι πολύ δύσκολο να βρε­θούν σ' αυτή την κατηγορία άνθρωποι. Αναγκα­στικά λοιπόν πηγαίνομε στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των αποστόλων και των πατέρων. Ώστε οι κεκοιμημένοι, με τη βοή­θεια του Θεού, να ωφελούνται. Η φιλανθρωπία να αυξάνεται. Να επιβεβαιώνεται η ελπίδα της α­ναστάσεως. Να δυναμώνη η προσευχή στον Θεό. Να πυκνώνη το εκκλησίασμα στους ιερούς ναούς και να είναι πιο θερμό. Και να παίρνη όλο και πιο μεγάλες διαστάσεις η αγαθοεργία προς τους φτωχούς.

23-24. Δείτε με πόσους τρόπους η υπόθεση γί­νεται επικερδής και ωφέλιμη και από πόσα επιβεβαιώνεται η βοήθεια προς τους κεκοιμημένους. Γιατί γίνεται αφορμή σωτηρίας και των καταλεγόντων. Επειδή αν σβήσεις την αιτία χάνεις και τα αποτελέσματα. Ποια ανάγκη θα έπειθε τους μι­κρόψυχους να προθυμοποιηθούν και να την τελέ­σουν εάν δεν ήταν σίγουροι ότι θα απαλλάξουν τους δικούς τους από τα παραπτώματα; Τότε πια δεν θα γράφονται στις διαθήκες μερίδια για τους πτωχούς. Θα σταματήσουν οι λειτουργίες υπέρ των νεκρών, οι ψαλμωδίες και οι άλλες τελετές και τα μνημόσυνα που γίνονται στις τρεις μέρες, στις εννέα, στις σαράντα, στο χρόνο, όλα δηλ. αυτά που όχι τυχαία τα καθιέρωσαν οι διδάσκα­λοι. Μακάρι όμως να μη συμβή κάτι τέτοιο ή να παραλείψουμε κάτι από αυτά.

25. Υπάρχει όμως το ερώτημα: Τί γίνεται με τους ξένους, τους πτωχούς και γενικά μ' εκείνους που δεν έχουν δικούς τους για να βοηθήσουν και να τρέξουν, ούτε μπορούν να αφήσουν κληρονο­μιά ή να τελέσουν λειτουργίες, ή ελεημοσύνες; Άραγε επειδή δεν έχουν ανθρώπους να τους συ­μπονέσουν θα χάσουν την ευκαιρία της σωτη­ρίας; Μήπως είναι άδικος ο Θεός να δίνη σε ό­σους έχουν και μπορούν και να στερή όσους δεν έχουν; Βγάλτε αυτό από το μυαλό σας, γιατί είναι δίκαιος ο Θεός και Δεσπότης, ή για να πούμε την ακρίβεια αυτός είναι η ίδια η δικαιοσύνη, είναι η σοφία, η αγαθότητα και η μόνη δύναμη. Η δι­καιοσύνη του θα μέτρηση σωστά στον άπορο τα όσα έχει ο πλούσιος. Η σοφία του θα κάνη τα πράγματα έτσι που θα καλυφθούν οι ελλείψεις.

Η δύναμή του θα αποδυνάμωση τον δυνατό και θα ενισχύση τον αδύνατο. Η αγαθότητά του θα σώση το πλάσμα του, εάν βεβαίως αυτό δεν είναι από την μερίδα που συχαίνεται την ορθή πίστη και που η αριστερή πλάστιγγά του βαραίνει πολύ.


Γιατί λένε οι φωτισμένοι από το Θεό άνδρες, ότι η κατάσταση της τελευταίας στιγμής και οι πράξεις ζυγίζονται σε μια ζυγαριά. Και εάν η ζυ­γαριά κλίνη προς τα δεξιά είναι φανερό ότι την ψυχή αυτή θα την πάρουν οι δεξιοί άγγελοι. Εάν η ζυγαριά ζυγιάζεται στα ίσα τότε νικάει η φι­λανθρωπία του Θεού. Αλλά κατά τους θεολόγους και αν η ζυγαριά γέρνη λίγο προς τα αριστερά τότε το λίγο έλλειμμα το αναπληρώνει η ευσπλα­χνία του Θεού. Έχομε τρεις λοιπόν θείες κρίσεις του Δεσπότου. Δίκαιη η πρώτη. Φιλάνθρωπη η δεύτερη. Υπεράγαθη η τρίτη. Υπάρχει όμως και μια τέταρτη. Είναι όταν οι πονηρές πράξεις είναι κατά πολύ βαρύτερες. Τότε αλλοίμονο, αδελφοί μου. Όμως και εδώ η κρίση του Θεού είναι δί­καιη, αφού αποδίδει με δικαιοσύνη όσα ανήκουν στον καθένα.

26. Μερικοί επικαλούνται τα λόγια του μακα­ρίου και ουρανοφάντορα Βασιλείου: «Μη πλανιέ­στε, ο Θεός δεν κοροϊδεύεται» (Γαλ. 6, 7). «Ο νε­κρός δεν μπορεί να θυσιάζη και να κάνη προσφο­ρές. Σάμπως μπορείς με αποφάγια να στρώσης τραπέζι στους λαμπρούς απεσταλμένους του βα­σιλέως; Γιατί αν εκείνος που προσφέρει από το περίσσευμά του δεν γίνεται δεκτός, εσύ θα προσφέρης στον ευεργέτη ό,τι σου περίσσεψε μετά από μια ζωή;» Σ' αυτούς απαντάμε έτσι: Καλά τα λέει ο Μέγας Βασίλειος. Πρέπει όμως να δούμε σε ποιον τα λέει. Τα λέει στους πλεονέκτες, στους σκληρούς άρπαγες, στους άσπλαχνους και άπονους. Να πως τους ονομάζει: «Μιλάμε σε πέ­τρινη καρδιά. Όταν ζούσες μέσα στις ηδονές, στην καλοπέραση, στην καλοζωή σου τότε δεν καταδεχόσουν ούτε ένα βλέμμα να ρίξης στους πτωχούς. Όταν θα πεθάνης ποιος μισθός σου ο­φείλεται;»... Και πάλι αλλού λέει ο ίδιος: «Δεν μου επιτρέπει το σπίτι του γείτονα να έχω θέα»... «Ο άρπαγας δε σέβεται ούτε το χρόνο ούτε έχει φραγμούς, αλλά όλα σαν φωτιά τα αγκαλιάζει και τα εκμεταλλεύεται και σαν το ορμητικό ποτάμι παρασύρει τα πάντα μπροστά του». Πολλά τέτοια γράφει στο βιβλίο του το ιερό και είναι φανερό ότι απευθύνεται σ' αυτούς που όχι μόνο δεν έδω­σαν κάτι για τους πτωχούς, αλλά φρόντιζαν να αρπάζουν και όσα ανήκαν σ' αυτούς.

27. Και να μην ακούσω κανέναν να λέη: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι με πλούτο και να μη λυπούνται τους πτωχούς; Και βεβαίως υπάρχουν, όπως έχει λεχθή σε πολλές εποχές, αλλά και στα χρόνια του αξέχαστου και οσιωτάτου Ιωάννου του Ελεήμονος, ο Πέτρος ο τελώ­νης που από άσπλαχνος μεταστράφηκε σε ελεή­μονα και άγιο. Λέγεται στην ιστορία του ότι ήρ­θε σε έκσταση και είδε να ζυγίζονται οι πράξεις του. Παρατήρησε τότε ότι στη δεξιά πλάστιγγα της ζυγαριάς υπήρχε καθαρό καινούργιο σιτάρι, που το είχε πετάξει με μανία στο πρόσωπο ενός πτωχού. Το σπουδαίο είναι ότι του πέταξε σιτάρι γιατί δεν είχε πρόχειρη πέτρα. Από την οπτασία αυτή ο μακάριος Πέτρος μεταστράφηκε σε μεγά­λη θεοσέβεια.

28. Νομίζω ότι φάνηκε σε ποιους σκληρούς α­πευθύνεται ο Μ. Βασίλειος. Γιατί στον καιρό του έπεσε μεγάλη πείνα. Και οι πλούσιοι έγιναν πιο σκληροί με την τσιγγουνιά τους, τη στιγμή που οι πτωχοί πέθαιναν από την πείνα. Τότε ο άρι­στος αυτός ποιμένας με τα λόγια του, και ας ήταν σκληρά, άνοιξε τις αποθήκες σε όσους τους ήσαν περιττές και δεν τις είχαν ανάγκη. Αν δεν μιλού­σε έτσι με τα σκληρά του λόγια δε θα μπορούσαν να τραφούν οι πτωχοί, ούτε και οι πλούσιοι θα γίνονταν συμπονετικοί. Ε, αυτός έτσι έκανε.

29. Είναι ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας όλη προς την ημέρα εκείνη της φρικτής πα­ρουσίας, δηλ. της δευτέρας του Κυρίου και αυτή να κατευθύνη τις ενέργειές μας, φοβούμενοι μή­πως κατηγορηθούμε από τους συγγενείς μας ότι δεν ενεργήσαμε σωστά, και μάλιστα όσοι πήραμε απ' αυτούς εντολές και μας δώσανε για φύλαξη και διαχείριση περιουσίες. Και μη νομίσει κα­νείς ότι στη παγκόσμια εκείνη συγκέντρωση δεν θα αναγνωρισθούμε μεταξύ μας, δηλ. μην περά­σει από το μυαλό κανενός ότι μπορεί να αποφύγουμε ανεπιθύμητες συναντήσεις εκεί και θα μεί­νουμε αγνώριστοι μεταξύ μας. Η αλήθεια είναι ότι θα αναγνωρισθούμε όλοι όχι από την εξωτε­ρική μορφή, αλλά με το εσωτερικό μας μάτι, το διορατικό μάτι της ψυχής μας. Ίσως τώρα ρωτάς από πού το ξέρουμε αυτό; Άκουσε τον ίδιο τον Κύριο να μιλάη με την παραβολή του πτωχού Λαζάρου και να διδάσκη: «Σηκώνοντας τα μάτια του ο πλούσιος γνώρισε τον πτωχό Λάζαρο που αναπαυόταν στους κόλπους του πατριάρχη Αβρα­άμ» (Λουκ. 16, 2), γνώρισε δηλ. τον πτωχό Λάζα­ρο και τον πατριάρχη Αβραάμ. Και δε θέλω να πη κανείς ότι η ιστορία είναι παραβολική και η υπόθεση αναπόδεικτη. Γιατί οι θείες παραβολές του Σωτήρος αναφέρονται σε θέματα υπαρκτά, δυνατά και αποδεδειγμένα.

30. Για το ίδιο θέμα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυ­σόστομος μας λέει: «Όχι μόνο τους γνωστούς μας απ' αυτό τον κόσμο θα αναγνωρίσουμε, αλλά και αυτούς που ποτέ δεν συναντήσαμε και δεν γνωρίσαμε. Δεν έχεις δει τον Αβραάμ, ούτε τον Ι­σαάκ, ούτε τον Ιακώβ, ούτε τους προπάτορες, ού­τε τους προφήτες και τους αποστόλους και τους μάρτυρες. Όμως όταν τους δης σε εκείνη τη συ­γκέντρωση θα τους αναγνώρισης όλους και θα πης: Να ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και οι άλλοι πατριάρχες. Να ο Πέτρος και ο Παύλος και όλοι οι άλλοι απόστολοι. Να ο προπάτορας Δαβίδ και οι τόσοι προφήτες. Να ο Πρόδρομος, ο πρωτομάρτυς Στέφανος και το πλήθος των α­γίων».

Αλλά και ο Βασίλειος, που είναι σπουδαίος στα πνευματικά πράγματα όταν απευθύνεται στους πλεονέκτες λέει: «Δε θα φανταστής μπρο­στά στα μάτια σου το μεγάλο δικαστήριο του Χριστού όπου θα στέκονται γύρω σου και θα σου φωνάζουν όλοι όσους αδίκησες! Γιατί όπου και να στρέψης τα μάτια σου θα βλέπης τις εικόνες των κακών. Εδώ πτωχούς που έδειρες, εκεί ορφα­νά και χήρες, τους υπηρέτες που χτύπησες και τους γείτονες που έκανες να θυμώσουν», και όσα τέτοια λέει εκεί.

31. Ο Εφραίμ που είναι ο καλύτερα ενημερω­μένος για τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου έτσι μας διδάσκει: «Τότε και τα τέκνα θα κατακρίνουν τους γονείς, αν δεν έχουν πράξει καλά έργα. Την ώρα εκείνη βλέπουν και οι κακοί τους γνωστούς τους. Και αν συμβή να καταριθμηθούν στα δεξιά μέρη, τότε στην ώρα του χωρισμού θρηνούν τη  συγκέντρωση».

Πάλι ο συνώνυμος της Θεολογίας λέει: «Τότε θα δω τον Καισάριο (Δηλ. τον αδελφό του) λα­μπρό, δοξασμένο, να χαίρεται, όπως μου φανερώ­θηκες και στον ύπνο πολυαγαπημένε αδελφέ μου».

Αλλά και ο περίφημος στο βίο και στο λόγο θεμέλιος της Εκκλησίας του Θεού, ο Αθανάσιος γράφει για τους κεκοιμημένους που ήταν αφοσιω­μένοι στον Κύριο: «Και αυτό ακόμα δώρισε ο Κύριος σε εκείνους που θα σώζονται: Το ότι δηλ. θα είναι όλοι μαζί μέχρι την κοινή ανάσταση και θα χαίρονται και έτσι θα περιμένουν μαζί όλοι τα θεϊκά δώρα που μέλλουν να τους δοθούν. Αντίθε­τα οι αμαρτωλοί δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Στην πανανθρώπινη εκείνη συνάντηση με ξέσκεπες όλες τις πράξεις όλων των ανθρώπων θα είναι αναγνωρίσιμα τα πρόσωπα όλων μέχρι να γίνη ο τελικός αποχωρισμός και πάη ο καθέ­νας στο μέρος που ετοίμασε για τον εαυτό του. Δηλ. οι δίκαιοι θα πάνε με το Θεό και μεταξύ τους, ενώ οι αμαρτωλοί σε μέρη απομακρυσμένα, αλλά μπορεί να είναι και κοντά ο ένας με τον άλλον, αλλά δεν θα γνωρίζονται μεταξύ τους. Γιατί μέσα στην τιμωρία είναι και αυτό, να μην έχουν αυτή την παρηγοριά της γνωριμίας».

32. Άραγε τότε ποια ντροπή θα τους γίνεται αν δεν είναι γνωστοί με όλους; Γιατί τότε είναι μεγάλη και φοβερή η ντροπή όταν κανείς και γνωρίζει και γνωρίζεται, και ντρέπεται κανείς τους γνωστούς του. Σε έναν άγνωστο μεταξύ αγνώστων δεν δημιουργείται αίσθημα ντροπής. Ε­πομένως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία και α­ντίρρηση ότι θα γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι ό­λους. Και τότε ο έλεγχος όλων όσων έζησαν με ασέβεια και ανομία θα γίνεται με τα μάτια.

33.  Αλλοίμονο και ουαί σε όλους εκείνους που είναι σαν εμένα και αλλοίμονο σε εκείνους, που, σύμφωνα με τον θείο Εφραίμ, θα κληρω­θούν στα αριστερά του Κυρίου. Μακάριοι και ευ­τυχείς εκείνοι που ο Κύριος θα τους βάλη στα δε­ξιά του και θα ακούσουν την ευλογημένη φωνή (Ματθ. 25, 34), την οποία εύχομαι ν' αξιωθούμε να ακούσουμε όλοι όσοι διαφυλάξουμε την πίστη ορθόδοξη και ν' απολαύσουμε όλα τα αγαθά, των οποίων την ωραιότητα δεν την είδε μάτι ανθρώπι­νο, ούτε ποτέ την άκουσε αυτί, αλλ' ούτε και μπόρεσε να την σκεφθή καρδιά ανθρώπου (Α' Κορινθ. 2, 9). Αμήν.

Άμποτε να γίνη αυτό, Δέσποτα που χαρίζεις τη ζωή, με τις ευχές και ικεσίες της Παναγίας Μητρός σου και όλων των άυλων και σεβαστών σου πνευμάτων, των αγγέλων, και όλων μαζί των αγίων σου, που μέσα στο πέρασμα των αιώνων σε ευχαρίστησαν και σου φάνηκαν αρεστοί. Αμήν.

Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Αίρεση, σχίσμα και αποτείχιση στην Ορθόδοξη Παράδοση



 ΤΕΥΧΟΣ 89        ΤΡΙΠΟΛΙΣ         ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014

ΑΙΡΕΣΗ, ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ἰσοροπώντας μεταξύ «δύο ἄκρων»

Στίς 30/11/2014, μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἡμέρα, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ Θρονική ἑορτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Πάπας Φραγκίσκος ὁ Α' ἐπισκέφθηκε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καί μετεῖχε στή Θεία Λειτουργία, πού τελέστηκε στόν Πατριαρχικό Ναό. Τό γεγονός αὐτό προκάλεσε ἔντονες ἀντιδράσεις στούς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, θετικές καί ἀρνητικές, ἐνθουσιώδεις καί ἐπικριτικές, οἱ ὁποῖες θυμίζουν τό ὡραιότατο βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου (1930-1989), κληρικοῦ, μεγάλου ἐκκλησιαστικοῦ κύρους καί διακεκριμένου Πνευματικοῦ, μέ τίτλο «Τά δύο ἄκρα. Οἰκουμενισμός καί Ζηλωτισμός» (ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, 2008). Πράγματι, οἱ ὁπαδοί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέχθηκαν μέ ἐνθουσιασμό τό γεγονός, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα νά ξεπεραστοῦν τά μίση καί τά πάθη τοῦ παρελθόντος, νά πάψουν οἱ διαιρέσεις, νά ἐπικρατήσει ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τῶν Χριστιανῶν καί, τέλος, νά γίνει τό τελευταῖο βῆμα γιά τήν πλήρη ἕνωση «τῶν ἐκκλησιῶν», δηλαδή γιά τήν κοινωνία ἀπό τό ἴδιο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία, ἄλλωστε, προσευχόμεθα σέ κάθε Ἀκολουθία («ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»). Οἱ ὁπαδοί τοῦ Ζηλωτισμοῦ, ἀντίθετα, ἐπικρίνουν ἔντονα τέτοιες ἐνέργειες ὡς προδοτικές, κατηγοροῦν τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη ὡς αἱρετικό καί ὡς προδότη τῆς πίστεως, θεωροῦν τούς κληρικούς, πού κοινωνοῦν μαζί του, ὡς συνυπεύθυνους καί ἀποστάτες καί προτείνουν τήν λεγόμενη «ἀποτείχιση», δηλαδή τή διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ Ἐπισκόπους πού ἀνήκουν στά Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα καί στίς Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Ὡστόσο, καί οἱ δύο αὐτές ἀκραῖες στάσεις εἶναι προϊόντα πλάνης καί κινοῦνται ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης. Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι σχετικά σύγχρονο φαινόμενο. Ἐμφανίστηκε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνα, σέ ἕνα περιβάλλον μέ γνώρισμα τόν θρησκευτικό συγκριτισμό, στοιχεῖο σύμφωνο κατά πάντα μέ τό πνεῦμα καί τήν κυρίαρχη ἰδεολογία τῆς Νέας Ἐποχῆς. Οἰκουμενισμός εἶναι ἡ τάση γιά προσέγγιση, συνεργασία καί, τελικά, γιά ἕνωση τῶν διάφορων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, μέ παράκαμψη τῶν μεταξύ τους δογματικῶν διαφορῶν. Ἡ ἑνότητα, στήν ὁποία ἀποβλέπει, ὑπαγορεύεται ἀπό ἐξωτερικούς παράγοντες καί συνθῆκες (ἀπό κοινοῦ ἀντιμετώπιση κοινωνικῶν, πολιτικῶν, ἰδεολογικῶν ἤ ἀθεϊστικῶν προκλήσεων κ.λπ.) καί δέν εἶναι ἑνότητα στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί στή μία πίστη καί ἀλήθεια πού παρέδωσε ὁ Κύριος, στοιχεῖα, στά ὁποῖα θεμελιώνεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στό πλαίσιο τῆς λεγόμενης «Οἰκουμενικῆς κίνησης» κανείς δέν θεωρεῖται κάτοχος ὅλης τῆς ἀλήθειας, ἀλλά πιστεύεται ὅτι κάθε «ἐκκλησία» (χριστιανική ὁμολογία - αἵρεση) κατέχει ἕνα μέρος της, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπαιτεῖται ἡ συνένωση ὅλων γιά νά ὑπάρχει τό πλήρωμα τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀντίληψη αὐτή εἶναι μιά μορφή τῆς αἱρετικῆς «θεωρίας τῶν κλάδων», πού ἐμφανίζεται μεταξύ τῶν προτεσταντικῶν αἱρέσεων, καί ἔχει τίς ρίζες της στήν ἀντίληψη τῆς Νέας Ἐποχῆς ὅτι κάθε θρησκεία κατέχει μέρος τῆς ἀλήθειας καί κάθε θρησκεία εἶναι διαφορετικός «δρόμος», πού ὁδηγεῖ στόν ἴδιο Θεό. Πρόκειται γιά ἀντίληψη, πού σχετικοποιεῖ καί καταργεῖ τή Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἐξισώνοντάς την μέ τίς αἱρέσεις, ἄν καί, κατά τήν Ἁγ. Γραφή, ἡ Ἐκκλησία ὁδηγεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰω. 16,13) καί εἶναι «στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α' Τιμ. 3,15). Ἐντός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κυοφοροῦνται καί ἄλλες αἱρετικές θεωρίες, ὅπως ἡ «βαπτισματική» καί ἡ «μεταπατερική» θεολογία, ἡ θεωρία τοῦ «δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ» κ.ἄ., γι’ αὐτό ἕνας σύγχρονος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Σέρβος Ἀρχιμανδρίτης καί Καθηγητής Πανεπιστημίου Ἰουστῖνος Πόποβιτς (1894-1979), εἶχε χαρακτηρίσει τόν Οἰκουμενισμό ὡς «παναίρεση» (συμπερίληψη ὅλων τῶν αἱρέσεων). Μέ τό πνεῦμα τοῦ συγκριτισμοῦ πού τόν διακρίνει, ὁ Οἰκουμενισμός ἐπιδιώκει σχέσεις, ἐπαφές, διαλόγους, προσεγγίσεις καί συμπροσευχές ἀκόμη καί μέ ἄλλες θρησκεῖες (Ἰουδαϊσμό, Ἰσλάμ, ἀνατολικές θρησκεῖες).
Στό ἄλλο ἄκρο, ὁ Ζηλωτισμός ἐμφανίζεται ὡς τάση γιά τή διατήρηση μέ κάθε μέσο τοῦ παραδεδομένου, ἔστω καί ἄν τό παραδεδομένο δέν εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά οἱ διάφορες ἀνθρώπινες μορφές, μέ τίς ὁποῖες αὐτή ἐκφράζεται. Πάντα ὑπῆρχαν στήν Ἐκκλησία ἀκραῖοι συντηρητικοί, πού δημιουργοῦσαν διάφορα προβλήματα καί, σέ κάποιες περιπτώσεις, προκαλοῦσαν ἀκόμη καί σχίσματα. Ἤδη ὁ ἀπ. Παῦλος κάνει λόγο γιά ὅσους «ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ’ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. 10,3), δηλαδή γιά ὅσους ἐνεργοῦν καί φωνάζουν, χωρίς νά γνωρίζουν γιατί ἐνεργοῦν καί φωνάζουν. Αὐτοί, ἐπειδή ἀγνοοῦν τήν «δικαιοσύνην» τοῦ Θεοῦ καί δέν ὑποτάσσονται σ’ αὐτήν, ἐπιχειροῦν νά ἐγκαταστήσουν μιά δική τους «δικαιοσύνην» (μέθοδο δικαιώσεως - σωτηρίας, Ρωμ. 10,3). Ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία γνωρίζουμε τό Νοβατιανό σχίσμα, τό Μελιτιανό, τό Κολλουθιανό, τό σχίσμα τῶν Δονατιστῶν καί ἄλλα σχίσματα τοῦ 3ου καί 4ου μ.Χ. αἰ., μέ ἀφορμή τή δῆθεν ἐπιεικῆ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι ὅσων μετανοοῦσαν ἀπό βαρέα ἁμαρτήματα. Ἀπό παρόμοιους κύκλους προῆλθε στήν ἐποχή μας τό λεγόμενο Παλαιοημερολογητικό σχίσμα (1935). Ἐπειδή κάποιοι χρησιμοποιοῦν ὡς πρόσχημα τήν «ἀποτείχιση», γιά νά προκαλοῦν σχίσματα καί διαιρέσεις στήν Ἐκκλησία, ἐπικαλούμενοι τόν ιε' Κανόνα τῆς λεγομένης Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), εἶναι ἀναγκαῖο νά διευκρινίσουμε τό περιεχόμενο τῶν ὅρων «αἵρεση», «σχίσμα» καί «ἀποτείχιση».

Ἡ αἵρεση καί οἱ συνέπειές της

Αἵρεση εἶναι ἡ ἀλλοίωση τῆς ἀλήθειας πού παρέδωσε ὁ Χριστός, εἴτε στό σύνολό της, εἴτε, συνήθως, σέ ἕνα μέρος της. Ἡ ἀλήθεια αὐτή, δηλαδή ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, διαφέρει οὐσιαστικά ἀπό τήν ἀνθρώπινη γνώση. Ἡ δεύτερη ἀναφέρεται στά κτιστά, δηλαδή στόν κόσμο καί στά πράγματα πού μᾶς περιβάλλουν· ἡ πρώτη ἀναφέρεται στά ἄκτιστα, δηλαδή στόν Θεό καί στίς σχέσεις Του μέ τόν κόσμο. Ἡ δεύτερη ἀνακαλύπτεται ἀπό τόν ἄνθρωπο· ἡ πρώτη ἀποκαλύπτεται, δηλαδή παραδίδεται στόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ἡ δεύτερη μεταβάλλεται καί διευρύνεται· ἡ πρώτη παραδίδεται στούς Ἁγίους «ἅπαξ» (Ἰούδ. 3), δηλαδή εἶναι πλήρης, αἰώνια καί ἀμετάβλητη. Ἡ δεύτερη ἐπιδέχεται βελτιώσεις· ἡ πρώτη, ἐπειδή ὑπερβαίνει τήν ἀνθρώπινη λογική, ἤ γίνεται ἀποδεκτή στό σύνολό της καί ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἤ ἀπορρίπτεται. Ἡ δεύτερη ἐνδέχεται νά σφάλλει· ἡ πρώτη ἔχει ἐκ τοῦ Θεοῦ τή σφραγίδα τῆς αὐθεντικότητας καί δέν ἐπιδέχεται διορθώσεις. Τέλος, ἡ δεύτερη συντελεῖ στή βελτίωση τῶν ὅρων τῆς παρούσας ζωῆς (ἄν καί πολλές φορές συμβαίνει τό ἀντίθετο)· ἡ πρώτη ἀναφέρεται στήν αἰώνια ζωή, δηλαδή ὁδηγεῖ στή σωτηρία, εἶναι ἀλήθεια σωτηριώδης.
Ἡ Ἐκκλησία ὡς «Ναῦς» καί ὡς «Κιβωτός σωτηρίας».
Τό τελευταῖο στοιχεῖο φανερώνει ἀκριβῶς τήν ἀξία τῆς ὀρθῆς πίστης καί τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος («δόγμα» εἶναι ἡ διατύπωση τῆς πίστης, μέ ὅρους καί
προτάσεις περισσότερο ἀκριβεῖς καί χωρίς περιθώρια παρερμηνείας), ἀλλά καί τόν κίνδυνο πού ἐνυπάρχει σέ κάθε αἵρεση. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁπλός λόγος, δέν εἶναι θεωρητική διδασκαλία καί γνώση, δέν εἶναι μιά συνήθης ἰδεολογία. Ἀντίθετα, εἶναι ζωή, εἶναι τρόπος ζωῆς. Εἶναι προϊόν καί ἀποτέλεσμα τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό (καί ὄχι κάποιας θεωρητικῆς ἐνασχόλησης περί Θεοῦ), πού γίνεται στή συνέχεια ὁδηγός στήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Μέ ἄλλα λόγια, τό δόγμα εἶναι ὁ δείκτης πού ὑποδεικνύει τόν ἀληθινό Θεό, ἤ τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ σ’ Αὐτόν. Ἄν ὁ δείκτης ἀλλοιωθεῖ, ἄν στραφεῖ ἀλλοῦ (καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἡ αἵρεση), τότε δείχνει ἕναν «ἄλλο θεό» καί ἕναν ἄλλο δρόμο, ὅπως, ἄν στραφεῖ ἀλλοῦ ὁ ὁδοδείκτης πού δείχνει μιά πόλη, τότε ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀκολουθεῖ ἄλλο δρόμο καί καταλήγει σέ ἄλλη πόλη. Ὁ «ἄλλος θεός» στήν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὁ διάβολος (ἀφοῦ «πάντες οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια», Ψαλμ. 95,5) καί ἡ «ἄλλη πόλη» εἶναι ἡ κατάσταση ἔξω ἀπό τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  
Γι’ αὐτό ἡ Ἁγ. Γραφή κάνει λόγο γιά «αἱρέσεις ἀπωλείας» (Β' Πέτρ. 2,1) καί «διδασκαλίας δαιμονίων» (Α' Τιμ. 4,1) καί γιά τόν ἴδιο λόγο οἱ Πατέρες ἀσχολήθηκαν συστηματικά μέ τήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων. Ἡ αἵρεση, ὡς ἀλλοίωση τῆς πίστης, θέτει τόν φορέα της, ὅταν, βέβαια, τοῦ ὑποδειχθεῖ ἡ πλάνη καί ἐκεῖνος ἐπιμένει, ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὁ αἱρετικός ἀποκόπτει ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτός τῆς ὁποίας δέν ὑπάρχει σωτηρία, κατά τήν ὁμόφωνη γνώμη τῶν Πατέρων. Στή συνέχεια, ἡ Ἐκκλησία, μέ μιά ἐπίσημη πράξη, ὅπως ὁ ἀφορισμός ἤ ὁ ἀναθεματισμός, ἐπικυρώνει μιά ἤδη ὑφιστάμενη κατάσταση καί αὐτό γίνεται γιά νά μήν μεταδοθεῖ ἡ ἀσθένεια τῆς αἵρεσης καί σέ ἄλλα μέλη της, δηλαδή γιά νά μήν ὁδηγηθοῦν καί ἄλλοι πιστοί στήν πνευματική ἀπώλεια. Αὐτό ἦταν κυρίως τό ἔργο τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες, ἐκτός τῶν ἄλλων, διατύπωναν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας σέ δόγματα.

Ἔννοια καί οὐσία τοῦ σχίσματος

Παραπλήσια κατάσταση μέ τήν αἵρεση εἶναι τό σχίσμα. Σχίσμα εἶναι ἡ ἀπόσχιση ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ἐθελούσια ἀποκοπή ἀπό τό Σῶμα της, «δι’ αἰτίας τινάς ἐκκλησιαστικάς καί ζητήματα ἰάσιμα», δηλ. γιά κάποια ἐκκλησιαστικά ἤ ἄλλα θέματα καί γιά καταστάσεις πού μποροῦν νά θεραπευτοῦν, κατά τόν Μέγα Βασίλειο (PG, τ. 32, 665). Τό σχίσμα δημιουργεῖται χωρίς νά ὑπάρχει ἰδιαίτερα σοβαρός λόγος καί δέν προϋποθέτει διαφορά στήν πίστη. Ὡστόσο, εἶναι κατάσταση τό ἴδιο σοβαρή μέ τήν αἵρεση, ἀφοῦ ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν Ἐκκλησία καί, κατ’ ἐπέκτασιν, τοῦ στερεῖ τή σωτηρία. Σχίσμα καί αἵρεση εἶναι ἐξ ἴσου καταστάσεις ἐκτός Ἐκκλησίας
Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ χαρακτηριστικά: «τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τό τήν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττόν ἐστι κακόν», δηλαδή δέν εἶναι μικρότερο κακό τό σχίσμα ἀπό τήν αἵρεση (PG, τ. 62, 87), καί ἀλλοῦ λέει ὅτι «τίποτε δέν παροργίζει τόν Θεό τόσο, ὅσο τό νά διαιρεθεῖ ἡ Ἐκκλησία» (ὅ.π., 85), ἀναφέρει μάλιστα καί τό ἑξῆς περιστατικό: «Κάποιος ἅγιος ἄνθρωπος εἶπε κάτι, πού φαίνεται τολμηρό, ὅμως τό εἶπε! Ποιό εἶναι αὐτό; Εἶπε, ὅτι οὔτε τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου δέν ἔχει τή δύναμη νά ἐξαλείψει αὐτή τήν ἁμαρτία», δηλαδή τό σχίσμα (ὅ.π.)! 
Γιατί, ὅμως, συμβαίνουν τά σχίσματα; Γιατί οἱ σχισματικοί εἶναι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ δέν ἔχουν «ἐναντία δόγματα»; Γιατί δέν εἶναι μαζί μας, ἀφοῦ ἡ πίστη εἶναι ἴδια καί σέ κείνους καί σέ μᾶς; «Ὅτι φιλαρχίας ἐστίν ἡ νόσος» (ὅ.π., 86), ἀπαντᾶ ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Οἱ σχισματικοί νοσοῦν τή νόσο τῆς φιλαρχίας! Καί «τίποτε δέν μπορεῖ νά διαιρέσει τήν Ἐκκλησία τόσο πολύ, ὅσο ἡ φιλαρχία» (ὅ.π., 85). Ἔτσι, οἱ σχισματικοί ὄχι μόνο καταδικάζουν τόν ἑαυτό τους, ἀποκόπτωντάς τον ἀπό τή σωτηρία καί τή ζωή, ἀλλά καί παρέχουν τή χειρότερη εἰκόνα στούς ἑτεροθρήσκους ἤ στούς ἀθέους. Τί θά πεῖ ὁ «ἐθνικός» (ὁ μή Χριστιανός), βλέποντας νά συμβαίνουν τέτοιες καταστάσεις στήν Ἐκκλησία;, διερωτᾶται ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Προφανῶς, θά γελάσει καί θά πεῖ ὅτι «πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τά Χριστιανῶν, καί φιλαρχία παρ’ αὐτοῖς καί ἀπάτη» (ὅ.π., 86).

Ὁ ιε' Κανόνας καί ἡ ἀποτείχιση

Ἐπειδή τό σχίσμα εἶναι κάτι ἀπαγορευμένο ἀπό τούς Κανόνες καί σαφῶς καταδικασμένο στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, οἱ σύγχρονοι ὑποστηρικτές τῶν σχισμάτων ἐνεργοῦν μέ πρόσχημα τήν ἀποτείχιση, γιά νά προκαλέσουν τήν ἴδια ἀκριβῶς κατάσταση. Ἡ ἀποτείχιση προβλέπεται ἀπό ἕναν μόνο Κανόνα, τόν ιε' τῆς λεγομένης Πρωτοδευτέρας Σύνοδου. Πρόκειται γιά Τοπική Σύνοδο, πού συγκλήθηκε στήν Κων/πολη τό 861 μ.Χ., ὡστόσο οἱ Κανόνες της ἔχουν πανορθόδοξο κύρος καί συμπεριλαμβάνονται σέ ὅλες τίς κανονικές συλλογές.
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυστόστομος (350-407):
«Ο
ὐδέν οὕτω παροξύνει τόν Θεόν, 
ὡς τό Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι».
Ὁ Κανόνας ἀναφέρεται στή στάση ἔναντι αἱρετικῶν Ἐπισκόπων καί, μάλιστα, Πατριαρχῶν. Γενικά, οἱ Κανόνες ἀπαγορεύουν αὐστηρά κάθε σχέση καί κοινωνία μέ αἱρετικούς κληρικούς. Αὐτό εἶναι αὐτονόητο γιά αἱρετικούς, πού ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπό Συνόδους καί ἔχουν τεθεῖ ἐπίσημα ἐκτός Ἐκκλησίας. Τί ἰσχύει, ὅμως, ἄν κάποιος Πατριάρχης εἶναι αἱρετικός, ἀλλά δέν ἔχει καταδικαστεῖ ἀκόμη ἀπό Σύνοδο; Τί πρέπει νά κάνουν ὡς τότε οἱ ὑφιστάμενοί του κληρικοί; Στήν περίπτωση αὐτή, προβλέπει ὁ Κανόνας, μποροῦν νά προβοῦν σέ ἀποτείχιση, δηλαδή νά πάψουν νά τόν μνημονεύουν στή Θ. Λειτουργία καί νά διακόψουν κάθε κοινωνία μαζί του, πρίν ἀκόμη καταδικαστεῖ ἀπό Σύνοδο. Ὅμως, αὐτό μπορεῖ νά γίνει μέ τίς ἑξῆς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις: α) ἡ αἵρεση νά εἶναι «κατεγνωσμένη», δηλαδή καταδικασμένη σαφῶς ἀπό Συνόδους ἤ ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καί β) ἡ αἵρεση νά κηρύσσεται δημοσίως, ἀπροκάλυπττα («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ») καί ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Μόνο στήν περίπτωση αὐτή ἡ ἀποτείχιση εἶναι ἐπαινετή πράξη, δέν ἀποτελεῖ σχίσμα καί δέν διαιρεῖ τήν Ἐκκλησία. Σέ κάθε ἄλλη περίπτωση ἡ διακοπή τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ σαφῶς σχίσμα. Ὡστόσο, καί στήν πρώτη περίπτωση ἡ ἀποτείχιση εἶναι μέν ἐπαινετή πράξη, δέν εἶναι ὅμως καί ὑποχρεωτική πράξη, δηλαδή ὁ Κανόνας δέν τήν ἐπιβάλλει σέ ὅλους, ἀλλά ἐπιτρέπει σέ ὅσους θέλουν νά περιμένουν τή συνοδική καταδίκη τοῦ «οἰκείου προέδρου» γιά νά διακόψουν τήν κοινωνία μαζί του. Ὁ Κανόνας ἐπιχειρεῖ νά ἀποτρέψει τά σχίσματα καί ὄχι νά τά ἐνθαρύνει, γι’ αὐτό στό πρῶτο μέρος του ἀπειλεῖ μέ καθαίρεση τούς κληρικούς, πού διακόπτουν τήν κοινωνία μέ τόν Πατριάρχη τους, προκαλώντας σχίσματα, γιά ἄλλα «ἐγκλήματα» καί πρίν τή συνοδική καί τελική καταδίκη του (Πηδάλιον, Ἀθῆναι 1982, σ. 358).

Συμπεράσμα: «Extra Ecclesiam nulla salus»

Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀποκαλοῦν μεταξύ ἄλλων τήν Ἐκκλησία «Κιβωτό σωτηρίας», εἰκόνα πού παραπέμπει εὐθέως στήν Κιβωτό τοῦ Νῶε καί στή σωτηρία ἀπό τόν κατακλυσμό. Τότε σώθηκαν μόνο ὅσοι ἦσαν μέσα στήν Κιβωτό. Ὅσοι ἔμειναν ἔξω, πνίγηκαν ὅλοι στά ὕδατα τοῦ κατακλυσμοῦ! Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν Ἐκκλησία: «extra Ecclesiam nulla salus» («ἐκτός Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία»), κατά τήν ἀξιωματική διατύπωση τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ Καρθαγένης, πού ἀποδέχονται ὅλοι οἱ Πατέρες. Πλοῖο («Ναῦς») εἶναι ἡ Ἐκκλησία! Πλοῖο, πού πορεύεται πρός τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, μέ Κυβερνήτη τόν ἴδιο τόν Κύριο. Ὁ διάβολος ἐπιχειρεῖ νά τό βυθίσει. Ἐπειδή, ὅμως, αὐτό εἶναι ἀδύνατο, προσπαθεῖ νά πείσει κάποιους, πού εἶναι μέσα, νά πηδήξουν στή θάλασσα. Τούς λέει ὅτι τό Πλοῖο κινδυνεύει νά τσακιστεῖ στά βράχια, γιατί οἱ ναῦτες (οἱ κληρικοί) δέν τό ὁδηγοῦν καλά, καί ὅτι ἡ μόνη λύση γιά νά σωθοῦν (!) εἶναι νά πέσουν στή θάλασσα. Κάποιοι ἀκολουθοῦν τήν προτροπή του καί, φυσικά, πνίγονται στά ταραγμένα νερά. Οἱ περισσότεροι, ὅμως, γνωρίζουν καλά ὅτι τό Πλοῖο «κλυδωνίζεται» μέν, ἀλλά οὐδέποτε «καταποντίζεται», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, γνωρίζουν ὅτι «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν» αὐτοῦ (Ματθ. 16,18) καί ὅτι, τελικά, τό Πλοῖο θά φτάσει στόν προορισμό του.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διεξάγει σήμερα ἐπίσημους διαλόγους μέ χριστιανικές ὁμολογίες, ὅπως οἱ Παπικοί, οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι, οἱ Ἀγγλικανοί κ.ἄ., καί μετέχει στή λεγόμενη «Οἰκουμενική κίνηση», μέ Πανορθόδοξες, μάλιστα, συνοδικές ἀποφάσεις. Ὁ διάλογος οὔτε κακό εἶναι, οὔτε ξένο πρός τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Οἱ Πατέρες δέν φοβήθηκαν τούς διαλόγους καί συζητοῦσαν μέ αἱρετικούς, μέ σχισματικούς καί μέ κάθε ἄνθρωπο, ἀποβλέποντας σέ κάποια ὠφέλεια. Εἶναι αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας δέν μετέχει στούς διαλόγους πιστεύοντας ὅτι εἶναι μία ἀπό τίς πολλές «ἐκκλησίες», οὔτε ἀναζητώντας τήν ἀλήθεια. Μετέχει, ἔχοντας τήν συνείδηση ὅτι εἶναι ἡ Μία καί μοναδική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅτι κατέχει τό πλήρωμα τῆς ἀλήθειας καί ὅτι ὀφείλει συνεχῶς νά μαρτυρεῖ γι’ αὐτή τήν ἀλήθεια. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ μετοχή στούς διαλόγους εἶναι ἕνα εἶδος ὀρθόδοξης μαρτυρίας καί ἱεραποστολῆς. Ὅπου δέν συμβαίνει αὐτό, ὅπου δέν τηροῦνται τά παραπάνω, ἐκεῖ ὑπάρχει σαφής παρέκκλιση πρός τήν αἵρεση (ἤ μᾶλλον πρός τήν «παναίρεση») τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Εἶναι γεγονός, ὅτι δέν εἶναι κάθε μορφή διαλόγου ὀρθή καί ἀποδεκτή ἀπό ὀρθόδοξη ἄποψη. Ὀρθός διάλογος εἶναι ἐκεῖνος πού διεξάγεται μέσα στά ὅρια, πού θέτουν οἱ ἱεροί Κανόνες. Οἱ Κανόνες ἔχουν θεσπιστεῖ γιά τήν προστασία μας καί γιά τή σωτηρία μας. Πολύ σωστά ἰσχυρίζονται κάποιοι ὅτι οἱ Κανόνες «ἐκδικοῦνται», ὅταν δέν τούς τηροῦμε. Ὄντως, στούς διαλόγους παρατηροῦμε πολλές φορές ἐκδηλώσεις καί ἐνέργειες σαφῶς ἀπαγορευμένες ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες, μέ χαρακτηριστικότερο ἴσως παράδειγμα τίς συμπροσευχές ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν μέ αἱρετικούς κληρικούς, καί, μάλιστα, φέροντας ἱερά ἄμφια. Ἄλλοτε παρατηροῦμε πράξεις, πού δίνουν τή θλιβερή ἐντύπωση ὅτι εἴμαστε τό ἴδιο μέ τούς αἱρετικούς, ὅτι δέν διαφέρουμε σέ κάτι.
Ὡς Ὀρθόδοξοι, κληρικοί καί λαϊκοί, ὀφείλουμε νά εἴμαστε παραδοσιακοί, νά κρατᾶμε τήν Παράδοση ἤ μᾶλλον τήν οὐσία της, τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας πού ὁδηγεῖ στήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἡ Παράδοση εἶναι ζωή, ἔχει τόν δυναμισμό τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί δέν ταυτίζεται μέ τή σκληροπυρηνική συντηρητικότητα πού συναντᾶμε μεταξύ κάποιων Χριστιανῶν. Ὅταν, λοιπόν, βλέπουμε παρεκκλίσεις, ὀφείλουμε νά τίς στηλιτεύουμε, νά ἐκφράζουμε τή γνώμη μας, πολλές φορές ἔντονα, ἀλλά πάντοτε μέ εὐπρέπεια, μέ σεβασμό, μέ ταπείνωση, μέ ἀγάπη. Ὅμως, κάτι τέτοιο πρέπει νά γίνεται πάντοτε μέσα στήν Ἐκκλησία καί ποτέ ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, προκαλώντας διαιρέσεις καί σχίσματα. Μόνο τότε ἡ ἀντίδρασή μας θά ἔχει νόημα, μόνο τότε θά ἔχει ἀποτελέσματα, μόνο τότε θά βοηθήσουμε τούς ποιμένες μας νά ὀρθοτομοῦν, μόνο τότε θά συμβάλλουμε στήν «οἰκοδομή» τῆς Ἐκκλησίας, μόνο τότε θά βοηθήσουμε καί τούς αἱρετικούς  νά κατανοήσουν τήν πλάνη τους καί νά ἀποδεχθοῦν τή σωτηριώδη ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας.