Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Λάιονς

Λάιονς

15 Αυγ 2008

            

 
Η διεθνής αυτή οργάνωσις «ιδρύθηκε το 1917 στο Σικάγο της Αμερικής. Ο ιδρυτής του Λαϊονισμού είναι ο ασφαλιστής Melvin Jones από την Αριζόνα των Η.Π.Α ...;» [1]. Πρόκειται για μια μυστική οργάνωση με ιδιόρρυθμες τελετές και λαβυρινθώδη διάρθρωση ...; Έχει θρησκευτικό χαρακτήρα και δεν πρόκειται για φιλανθρωπική οργάνωση, όπως ισχυρίζονται τα μέλη της (Τελετές -; Εορτές -; Προσηλυτισμός κλπ.) ...;. Πλησιάζουν Αρχιερείς και Πατριάρχες ως φιλανθρωπική κίνηση και στην συνέχεια διατυμπανίζουν ότι τάχα έλαβαν τις ευλογίες τους ...;» [2]. Ωρισμένοι Μητροπολίται της Εκκλησίας της Ελλάδος με Εγκυκλίους τους έχουν καταστήσει προσεκτικούς τους πιστούς τους απέναντι στην οργάνωσιν των Λάιονς. Ενώ δε εκάλεσαν τους Λάιονς να ξεκαθαρίσουν την θέσιν τους και να αναφέρουν τι ακριβώς πιστεύουν, όμως «μέχρι σήμερα δεν υπήρξε καμία κίνησις που να αποδεικνύει ότι οι Έλληνες Λάιονς ασπάστηκαν τα κελεύσματα της μητρός Εκκλησίας» [3].
 
Και η οργάνωσις αυτή συγγενεύει προς την Μασσωνίαν. Εμφορείται από θρησκευτικόν συγκρητισμόν. Θεωρεί τον Θεάνθρωπον Κύριον ως ίσον προς τους ιδρυτάς των άλλων θρησκειών. Χρειάζεται λοιπόν προσοχή, διότι υπάρχει κίνδυνος να πέση κανείς στην παγίδα τους και να χάση τελικώς την Ορθοδοξίαν και την σωτηρίαν του.
 
Παραθέτομεν στην συνέχεια το βαρυσήμαντον και εγκυρότατον κείμενον, το οποίον ομιλεί εντυπωσιακά για τους Λάιονς και δικαιώνει όλες τις επιφυλάξεις μας προς αυτούς. Το καταχωρίζομεν όπως εδημοσιεύθη στο επίσημον περιοδικόν της Εκκλησίας της Ελλάδος «ΕΚΚΛΗΣΙΑ».
 
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
 
Χαιρετισμός της Α. Θ. Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου προς τους επισκεψαμένους αυτόν εκπροσώπους των Lions Ελλάδος και Κύπρου (15 Σεπτεμβρίου 1996).

«Αξιότιμοι Κύριοι,
Ως ευ παρέστητε εις τον ιερόν τούτον χώρον της Μητρός Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας.
 
Ο αρχηγός και τελειωτής της πίστεως ημών Ιησούς Χριστός, ομιλών περί Εαυτού και περί των Εαυτού, είπε: ";Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω"; (Ιωαν. 6,37).
 
Και ημείς πιστοί εις τον ζωοποιόν λόγον Εκείνου δεχόμεθα εις τον φιλόξενον τούτον τόπον πάντα άνθρωπον, οποθενδήποτε ερχόμενον μετ'; αγάπης μετ'; αγάπης Χριστού πρόθυμοι, ίνα εν τω ονόματι του Χριστού και κατά υπακοήν εις Χριστόν και τους πόδας αυτού νίψωμεν.
 
Τούτο όμως ουδόλως σημαίνει, ότι αποδεχόμεθα και τα φρονήματα και πιστεύματα παντός ανθρώπου, τον οποίον υποδεχόμεθα εν τη προς πάντας οφειλομένη αγάπη και τιμή.
 
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον είναι ο κατ'; εξοχήν φρουρός και φύλαξ της Αποστολοπαραδότου πίστεως. Ανέκαθεν εδιαφοροποιείτο και διαφοροποιείται οξέως προς τας κάθε είδους ψευδωνύμους ";διαφωτιστικάς"; αντιλήψεις, αι οποίαι υποβιβάζουν συγκρητιστικώς τον Κύριον της δόξης Ιησούν Χριστόν εις ένα εκ των πολλών διδασκάλων του κόσμου, μη ομολογούσαι αυτόν μόνον Άγιον, μόνον Κύριον, μόνον Θεόν και Σωτήρα του κόσμου, μόνον Καθηγητήν και Διδάσκαλον της υγιούς θεογνωσίας.
 
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ως ο προκαθήμενος της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, είναι υπεύθυνος και υπόχρεως νουθετείν πάντα άνθρωπον και διδάσκειν πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία ίνα παραστήση πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ (Κολ. 1, 2Cool.
 
Εν τω πνεύματι τούτω και ημείς ελάχιστος τηρητής και συνεχιστής της παραδόσεως και της πίστεως του Χριστού εδέχθημεν και τας Εντιμότητας υμών, εκλεκτοί επισκέπται και προσκυνηταί, μετά αγάπης, αλλά και μετ'; ειλικρινείας.
 
Ακούομεν περί υμών, ως συλλόγου, ότι εμφορείσθε από θρησκευτικάς συγκρητιστικάς αρχάς, θεωρούντες και υμείς ως και άλλαι συγγενείς τη υμετέρα Ενώσεις και Ομάδες τον Ιησούν Χριστόν, ουχί Κύριον της δόξης, αλλά ίσον και ανάλογόν τι προς τους φημιζόμενους ως τάχα μεγάλους ηθικοθρησκευτικούς διδασκάλους των διαφόρων εθνών.
 
Όμως διανοούμενοι περί υμών τα κρείττονα και εχόμενα της σωτηρίας, και ταύτα εξ αγάπης λέγοντες, ευελπιστούμεν ότι υμείς, ως τέκνα της Αγίας Εκκλησίας των Ορθοδόξων, εν η εγεννήθητε, ";ου μωμητά"; (Δευτ. 32, 5), θα τείνητε ευήκοον το ους υμών εις την ταπεινήν και παρά ανθρώποις εξουθενημένην φωνήν της ημετέρας Μετριότητος, ελαχίστου Πατριάρχου της Μεγάλης ταύτης Εκκλησίας, και θα αποκαθάρητε υμάς τε αυτούς και τον οίκον της οργανώσεως υμών από των αποδιδομένων εις υμάς οθνείων ιδεών και αντιλήψεων, προτιμώντες εν παντί την κληρονομίαν των πατέρων ημών, την εις Χριστόν Ορθόδοξον πίστιν. Διό και μετά χαράς και αγάπης χαιρετίζομεν και αύθις υμάς δια του ";ως ευ παρέστητε"; εις τας αυλάς της δια Χριστόν και δια την ομολογίαν Αυτού καθημαγμένης Μεγάλης Εκκλησίας και επευλογούμεν την τε αγαθήν υμών ταύτην πρόθεσιν και υμάς πατρικώς.
 
Το δε Φως του κόσμου, ο Χριστός, η ειρήνη του Θεού, η υπερέχουσα πάντα νουν, είθε να φουρή υμάς τε και τας καρδίας υμών και τα νοήματα υμών εν Χριστώ» [4].
 
Με τους εμπνευσμένους και θεοφωτίστους αυτούς λόγους ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος «λίαν εύφρανε τους Ορθοδόξους και κατήσχυνε τους κακοδόξους», για να ενθυμηθώμεν και την αρχήν του Απολυτικίου της προστάτιδος του Φαναρίου Μεγαλομάρτυρος Αγίας Ευφημίας. Έβαλε τέλεια τα πράγματα στην θέσιν τους και εχάραξε την χρυσήν γραμμήν συμπεριφοράς των πιστών ως προς τις αιρέσεις και τους αιρετικούς. Είθε να έχωμεν και άλλα παρόμοια κείμενα προς δόξαν της Εκκλησίας μας.
 

________________________________
 
[1]. Χατζή, «Lions» Λάιονς.
[2]. Χατζή, ε.α., σελ. 11-13.
[3]. Χατζή, ε.α., σελ. 32.
[4]. Περ. «Εκκλησία» 1996, σελ. 714.
(«Απειλή για την ορθοδοξία μας. Αντιαιρετικός Οδηγός», εκδ. Σωτήρ 1998.)
 
(Γεώργιος Ψαλτάκης, Θεολόγος)

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ


Ένα επίκαιρο κείμενο του Αποστόλου Παύλου

09 Ιου 2008

            


ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 1 ,18-32
 
18 Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού απ' ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων,
19 διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστιν εν αυτοίς· ο γαρ Θεός αυτοίς εφανέρωσε.
20 τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολογήτους,
21 διότι γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν η ευχαρίστησαν, αλλ' εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία·
 22 φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν,
23 και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών.
24 Διο και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εν ταις επιθυμίαις των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν του ατιμάζεσθαι τα σώματα αυτών εν αυτοίς,
25 οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εν τω ψεύδει, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα, ος εστιν ευλογητός εις τους αιώνας· αμήν.
26 Δια τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας. αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν,
27 ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν εαυτοίς απολαμβάνοντες.
28 Και καθώς ουκ εδοκίμασαν τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει, παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα,
29 πεπληρωμένους πάση αδικία πορνεία πονηρία πλεονεξία κακία, μεστούς φθόνου φόνου έριδος δόλου κακοηθείας,
30 ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγείς, υβριστάς, υπερηφάνους, αλαζόνας, εφευρετάς κακών, γονεύσιν απειθείς,
31 ασυνέτους, ασυνθέτους, αστόργους, ασπόνδους, ανελεήμονας·
32 οίτινες το δικαίωμα του Θεού επιγνόντες, ότι οι τα τοιαύτα πράσσοντες άξιοι θανάτου εισίν, ου μόνον αυτά ποιούσιν, αλλά και συνευδοκούσι τοις πράσσουσι.
Μετάφραση
18.H οργή του Θεού έρχεται από τον  ουρανό ενάντια στην ασέβεια και την κακία των ανθρώπων ,που με την κακία τους καταπατούνε την αλήθεια.
19.Την αλήθεια του Θεού που την ξέρουνε ,γιατί ο Θεός ο ίδιος τους την αποκάλυψε.
20.Kαθότι, οι αόρατες ιδιότητές του, δηλαδή τόσο η παντοτινή δύναμή του όσο και η θεϊκή του υπόσταση, από την αρχή ακόμα της δημιουργίας του κόσμου διακρίνονται καθαρά, καθώς γίνονται αντιληπτές με το νου μέσα στα δημιουργήματα, έτσι που να είναι οι άνθρωποι τελείως αδικαιολόγητοι. 21.Γιατί, ενώ διέκριναν το Θεό, δεν τον δόξασαν ούτε και τον ευχαρίστησαν σαν Θεό. Aπεναντίας, με τους διαλογισμούς τους απομακρύνθηκαν από την αλήθεια και οδηγήθηκε στο σκοτάδι η ανόητη διάνοιά τους.
22.Kι ενώ ισχυρίζονται πως είναι σοφοί, έχουν ξεμωραθεί,
23.και αντικατέστησαν τη δόξα του αναλλοίωτου Θεού με ομοιώματα που έχουν τη μορφή του φθαρτού ανθρώπου και πουλιών και τετραπόδων ζώων και ερπετών!
 24.Γι΄ αυτό κι ο Θεός τούς εγκατέλειψε, σύμφωνα με τις επιθυμίες των καρδιών τους, στην ηθική ακαθαρσία, ώστε να ατιμάζουν τα σώματά τους μεταξύ τους,
25.αυτοί που αντικατέστησαν την αλήθεια του Θεού με το ψέμα και σεβάστηκαν και λάτρεψαν τη δημιουργία αντί για το Δημιουργό, ο οποίος είναι ευλογητός για πάντα.
 26.Aκριβώς γι΄ αυτό το λόγο τους παράτησε ο Θεός στα αισχρά τους πάθη. Έτσι, οι γυναίκες μετέτρεψαν τη φυσική τους χρήση στην αφύσικη.
27.Παρόμοια και οι άντρες παράτησαν τη φυσική χρήση της γυναίκας και, μέσα στο πάθος τους, ξάναψαν μεταξύ τους, διαπράττοντας την αχρειότητα άντρες σε άντρες και εισπράττοντας έτσι για τον εαυτό τους την αμοιβή που τους άρμοζε για την πλάνη τους.
 28.Έτσι, λοιπόν, καθώς απέφυγαν ενσυνείδητα να ερευνήσουν και να αποκτήσουν μια σαφή γνώση για το Θεό, τους παράτησε ο Θεός στην ακρισία τους, να συνεχίσουν να κάνουν όσα δεν αρμόζουν.
29.Tους εγκατέλειψε ξέχειλους με όλη την αδικία τους, την πορνεία τους, την πονηρία τους, την πλεονεξία τους, την κακία τους. Oλόγιομους με φθόνο, φόνο, διένεξη, απάτη, κακοήθεια. Ψιθυριστές,
30.κατάλαλους, εχθρούς του Θεού, αναιδείς, περήφανους, αλαζόνες, επινοητές κακών, ανυπάκοους στους γονείς,
31.επιπόλαιους, ασυνεπείς, άστοργους, πεισματάρηδες, σκληρόκαρδους.
32.Oι οποίοι, παρόλο που γνωρίζουν πολύ καλά τη δίκαιη απόφαση του Θεού, πως όσοι τα κάνουν αυτά είναι άξιοι θανατικής καταδίκης, όχι μόνο τα κάνουν, αλλά και εκδηλώνουν την εύνοιά τους σ΄ εκείνους που τα κάνουν!
 
 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ & ΠΛΗΣΙΟΝ

Ο Θάνατος του Θεού και του Πλησίον
  • Γράφτηκε από τον 
  •                                                                                                                                                                       
                    

Ο καλός σαμαρείτης Ο καλός σαμαρείτης από τον Ιερό Ναό Σωτήρος Καλύμνου
Την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου ε.έ. πραγματοποιήθηκε σε κεντρικό Ξενοδοχείο των Αθηνών η καθιερωμένη, από την αρχή σχεδόν της αρχιερατείας του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Ναυπακτιακή Βασιλόπιττα, ήτοι η κοπή της πρωτοχρονιάτικης Βασιλόπιττας για τους Ναυπακτίους των Αθηνών.
Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας, με Πρόεδρο τον κ. Ιωάννη Τσιώτα, και η Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών, με Πρόεδρο τον κ. Χαράλαμπο Χαραλαμπόπουλο.
Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιελάμβανε την κοπή της βασιλόπιττας, χαιρετισμούς επισήμων, εισήγηση και βράβευση Ναυπακτίων συγγραφέων και των Συλλόγων που εκδίδουν αφιλοκερδώς τα έργα τους.
Παρόντες ήσαν ο Δήμαρχος Ναυπακτίας και η Αντιδήμαρχος επί των πολιτιστικών, πρόεδροι και μέλη των Συλλόγων και πολλοί Ναυπάκτιοι των Αθηνών που γέμισαν την Αίθουσα του Ξενοδοχείου. Απουσίαζαν οι Βουλευτές του Νομού, δικαιολογημένα βεβαίως, αφού την ίδια ώρα συνεδρίαζε η Βουλή για να ψηφίση το νέο μνημόνιο.
Ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερόθεος ανέπτυξε το επίκαιρο θέμα «Ο θάνατος του Θεού και του πλησίον». Την εισήγησή του δημοσιεύουμε κατωτέρω.
 
Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας (ΟΣΥΝ) και την Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών (ΕΝΑΜ) για την πρόσκλησή τους να παραστώ στην κοπή της Ναυπακτιακής Βασιλόπιττας του έτους 2012 και να ομιλήσω σε αυτήν την σημαντική εκδήλωση που συναντώνται όλα τα βασικά στελέχη που συνδέονται με την πολιτιστική και κοινωνική ζωή της Ναυπακτίας.
Θεωρώ δε σημαντικό ότι στην σημερινή εκδήλωση θα τιμηθή ουσιαστικά ο εθελοντισμός, οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι που ασχολούνται εθελοντικά με τον άνθρωπο, πράγμα το οποίο είναι απαραίτητο στις σύγχρονες περιστάσεις, στις οποίες καταρρέουν ιδεολογίες και θεσμοί.
Λόγω αυτού του γεγονότος θέλησα στην σημερινή συνάντηση να ασχοληθώ με ένα θέμα πού, κατά την γνώμη μου, είναι επίκαιρο και έχει τον τίτλο «ο θάνατος του Θεού και του πλησίον».
1. Ο Θεός και ο πλησίον
Κάθε κοινωνία στηρίζεται σε μερικές αρχές, γιατί διαφορετικά δεν θα υπάρχη ισορροπία και κοινωνική συνοχή. Μιά βασική αρχή που επικρατούσε πάντοτε στην παράδοσή μας ήταν ότι η κοινωνία για να ισορροπή πρέπει να στηρίζεται σε δύο βασικά θεμέλια που είναι ο Θεός και ο άνθρωπος.
Πρόκειται για την εντολή που υπήρχε στην Παλαιά Διαθήκη και την επανέλαβε ο Χριστός: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου... αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39). Πρόκειται για την κατακόρυφη και την οριζόντια διάσταση κάθε ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η κατακόρυφη διάσταση είναι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Από την αρχαία Ελλάδα ο Θεός ήταν η βάση της κοινωνίας και του πολιτισμού. Είναι γνωστή η φράση: «από Θεού άρχεσθαι». Πράγματι δεν υπήρχε καμμία εκδήλωση που δεν συνδεόταν με την επίκληση των θεών.
Ακόμη και οι Ολυμπιακοί Αγώνες άρχιζαν με την θυσία στους θεούς. Παράλληλη έκφραση είναι το «αφ' Εστίας άρχου». Η Εστία ήταν μυθολογική θεότητα, η οποία ζήτησε να λάβη το προνόμιο από τον Δία να αποδίδωνται σε αυτήν οι απαρχές των θυσιών.
Επίσης, σε ένα από τα διασωθέντα αποσπάσματα «ελεγείων» του καταγομένου από την Χίο έλληνος ποιητού Ίωνος (5ος αι. π.Χ.) συναντάμε τον στίχο: «εκ Διός αρχόμενοι πίνωμεν».
Επίσης, ο Ξενοφών έχει γράψει την άποψη του Σωκράτη, σύμφωνα με την οποία «πειράσθαι σύν τοίς θεοίς άρχεσθαι παντός έργου». Δηλαδή, θα πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε την αρχή κάθε έργου με την βοήθεια του Θεού.
Η οριζόντια διάσταση είναι η σχέση του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του, αυτό που ονομάζουμε πλησίον. Στην Παλαιά Διαθήκη πλησίον λεγόταν αυτός που είναι κοντά στον άνθρωπο, δηλαδή το πρόσωπο που βλέπουμε, που αισθανόμαστε που μπορούμε να αγγίξουμε.
Η λέξη πλησίον δηλώνει αυτόν που πλησιάζουμε ή μας πλησιάζει, οπότε το ρήμα συνδέεται και με το ουσιαστικό: πλησιάζω, πλησίον.
Για τον Εβραίο πλησίον ήταν ο ομοεθνής του, ο οποίος πίστευε στον ίδιο Θεό. Για τον Χριστιανισμό τα πράγματα έχουν αλλάξει, διότι πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος που ζή στο πιο απομονωμένο μέρος της γής, ανεξάρτητα από θρησκεία, εθνικότητα, φύλο, επάγγελμα κλπ.
Θα πρέπει να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό την παραβολή του Καλού Σαμα­ρείτη. Κάποιος πλησίασε τον Χριστό ζητώντας να μάθη τί πρέπει να κάνη για να σωθή. Στην απάντηση του Χριστού ότι πρέπει να αγαπήση τον Θεό και τον πλησίον εκείνος ερώτησε: «καί τις εστί μου πλησίον;» (Λουκ. ι', 29).
Δηλαδή, ζητούσε να μάθη ποιός είναι ο πλησίον στον οποίο πρέπει να δείξη αγάπη. Απαντώντας ο Χριστός σε αυτήν την ερώτηση είπε την περίφημη παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, σύμφωνα με την οποία πέρασε ο Ιερεύς και ο Λευίτης δίπλα από τον τραυμα­τισμένο άνθρωπο, χωρίς να δείξουν αγάπη, πράγμα το οποίο έκανε ο Σαμαρείτης που δεν ήταν Ιουδαίος.
Έτσι, εκείνη την στιγμή «πλησίον» για τον τραυματισμένο άνθρωπο δεν ήταν ο ομοεθνής του και ομόθρησκός του, αλλά ο αλλόθρησκος, ο οποίος έδειξε ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα (Λουκ. ι', 30-37).
Άν προσέξουμε ιδιαιτέρως θα δούμε την αλλαγή την οποία έκανε ο Χριστός ως προς την έννοια του πλησίον. Η πρώτη αλλαγή είναι ότι επεξέτεινε την έννοια αυτή, οπότε πλησίον δεν είναι αυτός που λατρεύει τον ίδιο Θεό, ο ομόθρησκος και ο ομοεθνής, όπως ερμηνευόταν στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά ο κάθε άνθρωπος, έστω και αν είναι αλλοεθνής.
Η δεύτερη ουσιαστική και κυρία αλλαγή είναι ότι άλλαξε ουσιαστικά το ερώτημα. Το ερώτημα ήταν, όπως προαναφέρθηκε, «τίς εστί μου πλησίον», «ποιός είναι για μένα ο πλησίον;».
Ο Χριστός δεν απάντησε στο ποιός είναι ο πλησίον του, αλλά ότι αυτός πρέπει να γίνη πλησίον σε κάθε άλλον: «τις ουν τούτων των τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους λῃστάς; ο δε είπεν· ο ποιήσας το έλεος μετ᾿ αυτού. είπεν ουν αυτώ ο Ιησους· πορεύου και συ ποίει ομοίως» (Λουκ. ι΄, 36-37)
Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι δείχνει ότι δεν πρέπει να αρκούμαστε στο ποιός είναι ο πλησίον μας, γιατί αυτό κρύβει μια εγωϊστική νοοτροπία, αλλά στο ότι εμείς πρέπει να κινηθούμε προς τον άλλο και να γίνουμε εμείς πλησίον του άλλου και να τον βοηθήσουμε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.
Επομένως, ο Θεός και ο πλησίον είναι η βάση κάθε κοινωνικής ζωής, και η κατακόρυφη και οριζόντια διάσταση δείχνει την ωριμότητα κάθε ανθρώπου.
2. Η σύγχρονη κοινωνία
Ενώ αυτή η βάση συνιστούσε την διαχρονική παράδοση του Γένους μας και γενικότερα της ανθρώπινης κοινωνίας, σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα και γι' αυτό και η κοινωνία μας είναι ανισόρροπη και δημιουργούνται τεράστια προβλήματα.
Δηλαδή, σήμερα βλέπουμε στην κοινωνία να επικρατή ο θάνατος και του Θεού και του πλησίον, οπότε καταργούνται ή διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ της οριζόντιας και κατακόρυφης σχέσεως του ανθρώπου προς τον Θεό και την κοινωνία.
Παρατηρούμε στην εποχή μας ότι επικρατεί ο θάνατος του Θεού, η λεγομένη θεολογία του θανάτου του Θεού.
Ο 19ος αιώνας, ήταν ο αιώνας του θανάτου του Θεού, διότι ο Νίτσε είχε διακηρύξει ότι ο Θεός είναι νεκρός.
Είχε προηγηθή βέβαια ο 18ος αι. του διαφωτισμού, κατά τον οποίο γκρεμίστηκε το κοσμοείδωλο της μεταφυσικής. Βέβαια, πολλοί διαφωτιστές δεν ήταν άθεοι, αλλά δυϊστές, πίστευαν δηλαδή σε έναν θεό, σε μια δύναμη αόρατη που κυβερνά τον κόσμο, αλλά δεν πίστευαν στον προσωπικό Θεό.
Φαίνεται ότι η μεταφυσική, ο σχολαστικισμός και ο ηθικισμός, που συνδέονται και με τον εθνικισμό που κατέληξαν σε διαμάχες και θρησκευτικούς πολέμους, οδήγησαν στο σημείο να γίνεται λόγος για τον θάνατο του Θεού.
Για τον δυτικό άνθρωπο δεν χρειαζόταν ένας θεός που ήταν εκδικητικός, άσπλαχνος, φεουδάρχης κλπ., όπως εκφραζόταν στην Δύση, γι' αυτό και τον αρνήθηκαν, αφού δεν τους χρειαζόταν. Έτσι, δεν πέθανε ο Θεός, αλλά στην πραγματικότητα πέθανε ο άνθρωπος για τον Θεό.
Αυτό το γεγονός επηρέασε πάρα πολύ την Δυτική Ευρώπη. Τον τελευταίο καιρό συζήτησα με διαφόρους Ευρωπαίους για τα θέματα αυτά και διεπίστωσα ότι στην Ευρώπη υπάρχει ένα μεγάλο κύμα αθεΐας, απιστίας και γενικά αδιαφορίας για το εάν υπάρχη ή δεν υπάρχει Θεός.
Άλλωστε, η ευρωπαϊκή ενότητα στηρίζεται πάνω στην οικονομία, όπως το ορίζουν και διάφοροι όροι που επικρατούν, ήτοι «Οικονομική Ένωση της Ευρώπης», «Νομισματική Ένωση της Ευρώπης», «Ευρωζώνη ή Ζώνη του ευρώ» κλπ.
Πρόκειται για μια Ευρώπη που δεν στηρίζεται στον πολιτισμό, ο οποίος σαφώς έχει και το στοιχείο το θρησκευτικό, αλλά μόνον στο χρήμα, γι' αυτό και καταρρέει το οικοδόμημα αυτό.
Σήμερα στην Ευρώπη παρατηρείται αδιαφορία για θρησκευτικά ζητήματα. Και όπως μου έλεγε κάποιος γάλλος ορθόδοξος κληρικός η Ευρώπη είναι πεθαμένη ως προς τον Θεό.
Αυτό φαίνεται από την κυκλοφορία διαφόρων χριστιανικών βιβλίων. Τα χριστιανικά βιβλία που εκδίδονται από Προτεστάντες, Αγγλικανούς κλπ. αναφέρονται σε ένα χριστιανικό ή και θρησκευτικό συγκρητισμό, δηλαδή κάνουν λόγο για τα κοινά στοιχεία που υπάρχουν σε όλες τις θρησκείες, για την ενότητα της χριστιανικής σκέψης, χωρίς να στηρίζονται στην πίστη και στις διάφορες ομολογίες. Ακόμη και τα ορθόδοξα βιβλία εκδίδονται στην Αμερική και μικρό ποσοστό αυτών έρχονται στην Ευρώπη.
Στο θέμα αυτό μπορώ να καταθέσω και μια προσωπική μαρτυρία.
Τα βιβλία μου τα οποία μεταφράσθηκαν στα αγγλικά κυκλοφορούν κυρίως στην Αμερική και ελάχιστος αριθμός κυκλοφορεί στην Ευρώπη. Είναι και αυτό μια ένδειξη ότι ο Ευρωπαίος άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για τον Θεό και ό,τι έχει σχέση με την επικοινωνία μαζί Του.
Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε άγιος από την Σερβική Εκκλησία με προφητική ενάργεια είχε αναγγείλει από τις αρχές του 20ου αιώνος ότι ο κρυφός πόθος πολλών από τα δημιουργήματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι «η απελευθέρωσις του ανθρώπου από τον Θεόν».
Ερωτά: Η Ευρώπη αφού υιοθέτησε την αρχή του Νίτσε ότι ο Θεός «απέθανε», τότε τί έμεινε στην Ευρώπη από την έξοδο του Θεού από το σώμα της; Απαντά ο ίδιος: Έμεινε ένα «πτώμα», όπως πτώμα γίνεται το σώμα του ανθρώπου, όταν φεύγη η ψυχή.
Ο Ντοστογιέφσκι είπε κάποτε: «Θέλω να πάω εις την Ευρώπην και γνωρίζω ότι μεταβαίνω εις νεκροταφείον».
Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφονται στο βιβλίο του Lugi Zoja «ο θάνατος του πλησίον» για θέματα που απασχολούν την σύγχρονη κοινωνία.
Εάν ο 19ος αιώνας ήταν ο αιώνας του θανάτου του Θεού, ο 20ός και 21ος αι. είναι ο αιώνας του θανάτου του πλησίον, αφού ο άνθρωπος απομα­κρύν­θηκε από τον συνάνθρωπό του, ζή σε ένα φίλαυτο εγωκεντρικό περιβάλλον, ο ατο­μισμός είναι κυρίαρχο στοιχείο στην ζωή μας, πράγμα το οποίο δείχνει την αδια­φορία την οποία έχει ο άνθρωπος προς τον συνάνθρωπό του.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, το ότι κατά τον 19ο και 20ό αι. κυριαρχεί η ψυχανάλυση, αφού «η απομόνωση κερδίζει έδαφος», «τά πλέον ευαίσθητα άτομα σπαράσσονται από μια αγωνία στην οποία δίδεται το όνομα νεύρωση. Μέσω της ψυχανάλυσης θα αναδομήσουν την ανθρώπινη σχέση, όχι με κάποιον πλησίον, αλλά με έναν επαγγελματία.
Η ανάγκη τους για εγγύτητα είναι τόσο βίαιη που δημιουργεί ένα πλεόνασμα οικειότητος με εκείνον: αυτό καλείται μεταβίβαση και με την σειρά της θεωρείται νευρωτική.
Ο Φρόιντ υποδεικνύει τεχνικές για να την συγκρατήση και να την εμπεριέξει. Θέτει τον ασθενή στο ντιβάνι για να απομακρύνει το βλέμμα του».
Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν και οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να έχουν κάποιον δίπλα τους.
Σήμερα, όμως, οι άνθρω­ποι, κυρίως στις μεγαλουπόλεις, δεν αισθάνονται δίπλα τους άλλους ανθρώπους, ζουν μόνοι τους, αισθάνονται μια μοναξιά, αισθάνονται τον πλησίον τους ως απειλή της ύπαρξής τους. Μπορεί κανείς να συναντά κάθε μέρα χιλιάδες ανθρώ­πους στον δρόμο, στην εργασία, αλλά είναι άγνωστα πρόσωπα σ' αυτούς.
Έχει παρατηρηθή ότι στην αρχαιότητα μόνο η Ρώμη ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο κατοίκων και το 1820 μόνον τον Λονδίνο.
Στα 1900 οι πόλεις που κατοικούνταν περισσότερο από ένα εκατομ. κατοίκους ήταν ένδεκα, το 2000 ήταν σχεδόν 400 και το 2015 θα είναι 550.
Αυτό δείχνει ένα μεγάλο πρόβλημα, ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα σε μεγαλουπόλεις. Στην πολυκοσμία με τους μετανάστες και τους ξένους ο άνθρωπος αισθάνεται εντελώς μόνος.
Όταν ο άνθρωπος επιστρέφει στο σπίτι του μετά την καθημερινή εργασία, είναι «αποπροσανατολισμένος από την συνάντηση με άπειρα νέα πρόσωπα πού, αντίθετα προς ό,τι αναζητά η παρόρμηση, δεν του προσφέρουν γνώση, διότι λείπει είτε ο χρόνος, είτε η δυνατότητα γνώσεως».
Αλλά και «όταν ανοίγει την τηλεόραση, μπορεί να συναντήσει σε ελάχιστες στιγμές, χιλιάδες άλλα άτομα, αλλά συνάμα και ελάχιστα υπαρκτά». Έτσι, έχει χαθή η έννοια του ζωντανού πλησίον.
Επίσης παρατηρούμε ότι κατά ένα μεγάλο μέρος οι διπλανοί του ανθρώπου έχουν αντικατασταθή από τις μηχανές.
Ο Τζώρτζ Όργουελ το 1949 έκανε λόγο για τον μεγάλο αδελφό. Πρόκειται για την παντοδύναμη εξουσία, η οποία εισχωρούσε στα σπίτια.
Ο Ρέι Μπράντμπερι το 1953 περιέγραψε μια κοινωνία, στην οποία τα βιβλία ήταν απαγορευμένα και οι άνθρωποι ζούσαν περικυκλωμένοι από οθόνες τις οποίες ονόμαζε «η οικογένειά μου». «Σε αμφότερα τα διηγήματα, ο πολίτης δεν έβλεπε ότι η εξουσία εξαφάνιζε τους γείτονες: γείτονας ήταν πλέον μόνο η οθόνη».
Επομένως, «στο προτεχνολογικό κόσμο, η γειτνίαση των ανθρώπων ήταν ουσιαστική, τώρα δεσπόζει η απόσταση, η έμμεση σχέση και η σχέση δια των μέσων ενημέρωσης.
Η εντολή (αγάπα τον πλησίον σου) κενώνεται. Και τούτο διότι δεν έχουμε πλέον κανένα να αγαπήσουμε». Χάθηκε η επικοινωνία του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του και στην καλύτερη περίπτωση γίνεται έμμεση, οπότε επανεμφανίζεται με διαστρεβλωμένη μορφή, όπως φαίνεται σε πολλές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.
Οπότε, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει και την αίσθηση του Θεού και την αίσθηση του πλησίον, ο Θεός πέθανε γι' αυτόν, ο ουρανός κενώθηκε από τον Θεό, αλλά πέθανε και ο πλησίον γι' αυτόν, δηλαδή κενώθηκε και η γή, και το κυριότερο και ο ίδιος έπαυσε να είναι πλησίον του Θεού και του ανθρώπου.
Στην πραγματικότητα ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ορφανός και από Θεό και από άνθρωπο.
«Είτε από την κατακόρυφη οπτική, –πέθανε ο Ουράνιος Πατήρ του–, είτε από την οριζόντια –πέθανε εκείνος που στεκόταν στο πλάι του. Συνεπώς, όπου και να ρίξει το βλέμμα, νιώθει ορφανός».
Έτσι, μετά τον θάνατο του Θεού του Νίτσε, ακολούθησε ο θάνατος του πλησίον με την μετα-τεχνολογική και μετα-θρησκευτική εποχή και μετά τον θάνατο του πλησίον ακολουθεί και η μετα-ανθρώπινη εποχή.
Μέσα σε αυτά τα στοιχεία βλέπω την κρίση της σημερινής εποχής. Δεν πρόκειται για κρίση απλώς οικονομική, αλλά για κρίση κοινωνική, ανθρωπιστική, πολιτιστική και θεολογική.
Η ορφάνεια μαστίζει τους ανθρώπους, ορφάνεια από Θεό και πλησίον. Και όταν ο άνθρωπος θέλη να στηριχθή πάνω σε οικονομικά μεγέθη, και τότε αισθάνεται την μοναξιά, αφού δεν ικανοποιούνται οι υπαρξιακές του αναζητήσεις.
Σε αυτήν την δύσκολη εποχή έχουμε ανάγκη από τον Θεό, αλλά και από τον πλησίον. Το Θεό πρέπει να τον αισθανθούμε μέσα στην καρδιά μας ως αγάπη και μέσα στην Εκκλησία ως Πατέρα, και τον συνάνθρώπό μας πρέπει να τον αισθανθούμε ως αδελφό μας.
Εμείς πρέπει να πορευόμαστε προς τον Θεό, καθώς επίσης να κινούμαστε και προς τον συνάνθρωπο, να γινόμαστε πλησίον του κάθε ανθρώπου που υποφέρει και πονά.
Επομένως, υπάρχει μεγάλη ανάγκη της ανιδιοτελούς αγάπης και προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο. Γι' αυτό και πρέπει να τιμούμε κάθε εθελούσια προσφορά και κάθε κενωτική-θυσιαστική αγάπη.
Με αυτήν την έννοια ως ποιμενάρχης της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου συγχαίρω την ΟΣΥΝ και την ΕΝΑΜ, γιατί αποφάσισαν να τιμήσουν τους Πολιτιστικούς Συλλόγους και τους συγγραφείς που προσφέρουν τον χρόνο και τα χαρίσματά τους για να υπηρετήσουν τους αδελφούς, καθώς επίσης συγχαίρω και τους τιμωμένους σήμερα Συλλόγους, οι οποίοι αποτελούν τα υγιή στοιχεία της κοινωνίας μας.
Χαίρομαι για τα πνευματικά μου παιδιά που δραστηριοποιούνται στον χώρο της κοινωνίας και εύχομαι τούτη την χρονιά να βάλουμε ως θεμέλιο της ζωής μας τον βασικό αυτό κανόνα: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου... αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39).–
Πηγή: http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=10980:-q------q&catid=13
 

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Επιλεγμένα κηρύγμτα του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς

Επιλεγμένα κηρύγμτα του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς




ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
*Οι ασκητές είναι οι μοναδικοί ιεραπόστολοι της Ορθοδοξίας και ο ασκητισμός είναι η μόνη ιεραπο­στολική σχολή μέσα στην Ορθοδοξία. Η ορθοδοξία είναι άσκηση και ζωή γι' αυτό και μονάχα διά της α­σκήσεως και της ζωής επιτελείται το κήρυγμα και η ιεραποστολή. Ή ανάπτυξη της ασκητικότητας -προ­σωπικά και καθολικά- αυτή πρέπει να γίνει ή εσωτε­ρική αποστολή της Εκκλησίας μας μέσα στον λαό. Οι ενορίες πρέπει να μεταβληθούν σε ασκητικά κέ­ντρα, αλλά αυτό μπορεί να το επιτύχει μονάχα ένας ε­φημέριος - ασκητής. Πρέπει να ενισχύσουμε την προ­σευχή και την νηστεία, να αναπτύξουμε την εκκλη­σιαστική ευταξία ή οποία είναι από τα κύρια μέσα της Ορθοδοξίας με το όποιο εκείνη επιδρά αναγεννη­τικά στον άνθρωπο. Όλα αυτά όμως απαιτούν ως προϋπόθεση: οι ιερείς και οι μοναχοί μας να γίνουν οι ίδιοι ασκητές.

*Το χειρότερο πράγμα για τούς ανθρώπους είναι ό θάνατος: το να γίνω λάσπη, να μεταβληθώ σε σκου­λήκια, σε πηλό! Αξίζει τάχα να είναι κανείς άνθρω­πος; Γιατί να σε αγαπήσω, Θεέ μου, αφού αύριο θα μεταβληθώ σε σκουλήκια και πηλό; Να, όμως, πού ό Κύριος Ιησούς Χριστός σε σώζει από τον θάνατο διά της Αναστάσεως Του, εξασφαλίζει την αιώνιο ζωή για την ψυχή σου και το σώμα, όταν εκείνο θα ανα­στηθεί λαμπερό και θα ενωθεί με την ψυχή.
Γι' αυτό και ό Κύριος Ιησούς έχει το δικαίωμα να αποκαλείται ό Μόνος Φιλάνθρωπος, ό μόνος από κα­τασκευής κόσμου μέχρι της Φοβέρας Κρίσεως. Μονά­χα εκείνος πού νίκησε τον θάνατο είναι ό Μόνος Φι­λάνθρωπος και όλα τα άλλα είναι άπλες φλυαρίες. Και οι κουλτούρες, οι πολιτισμοί, οι επιστήμες και οι τέχνες; - Τί αστεία πράγματα! Μα τί να την κάνω την τεχνολογία και την επιστήμη όταν με μεταβάλουν σε σκουλήκια και λάσπη; Εκείνος είναι ό μόνος φιλάν­θρωπος, αυτός πού με ελευθερώνει από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Γιατί ό διάβολος είναι ό εφευρέτης της αμαρτίας και μαζί μ' αυτήν και του κα­κού.

*Αυτό είναι ή αγάπη του Χριστού προς τον άν­θρωπο: ή λύτρωση από τον θάνατο. Λέει ή δεύτερη μεγάλη εντολή: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σε­αυτόν» (Μτ. 22, 39). Πότε αγαπούμε λοιπόν πραγματι­κά τον άνθρωπο; Όταν τον λυτρώνουμε από την α­μαρτία του, από την κόλαση... αυτή είναι ή γνήσια α­γάπη προς τον άνθρωπο. Άπατα εαυτόν όποιος νομί­ζει πώς αγαπά τον άνθρωπο ενώ εγκρίνει τις αμαρτίες του και αναπαύει τα πάθη του. Τότε αγαπά τον θάνατο του και όχι τον ίδιο. Μονάχα όταν αγαπά κανείς τον άνθρωπο διά του Χριστού -με όλη την ψυχή και την δύναμη του- τότε τον αγαπά αληθινά.

Θα ρωτήσει κάποιος: και ή αγάπη των γονέων προς τα τέκνα; Και ή αγάπη του συζύγου προς την σύ­ζυγο; Και ή αγάπη του ανθρώπου προς την πατρίδα; Δεν είναι και αυτά αγάπη; Τα ονομάζουμε βέβαια όλα αυτά αγάπη άλλα είναι άραγε έτσι; Όλα αυτά δεν έ­χουν ίχνος αγάπης εάν δεν είναι ο Χριστός η δύναμη εκείνη μέσα από την οποία αγαπάμε. Αν ό πατέρας δεν αγαπά τα τέκνα του με την αγάπη του Χριστού, αν δεν τα παιδαγωγεί στο αγαθό, αν δεν τα οδηγεί στον ί­σιο δρόμο, αν δεν τα διδάσκει να σωθούν από την α­μαρτία, παρά μονάχα τα χαϊδεύει και τα κολακεύει, τότε τα μισεί και τα φονεύει. Αν πάλι, ό σύζυγος αγα­πά την σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ό φονιάς της. Έτσι συμβαίνει με κάθε γήινη, σαρκική αγάπη.

*Ή Δικαιοσύνη και ή Αλήθεια του Θεού ενοχλούν τούς άνομους, ενοχλούν αυτούς πού είναι ανή­μποροι από τις αμαρτίες, ενοχλούν όλους όσοι είναι μεθυσμένοι από τα διάφορα πάθη. Μήπως και σήμερα δεν κραυγάζουν οι Χριστομάχοι: σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν! Μήπως και σήμερα δεν ζητούν την κεφα­λή του Ιησού από την Ναζαρέτ;

*Ω ναι, όταν οι άνθρωποι τρελαθούν από την υ­περηφάνεια, όταν αλλοφρονήσουν από την αυταρέσκεια, τότε δεν τούς χρειάζεται ό Θεός, δεν χρειάζο­νται την Δικαιοσύνη Του αφού ανακηρύσσουν τον ε­αυτό τους για θεό. Προτείνουν την ελάχιστη και ψεύ­τικη αλήθεια τους ως την μεγάλη, την σωτήρια αλή­θεια. Ανακηρύσσουν ακόμα, την ελάχιστη γήινη, δι­κή τους ανάπηρη δικαιοσύνη ως την μέγιστη δικαιο­σύνη: δεν μας χρειάζεται ή Δικαιοσύνη του Χριστού, δεν θέλουμε την Δικαιοσύνη του Θεού.

*Οι άνθρωποι, με τυφλωμένο τον νου και την ψυ­χή, δεν βλέπουν μα και δε θέλουν να δουν ότι σε τού­το τον κόσμο ο άνθρωπος -ο γνήσιος άνθρωπος- δεν μπορεί να σταθεί δίχως τον Θεό. Γιατί άραγε αυτό; Μα επειδή ό κόσμος αυτός είναι γεμάτος από Ηρώδες, γεμάτος από Φαρισαίους. Οι Ήρώδες ζητούν την κεφαλή Ιωάννου του Βαπτιστού, ζητούν τις κεφα­λές όλων των δικαίων της γης. Και οι Φαρισαίοι, οι ψευδείς Γραμματείς και οι ψευδοσοφοί του κόσμου αυτοί απαιτούν τον θάνατο του Θεανθρώπου Χριστού.

*Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύνα­μοι σαν τα κουνούπια, σαν τα πετραδάκια. Για ποιό πράγμα καυχάσθε ω άνθρωποι; Για τον πλούτο, την ε­πιστήμη, την φιλοσοφία και την κουλτούρα; Όλα αυ­τά είναι σκύβαλα - συ και εγώ δούλοι του θανάτου! Κάθε άνθρωπος είναι δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου. Μπορεί να γίνει άνθρωπος σε αυτό τον κό­σμο με χαρά; Όχι δεν μπορεί. Ό άνθρωπος πού θα α­ντικρίσει σοβαρά τον εαυτό του και με σοβαρότητα θα κοιτάξει τον θάνατο σαν τον έσχατο σταθμό αυτής της ζωής, αυτός ό άνθρωπος δεν έχει χαρά σε αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχει γι' αυτόν καμιά απόλαυση ε­δώ. Όλες οι απολαύσεις είναι ένα ψέμα, εάν ό θάνα­τος αποτελεί για μένα και για σένα τον τελευταίο σταθμό αυτού του κόσμου.

*Ποιος εισήγαγε τον θάνατο σε αυτό τον κόσμο; Ποιος άλλος από την αμαρτία; στον άνθρωπο ανήκει δυστυχώς, αυτός ό γεμάτος ντροπή ρόλος αυτής της ζωής, της εισαγωγής δηλ. της αμαρτίας και του θανά­του και του διαβόλου σε αυτό τον κόσμο. Δεν το έ­πραξαν αυτό μήτε οι τίγρεις μήτε οι αλεπούδες, το έ­πραξε ό άνθρωπος. Γι' αυτό και ό άνθρωπος είναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστά σε όλα τα ζώα και ό­λα τα φυτά και όλα τα πετούμενα. Πρέπει να ντρέπε­ται ό άνθρωπος και να εκλιπαρεί για συγνώμη από το κάθε πουλί για το ότι αυτός είναι πού έφερε τον θάνα­το στον κόσμο αυτό, έφερε τον θάνατο και στα που­λιά και στα ζώα και στα φυτά. Τα πάντα φθείρονται και αποθνήσκουν. Μέχρι πότε όμως; Μέχρι την ανά­σταση των νεκρών, όταν ό Κύριος θα κρίνει τον κό­σμο και, στη θέση της παλαιάς γης, θα δώση καινή γη, όταν όλα θα γίνουν αθάνατα επάνω της. Αυτό εί­ναι κάτι πού εμείς δεν μπορούμε μα ούτε και ξέρουμε να το συλλάβουμε, αλλά αυτό είναι ή καλή είδηση του Κυρίου και Χριστού μας.

*Ποιό το όφελος από το ότι ή Ευρώπη, ή Αμερι­κή και όλες οι ήπειροι τρέχουν να κατακτήσουν τον κόσμο, το σύμπαν, την Σελήνη, τον Άρη και τ' αστέ­ρια; Τί θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν αποκτήσει τον κόσμο όλο και βλάψει την ψυχή του, αν χάσει την ψυχή του; Από ποιόν θέλετε ώ άνθρωποι να κατακτή­σετε την Σελήνη; Από ποιόν να πάρετε τα άστρα; Από τον Κύριο ό Οποίος τα έχει σπείρει σαν αλλά άν­θη στην ατέλειωτη απεραντοσύνη; Πόσο ελεεινός είναι ό ευρωπαίος άνθρωπος όταν εκστρατεύει κατά του ουρανού σαν να πρόκειται για τον εχθρό του!

*Κάθε ιερός ναός είναι και ένα κομμάτι του ουρανού επάνω στην γη. Και όταν είσαι μέσα στον ναό, ή­δη βρίσκεσαι στον ουρανό. Έτσι, όταν ή γη σε συν­θλίβει με την κόλαση της, τρέξε στον ναό, μπες μέσα και να, είσαι μέσα στον παράδεισο. Αν οι άνθρωποι σε ενοχλούν με την κακία τους, να προσφεύγεις στον ναό, να γονατίζεις μπροστά στον Θεό και Εκείνος θα σε προσλάβει κάτω από την γλυκιά και παντοδύναμη προστασία Του. Αν πάλι συμβεί να πέσουν επάνω σου ολόκληρες λεγεώνες δαιμόνων, εσύ τρέξε στον ναό, ανάμεσα στους Αγγέλους, επειδή ό ναός είναι πάντοτε γεμάτος από Αγγέλους και οι Άγγελοι του Θεού θα σε προστατεύσουν από όλα τα δαιμόνια του κόσμου αυτοί και τίποτα δεν μπορούν να σου κάμουν.

*Μην λησμονείτε αδελφοί: εμείς οι Χριστιανοί είμαστε ισχυροί διά του Θεού. Ποιος μπορεί τότε να είναι ισχυρότερος από εμάς; Κανείς! Κανείς! Κανείς! Κανείς από τούς ανθρώπους μα και από τούς δαίμο­νες! Μα δίχως το Θεό, τί είμαστε εμείς οι άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο; Παιχνίδι της αμαρτίας, παιχνίδι του κακού, παιχνίδι στα χέρια του διαβόλου. Ώ αδελ­φέ, ώ άνθρωπε, με κάθε αμαρτία με την οποία σε καταβάλλει ό διάβολος γελά μαζί σου. Και όταν σε καταβάλλει σε πολλές αμαρτίες, τότε ορμαθός από πολ­λά δαιμόνια σιμώνουν γύρω σου από κάθε γωνιά.

*Όταν ό άνθρωπος δεν είναι με τον Θεό, τότε πά­ντοτε γίνεται παιχνίδι του διαβόλου και ό διάβολος παίζει μαζί του: την μια του γεμίζει την ψυχή με ακά­θαρτους λογισμούς, την άλλη του βομβαρδίζει την καρδιά με κακές επιθυμίες, άλλοτε πάλι πυρώνει την γλώσσα του με βρισιές, και άλλοτε τον παρακινεί σε συκοφαντία, σε καταλαλιά, σε κλοπή, σε ασωτία και σε κάθε άλλη κακή πράξη.

*Ξέρετε αδελφοί ποιό είναι το ισχυρότερο όπλο του άνθρωπου στην γη, όπλο ακατανίκητο και πάντα νικηφόρο; Είναι ή προσευχή, μάλιστα η προσευχή! Ε­πειδή διά της προσευχής ο άνθρωπος παραδίδει στον Θεό όλη την ψυχή και όλη την καρδιά και όλη την ζωή του και ό Θεός γίνεται υπέρμαχος του και ό προ­στάτης του. Τί μπορούν τότε να του κάμουν οι άνθρω­ποι και οι δαίμονες; Τίποτε! Τίποτε! Τίποτε! Γι' αυτό και ό Κύριος μας επιτάσσει στο Ευαγγέλιο Του: «Α­διαλείπτως προσεύχεσθε» (Α' Θεσ. 5, 17).

*Γιατί τόσο πολύ κακό στον κόσμο στις μέρες μας; Είναι επειδή οι άνθρωποι απέρριψαν το αποτελε­σματικότερο όπλο, το νικηφόρο όπλο το όποιο νικά το κάθε κακό με βεβαιότητα και σε όλα τα πεδία των μαχών, νικά την κάθε αμαρτία, τον κάθε δαίμονα και το όπλο αυτό είναι η προσευχή, η προσευχή και η νη­στεία. Είναι το αποτελεσματικότερο όπλο επειδή εί­ναι του Θεού, επειδή είναι του Χριστού, είναι το όπλο του μόνου αληθινού Θεού σε όλους τούς κόσμους.

*Γιατί ή Ευρώπη περιέπεσε στις μέρες μας σε τό­σα δεινά, σε τόσα αδιέξοδα; Είναι επειδή απέρριψε τον Χριστό, απέρριψε το ιερό Του Ευαγγέλιο, απέρρι­ψε το ανίκητο όπλο Εκείνου: την προσευχή και την νηστεία. Τα απέρριψε και ζητά να λύσει όλα της τα προβλήματα χωρίς τον Χριστό. Και μάλιστα, όχι μό­νο χωρίς τον Χριστό μα και αντίθετα από τον Χριστό. Μα όποιος μάχεται τον Χριστό και Θεό, εκείνος γίνε­ται σύντροφος των δαιμόνων. Και τί είναι αυτό πού απομένει από αυτό τον άνθρωπο μέσα σε ένα τέτοιο πό­λεμο; Πτώμα! Μονάχα πτώμα!

*Μέχρι πού ό Χριστός δεν φανερώθηκε στον γήι­νο κόσμο μας με το Ιερό Του Ευαγγέλιο, εμείς οι άν­θρωποι δεν γνωρίζαμε μήτε ποιό είναι το καλό μήτε και ποιό το κακό, μήτε τί είναι αλήθεια μήτε και τί εί­ναι ψέμα, ούτε τί είναι δίκαιο μα ούτε και τί είναι άδι­κο. Και το κυριότερο, δεν γνωρίζαμε ούτε τί σημαίνει καλός άνθρωπος. Μόλις με τον Χριστό τα γνωρίσαμε όλα αυτά: καλό είναι μονάχα αυτό πού προέρχεται από τον Κύριο και Χριστό και οδηγεί στον Κύριο. Το ίδιο και με την αλήθεια και με το δίκαιο. Και ποιος είναι ό καλός άνθρωπος; μόνον ό άνθρωπος του Χρι­στού είναι καλός, δηλ. με άλλα λόγια, μόνον ό Χρι­στιανός είναι αληθώς καλός άνθρωπος.

*Δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο και πιο υπεύθυ­νο σε αυτό τον γήινο κόσμο από το καθήκον της χρι­στιανής μητέρας. Επειδή το κύριο καθήκον της είναι να εξασφαλίσει στα τέκνα της την αθανασία και την αιώνια ζωή. Αν τούς εξασφαλίσει αυτά, έχει εξασφα­λίσει για τον εαυτό της τον παράδεισο στους ουρα­νούς. Αν δεν το κατορθώσει όμως, ή ψυχή της θα κα­τρακυλήσει στην κόλαση όπου ο αιώνιος κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.

*Κάθε άνθρωπος είναι ο αιώνιος αδελφός σου, ο αιώνιος συνάδελφος σου. Πρόσεχε λοιπόν πώς του συμπεριφέρεσαι! Πρόσεχε τί σκέφτεσαι περί αυτού! Πρόσεχε τί επιθυμείς γι' αυτόν! Επειδή στην αιωνιό­τητα μέλλεις να ζήσεις μαζί με εκείνον. Γι' αυτό, ας είναι όλα μέσα μας αθάνατα και αιώνια: ή αγάπη μας προς τον άνθρωπο, το αγαθό μας, ή αλήθεια μας, ή δι­καιοσύνη μας. Για να μην ντρεπόμαστε στον άλλο κό­σμο μήτε για την αγάπη μας μήτε για το καλό μας μή­τε για την αλήθεια μας μήτε και για την δικαιοσύνη μας ενώπιον του Κυρίου.

*Αν ή σκέψη του ανθρώπου δεν απολήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Γι' αυτό και στα­διακά ξηραίνεται, ώσπου στο τέλος μαραίνεται τε­λείως. Όσα ισχύουν για την ανθρώπινη σκέψη ι­σχύουν και για το συναίσθημα. Αν δεν γαντζωθεί στο Θεό, τότε και εκείνο εξατμίζεται γοργά, ξεψυχά ώ­σπου στο τέλος πεθαίνει. Αυτός ό νόμος ισχύει και για ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν ή ύπαρξη του δεν κα­ταλήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Πε­θαίνει σταδιακά μέσα του κάθε τί το μεγάλο και υψη­λό και παραμένει ότι ασήμαντο και μηδαμινό.

*Ή αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από την σύλ­ληψή του μέσα στην κοιλία της μητέρας του. Και πό­τε αρχίζει ό παράδεισος και ή κόλαση του ανθρώπου; Από την ελεύθερη επιλογή για το θεϊκό αγαθό ή για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό ή για τον διάβολο. Και ό παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου αρ­χίζουν εδώ από την γη για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη ζωή. Τί είναι ο παράδεισος; Είναι η αίσθη­ση της παρουσίας του Θεού. Άμα ο άνθρωπος αισθά­νεται εντός του τον Θεό, είναι ήδη στον παράδεισο, γιατί όπου είναι ο Θεός εκεί είναι και η Βασιλεία του Θεού, εκεί και ο παράδεισος. Από τότε πού ο Θεός Λόγος κατέβηκε στην γη και έγινε άνθρωπος, ο παρά­δεισος έγινε η αμεσότερη πραγματικότητα για την γη και τον άνθρωπο. Επειδή, όπου είναι ο Χριστός εκεί και ο παράδεισος.

*Κάθε πράγμα σε αυτό τον κόσμο είναι ένα κά­δρο στο οποίο ό Θεός έχει κορνιζώσει και από μία σκέψη του. Όλα τα πράγματα μαζί, συναποτελούν το πολύχρωμο μωσαϊκό των σκέψεων του Θεού. Βαδίζο­ντας από πράγμα σε πράγμα, διαβαίνουμε από την μια σκέψη του Θεού στην άλλη, από την μια αγιογραφία του Θεού στην επόμενη. Βαδίζοντας από άνθρωπο σε άνθρωπο, προχωρούμε από την μια εικόνα του Θεού στην άλλη. Ενώ ό Θεός στα πράγματα έχει κορνιζώ­σει τις σκέψεις Του, στον άνθρωπο κορνίζωσε την μορφή Του, την δική Του εικόνα.

«Ότι εν πλήθει σοφίας πλήθος γνώσεως και ό προστιθείς γνώσιν προσθήσει αλγημα» (Έκκλ. 1, 18). Δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο από την σκέψη την ίδια. Δεν είναι κόλαση μεγαλύτερη από την σκέψη ή οποία είναι πλήρως αποκομμένη από τον Πλάστη και Θεό κάθε σκέψης, τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Θεό Λόγο. Ή ανθρώπινη σκέψη χωρίς τον Κύριο και Χρι­στό δεν μπορεί να γνωρίσει μήτε τον εαυτό της μήτε και τον κόσμο γύρω της.

*Σοφία είναι το να ζει κανείς με ευαγγελική «ευ­ταξία», με ευαγγελική «ακρίβεια». Αφροσύνη πάλι εί­ναι το να ζει κάποιος διασκεδάζοντας ατάκτως, ανα­λώνοντας την ψυχή του σε αμαρτίες και πάθη. Σοφός εκείνος πού χτίζει το οικοδόμημα της ψυχής του στην τήρηση των ιερών εντολών του Ευαγγελίου. Άφρων είναι εκείνος πού πράττει το αντίθετο. Γιατί όλα όσα οικοδομούνται επάνω στον Ιησού Χριστό αντέχουν σε όλες τις καταιγίδες και φουρτούνες και στα δεινά των πειρασμών, της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. Ότι πάλι οικοδομείται δίχως Χριστό και ερήμην του Χριστού και ενάντια στον Χριστό, εύκο­λα καταρρέει και συντρίβεται μόλις φανούν οι φουρτούνες των πειρασμών, των αμαρτιών και των παθών, μα κυρίως όταν φανούν ο άνεμος του θανάτου και του δαιμονισμού.

*Για μάς τούς Χριστιανούς, τούς φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέ­σον και οδό προς την αιωνιότητα. Επειδή εμείς, βλέ­πουμε εκείνο πού δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αό­ρατο. Ρυθμίζουμε όλη μας την ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο πού είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βά­ση το Θεανθρώπινο. Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέ­σα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό. Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο Βασίλειο του ατελεύτητου και αορά­του. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκεί­νος είναι ό αιώνιος Θεός και Κύριος.

*Ό αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι α­μαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Έφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία κλέβει και λί­γη από την αιωνιότητα μας και απονεκρώνει την αθα­νασία μας. Ας μη γελιόμαστε: ή φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χρι­στό.

*Δίχως την πίστη στον Κύριο και Χριστό, δίχως την αναγέννηση εν Χριστώ τω Κύριο, δίχως την ζωή εν Χριστώ τω Κυρίω ό άνθρωπος είναι και παραμένει εργαστήριο δαιμόνων.

*Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποδείξει πώς σήμε­ρα είναι του Χριστού ενώ μέχρι χτές δεν ήταν δικός Του; Δίχως αμφιβολία, με καινές σκέψεις στην θέση των παλαιών, με καινά αισθήματα στην θέση των πα­λαιών, με καινές επιθυμίες στην θέση των παλαιών, με μια λέξη: με καινή ζωή στην θέση της παλαιάς και μάλιστα ζωή ευαγγελική και Θεανθρώπινη.

*Της φιλανθρωπίας του Χριστού ουκ έσται τέλος. Διότι ό Χριστός, για να αποκτήσουμε εμείς οι άνθρω­ποι την αιώνιο ζωή Του και να ζήσουμε εν Αύτώ, δεν μας ζητά να έχουμε μόρφωση, μήτε δόξα, μήτε πλούτο, μήτε και κάτι, το οποίο κάποιος από εμάς δεν κα­τέχει, παρά ζητά αυτό πού όλοι μας μπορούμε να έ­χουμε. Αυτό το κάτι είναι ή πίστη.

*Δίχως τον γλυκύτατο Κύριο και Χριστό είναι δί­χως νόημα, φοβερός και σύντομος ό επίγειος βίος, πο­λύ δε περισσότερο η αιωνιότητα πού είναι ατελείωτη και απεριόριστη. Όπου υπάρχει ό θάνατος εκεί αλη­θινή χαρά δεν υπάρχει. Μέσα στην βοή και τον χαλα­σμό της αμαρτίας, μέσα στην μέθη από την γλυκύτη­τα της αμαρτίας, οι άνθρωποι αναγορεύουν σε χαρές της ζωής πλείστες ανοησίες και ασήμαντα πράγματα. Γιατί είναι ανόητα και ασήμαντα όλα εκείνα που απο­μακρύνουν τον άνθρωπο από τον Κύριο και Χριστό, όσα δεν του εξασφαλίζουν την αθανασία και την αγιό­τητα του Χριστού.

*Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιό­τητα δίχως Χριστό. Εγώ θα δεχόμουν με χαρά να εί­μαι στην Κόλαση μαζί με τον Χριστό (συγχωρήστε μου το παράδοξο) παρά στον Παράδεισο δίχως Χριστό. Γιατί όπου δεν είναι Εκείνος, τα πάντα μεταβάλλονται σε κατάρα, σε πίκρα και σε φρίκη.

*Ή κάθε ευαγγελική αρετή γίνεται στα χέρια του ορθοδόξου χριστιανού πινέλο με το οποίο ζωγραφίζει στην ψυχή του την εικόνα του Χριστού μέχρι να την ολοκληρώσει. Όταν δεις την ψυχή ενός τέτοιου αν­θρώπου, βλέπεις την εικόνα του Χριστού και λες μέσα σου: αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός τοποθέτησε στο σώ­μα του την εικόνα του Χριστού, έφτασε το ύψιστο νόημα της ζωής και πλούτισε πλούτο αδαπάνητο.

*Συχνά η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο εί­ναι πλακωμένη από την λάσπη των ηδονών και το κα­τράμι των παθών, από τα αγκάθια της αμαρτίας και την ήρα των επιθυμιών. Γι' αυτό λέγεσαι ορθόδοξος χριστιανός, για να καθαρίσεις όλα αυτά πάνω από την εικόνα του Θεού στην ψυχή σου και να λάμψει και πάλι ή εικόνα εκείνη με το θεϊκό της κάλλος. Αν το καταφέρεις αυτό, τότε θα αγαπήσεις τον άνθρωπο στην αμαρτία του γιατί ποτέ δεν θα εξισώσεις την αμαρτία με τον αμαρτωλό και το έγκλημα με τον εγκληματία. Πάντα θα ξέρεις να ξεχωρίζεις την αμαρτία από τον αμαρτωλό, να καταδικάζεις την αμαρτία και να σπλαχνίζεσαι τον αμαρτωλό.

*Ή αγιότητα αποτελεί την φυσική κατάσταση για την θεοειδή ανθρώπινη ψυχή και γι' αυτό η αγιό­τητα μας θέλημα του Θεού εστί (Α' Θεσ. 4, 3). Αυτό θέλει από εμάς ό Θεός, αυτό απαιτεί, σε αυτό συνίστα­ται όλο το θέλημα Του προς εμάς. Και εμείς ικανο­ποιούμε το θέλημα Του όταν πράττουμε αυτό πού εί­ναι άγιο, αυτό πού αγιάζει και φωτίζει.

*   Τί είναι οι Πράξεις των Αποστόλων; Είναι οι πράξεις του Χριστού τις όποιες επιτελούν οι Απόστο­λοι με την δύναμη Εκείνου ή καλύτερα, διά του Χριστού που είναι μέσα τους και ενεργεί δι' αυτών. Και τί είναι οι Βίοι των Αγίων; Τίποτα περισσότερο από την προέκταση των Πράξεων των Αποστόλων. Μέσα τους έχουμε το ίδιο Ευαγγέλιο, την ίδια βιωτή, την ί­δια αλήθεια, την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια αγάπη, την ίδια πίστη, την ίδια αιωνιότητα, την ίδια δύναμιν εξ ύψους, τον ίδιο Θεό και τον ίδιο Κύριο. Αυτή η προέ­κταση των ζωοποιών θείων δυνάμεων στην Εκκλησία του Χριστού διά των αιώνων και από γενεά σε γενεά αποτελεί την ζώσα Ιερά Παράδοση.

*Η διάνοια πού ζει και εκφράζεται μέσα από την αμαρτία, το κακό και τον θάνατο είναι κατάρα Θεού. Μεγάλη διάνοια - μεγάλη κατάρα. Με μια διάνοια δί­χως καλοσύνη και ευγένεια ό άνθρωπος είναι σωστός διάβολος γιατί ό διάβολος είναι μεγάλη διάνοια δί­χως ίχνος καλοσύνης και αγάπης. Άνθρωπος έξυπνος μα δίχως καλοσύνη και συμπόνια είναι κόλαση για την ψυχή και την καρδιά, κόλαση για όλη την ανθρω­πότητα.

Κάθε λογισμός και κάθε αίσθηση οδηγούν στα­διακά την ψυχή είτε προς τον παράδεισο είτε προς την κόλαση. Αν ό λογισμός είναι έλλογος, τότε συν­δέει τον άνθρωπο με τον Θεό Λόγο, με τον ύψιστο Λογισμό, με την Παναξία, πράγμα πού είναι ήδη ό παράδεισος. Εάν πάλι είναι άλογος ό λογισμός ή και παράλογος, τότε συνδέει αναπόφευκτα τον άνθρωπο με τον Παράλογο, τον Ανόητο, με τον διάβολο, πράγ­μα πού είναι ήδη ή κόλαση. Όσα ισχύουν για τον λο­γισμό ισχύουν και για τις αισθήσεις. Όλα αρχίζουν εδώ, από την γη: και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου.

Η επιλογή και μετάφραση των κειμένων έγινε αφιλοκερδώς από τον σερβομαθή θεολόγο κ. Γεώργιο Κ., από τα εξής δύο βιβλία:

α) ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ - Βελιγράδι 1980, Ι. Μονή Τσέλιε.

β) ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - Άγ. Όρος 2007, Ι. Μονή Χελανδαρίου.

Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη Θεσσαλονίκη

Αββά Ιουστίνου - Ασκητικά και Θεολογικά κεφάλαια

Αββά Ιουστίνου - Ασκητικά και Θεολογικά κεφάλαια



Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ
*Που είναι ό Χριστός της Ευρώπης; Που θα γεννηθή ό Χριστός; Μήπως στην ατσαλένια κονίστρα πού γεννήθηκε το γερμανικό βρέφος, ό ευρωπαϊκός πόλεμος; Χριστιανισμοί εδώ, χριστιανισμοί εκεί, στην έρημο και στις πόλεις, στα κανόνια και στους φόνους, μα ό Χριστός πουθενά: «Ότι ήραν τον Κύριον μου και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν» (Ίω. 20, 13). Ήρθαν πολλοί με το ένδυμα του Χριστού επάνω τους και τον λύκο μέσα τους. Ήρθαν πολλοί με το ό­νομα του Χριστού λέγοντας: «Εγώ ειμί ό Χριστός», μα διέκρινα πώς αγάπη Χριστού δεν είχαν μέσα τους....

*Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω - με τα γράμματα τρέφομαι. Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμέ­νος. Σαν να μου έχουν πέσει τα αυτιά και δεν ακούω τούς λόγους Εκείνου: «Εμόν βρώμα έστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ίω. 4, 34). Το γράμμα αποκτείνει, το πνεύμα ζωοποιεί. Όλη ή σοφία του αν­θρώπου και όλη ή επιστήμη δεν είναι τάχα ένα κομποσκοίνι από γράμματα; Ό άνθρωπος έγινε γραμματισμένος, έγινε όλος ένα αλφάβητο και νομίζει πώς έ­γινε το αλφάβητο όλου του κόσμου και του Θεού. Ό πολιτισμός μας γεννήθηκε μέσα στα τυπογραφεία, και κάθε τί το πολιτισμένο υποκλίνεται μπροστά στα γράμματα, σε αυτά τα λεπτεπίλεπτα είδωλα. Έτσι, τα γράμματα έγιναν ό θησαυρός και οι εκτιμητές κάθε α­ξίας. Ακόμα και ό Θεός άρχισε να εκτυπώνεται αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει. Τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν σε ναούς, σε βασίλεια των γραμμά­των, αυτός είναι ό πολιτισμός μας. Βασίλευσε το γράμμα και σήμερα σκοτώνει την Ευρώπη, αφού «το γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β' Κορ. 3,6).

*Όταν μπαίνω σε αίθουσα δίχως εικόνα, μου μοιάζει τυφλή, απρόσωπη, δίχως παράθυρο στον ου­ρανό.

*Ή προσευχή είναι πρόσφορο ζυμωμένο από δά­κρυα και καρδιά.

*Για ποιό λόγο υπάρχει ό χρόνος; Ποιό το νόημα του χρόνου; Μα για να σαρκώσει την αιωνιότητα, διά της σαρκώσεως του Θεού σε άνθρωπο. Για να επιτελέ­σει την θέωση του ανθρώπου, διά του Θεανθρώπου, και διά μέσου του ανθρώπου την θέωση του χρόνου και του χώρου, δηλ. του κόσμου (Ρμ. 8, Έφ. 1 και 4, Κολ. 2). Η σάρκωση του Θεού Λόγου, η ενανθρώπηση Του αποτελεί το κέντρο του χρόνου και της ύλης, του ανθρώπου ως ψυχοφυσικής υπάρξεως.

*Από τότε πού εμφανίστηκαν σε μας οι εφημερί­δες, ή ανάγνωση δηλαδή των εφημερίδων, έγιναν ή «πρωινή προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου». Αυτός ό «μοντέρνος» άνθρωπος μεταλλάσσεται γοργά σε «υπάνθρωπο» του οποίου ό πρόγονος μα και ό έσχα­τος απόγονος είναι ό «απάνθρωπος».

*Στον Οικουμενισμό, όλες οι αδυναμίες, οι απο­κλίσεις, τα λάθη, προέρχονται από την κατάχρηση του Αγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση αυτή απαιτού­νται οι αυστηρότατοι περιορισμοί και ή διορατικότη­τα των Πατέρων: το Άγιο Πνεύμα δίδεται μονάχα στην Εκκλησία του Θεανθρώπου, ως ανταμοιβή της πίστεως στον Θεάνθρωπο. Απόδειξη αυτού είναι ή Πεντηκοστή. Δεν δίδεται εκτός Εκκλησίας, εκτός Θε­ανθρώπου. Όλες οι αποκλίσεις δεν είναι παρά ανθρω­πιστικές πλάνες. Αυτή είναι η αποστολική παράδοση και κληρονομιά.

*Εξάλλου, έτσι δικαιολογούνται όλες οι δυτικές «εκκλησίες» και αιρέσεις, τα φορτώνουν όλα στο Πνεύμα το Άγιο. Πορεύονται «κατ' άνθρωπον» με τον ακόλουθο τρόπο: αντί της μεθόδου του Σωτήρος -της αναγεννήσεως του έσω άνθρωπου- οδεύουν την οδό του ευρωπαϊκού ουμανισμού πασχίζοντας να με­ταμορφώσουν το πρόσωπο, διά της κοινωνίας και όχι διά της οδού του Σωτήρος ή οποία συνίσταται στη σωτηρία του άνθρωπου, διά του Θεού και όχι διά της κοινωνίας.

*Μην πορεύεσαι μονάχος κανένα δρόμο του κό­σμου αυτού παρά μονάχα έχοντας μπροστά σου τον Κύριο Ιησού ή με την ευχή του Ιησού εμπρός σου, με την πίστη σε Εκείνον εμπρός σου, με την αγάπη προς Εκείνον εμπρός σου, με την ανάσα, το δάκρυ και την κραυγή προς Εκείνον εμπρός σου. Τότε θα φεύγει από μπροστά σου κάθε θάνατος και κάθε πει­ρασμός, μα όχι εξαιτίας σου αλλά εξαιτίας Εκείνου πού στέκει μπροστά σου.

*Ό Κύριος χάριν της νηστείας δίδει την προσευ­χή σε αυτόν πού νηστεύει. Για χάρη πάλι της προσευ­χής, δίδει την νηστεία.

*«Ου γάρ έστιν ή βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι» (Ρμ. 14, 17). Ό χριστιανοσοσιαλισμός ή ό κομμουνισμός υπερτονίζει το αντίστροφο ρητό: ή βα­σιλεία του Θεού είναι βρώσις και πόσις!

*Δία του Βαπτίσματος, ό καθένας μας καθίσταται ένας πιθανός άγιος. Οι Άγιοι εφάρμοσαν στην ζωή τους όλο το πρόγραμμα της ζωής, προδιαγεγραμμένο διά του αγίου Βαπτίσματος, σπερματικώς δοσμένο.

*Εκείνο πού δεν μπορεί να συνθλίψει ή μυλόπε­τρα της λογικής θα το συνθλίψει ή μυλόπετρα της Χάριτος... Ή προσευχή λεπτύνει σταδιακά την ψυχή, εξαλείφει ακάθαρτους λογισμούς και αισθήματα, με­ταπλάθει ατέλειες. Το σώμα στο τέλος καθίσταται να­ός του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ό δρόμος του Χριστιανού: από τον εαυτό του προς τον Θεό, πού ση­μαίνει από τον διάβολο προς τον Θεό. Και αν ακόμη ό Θεός απέσυρε όλα τα θαυμάσια Του από αυτό τον σκοτισμένο πλανήτη, δεν έχει αποσύρει όμως το πιο αγαπητό Του θαύμα: τούς οικτιρμούς και το έλεος. Αυτά θα τα αποσύρει τελευταία, κατά την ήμερα της Φοβέρας Κρίσεως.

*Τι είναι οι Βίοι των Αγίων; Είναι τα δόγματα μεταφρασμένα σε ζωή. Και τι είναι τα δόγματα; Είναι οι βίοι των Αγίων στην πράξη.

*Με την προσευχή να ξηραίνεις τα πάθη της δια­νοίας σου, με την νηστεία τα πάθη του σώματος. Για­τί μέσα από αυτές τις δύο αρετές ενεργούν όλες οι υ­πόλοιπες.

*Την αμαρτία και το κακό θα πρέπει να τα εκλά­βουμε ως ασθένεια της ανθρώπινης φύσης και όχι σαν φυσική αναγκαιότητα, σαν ένα ατύχημα, αρρώστια, σαν τον ορμαθό όλων των ασθενειών: τον θάνατο, τον όποιο καλούμαστε να θεραπεύσουμε.

*Ούτε ό θάνατος είναι αναγκαιότητα, ούτε ή δου­λεία στην αμαρτία και το κακό, ούτε και ή υπηρεσία στο διάβολο. Όποιος με αυτό τον τρόπο σκέφτεται ή έτσι διδάσκει ή το ισχυρίζεται, δεν είναι Χριστιανός. Αντίθετα, είναι χριστιανομάχος αφού απορρίπτει την ουσία του Χριστιανισμού και όλο τον αγώνα του Χριστού, την σωτηρία. Επειδή Εκείνος ήρθε για να μας σώσει: από τον θάνατο, την αμαρτία, τον διάβολο. Έτσι για πολλούς ό Χριστιανισμός έπαψε να είναι ά­σκηση και αναγκαιότητα και κατήντησε: κόσμημα ή εθνικό έθιμο, λαϊκή παράδοση, μνημείο, ηθικισμός, φιλοσόφημα, όλα έκτος από ριζοσπαστική μεταμόρ­φωση του ανθρώπου, από θνητό σε αθάνατο, από αμαρτωλό σε αναμάρτητο, από διαβολεμένο σε άνθρω­πο του Θεού. Ο Χριστιανισμός έγινε ρηχός, τόσο ρη­χός πού καταστράφηκε πλήρως. Έτσι, ό υλικός πολι­τισμός έγινε το πάν. Χάθηκε ή αίσθηση της αθανα­σίας και κατά συνέπεια της ευλάβειας; του ουρανού, της ουρανίου καταγωγής του ανθρώπου, της θεοειδείας του.

*Ή διάνοια του ανθρώπου αποσυντίθεται επειδή δεν έχει μέσα του Θεό, δεν έχει εντός του τίποτε το θεϊκό, είναι σαν το κρέας δίχως το αλάτι. Ή διάνοια σαπίζει, φθείρεται, εξαιτίας της αθεΐας και της απι­στίας και διαχέεται, «και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει» (Μτ. 12, 30).

*Μετάνοια! Μόλις ό Πανοικτίρμων Κύριος αφυ­πνίσει μέσα στον άνθρωπο την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, τον εισάγει ήδη στον αγώνα κατά της α­μαρτίας.

*Ή αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι ένα αξίω­μα, δεν είναι μία διδασκαλία, δεν είναι ένα συλλογιστικό συμπέρασμα, δεν είναι μία λογική έννοια, αλλά Πρόσωπο Ζωντανό, ό Θεάνθρωπος Χριστός, πάντοτε παρών, ως σώμα και Κεφαλή της Εκκλησίας.

*Ή Ορθοδοξία δεν αποδεικνύεται αλλά επιδει­κνύεται: «έρχου και ίδε», πρώτιστα τον Θεάνθρωπο Χριστό, τούς Αγίους, τούς Μάρτυρες....

*Εκκλησιολογία, είναι ή καθολική, γενικευμένη Χριστολογία, ή Χριστοποίηση. Είναι ή εφαρμοσμένη Χριστολογία ή οποία περικλείει ολόκληρη την σωτηριολογία. Μια εμπειρική Χριστολογία, αυτό είναι ή Εκκλησιολογία.

*Να μελετάς την Αγία Γραφή, διά μέσου των Α­γίων Πατέρων και ταυτόχρονα να μιμείσαι την βιοτή τους.

*Ό ναός είναι ένα κομμάτι του ουρανού επί της γης, μια εξουράνωση της γης, μια όαση αθανασίας.... μια όαση παραδείσου μέσα στο πέλαγος της επιγείου κολάσεως.

* Είθε ή ζωή μας έξω από τον ναό να γίνει προέ­κταση της ακολουθίας του ναού: προέκταση της προ­σευχής μας, της κατάνυξης και της ταπείνωσης μας.

*Ή γνώση δεν είναι απαραίτητη για την αιώνια ζωή. Για την αιώνια μακαριότητα δεν είναι απαραίτη­τη ή εμπειρική γνώση του κακού.

*Κύριε, το σώμα μου δεν είναι δικό μου εφόσον διά της νηστείας και της προσευχής δεν το καταστή­σω, δικό Σου. Ή ψυχή μου, ή συνείδηση μου, δεν εί­ναι δικά μου εφόσον διά της ευαγγελικής ασκήσεως δεν τα καταστήσω δικά Σου. Τα μάτια μου δεν είναι δικά μου και τα αυτιά μου το ίδιο, εφόσον διά της χα­ριτωμένης βιοτής δεν τα καταστήσω δικά Σου.

*Ή σκέψη είναι πάντοτε μια καρφίτσα: πάνω της δεν μπορείς ποτέ σου να σταθής. Μονάχα ή προσευχή είναι βράχος ακλόνητος επάνω στον όποιο μπορώ ολόκληρος να στέκομαι και να επιβιώνω.

*Ή αθεΐα έγινε συστατικό μέρος της κρατικής ι­δεολογίας, της πολιτικής ιδεολογίας και κατά συνέπειαν ένα καθήκον του πολίτη, του υπηκόου. Ότι δεν είναι στην ιδία γραμμή, είναι άντιεξουσιαστικό, ενά­ντιο στους υπηκόους. Αυτή είναι ή πολιτική νομιμο­φροσύνη: όποιος αντιτίθεται στην αθεΐα είναι προδό­της του κράτους. Ό αντίθεος είναι το θεμέλιο των αθεϊστικών και ολοκληρωτικών κυβερνήσεων. Αποτε­λεί όμως το θρησκευτικό, θεοκρατικό και αντιθεοκρατικό θεμέλιο του κράτους, τον τύπο του. Ή αθεΐα έγι­νε η πίστη του ουτοπικού σοσιαλισμού.

*Αγώνας με τα πάθη. Ή γνώση είναι σαν ένα μι­κρό νησάκι στον ωκεανό της ανθρωπινής υπάρξεως. Για μια στιγμή το πλημμυρίζει κάποιο πάθος με τα οργισμένα του κύματα. Τότε είναι πού ό άνθρωπος κα­τανοεί πόσο λίγο έχει εμπεδώσει, έχει εμβαθύνει, έχει ριζώσει την γνώση του στον Κύριο και Χριστό. Για παράδειγμα το πάθος του θύμου, προς στιγμήν θολώ­νει αυτή την ελάχιστη γνώση μέσα στον άνθρωπο, το ίδιο και το πάθος της φιλαργυρίας, της φιληδονίας, του φθόνου, της γαστριμαργίας. Ποιό είναι το καινό στους Αγίους; Το ότι διεύρυναν αυτή τους την γνώ­ση, την εμβάθυναν και την ρίζωσαν στον Χριστό. Έτσι, δεν μπορεί να τούς καταπιεί το πάθος, μπορεί μο­νάχα να τούς πειράξει. Βρίσκονται σε μια συνεχή νήψη ψυχής και καρδίας και γι' αυτό ποτέ δεν έχουν α­νάπαυση στον αγώνα τους.

*Στον σύγχρονο Οικουμενισμό, όλα βασίζονται στην ακόλουθη θέση, στο ουμανιστικό αξίωμα: ή Εκ­κλησία δεν είναι μία αλλά πολλές. Είναι σαν ή Εκ­κλησία να κομματιάστηκε. Ή Εκκλησία όμως δεν μπορεί να διαιρεθεί. Από αυτήν μπορεί κανείς μονά­χα να εκπέσει και όχι να αποκοπεί. Στην ουσία της ή Εκκλησία είναι Θεανθρώπινος οργανισμός, Θεανθρώπινο σώμα, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου και για αυτό είναι πάντοτε μία, σε όλους τούς κόσμους μία. Σε αυτό έγκειται ή οικουμενικότητα της, ή καθολικό­τητα. Ό σύγχρονος Οικουμενισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από ψεύτικους χριστούς, ψεύτικους μεσ­σίες, ψεύτικους προφήτες, γεμάτος από ποικιλότητα πίστεων, ολιγοπιστίας και τέλος παντελούς απουσίας. Ή προβληματική του συγχρόνου Οικουμενισμού εί­ναι καθαρά κοσμική, πολιτικάντικη και στην ουσία της κομμουνιστική - παπιστική. Τα πάντα ανάγονται σε «κοινωνικές» αξίες και μάλιστα γήινες και παροδι­κές. Δεν υπάρχει το Θεανθρώπινο επίκεντρο, ή προ­βληματική του Ευαγγελίου: δεν επιζητείται «πρώτον ή Βασιλεία του Θεού» και ή δικαιοσύνη Του αλλά το βασίλειο του κόσμου αυτού και όλα όσα είναι εξ αυτού.

*Το ζήτημα της ενότητος δεν μπορεί να επιλυθεί με κανέναν «διάλογο» παρά μονάχα διά της μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου, ό όποιος είναι ή Εκκλη­σία: «μνημόνευε ουν πόθεν πέπτωκας και μετανόησον» (Αποκ. 2, 5). Δίχως τον Θεάνθρωπο, οι δήθεν εκκλησίες δεν είναι τίποτε περισσότερο από «συνα­γωγές του Σατανά» (Αποκ. 2, 9). Ή έξοδος από την αίρεση είναι: «μετανόησον...» (Αποκ. 2, 16). Αυτό ι­σχύει για κάθε αίρεση, για όλες τις «232» αιρέσεις -εκκλησίες. «Μνημόνευε ουν πώς είληφας και ήκουσας (την Ιερά Παράδοση της Αληθείας) και τήρει και μετανόησον...» (Αποκ. 3, 3). Διά του οικουμενισμού εισέβαλε στην Εκκλησία και επεβλήθη ή καθα­ρώς κοσμική και διεθνής αθεϊστική, κομμουνιστική προβληματική. Σήμερα είναι αδύνατον για την γνή­σια Εκκλησία να εκφραστεί γιατί, που είναι οι γνή­σιοι μάρτυρες της - οι Μάρτυρες, μα και οι πρώτοι της θεολόγοι; Έτσι επλήθυναν οι ρηχοί, ουμανίζοντες, παπίζοντες, αιρετίζοντες και προτεσταντίζοντες θεολόγοι....

*Κάθε στιγμή της ζωής μου είναι του Θεού. Τότε για ποιό λόγο να φοβούμαι οτιδήποτε ή οποιονδήπο­τε πλην του Θεού;

*Ό Κύριος κυριαρχεί, ό διάβολος διαβάλλει και ό Θεός Θεώνει. Είναι όμως το ίδιο φοβερό, όταν ό άν­θρωπος θεώνει ή διαβάλλει, πάντοτε γίνεται εκτός εαυτού. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος θεώνει. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος διαβάλλει. Στη δεύτερη περίπτωση, θρίαμβος του σατανισμού, στη πρώτη φαρισαϊσμός: «έχοντες μόρφωσιν ευσέβειας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β'Τιμ. 3, 5).

*Διά της εκβιομηχάνισης ανατέλλει ή εποχή του λίθου. Λιθολατρεία, αυτή είναι ή ευρωπαϊκή κουλτού­ρα μαζί με τα υποκατάστατα της. Κατασκευαστές ει­δώλων οι πετρωμένες ψυχές φτιάχνουν πέτρινα είδω­λα και ιδανικά. Τα πάντα ξηραίνονται, μαραίνονται και πετρώνουν σε αυτό το πολιτιστικό μίγμα της λα­τρείας των κτισμάτων στην Ευρώπη. Οι αρχιτέκτονες της εποχής του λίθου: όλες οι ουμανιστικές δυνάμεις της Ευρώπης.

*Κανόνας: να προσεύχεσαι στον Θεό για κάθε άνθρωπο πού επισκέφτηκες, συνάντησες ή αποχαιρέ­τησες. Ας σε αποχαιρετά με την ευχή σου, είναι ό κα­λύτερος συνοδοιπόρος.

*Αλίμονο στην κάθε σκέψη που δεν εξελίσσεται, δεν μεταμορφώνεται σε προσευχή.

*Αυτό είναι πού επιζητεί συνεχώς ό διάβολος: να εμφανίσει την αμαρτία ως αναπόφευκτη, να δείξει πώς ή αμαρτία είναι κάτι το φυσικό για να δικαιολογήσει έτσι τον εαυτό του. Ή αμαρτία είναι κατά τον Άγιο Μακάριο της Αιγύπτου, ή λογική του Σατανά. Έχει ή αμαρτία την δική της λογική, την δική της απολογη­τική για να μπορεί να δικαιολογηθεί η ίδια, για να μπορεί να αναδειχθεί ως αναγκαία, ως κάτι το φυσικό. Αυτό κάνει συνεχώς ό διάβολος. Ο Χριστός όμως εί­ναι ο μόνος αληθινός Λόγος του κόσμου, ή Θεία  Λο­γική του κόσμου, είναι ή λογική του αγαθού, ή Θεία λογική του αγαθού. Ή Λογοποίηση είναι ή ουσία του κόσμου.

*Αυτός πού θα συναντηθεί ειλικρινώς με τον Κύ­ριο και Χριστό, βιώνει να αλλάζουν όλα μέσα του. Θυμηθείτε ότι συναντήθηκε μαζί Του ένας χωρικός ψαράς και από εκείνη την συνάντηση προέκυψε ένας Απόστολος Πέτρος. Συναντήθηκε μαζί Του ό Σαύλος, ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του, συνά­ντησε τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού και έγινε ο πιο φημισμένος ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί, ποιος του έδωσε όλη εκείνη την δύναμη πού είχε αν όχι ο ίδιος ό Χριστός; Συναντήθηκε με τον Κύριο και ο Ζακχαίος, ο τυφλός και αμαρτωλός τελώνης και ό­λη του ή ψυχή μεταμορφώθηκε. Το ίδιο και ή δαιμο­νισμένη Μαγδαληνή με τα επτά της δαιμόνια, συνα­ντώντας τον Κύριο μεταβάλλεται σε Μυροφόρα. Μα και ό κακούργος επάνω στο σταυρό, συναντήθηκε με τον Θεό και αμέσως εισήλθε στον Παράδεισο. Με τον Κύριο συναντήθηκε και ό Ιουστίνος ό Φιλόσοφος και κατέστη Μάρτυρας του Χριστού. Το ίδιο και ό Μέγας Βασίλειος και ό Επίσκοπος Νικόλαος Αχρίδος και ό Ράστκο - Άγιος Σάββας ό Σέρβος. Έτσι, ή συνάντηση με τον Κύριο αποτελούσε πάντα το σημα­ντικότερο γεγονός για τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός κινείται προς τον Κύριο Ιησού είτε εναντίον Εκεί­νου.

*Όταν ό άνθρωπος ζει μονάχα για τον εαυτό του και διά του εαυτού του, όταν δηλαδή δεν χρειάζεται τίποτε από τον Θεό, τότε δεν είναι άνθρωπος. Ό γνή­σιος ουμανισμός ή ανθρωπισμός, είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα γιατί αποτελεί την πλήρη απόρριψη του Θεού και όλων όσων προέρχονται από Θεού. Το αμάρτημα του Αδάμ δεν συνίσταται στην διάπραξη κά­ποιου εγκλήματος αλλά στην επιθυμία και κίνηση προς την αποδέσμευση του ανθρώπου από τον Θεό, δηλαδή στον ουμανισμό. Δεν μπορεί το πνεύμα του ανθρώπου να υπάρχει και να ενεργεί αφ' εαυτού. Του είναι απαραίτητη ή συνεχής άρδευση εξ ουρανού, εκ του Πνεύματος του Θεού. Ό Αδάμ, με την παρακοή του, έπαψε να δέχεται αυτή την πληρότητα από το Πνεύμα του Θεού, γι' αυτό και ένιωσε την γύμνια του.

Με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επάνω στους Α­ποστόλους, ανανεώθηκε αυτή ή πλήρωση και επεκτεί­νεται διαρκώς μέσα στην Εκκλησία. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι αφ' εαυτού σαν ένας κενός δοκιμαστι­κός σωλήνας ό όποιος πρέπει να πληρωθεί, με το Πνεύμα του Θεού για να είναι ακέραιος και πλήρης. Δεν υπάρχει πλήρης ανθρώπινη σκέψη. Ό άνθρωπος σκέφτεται είτε εν Θεώ είτε, εν διαβόλω. Αυτό φανερώ­νει και ό Ντοστογιέβσκι στον Ιβάν Καραμαζώφ ό ό­ποιος χτυπά τον διάβολο με το μελανοδοχείο επειδή εκείνος τον βεβαιώνει πώς του έχει ψιθυρίσει κάποιαν ιδέα.

*Οι Άγιοι Πατέρες είναι οι ιεροί και αθάνατοι ο­δηγοί και διδάσκαλοι της αιωνίου ζωής. Οι αθάνατοι στρατηγοί στην αθάνατη στρατιά του Κυρίου. Μόνο σαν τούς ακολουθούμε και συμπορευόμαστε με τούς Αγίους και Οικουμενικούς Πατέρες, μπορούμε εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί να είμαστε γνήσιοι Χριστια­νοί, να νικήσουμε και να διαφυλάξουμε την πίστη μας. Είμαστε Χριστιανοί και μάλιστα γνήσιοι εφόσον φυλάττουμε την πίστη των Αγίων Πατέρων. Δίχως ετούτη την πίστη σωτηρία δεν έχουμε, μα μήτε και αιώνια ζωή. Μόνον έτσι μπορούμε να έχουμε την χα­ριτωμένη συναίσθηση του ορθοδοξείν ή όποια δίδεται μέσω της προσευχητικής κοινωνίας μετά των Αγίων.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"