Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ. Πως πρέπει να προσέχει τον εαυτό του όποιος ζει μέσα στον κόσμο



Πῶς πρέπει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του ὅποιος ζεῖ μέσα στὸν κόσμο (1)
Ψυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὁπότε καμιὰ φορά, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.

Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μας ὅσο καὶ μέσα στὸν θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ.

Στὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς πολὺ συμβάλλει ἡ συνετὴ μετρίαση τῆς τροφῆς, ποὺ μειώνει τὴ θέρμη τοῦ αἵματος. Ἡ αὔξηση αὐτῆς τῆς θέρμης ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, ἀπὸ τὴν ἔντονη σωματικὴ δραστηριότητα, ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς ὀργῆς, ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς κενοδοξίας καὶ ἀπὸ ἄλλες αἰτίες προκαλεῖ πολλοὺς λογισμοὺς καὶ φαντασιώσεις, δηλαδὴ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι πατέρες σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του συστήνουν πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μετρημένη, διακριτικὴ καὶ διαρκῆ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφὲς (2).

Ὅταν σηκώνεσαι ἀπὸ τὸν ὕπνο πρόκειται γιὰ μιὰ προεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ περιμένει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους—, νὰ κατευθύνεις τὶς σκέψεις σου στὸν Θεό. Νὰ προσφέρεις σὰν θυσία σ’ Ἐκεῖνον τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ σου, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκόμα προσλάβει καμιὰ μάταιη ἐντύπωση.

Ἀφοῦ ἱκανοποιήσεις ὅλες τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος, ὅπως κάθε ἄνθρωπος ποὺ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, διάβασε μὲ ἡσυχία καὶ αὐτοσυγκέντρωση τὸν συνηθισμένο προσευχητικό σου κανόνα. Φρόντισε ὄχι τόσο γιὰ τὴν ποσότητα ὅσο γιὰ τὴν ποιότητα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ σημαίνει νὰ προσεύχεσαι μὲ ἀπόλυτη προσοχή. Ἔτσι θὰ φωτιστεῖ καὶ θὰ ζωογονηθεῖ ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ θεία παρηγοριά.

Μετὰ τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς, προσπαθώντας πάλι μ’ ὅλες σου τὶς δυνάμεις γιὰ τὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς, νὰ διαβάζεις τὴν Καινὴ Διαθήκη, κυρίως τὸ Εὐαγγέλιο. Διαβάζοντας, νὰ σημειώνεις μὲ ἐπιμέλεια τὶς παραγγελίες καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ κατευθύνεις σύμφωνα μ’ αὐτὲς ὅλες σου τὶς πράξεις τῆς ἡμέρας, φανερὲς καὶ κρυφές.

Ἡ ποσότητα τῆς μελέτης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου καὶ ἀπὸ τὶς περιστάσεις. Δὲν πρέπει νὰ βαραίνεις τὸν νοῦ σου μὲ ὑπέρμετρη ἀνάγνωση προσευχῶν ἤ τῆς Γραφῆς. Δὲν πρέπει, ἐπίσης, νὰ παραμελεῖς τὶς ὑποχρεώσεις σου γιὰ νὰ προσευχηθεῖς ἤ νὰ μελετήσεις περισσότερο. Ὅπως ἡ ἄμετρη χρήση ὑλικῆς τροφῆς προκαλεῖ διαταραχὲς στὸ στομάχι καὶ τὸ ἐξασθενίζει, ἔτσι καὶ ἡ ἄμετρη χρήση πνευματικῆς τροφῆς ἐξασθενίζει τὸν νοῦ, τοῦ προκαλεῖ ἀποστροφὴ πρὸς τὶς εὐσεβεῖς ἀσκήσεις καὶ τοῦ φέρνει ἀθυμία (3).

Στὸν ἀρχάριο οἱ ἅγιοι πατέρες συστήνουν νὰ προσεύχεται συχνὰ ἀλλὰ σύντομα. Ὅταν ὁ νοῦς ὡριμάσει πνευματικὰ καὶ δυναμώσει, τότε θὰ μπορεῖ νὰ προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Σὲ τέτοιους χριστιανούς, ποὺ ἔχουν γίνει ὥριμοι, φτάνοντας στὰ μέτρα τῆς τελειότητας τοῦ Χριστοῦ (4), ἀναφέρονται τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπιθυμῶ νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο καὶ νὰ σηκώνουν στὸν οὐρανὸ χέρια καθαρὰ (ἀπὸ κάθε μολυσμό), δίχως ὀργὴ καὶ λογισμοὺς» (5), δηλαδὴ δίχως ἐμπάθεια, περισπασμὸ ἤ μετεωρισμό. Γιατί αὐτὸ ποὺ εἶναι φυσικὸ γιὰ ἕναν ἄνδρα, δὲν εἶναι ἀκόμα φυσικὸ γιὰ ἕνα νήπιο.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος φωτιστεῖ ἀπὸ τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μέσω τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μελέτης, μπορεῖ νὰ ἐπιδοθεῖ στὶς καθημερινές του ἀσχολίες, προσέχοντας ὥστε σ’ ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια του, σ’ ὅλη τὴν ὕπαρξή του νὰ κυριαρχεῖ καὶ νὰ ἐνεργεῖ τὸ πανάγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸ ἀποκαλύφθηκε καὶ ἐξηγήθηκε στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.

Ἂν στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας ὑπάρχουν ἐλεύθερες στιγμές, χρησιμοποίησέ τες γιὰ νὰ διαβάσεις μὲ προσοχὴ μερικὲς ἐπιλεγμένες προσευχὲς ἤ περικοπὲς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνισχύοντας ἔτσι τὶς ψυχικές σου δυνάμεις, ποὺ ἔχουν ἐξασθενήσει ἀπὸ τὶς διάφορες δραστηριότητες μέσα στὸν πρόσκαιρο κόσμο. Ἂν τέτοιες χρυσὲς στιγμὲς δὲν ὑπάρχουν, νὰ λυπᾶσαι γι’ αὐτό, ὅπως ἂν εἶχες χάσει θησαυρό. Ὅ,τι χάθηκε σήμερα δὲν πρέπει νὰ χαθεῖ καὶ αὔριο, γιατί ἡ καρδιὰ μας εὔκολα παραδίνεται στὴ ραθυμία καὶ τὴ λήθη. Ἀπ’ αὐτές, πάλι, γεννιέται ἡ σκοτεινὴ ἄγνοια, ποὺ καταστρέφει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου (6).

Ἂν συμβεῖ νὰ πεῖς ἤ νὰ κάνεις κάτι ποὺ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε χωρὶς καθυστέρηση διόρθωσε τὸ σφάλμα σου μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ τὴ μετάνοια νὰ ἐπιστρέφεις πάντα στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ξεφεύγεις ἀπ’ αὐτόν, καταφρονώντας τὸ θεῖο θέλημα. Μὴ μένεις γιὰ πολὺ ἔξω ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ! Στὶς ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ φαντασιώσεις καὶ στὰ ἐμπαθῆ αἰσθήματα νὰ ἀντιπαραθέτεις μὲ πίστη καὶ ταπείνωση τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο πατριάρχη Ἰωσήφ: «Πῶς μπορῶ νὰ κάνω αὐτὸ τὸ κακὸ καὶ ν’ ἁμαρτήσω μπροστὰ στὸν Θεό;» (7).

Ὅποιος προσέχει τὸν ἑαυτὸ του πρέπει ν’ ἀπαρνηθεῖ γενικὰ κάθε φαντασίωση, ὅσο ἑλκυστικὴ καὶ εὔσχημη κι ἂν φαίνεται αὐτή. Κάθε φαντασίωση εἶναι περιπλάνηση τοῦ νοῦ ὄχι στὴν περιοχὴ τῆς ἀλήθειας ἀλλὰ στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων, ποὺ δὲν ὑπάρχουν οὔτε πρόκειται νὰ ὑπάρξουν καὶ ποὺ πλανοῦν τὸν νοῦ, ἐμπαίζοντάς τον. Συνέπειες τῶν φαντασιώσεων εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς προσοχῆς, ὁ σκορπισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἔτσι ἀρχίζει ἡ διαταραχὴ τῆς ψυχῆς.

Τὸ βράδυ, ὅταν πηγαίνεις γιὰ ὕπνο —πού, μετὰ τὴν ἐγρήγορση τῆς ἡμέρας καὶ σὲ σύγκριση μ’ αὐτήν, προεικονίζει τὸν θάνατο—, νὰ ἐξετάζεις τὶς πράξεις ποὺ ἔκανες ὅσο ἤσουνα ξύπνιος. Ἕνας τέτοιος αὐτοέλεγχος δὲν εἶναι δύσκολος γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ προσεκτικά. Γιατί ἡ προσοχὴ ἐξαφανίζει τὴ λήθη, ποὺ εἶναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο σ’ ὅποιον ἔχει περισπασμούς. Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ θυμηθεῖς ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανες στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, εἴτε μὲ πράξεις εἴτε μὲ λόγια εἴτε μὲ σκέψεις, ἐγκάρδια πρόσφερε γι’ αὐτὲς τὴ μετάνοιά σου στὸν Θεό, ἔχοντας τὴ διάθεση τῆς διορθώσεως. Μετὰ διάβασε τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς σου. Τέλος, κλεῖσε τὴν ἡμέρα σου ὅπως τὴν ἄρχισες, δηλαδὴ μὲ θεϊκοὺς λογισμούς.

Τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, ποῦ πᾶνε ὅλες οἱ σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματά του; Τί μυστικὴ κατάσταση εἶναι αὐτὴ τοῦ ὕπνου, κατὰ τὴν ὁποία τόσο ἡ ψυχὴ ὅσο καὶ τὸ σῶμα ζοῦν καὶ συνάμα δὲν ζοῦν, ἀποξενωμένα καθὼς εἶναι ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ζωῆς, σὰν νεκρά; Ἀκατανόητος εἶναι ὁ ὕπνος, ὅπως καὶ ὁ θάνατος. Ὅπως στὴν αἰώνια ἀνάπαυση, ἔτσι καὶ στὴν πρόσκαιρη τοῦ ὕπνου ἡ ψυχὴ ξεχνάει ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μεγάλες πίκρες, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ φοβερὲς ἐπίγειες συμφορές.

Καὶ τὸ σῶμα;!... Ἀφοῦ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, ὁπωσδήποτε θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.

Ὁ μεγάλος ἀββὰς Ἀγάθων εἶπε: «Εἶναι ἀδύνατο νὰ προκόψουμε στὴν ἀρετή, ἂν δὲν προσέχουμε ἄγρυπνα τὸν ἑαυτὸ μας» (8). Ἀμήν.


1. Συντάχθηκε γιὰ ἕναν εὐσεβῆ λαϊκὸ ποὺ ἤθελε νὰ ζεῖ προσεκτικὰ μέσα στὸν κόσμο.

2. Βλ Ὁσίου Φιλόθεού του Σιναΐτου, Νηπτικὰ κεφάλαια Μ', γ'. ιε'.

3. Πρβλ. Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ἀσκητικοί, ΚΓ', 16-17.

4. Πρβλ. Ἐφ. 4:13.

5. Α' Τιμ. 2:8.

6. Πρβλ. Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ. Ἐπιστολὴ πρὸς Νικόλαον μονάζοντα Ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Βιβλίον Α', Περὶ ἐμπράκτου γνώσεως.

7. Γεν. 39:9

8. Πρβλ Τὸ Γεροντικόν, Ἀββᾶς Ἀγάθων, ἀπόφθεγμα η'.
πηγή: Αγία Ζώνη

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ: Τα όπλα του Χριστιανού στον πνευματικό του αγώνα



Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ
Τα όπλα του Χριστιανού στον πνευματικό του αγώνα
Όπως στεκόταν στον παράδεισο (Γεν. 3:24), έτσι στέκεται και τώρα απειλητικός απέναντι στον άνθρωπο ο θανάσιμος εχθρός του, το πεσμένο «Χερουβείμ», με το περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος. Αδιάκοπα και αδιάλλακτα πολεμάει το πλάσμα του Θεού, προσπαθώντας να το παρασύρει στην παράβαση των εντολών Του και σε όλεθρο μεγαλύτερο από εκείνον των προπατόρων μας. Δυστυχώς, με κάθε επιτυχία του ο εχθρός ενθαρρύνεται και γίνεται πιο επιθετικός.

Το περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος που έχει στο χέρι του ο άρχοντας του αέρα, είναι, σύμφωνα με την ερμηνεία του οσίου Μακαρίου του Μεγάλου, (1) η δυνατότητα των δαιμόνων να περιστρέφουν τη διάνοια και την καρδιά του ανθρώπου, σαλεύοντας και φλογίζοντάς τες με ποικίλα πάθη. Ο απόστολος κάνει λόγο για «τα φλογισμένα βέλη του πονηρού» (Εφ. 6:16), ενώ ο προφήτης παρομοιάζει την επενέργεια του διαβόλου στην ψυχή με «τη φωτιά που καίει τ’ αγκάθια» (Ψαλμ. 117:12).

Ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει: «Από τότε που έκανε τον άνθρωπο να εξοριστεί, εξαιτίας της παρακοής του, από τον παράδεισο και τον Θεό, ο διάβολος με τους δαίμονες έχει τη δυνατότητα να σαλεύει νοητά μέρα και νύχτα το λογιστικό κάθε ανθρώπου, άλλου λίγο, άλλου πολύ και άλλου πιο πολύ. Και το λογιστικό δεν μπορεί να οχυρωθεί διαφορετικά, παρά με την ακατάπαυστη μνήμη του Θεού. Αν, δηλαδή, με τη δύναμη του σταυρού εντυπωθεί στην καρδιά η θεία μνήμη, θα στερεώσει και θα κάνει ακλόνητο το λογιστικό. Σ’ αυτόν τον σκοπό οδηγεί ο νοητός αγώνας, στον οποίο κάθε χριστιανός αποδύθηκε να αγωνιστεί μέσα στο στάδιο της πίστεως του Χριστού· αλλιώς θ’ αγωνιστεί μάταια». (2)

Η εντολή που δόθηκε από τον Θεό, αφορά όχι μόνο τα έργα και τα λόγια, αλλά κυρίως την πηγή και την αιτία τους, τους λογισμούς. Γι’ αυτό ο εχθρός πολεμάει πρώτιστα τον νου. Αν, λοιπόν, ο νους, που ηγεμονεύει στις δυνάμεις του ανθρώπου, δεν συγκατατεθεί στην αμαρτία, δεν μπορούν να γεννηθούν ούτε λόγια ούτε έργα αμαρτωλά.

Το όπλο του εχθρού είναι η σκέψη και η φαντασίωση της αμαρτίας. Ο άνθρωπος πρέπει να παλεύει εναντίον των πονηρών εναερίων πνευμάτων μέσα στον χώρο του νου. Εκεί θα νικήσει ή θα νικηθεί. Εκεί θα ελευθερωθεί από τα τελώνια ή θα υποταχθεί σ’ αυτά. Εκεί θα αποφασιστεί η αιώνια κατάστασή του. Ο ίδιος θα διαλέξει ελεύθερα είτε την αιώνια ζωή, που του χαρίστηκε πρώτα από τον Πλάστη κι έπειτα από τον Λυτρωτή του, είτε τον αιώνιο θάνατο, που προαναγγέλθηκε ήδη στον παράδεισο από τον δίκαιο Θεό ως συνέπεια της παραβάσεως της ευεργετικής εντολής Του.

Σ’ αυτή τη μεγάλη και πολύ κρίσιμη πάλη μάς καλεί ο άγιος απόστολος Παύλος, όταν λέει: «Ντυθείτε με την πανοπλία που δίνει ο Θεός, για να μπορέσετε ν’ αντιμετωπίσετε τα τεχνάσματα του διαβόλου. Γιατί δεν έχουμε να παλέψουμε με ανθρώπους αλλά με αρχές και εξουσίες, δηλαδή με τους κυρίαρχους του σκοτεινού τούτου κόσμου, τα πονηρά πνεύματα, που βρίσκονται ανάμεσα στη γη και στον ουρανό» (Εφ. 6:11-12).

Αββάς Ισαάκ ο Σύρος: Ένας μεγάλος Ασκητής και δάσκαλος της Εκκλησίας μας



ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ  
 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού    
Οι ασκητική γραμματεία κατέχει μια πολύ σπουδαία θέση στη διδασκαλία και στη ζωή της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για σπουδαιότατα κείμενα αγίων ασκητών, προϊόντα βαθύτατου πνευματικού στοχασμού και σοφίας. Περιέχουν την εμπειρία των αγίων γερόντων, οι οποίοι βίωσαν την ευλογημένη πορεία της ασκήσεως και των αρετών και την κατέγραψαν, για να είναι εσαεί στους πιστούς πολύτιμο βοήθημα μεθόδων άσκησης και πνευματικής προκοπής.
Στην κορυφή της ασκητικής γραμματείας βρίσκονται και το κείμενα ενός μεγάλου ασκητή της Εκκλησίας μας, του αββά Ισαάκ του Σύρου. Τα βαθυστόχαστα και ψυχωφελή του συγγράμματα είναι από τα κυριότερα αναγνώσματα των μοναχών και όλων όσων αγωνίζονται για την αρετή και την απαλλαγή από τα πάθη και τα άλγη της αμαρτίας.
Δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ λίγα για το βίο και την προσωπικότητα του μεγάλου άνδρα, και αυτά από έμμεσες πηγές. Γεννήθηκε περί τα μέσα του 7ου αιώνα πιθανότατα στη Συρία. Κατ’ άλλους στη Νινευή της Μεσοποταμίας, και κατ’ άλλους στην αραβική χερσόνησο, στο σημερινό Κατάρ. Δε γνωρίζουμε τα ονόματα των γονέων του, ούτε για τα παιδικά του χρόνια. Εικάζουμε ότι οι γονείς του ήταν χριστιανοί και του εμπέδωσαν από μικρό την πίστη και την ευσέβεια. Μόνο που ανήκαν στους αιρετικούς νεστοριανούς, οι οποίοι αποσκίρτησαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την καταδίκη του αρχηγού της αίρεσης πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου το 431.  Όταν έγινε έφηβος, αποφάσισε με τον αδελφό του να αφιερωθούν στη μοναχική ζωή. Έτσι αποσύρθηκαν στη Μονή του αγίου Μάρτυρα Ματθαίου. Ο Ισαάκ έδειξε ασυνήθιστη προσαρμογή και ζήλο για τον μοναχισμό. Σύντομα αναδείχτηκε ως ο πλέον  αξιοσέβαστος αδελφός της Μονής.
Μετά από λίγο καιρό ζήτησε από τον ηγούμενο της Μονής να φύγει για την έρημο, διότι πίστευε πως η ησυχία της ερήμου θα τον βοηθούσε περισσότερο στον πνευματικό του αγώνα. Έφυγε λοιπόν για μια ερημική περιοχή, όπου μόνος με το Θεό, με άσκηση, προσευχή, νηστεία και αγρυπνία, κατόρθωσε να καθαρθεί από τα πάθη του και να ανέβει σε ύψη αρετής και αγιότητας. Όμως οι αδελφοί της Μονής αισθάνθηκαν το κενό που άφησε η απουσία του Ισαάκ και γ’ αυτό τον παρακαλούσαν να γυρίσει στη Μονή και να γίνει ο πνευματικός τους καθοδηγητής. Αλλά ο αββάς δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να αφήσει την αγαπημένη του ερημική ζωή.
Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι μοναχοί, το κατόρθωσε ο επίσκοπος της περιοχής. Του ζήτησε να κατέβει στον κόσμο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία. Ο άγιος ασκητής υπάκουσε και κατέβηκε. Ο καθολικός νεστοριανός επίσκοπος Γεώργιος τον χειροτόνησε επίσκοπο της μεγάλης πόλεως Νινευή. Δε γνωρίζουμε πόσο καιρό έμεινε στον επισκοπικό θρόνο. Πιθανότατα παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την έρημο. Οι περισσότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο αββάς Ισαάκ ως επίσκοπος συνειδητοποίησε την αιρετική «εκκλησία» που ανήκε και γι’ αυτό πέντε μήνες μετά τη χειροτονία του, παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την αγαπημένη του έρημο, κοντά στην οροσειρά Chuzistan, στην περιοχή της αρχαίας Σουσιανής και αργότερα στη Μονή Rabban Sabor.
Ως ασκητής πια ορθόδοξος ο αββάς Ισαάκ, με τον καθαρό πια πνευματικό αγώνα και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, φτάνει σε ύψη καθάρσεως και αγιότητας. Απέκτησε μια σπάνια πνευματική εμπειρία, την οποία κατέγραψε στα συγγράμματά του για να βοηθήσει και άλλους ανθρώπους. Προσευχόμενος γράφει αδιάκοπα και με τα δάκρυά του βρέχει τα χειρόγραφά του.  
Στη Μονή Rabban Sabor έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, προσευχόμενος, μελετώντας και γράφοντας. Όντας υπέργηρος, και εξαιτίας  της αυστηρής άσκησης και της πολλής μελέτης έχασε το φως. Πέθανε και ετάφη στη Μονή. Δε γνωρίζουμε το χρόνο της κοίμησής του.
Ο αββάς Ισαάκ δεν ανακηρύχτηκε ποτέ επίσημα άγιος της Εκκλησίας μας, προφανώς λόγω της νεστοριανής αιρέσεως στην οποία είχε γεννηθεί και είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.  Κυρίως όμως επειδή χρημάτισε νεστοριανός επίσκοπος. Όμως στη συνείδηση των πιστών από τα αρχαία χρόνια ως σήμερα θεωρείται άγιος. Τα συγγράμματά του όχι μόνο δεν αποκλίνουν από την Ορθοδοξία, αλλά αντίθετα, την επιβεβαιώνουν. Ο σεβαστός καθηγητής του ΑΠΘ π. Θεόδωρος Ζήσης είχε γράψει τα εξής σημαντικά: «φαίνεται ότι με την χάριν του Θεού διεφυλάχθη καθαρός από την νεστοριανήν αίρεσιν, όπως τούτο συνάγεται εκ της αναγνώσεως των έργων του. Εις αυτά αποκαλεί την Παναγίαν Θεοτόκον. Αναφερόμενος δε εις την ενανθρώπησιν ομιλεί ορθοδόξως και δεν νεστοριανίζει». Την ορθόδοξη πίστη του αββά Ισαάκ δέχονται μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, κ.α. δεχόμενοι τα συγγράμματά του. Στο Άγιο Όρος πολλοί μοναχοί τιμούν τη μνήμη του αββά Ισαάκ στις 28 Ιανουαρίου, μαζί με τη μνήμη του αγίου Εφραίμ του Σύρου. Σε πολλούς ναούς έχουν ιστορηθεί εικόνες του και αναγράφεται ως άγιος.
Από τα συγγράμματά του, στην ελληνική κυκλοφορούν οι «Ασκητικοί Λόγοι» του, οι οποίοι είχαν μεταφραστεί από τα συριακά το 9ο αιώνα από μοναχούς Πατρίκιο και Αβράμιο της Μονής του Αγίου Σάββα της Παλαιστίνης. Έκτοτε αποτελούν πολύτιμα συγγράμματα σε όλο τον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο και μελετούνται από μοναχούς και κοσμικούς, κυρίως σε περιόδους νηστείας, όπως είναι η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Είναι γνωστό πως κορυφαίοι πνευματικοί Γέροντες της Εκκλησίας μας συστήνουν ιδιαίτερα τα έργα του αββά Ισαάκ του Σύρου, ως βοήθεια, στην πνευματική τους άσκηση.              

O Αββάς Ισαάκ ο Σύρος και η άσκηση στην ζωή μας



Αρχιμ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος 
Ο ΑΒΒΑΣ  ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ
ΚΑΙ
Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ
Ρώτησαν κάποτε ένα γέροντα οι υποτακτικοί του: ''Γέροντα, τι πρέπει να μελετούν οι αρχάριοι στην πνευματική ζωή; Και εκείνος τους απάντησε: Διαβάζετε Αγία Γραφή, το Ψαλτήρι και Αββά Ισαάκ. Τον ρώτησαν πάλι: και όσοι έχουν προχωρήσει κάπως στα πνευματικά, τι πρέπει να διαβάζουν; Ο γέροντας τους είπε: Διαβάζετε Αββά Ισαάκ. Και όταν πάλι για Τρίτη φορά τον ρώτησαν: Γέροντα, και όσοι έχουν εμβαθύνει στα θεία νοήματα και έχουν φθάσει ψηλά στα πνευματικά πράγματα, τι πρέπει να διαβάζουν; Τότε, ο γέροντας τους απάντησε: Διαβάζετε Αββά Ισαάκ. Και επειδή οι υποτακτικοί απόρησαν διότι ο γέροντας για Τρίτη φορά τους συμβούλευσε να διαβάζουν Αββά Ισαάκ, ζήτησαν να τους το εξηγήσει. Και ο σοφός γέροντας τους απάντησε:"Μην απορείτε. Τα ασκητικά κείμενα του Αββά Ισαάκ είναι ωφέλιμα και για όσους κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην πνευματική ζωή, και για αυτούς που έχουν ξεπεράσει το στάδιο των αρχαρίων, αλλά και για εκείνους που αγωνίζονται και έχουν προχωρήσει πολύ στα πνευματικά, πάλι Αββά Ισαάκ να διαβάζουν. Από όταν ξεκίνησα ως δόκιμος μοναχός μέχρι σήμερα, όλα αυτά τα χρόνια ποτέ το βιβλίο του Αββά Ισαάκ δεν έλειψε από το προσκεφάλι μου, αυτό ήταν το πνευματικό μου ανάγνωσμα στο μικρό κελλί μου. Για όσους επιδιώκουν την άσκηση και την αρετή, για όσους αγωνίζονται κατά των πειρασμών και των λογισμών, ο Αββάς Ισαάκ είναι ο καλύτερος οδηγός για τα πνευματικά''.
Ο όσιος Ισαάκ, ο μεγάλος αυτός ασκητής και αγωνιστής των αρετών, ήταν συριακής καταγωγής. Δεν γνωρίζουμε πολλά για την ζωή του. Ωστόσο είναι εξακριβωμένο ότι σε νεαρά ηλικία μαζί με τον αδελφό του, εγκατέλειψαν τα εγκόσμια για να ενδυθούν το μοναχικό σχήμα, να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο, με πολλές γυμνασίες, ασκητικούς αγώνες και κόπους, διά των οποίων προέκοψε στην πρακτική αρετή και κατεπολέμησε τα πάθη, καθυποτάσσοντας την σάρκα στο πνεύμα. Αργότερα, έφυγε από το κοινόβιο για να ζήσει ερημική ζωή αφιερωμένος στην πνευματική θεωρία, την μελέτη των θείων νοημάτων και την νοερά προσευχή. Αναγκάσθηκε να διακόψει για λίγο τον ησυχαστικό βίο για να αναλάβει την επισκοπή της Νινευί. Αμέσως μετά την εις επίσκοπον χειροτονία του, εμφανίσθηκαν μπροστά στον όσιο Ισαάκ  δύο χριστιανοί Νινευίτες που είχαν κάποια διαφορά μεταξύ τους για να την επιλύσει ο επίσκοπος. Ο ένας είχε δανεισθεί από τον άλλον χρήματα και ο δανειστής πίεζε τον χρεωφειλέτη να του αποδώσει το ποσό. Όταν ο αββάς Ισαάκ τους υπενθύμισε το ανάλογο περιστατικό του Ευαγγελίου και ζήτησε από τον δανειστή να δείξει ευσπλαγχνία, εκείνος του απάντησε με αναίδεια, άφησε, πάτερ, το ευαγγέλιο κατά μέρος. Ακούοντας αυτά τα λόγια, ο όσιος Ισαάκ συλλογίσθηκε: ''Εάν αυτοί δεν υπακούουν στα προστάγματα του ευαγγελίου, τι λοιπόν ήρθα εγώ εδώ να πράξω;'. Και ανεχώρησε από την πόλη, επέστρεψε στο κελλί του όπου παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του.
Τους ασκητικούς αγώνες που ανέλαβε ο αββάς Ισαάκ κατά του πονηρού και του θελήματος της σάρκας, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, τα στάδια που διήλθε για να αποκτήσει την πρακτική και θεωρητική αρετή, τα χαρίσματα που αξιώθηκε από τον Θεό η αγιασμένη αυτή μορφή, μπορούμε να τα αντιληφθούμε καθώς διαβάζουμε τα ασκητικά του κείμενα. Τις εμπειρίες του αυτές από την πνευματική άσκηση ο όσιος Ισαάκ τις κατέγραψε, όπως λέει ο ίδιος ''αυτά έγραψα προς δική μου ανάμνηση, αλλά και για τον καθένα που θα διαβάσει το σύγγραμμα αυτό, καθώς τα έλαβα από την θεωρία των γραφών, και από τα αληθή στόματα (γερόντων διδασκάλων), και από την μικρή μου πείρα'' (Ασκητικά, Λόγος ΙΕ ), ''για πολύ καιρό δοκιμάζοντας πειρασμούς εκ δεξιών και εξ αριστερών, και τον εαυτό μου δοκίμασα και δέχθηκα από τον ενάντιο αναρίθμητες πληγές, και αφού αξιώθηκα μεγάλων αντιλήψεων, απεκόμισα για τον εαυτό μου πείρα από τα πολλά έτη, και αυτά έμαθε εν δοκιμασία και χάριτι Θεού'' (Λόγος Κ'). Από αγάπη και πνευματικό ενδιαφέρον για τους αδελφούς χριστιανούς που κάνουν τον δικό τους αγώνα είτε μέσα στον κόσμο είτε σε κάποια μονή, ο όσιος Ισαάκ κατέγραψε τους ασκητικούς αυτούς λόγους, όπως λέει ''διότι δεν υπομένω να φυλάξω το μυστήριο του Θεού στην σιωπή, αλλά γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών. Διότι αυτή είναι η αγάπη η αληθινή, που δεν μπορεί να αποκρύβει κάποιο από τα μυστήρια του Θεού από αυτούς που αγαπούν αυτήν (δηλ. την αληθινή αγάπη, την χριστιανική του Θεού)''.
Γι' αυτό λοιπόν ο όσιος Ισαάκ, αν και ευρισκόμενος στην  έρημο, απεφάσισε να καταγράψει τις εμπειρίες του στον πνευματικό αγώνα ώστε με τις διδασκαλίες αυτές να ωφεληθούν πολλές ψυχές. Από τους θησαυρούς των Ασκητικών Λόγων του αββά Ισαάκ θα αντλήσουμε και εμείς πολύτιμα διδάγματα που θα βοηθήσουν και στην δική μας προσπάθεια.

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: Στις θλίψεις να εμπιστευόμαστε στη σοφία και στη δύναμη του Θεού



Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Στις θλίψεις να εμπιστευόμαστε στη σοφία και στη δύναμη του Θεού
1 Ούτε οι δαίμονες, ούτε τα θηρία που βλάπτουν τους ανθρώπους, ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το θέλημά τους, ώστε να αφανίσουν και να καταστρέψουν τους άλλους, αν δεν το επιτρέψει ο Θεός, που κυβερνά τον κόσμο, και αν δεν ορίσει μέχρι πιο σημείο μπορούν να βλάψουν. Γιατί ο Θεός δεν επιτρέπει να ενεργούν με απεριόριστη ελευθερία˙ γιατί αν γινόταν αυτό, δε θα μπορούσε να επιβιώσει κανένα ζωντανό πλάσμα. Ο Κύριος δεν αφήνει τα κτίσματά του να τα πλησιάσει η δύναμη των δαιμόνων και των κακών ανθρώπων και να τα βλάψουν κατά το θέλημά τους. Για τούτο να λες πάντα στην ψυχή σου: Έχω φύλακα το Θεό, που με φυλάει, και κανένα φθοροποιό κτίσμα δεν μπορεί να παρουσιασθεί μπροστά μου, παρά μόνο αν έχει την άδεια του Θεού. Πίστεψε ακόμη πως δεν τολμούν ούτε να φανούν στα μάτια σου, ούτε να σε κάνουν να ακούσεις με τ’ αυτιά σου τις απειλές τους. Γιατί, αν είχαν άδεια από το Θεό να ενεργούν απεριόριστα το κακό, δε θα χρειάζονταν τα λόγια τους για να σε φοβίσουν, αλλά θα εκπλήρωναν κατ’ ευθείαν το έργο τους σύμφωνα με το θέλημά τους.
Και πάλι να λες στον εαυτό σου: Εάν είναι θέλημα του Κυρίου μου να εξουσιάσουν το πλάσμα του οι πονηροί δαίμονες και άνθρωποι, κι αυτό το δέχομαι με χαρά, σαν τον άνθρωπο που δε θέλει να καταργήσει το θέλημα του Κυρίου του. Και έτσι στους πειρασμούς σου θα γεμίσεις από χαρά, γνωρίζοντας με βεβαιότητα ότι σε κυβερνά και σε κατευθύνει μέσα στους πειρασμούς το νεύμα του Κυρίου. Λοιπόν, στήριξε την καρδιά σου έχοντας εμπιστοσύνη στον Κύριο, και μη φοβηθείς ούτε από φόβο νυχτερινό, ούτε από βέλος που εκτοξεύεται την ημέρα˙ γιατί λέει η Γραφή πως η πίστη του δικαίου στο Θεό εξημερώνει τα άγρια θηρία και τα κάνει σαν τα πρόβατα. (12).
Να ευγνωμονούμε το Θεό για τις θλίψεις και να τις υπομένουμε με χαρά, γιατί μας αγαπά ο Θεός.
2 Ο Θεός πολλές φορές παραχωρεί να δοκιμασθούν οι ενάρετοι ασκητές με την έλλειψη των υλικών αγαθών και αφήνει, όπου και να βρίσκονται, να ξεσηκωθούν πειρασμοί εναντίον τους, και (οι πειρασμοί) τους πληγώνουν με σωματικές αρρώστιες, όπως τον Ιώβ, και τους βάζουν στη φτώχεια και στον κίνδυνο του αφανισμού από ανθρώπους αποστάτες, και τους κάνουν να υποφέρουν χάνοντας αυτά που έχουν αποκτήσει. Μόνο στις ψυχές τους δεν πλησιάζει καμιά βλάβη. Διότι δεν είναι δυνατόν, όταν βαδίζουμε στο δρόμο του Θεού, να μη μας συναντήσουν δυσάρεστα πράγματα και καταστάσεις, και το σώμα μας να μην ταλαιπωρείται με αρρώστιες και κόπους, και να μένει ανενόχλητο, αν βέβαια αγαπήσουμε τη ζωή της αρετής. Ο άνθρωπος που περνάει τη ζωή του κατά το αμαρτωλό του θέλημα, που κυριεύεται από φθόνο ή καταγίνεται με τον αφανισμό της ψυχής του ή με κάτι άλλο που τον βλάπτει, αυτός ο άνθρωπος καταδικάζεται από το Θεό. Εάν όμως, ενώ βαδίζει στο δρόμο της αρετής, και ζει κατά το θέλημα του Θεού μαζί με πολλούς άλλους που κάνουν τον ίδιο αγώνα, συναντήσει κάτι δυσάρεστο και λυπηρό, δεν είναι σωστό να ξεστρατίσει από το δρόμο της αρετής˙ απεναντίας, πρέπει να δεχθεί το πράγμα με χαρά και χωρίς να το εξετάζει με μεμψιμοιρία, και να ευχαριστήσει το Θεό που του έστειλε αυτή τη χάρη. Να τον ευχαριστήσει ακόμη που αξιώθηκε να πέσει σε δοκιμασία για την αγάπη του και να γίνει συμμέτοχος των παθημάτων των Προφητών και των Αποστόλων και των άλλων Αγίων, που υπέμειναν τις θλίψεις χωρίς να ξεστρατίσουν από το δρόμο του Θεού, είτε έρθουν οι πειρασμοί από τους ανθρώπους είτε από τους δαίμονες είτε από το σώμα του. Διότι χωρίς την άδεια και την παραχώρηση του Θεού δεν είναι δυνατόν να τον βρει ο πειρασμός, που θα γίνει γι’ αυτόν αφορμή της κατά Θεόν ζωής. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να ενεργήσει διαφορετικά, για να ευεργετήσει αυτόν που θέλει να είναι κοντά του παρά να επιστρέψει να δοκιμαστεί για την αφοσίωσή του στην αλήθεια του ευαγγελίου. Κι αυτό, επειδή από μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει άξιος της μεγαλοσύνης της αρετής και, για ν’ αποκτήσει τις θείες ευεργεσίες, δεν μπορεί να μπει σε θλίψεις από μόνος του και, ακόμη, να χαρεί γι’ αυτές, χωρίς να έχει το χάρισμα της υπομονής από το Χριστό. Αυτό το μαρτυρεί και ο άγιος απόστολος Παύλος. Διότι τόσο μεγάλο είναι αυτό το πράγμα, δηλ. να ετοιμάζεται κάποιος να υποστεί θλίψεις γιατί ελπίζει στο Θεό, ώστε φανερά το ονομάζει χάρισμα˙ διότι λέγει: «Σε σας δόθηκε το χάρισμα όχι μόνο να πιστεύετε στο Χριστό, αλλά και να υποφέρετε γι’ αυτόν» (Φιλιπ. 1, 29). Και, όπως ο άγιος απόστολος Πέτρος έγραψε στην επιστολή του, «όταν υποφέρετε για τη δικαιοσύνη, είστε μακάριοι, διότι έχετε γίνει κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού» (1Π. 3,14). Λοιπόν, δεν είναι σωστό να χαίρεσαι όταν όλα πάνε καλά, ενώ στις θλίψεις και στις στενοχώριες να κατσουφιάζεις και να σκέφτεσαι (για τις θλίψεις) ότι είναι ξένες προς το δρόμο του Θεού. Διότι από την αρχή του κόσμου και από γενεάς εις γενεάν το δρόμο του Θεού τον βαδίζουν οι άνθρωποι με το σταυρό και το θάνατο.
(Από το βιβλίο: “Ανθολόγιο από την ασκητική εμπειρία του Αγίου Ισαάκ του Σύρου”. Ερμηνευτική απόδοση – επιμέλεια, Κωνσταντίνου Χρ. Καρακόλη, Δρος Θεολογίας, Φιλολόγου)
(Πηγή ψηφιακού κειμένου: orp.gr, Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη)

Οι Πατέρες της Εκκλησίας και ο σεβασμός στην επίγεια πατρίδα



Οι Πατέρες της Εκκλησίας και ο σεβασμός στην επίγεια πατρίδα
Του Papyrus 52
Εισαγωγή
1. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος για την πατρίδα
2. Ο Μέγας Φώτιος για την πατρίδα
3. Ο Γρηγόριος Νύσσης για την πατρίδα
4. Ο Μέγας Βασίλειος για την πατρίδα
5. Ο Γρηγόριος Θεολόγος για την πατρίδα
Επίλογος: εθνισμός-εθνικισμός-διεθνισμός

Εισαγωγή
Στις μέρες μας, είναι γνωστό ότι η ελληνική ιστορία διαστρέφεται συστηματικά από ανθρώπους που για διαφόρους λόγους, προσπαθούν με τη μέθοδο των ωμών παραχαράξεων να την αλλάξουν. Ένας από τους κλασικούς τους στόχους είναι η Εκκλησία και οτιδήποτε σχετίζεται με τον Χριστιανισμό και γι’ αυτό, στην προσπάθεια τους να διαστρεβλώσουν την ιστορία τής Τουρκοκρατίας με τα γνωστά παραμύθια περί «εθελοδουλείας», προβάλουν την δικαιολογία ότι οι Χριστιανοί αδιαφορούν για την επίγεια πατρίδα τους επειδή νοιάζονται μόνο για την ουράνια.
Βεβαίως, τα «επιχειρήματα» αυτά είναι φτωχά και επιφανειακά, διότι Χριστιανοί κράτησαν το Βυζάντιο ζωντανό επί 11 αιώνες, Χριστιανοί έκαναν τις απανωτές επαναστάσεις στην Τουρκοκρατία, Χριστιανοί έκαναν το ’21, τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον αγώνα του ’40. Άρα, δεν προκύπτει από πουθενά άρνηση της επίγειας πατρίδας επειδή ο Χριστιανός έχει εσχατολογικό προορισμό την Ουράνια Πατρίδα.
Στο σημείο αυτό, ο «σοφός» συνομιλητής θα κάνει ότι δεν βλέπει την απάντηση και θα συνεχίσει απτόητος «θυμίζοντας» μας ότι ο Απόστολος Παύλος λέει ότι «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην» (Γαλ. 3,28), άρα, συμπεραίνει, τους Χριστιανούς δεν τους νοιάζουν έθνη και πατρίδες.
Βεβαίως, ο συνομιλητής αγνοεί ότι το εδάφιο αυτό δεν καταργεί τις επίγειες πατρίδες και τα έθνη της γης, διότι αν ήταν έτσι, τότε και το εδάφιο «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ. 3,28) θα σήμαινε ότι ο Χριστιανός είναι επίσης υποχρεωμένος να μην αναγνωρίζει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Κατά συνέπεια, τα εδάφια αυτά προσδιορίζουν απλώς την ισότητα με την οποία αντιμετωπίζονται όλα τα έθνη και τα δύο φύλα από τον Θεό. Επίσης, το Γαλ. 3,28 διαλύει τυχόν ψευδαισθήσεις μας, ώστε να μην νομίζει κάποιος ότι αν είναι π.χ. «Έλλην» ο Θεός τον αγαπάει περισσότερο, μην νομίζει κάποιος ότι αν είναι άντρας ο Θεός του αναγνωρίζει ανωτερότητα σε σχέση με τη γυναίκα, μην νομίζει κανένας ότι οι δούλοι (αλλά και οι φτωχοί εργαζόμενοι, ντόπιοι ή μετανάστες, που κάποιοι τους αντιμετωπίζουν σαν δούλους) έχουν για τον Θεό μικρότερη αξία…
Είναι επίσης χαρακτηριστική η αγάπη με την οποία ο Απόστολος Παύλος μιλάει για την πατρίδα του και την εθνικότητα του, λέγοντας «εγώ άνθρωπος μεν ειμι Ιουδαίος Ταρσεύς, της Κιλικίας ουκ ασήμου πόλεως πολίτης» (Πράξ. 21,39) ενώ και στους Αθηναίους δήλωσε καθαρά ότι τα διαφορετικά έθνη και οι επίγειες πατρίδες έχουν οριστεί από τον Θεό ο οποίος δημιούργησε, «παν έθνος ανθρώπων […] ορίσας […] τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πράξ. 17,26).
Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα κινήθηκαν και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας οι οποίοι μας δίδαξαν να τιμούμε την επίγεια πατρίδα μας και μάλιστα να την προστατεύουμε όταν αυτή κινδυνεύει, όπως προκύπτει και από τα Λουκ. 3,14, Ματθ. 8,5-10 και Πραξ. 10,1-7, όπου φαίνεται καθαρά για ποιον λόγο η Εκκλησία, από την ίδρυση της, «ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν αποδοκίμασε τη στρατιωτική ιδιότητα, και δεν εξανάγκασε σε παραίτηση όσα μέλη της έγιναν χριστιανοί, ενώ υπηρετούσαν στο στράτευμα»[1] (βλ. και ΕΔΩ).
Ακριβώς η θέση αυτή προκύπτει από τη διδασκαλία όλων των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, και έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτή η «Συμφωνία Πατέρων» μας βεβαιώνει ότι μία από τις σημαντικές υποχρεώσεις των Χριστιανών είναι η αγάπη, η προστασία και η υπεράσπιση της επίγειας πατρίδας.

1. Ιωάννης Χρυσόστομος: Ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει όπλο, όμως παράδειγμα αρετής είναι εκείνος που θ’ αγωνιστεί μ’ αυτό για την προστασία της πατρίδας του
Οὐκοῦν μέσον τὸ σῶμα κακίας καὶ ἀρετῆς, καθάπερ οὖν καὶ τὰ ὅπλα· ἑκάτερα δὲ τὰ ἔργα παρὰ τὸν χρώμενον γίνεται· ὥσπερ ἂν εἰ καὶ στρατιώτης ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀγωνιζόμενος, καὶ λῃστὴς κατὰ τῶν ἐνοικούντων ὁπλιζόμενος, τοῖς αὐτοῖς φράττοιντο ὅπλοις.
(Ιωάννης Χρυσόστομος, «Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους επιστολήν», PG 60,487)

2. Μέγας Φώτιος: Ο ηγεμόνας, οφείλει να μετατρέπει τις εμφύλιες διαμάχες, σε αγωνιστικότητα προς υπεράσπιση της πατρίδας
Τὰς πρὸς ἀλλήλους τῶν ἀρχομένων ἔρεις εἰς τοὺς πολεμίους τρέπων, ἐν τοῖς ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀγῶσι μετατίθει.
(Μέγας Φώτιος, επιστολή Η΄, κεφ. ξβ΄, στο: Βαλέττας Ιωάννης (επιμ.), «Φώτιου του σοφωτάτου και αγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Επιστολαί», εν Λονδίνω 1864, σελ. 236)

3. Γρηγόριος Νύσσης: Ανόσια πράξη η προδοσία της πατρίδας
Εί δέ τινες κακῶς ἐπιδημοῦντες τῷ βίῳ, τυραννικοί τε καὶ πικροὶ τὴν προαίρεσιν, πάσαις ἀκολασίαις δεδουλωμένοι, θυμῷ παραπλῆγες, φειδόμενοι τῶν ἀνηκέστων κακῶν οὐδενός, λῃσταὶ καὶ ἀνδροφόνοι, καὶ πατρίδων προδόται, ἢ εἴ τι τούτων ἐστὶν ἐναγέστερον (οἷον πατροφόνοι τε καὶ μητρολῷαι, καὶ παιδοκτόνοι, καί....
(Γρηγόριος Νύσσης, «Περί των νηπίων προ ώρας αφαρπαζομένων», PG 46,188Α)

4. Μέγας Βασίλειος: Άξιος αυτός που τιμά την πατρίδα εξ ίσου με τους γονείς του
Καὶ τίς οὕτω φιλόπολις, ὅς τὴν ἐνεγκοῦσαν καὶ θρεψαμένην πατρίδα ἴσα γονεῦσι τιμῶν.
(Μέγας Βασίλειος, Επιστολή «Σωφρονίω μαγίστρω», PG 32,492Α)

5. Γρηγόριος Θεολόγος: Κοινή μητέρα όλων μας είναι η Πατρίδα
Μήτηρ δὲ ἄλλη μὲν ἄλλου· κοινὴ δὲ πάντων, πατρίς.
(Γρηγόριος ο Θεολόγος, Επιστολή «Σωφρονίω», PG 37,77B)

Επίλογος: εθνισμός-εθνικισμός-διεθνισμός

Σταυρός καθημερινός…


Ο λόγος του Χριστού μέσα στα ιερά Ευαγγέλια είναι πάντοτε λόγος ξεκάθαρος, απόλυτος, αληθινός. Κάποτε ακούγεται σαν λόγος δύσκολος και βαρύς, σκληρός και απωθητικός, λόγος που δεν τον αντέχει ο άνθρωπος. «Τις δύναται αυτού ακούειν;», εγείρεται τότε η ένσταση (Ιωάν. στ´ 60).
Το πρώτο και εισαγωγικό μάθημα της χριστιανικής ζωής, που κατά παράδοξο τρόπο φαίνεται και το δυσκολότερο, είναι ένας τέτοιος λόγος. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» (Μαρκ. η´ 34). Ο Χριστός, καθώς στεκόμαστε στην αρχή του δρόμου Του, μας υποδέχεται με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από κάθε άλλο διδάσκαλο. Ξεκαθαρίζει το έδαφος με μία βαρυσήμαντη δήλωση, με μία απαίτηση ολοκληρωτική. Δέχεται ακολούθους Του μόνον όσους αποφασίζουν να αρνηθούν τον εαυτό τους, μόνον όσους είναι πρόθυμοι να σηκώσουν σταυρό και να Τον ακολουθήσουν.
Και άρνηση του εαυτού μας σημαίνει να αρνηθούμε χάριν του Χριστού τις σκέψεις του φυσικού ανθρώπου, τα αμαρτωλά μας θελήματα, τα ιδιοτελή και εγωιστικά ελατήρια, τις άνομες επιθυμίες της καρδιάς μας. Να αρνηθούμε κάποτε και αυτά τα φυσικά δικαιώματά μας, τις νόμιμες απαιτήσεις, να παύσουμε να ζούμε για τον εαυτό μας. Να διαγράψουμε μόνοι μας, αυτοπροαίρετα τον εαυτό μας.
Και όπως οι κατάδικοι έφθαναν στον τόπο της θανατικής τους εκτελέσεως, φέροντας επ’ ὠμου τον σταυρό τους, έτσι πρέπει να βαδίζουμε αποφασιστικά μέχρι τον θάνατο και οι πιστοί, χάριν του Χριστού και της πίστεώς μας, αίροντες τον σταυρό μας. Δηλαδή υπομένοντας καρτερικά το βάρος κάθε θλίψεως και δοκιμασίας, κάθε διωγμού και ταλαιπωρίας ή περιφρονήσεως και εξευτελισμού, κάθε πνευματικού αγώνα εναντίον των πολλών και ποικίλων παθών που εμφωλεύουν στην ψυχή, εναντίον των δαιμόνων που επιβουλεύονται την ακεραιότητά της, εναντίον του κόσμου της αμαρτίας που πάντοτε καραδοκεί να την πλήξει.
* * *
Η ζωή του πιστού μέσα στις σελίδες της Αγίας Γραφής δεν παρουσιάζεται ως ζωή ανέσεως, αλλά ως αγώνας, ως άθληση, ως κακοπάθεια και στρατεία, ως πάλη και πόλεμος, ως «οδός τεθλιμμένη» και ανηφορική. Δηλαδή: σταυρός! Και όπως σημειώνει ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς, ο Κύριος ζητεί να αίρουμε τον σταυρό μας «καθ’ ημέραν» (θ´ 23). Πρόκειται δηλαδή για έναν αγώνα χωρίς ανάπαυλα. Για μια διαρκή εμπόλεμη κατάσταση. «Διηνεκώς γαρ, φησί, περίφερε τον θάνατον τούτον, καθ’ ημέραν έτοιμος έσο προς σφαγήν», ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος[1]. Κάθε μέρα πρέπει να είσαι έτοιμος να πεθάνεις.
Και ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρατηρεί: Δεν πρέπει να χαίρεσαι όταν είσαι σε άνεση, και στις θλίψεις να σκυθρωπάζεις και να τις θεωρείς ότι είναι ξένες της οδού του Θεού. «Εξ αιώνος γαρ και από γενεών εν σταυρώ και θανάτω πατείται η τρίβος αυτού». Έτσι το όρισε απ’ την αρχή ο Θεός: Όποιος θέλει να βαδίσει το δρόμο Του, θα πρέπει να έχει απόφαση σταυρού και θανάτου. Όπως οι λόγοι του Κυρίου, έτσι και η διδασκαλία των αγίων της Εκκλησίας μας είναι σαφής: «Η οδός του Θεού σταυρός καθημερινός εστιν. Ουδείς γαρ εν τω ουρανώ ανήλθε μετά ανέσεως»[2]. Κάθε μέρα θα σηκώνεις σταυρό. Κανείς δεν ανέβηκε με άνεση στον ουρανό.
Οι άγιοι Πατέρες δεν ξεχωρίζουν το μαρτύριο από τον καθημερινό αγώνα του πιστού, από τον εσταυρωμένο του βίο. Βλέπουν και στο συνήθη αγώνα μας εναντίον των εισηγήσεων του πονηρού, των προκλήσεων του κόσμου και των αμαρτωλών μας κλίσεων, ένα διαρκές πνευματικό άθλημα ισάξιο του σωματικού μαρτυρίου για την πίστη. Κάθε πιστός που είναι «νεκρός τη αμαρτία» (Ρωμ. Ϛ´ 11) προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Θεό. Είναι ένας σταυρωμένος μάρτυς. Βρίσκεται προσηλωμένος στο σταυρό της εκούσιας παραδόσεως των πάντων στη θεία βουλή.
* * *
Αλλά αν όλα αυτά φαίνονται βαριά και δύσκολα, δεν είναι στην πραγματικότητα μόνον τέτοια. Η απόλυτη απαίτηση του Χριστού, ο λόγος Του που ακούγεται τόσο απωθητικός, εξασκεί συγχρόνως μία παράδοξη και μυστική έλξη στην ψυχή εκείνου που έχει «ώτα ακούειν», που διαθέτει εξησκημένα πνευματικά αισθητήρια και συλλαμβάνει το βαθύτερο νόημα της προσκλήσεως του Χριστού.
Διότι ο Χριστός δεν καλεί μόνο σε αυταπάρνηση, σε άρση σταυρού. Καλεί συγχρόνως να Τον ακολουθήσουμε. Δηλαδή να συμπορευθούμε. Και είναι μεγαλείο να συμπορεύεσαι με τον Χριστό, όπου και αν πηγαίνει. «Δεύτε ουν και ημείς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», ψάλλει κατανυκτικά και προτρεπτικά ο ιερός υμνογράφος της Εκκλησίας, καθώς ανοίγει η Μεγάλη Εβδομάδα και ο Κύριος αρχίζει να ανεβαίνει τον δρόμο του Γολγοθά. Μας καλεί να «νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς»[3]. Να πεθάνουμε ως προς την αμαρτία. Και να καταλάβουμε με τη διάνοια κεκαθαρμένη, με ξάστερο και υψωμένο το νου, το μεγάλο μυστικό: ότι η νέκρωση αυτή είναι ζωοποιός. Και ο σταυρός που επιθέτει στους ώμους μας ο Θεός οδηγεί στην ανάσταση. Συμπορευόμεθα, συσταυρούμεθα, συνθαπτόμεθα και συνανιστάμεθα τελικώς μετά του Κυρίου. Και αυτή η ανάστασή μας στην καινή ζωή και η συμμετοχή μας στη χαρά της Βασιλείας Του ελαφρύνει το βάρος μας, κάνει αγαπητό τον σταυρό μας, και τον λόγο Του, που ζητεί αυταπάρνηση, ιδιαίτερα ελκυστικό.
* * *
Στον κόσμο της πτώσεως και της φθοράς που ζούμε, ο σταυρός είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να οδηγήσει στην ανάσταση την πεσούσα φύση μας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ξαναβρεί η εξαχρειωθείσα από την αμαρτία και το κακό ύπαρξή μας το πρωτόκτιστο κάλλος της και να ανακτήσει τη χαμένη της δόξα.
Γι’ αυτό και «είπεν ο αββάς Ησαΐας· ότι ει θέλεις εξακολουθήσαι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ, και τον παλαιόν σου άνθρωπον συγκρεμάσαι Αυτώ, τους καταφέροντάς σε από του σταυρού εκκόψαι οφείλεις»[4]. Εφόσον θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Κύριο στην οδό Του και να σταυρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο, τον άνθρωπο της αμαρτίας, οφείλουμε να απορρίψουμε με αποτομία όποιον επιχειρήσει να μας κατεβάσει από τον σταυρό μας. Διότι αυτός είναι εχθρός της σωτηρίας μας.
Και αντίθετα, οφείλουμε να δεχόμαστε με ευγνωμοσύνη κάθε προτροπή που ζητεί να μείνουμε στο καθήκον μας, όσο και αν είναι δύσκολο αυτό, που μας προτρέπει να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, όσο και αν γίνεται συχνά αφόρητα σκληρός, που μας καλεί ν’ ανεβούμε στο δικό του σταυρό ο καθένας μας. Και μάλιστα πρόθυμοι να δεχθούμε τα πάντα υπέρ του Υιού και Λόγου του Θεού. Και με τα παθήματά μας να μιμηθούμε το δικό Του άχραντο Πάθος. Με το αίμα μας να τιμήσουμε το δικό Του άγιο Αίμα. Τα καρφιά αυτής της σταυρώσεως είναι γλυκά, έστω και αν προκαλούν πόνους δριμείς. Διότι το να πάσχουμε με τον Χριστό και υπέρ του Χριστού είναι πολύ προτιμότερο από το να απολαμβάνουμε με άλλους, όπως ο θεοφώτιστος λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου μας λέγει: «Πάντα υπέρ του Λόγου δεχώμεθα, πάθεσι το πάθος μιμώμεθα, αίματι το αίμα σεμνύνωμεν, επί τον σταυρόν ανίωμεν πρόθυμοι. Γλυκείς οι ήλοι, και ει λίαν οδυνηροί. Το γαρ μετά Χριστού πάσχειν, και υπέρ Χριστού, του μετ’ άλλων τρυφάν αιρετώτερον»[5].
* * *
Η πορεία του πιστού στην οδό του Κυρίου «σταυρός καθημερινός εστι». Σ’ αυτό το σταυρό όμως κρύβεται η πηγή της αληθινής, της διαρκούς, της καθημερινής χαράς μας, της χαράς όλου του κόσμου: «Ιδού γαρ ήλθε δια του σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω»[6].

από το βιβλίο του αρχ. Αστερίου Χατζηνικολάου
Η οδός του Κυρίου, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήνα 2016 (6η έκδοση)

[1] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλ. ΝΕ´ εις το κατά Ματθαίον, ΡG 58, 542.
[2] Ισαάκ του Σύρου, Τα ευρεθέντα Ασκητικά, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, Λόγος Δ´, σελ. 17.
[3] Όρθρος Μ. Δευτέρας, Στιχηρό Ιδιόμελο των Αίνων.
[4] Ευεργετινός, εκδ. Ματθαίου Λαγγή, Αθήναι 1980, τομ. Α´, σελ. 336.
[5] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΕ´, Εις το άγιον Πάσχα, ΡG 36, 656.
[6] Όρθρος Κυριακής του Πάσχα.