Κατά τήν ἐλεύθερη περίοδο τοῦ ἐθνικοῦ μας
βίου, πού συμπίπτει μέ τήν ἵδρυση (±1830) καί πορεία τοῦ Ἑλληνικοῦ
Κράτους, γεννᾶται καί διαμορφώνεται ἡ καλλιεργούμενη, στούς κύκλους πολιτικῶν καί
διανοουμένων κυρίως, (δῆθεν) ἀντίθεση Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας. Ὁ Στρατηγός
Ἰωάννης
Μακρυγιάννης προσφέρει σαφῆ μαρτυρία Ἑλληνορθοδόξου φρονήματος.
* * *
1. Οἱ ἐπιχειρούμενες
συνήθως προσεγγίσεις τοῦ προσώπου καὶ τοῦ ἔργου τοῦ
Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη ἀπὸ τοὺς κάθε εἴδους ἐρευνητές του (ἱστορικούς,
πολιτειολόγους, κοινωνιολόγους, φιλοσόφους κ.λπ.) διακρίνονται γιὰ τὴν ἀντιφατικότητά
τους. Γιατί ποικίλλουν οἱ ἀφετηριακὲς ἰδεολογικὲς τοποθετήσεις τῶν ἐρευνητῶν καὶ κάθε
φορὰ ὁ Μακρυγιάννης θεωρεῖται μέσα
ἀπὸ
διαφορετικὸ ἰδεολογικὸ πρίσμα. Καὶ εἶναι
γεγονὸς ὅτι ἔχει ἐπανειλημμένα δεινοπαθήσει, διότι δὲν εἶναι
λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ «χρησιμοποιήσουν» τὰ κείμενα
τοῦ Μακρυγιάννη, γιὰ νὰ στηρίξουν –καὶ σ’ αὐτόν– τὸ ἰδεολογικό
τους «πιστεύω». Τὸ φοβερότερο σ’ αὐτὲς τὶς
περιπτώσεις εἶναι ὁ τεμαχισμὸς τοῦ Μακρυγιάννη, ὅταν
λείπουν τὰ κατάλληλα κλειδιὰ ἑρμηνείας του, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει
νὰ ἀναζητηθοῦν στὰ ἴδια τὰ κείμενά
του. Γι’ αὐτὸ προκύπτει ὁ Μακρυγιάννης τῶν
συντηρητικῶν, ὁ Μακρυγιάννης τῶν προοδευτικῶν καὶ ἐνίοτε καὶ ἕνας
«τρελλός» Μακρυγιάννης, ὅλων ἐκείνων ποὺ θέλουν νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἐνοχλητικὴ «θρησκοληψία» του, δηλαδὴ τὴ
ρωμαίϊκη εὐσέβειά του.
Χωρὶς νὰ διεκδικῶ τὸ ἀλάθητο, πιστεύω ἀμετακίνητα
ὅτι στὸν
Μακρυγιάννη διακρίνουμε μιάν ἑνιαία στάση ζωῆς σὲ μία ἀδιατάρακτη
διαχρονία. Ἔτσι, οἱ διακριβώσεις καὶ
τοποθετήσεις του στὴ σύγχρονή του πραγματικότητα μποροῦν –καὶ πρέπει–
νὰ ἐλέγχονται
ἐπιστημονικά,
καὶ εἶναι εὔλογο νὰ διαπιστώνονται ἐνίοτε ἀδυναμίες
καὶ ἀστοχίες ἢ ἀνεπάρκειες, ποτὲ ὅμως ἠθελημένες
παραποιήσεις καὶ διαστρεβλώσεις.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι φυσικὰ καὶ νόμιμα, διότι ὁ Στρατηγὸς ἔχει τὸ δικό
του ἑρμηνευτικὸ πρίσμα. Ἡ προσωπικότητά του ὅμως
μένει ἑνιαία καὶ σταθερὰ προσανατολισμένη στὴν
παράδοση τοῦ Γένους καὶ σύνολη τὴν ἰδεολογία του.
Πατρίς-Θρησκεία
2. Ὁ ἰδεολογικὸς κόσμος
τοῦ Μακρυγιάννη συνοψίζεται καὶ ἐκφράζεται μὲ δύο
παράλληλες ἔννοιες, ποὺ σ’ ὅλο τὸ ἔργο του συνυπάρχουν ἀδιαίρετα,
τὴν Πατρίδα
καὶ τὴ Θρησκεία. Οἱ δύο αὐτὲς
θεμελιακὲς ἔννοιες εἶναι ἡ συνισταμένη τῆς ὑποστάσεώς
του, ὅπως καὶ κάθε Ρωμηοῦ (Ἑλληνορθοδόξου).
Γιὰ τὸν Μακρυγιάννη, καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ αὐτὸς νοεῖ ὡς Ἕλληνα, πατρίδα καὶ
θρησκεία «εἶναι τὸ πᾶν». Αὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν ἀποτελοῦν δύο ἀπὸ τὰ διάφορα στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς
ταυτότητας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴν ταυτότητα καὶ ὕπαρξη τοῦ Ρωμηοῦ. Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ ἰδεολογικὸ φορτίο τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν στὴ συνείδηση τοῦ
Μακρυγιάννη.
Θρησκεία: Εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία,
ἡ «ἐνυπόστατος
πίστις» τῶν Πατέρων καὶ Ἁγίων τοῦ Γένους μὲ ὅλες τὶς ἡσυχαστικὲς πρακτικές της (ἄσκηση-μετάνοια-
πνευματικὸ ἀγώνα γιὰ σωτηρία/θέωση). Εἶναι ἡ παράδοση
τοῦ εὐσεβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οἱ ἐκκλησίες
καὶ τὰ
μοναστήρια εἶναι οἱ χῶροι
πραγματώσεως τῆς Ὀρθοδοξίας
καὶ συνάμα διαμορφώσεως
τοῦ ἀνθρώπου
τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ
«χριστιανοῦ ρωμηοῦ», ὅπως
θἄλεγε ὁ
φαναριώτης λόγιος τοῦ διαφωτισμοῦ,
Δημητράκης Καταρτζῆς. Ἕνα ἰδιαίτερο
χαρακτηριστικό τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τοῦ
Μακρυγιάννη εἶναι ἡ ἀνεξιθρησκία του. Αἴτημά του ἀμετακίνητο εἶναι,
κάθε ἄνθρωπος νὰ μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ λατρεύει τὸν Θεὸ σύμφωνα
μὲ τὴ θρησκεία
του. Ἕνα αἴτημα, ποὺ σκανδαλίζει τοὺς
συντηρητικοὺς τῆς θρησκείας καὶ παρασύρει σὲ παρερμηνεῖες ὅσους ἀπορρίπτουν
τὸ
θρησκευτικὸ κλίμα τοῦ Στρατηγοῦ. Ὡς πατερικὰ ὅμως
ὀρθόδοξος ὁ
Μακρυγιάννης δέχεται τὴν ἐλευθερία
τοῦ ἀνθρωπίνου
προσώπου καὶ δὲν
μπορεῖ νὰ ἀνεχθεῖ τὴν ὁποιαδήποτε
ἀναίρεσή της. Ἡ θρησκεία
γι’ αὐτὸν δὲν εἶναι μία (ἐπιβαλλόμενη) ἰδεολογία,
ἀλλὰ ἐνέργεια ἐλευθερίας,
ἐλεύθερη
δηλαδή προσωπική ἐπιλογή. Εἴ τις θέλει…
Ἀντιμάχεται τήν αἵρεσιν
Ἐνῷ ὅμως εἶναι τόσο θετικὸς καὶ ἀνοικτὸς στὴ
θρησκευτικὴ ἐλευθερία, μὲ ἀνυποχώρητο πάθος ἀντιμάχεται
τὴν αἵρεση, τὴ νόθευση
τῆς ὀρθόδοξης
παράδοσης, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πρωταρχικὸ συστατικό τῆς
συνειδήσεως τοῦ Γένους.
Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθεῖ τὸν «ἀρχίθρησκο» (ἱδρυτὴ ἄλλης
θρησκείας) Καΐρη, ὅπως καὶ ἐκείνους τοὺς Ἕλληνες, ποὺ ὑποδουλώνουν τὸ φρόνημά
τους στὴν ἑτεροδοξία τῶν δυτικῶν μισσιοναρίων (σήμερα θὰ λέγαμε:
στὴν ἀθεΐα τοῦ δυτικοῦ ἢ ἀνατολικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ).


