Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ Ι. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ



Κατά τήν λεύθερη περίοδο το θνικο μας βίου, πού συμπίπτει μέ τήν δρυση (±1830) καί πορεία το λληνικο Κράτους, γεννται καί διαμορφώνεται καλλιεργούμενη, στούς κύκλους πολιτικν καί διανοουμένων κυρίως, (δθεν) ντίθεση λληνισμο καί ρθοδοξίας. Στρατηγός ωάννης Μακρυγιάννης προσφέρει σαφ μαρτυρία λληνορθοδόξου φρονήματος.

* * *

1. Ο πιχειρούμενες συνήθως προσεγγίσεις το προσώπου κα το ργου το Στρατηγο Μακρυγιάννη π τος κάθε εδους ρευνητές του (στορικούς, πολιτειολόγους, κοινωνιολόγους, φιλοσόφους κ.λπ.) διακρίνονται γι τν ντιφατικότητά τους. Γιατί ποικίλλουν ο φετηριακς δεολογικς τοποθετήσεις τν ρευνητν κα κάθε φορὰ ὁ Μακρυγιάννης θεωρεται μέσα π διαφορετικ δεολογικ πρίσμα. Κα εναι γεγονς τι χει πανειλημμένα δεινοπαθήσει, διότι δν εναι λίγοι κενοι πο πιχειρον ν «χρησιμοποιήσουν» τ κείμενα το Μακρυγιάννη, γι ν στηρίξουν –κα σ’ ατόν– τ δεολογικό τους «πιστεύω». Τ φοβερότερο σ’ ατς τς περιπτώσεις εναι τεμαχισμς το Μακρυγιάννη, ταν λείπουν τ κατάλληλα κλειδι ρμηνείας του, κα τ ποα πρέπει ν ναζητηθον στ δια τ κείμενά του. Γι’ ατ προκύπτει Μακρυγιάννης τν συντηρητικν, Μακρυγιάννης τν προοδευτικν κα νίοτε κα νας «τρελλός» Μακρυγιάννης, λων κείνων πο θέλουν ν παλλαγον π τν νοχλητικ «θρησκοληψία» του, δηλαδ τ ρωμαίϊκη εσέβειά του.

Χωρς ν διεκδικ τ λάθητο, πιστεύω μετακίνητα τι στν Μακρυγιάννη διακρίνουμε μιάν νιαία στάση ζως σ μία διατάρακτη διαχρονία. τσι, ο διακριβώσεις κα τοποθετήσεις του στ σύγχρονή του πραγματικότητα μπορον –κα πρέπει– ν λέγχονται πιστημονικά, κα εναι ελογο ν διαπιστώνονται νίοτε δυναμίες κα στοχίες νεπάρκειες, ποτ μως θελημένες παραποιήσεις κα διαστρεβλώσεις.

λα ατ εναι φυσικ κα νόμιμα, διότι Στρατηγς χει τ δικό του ρμηνευτικ πρίσμα. προσωπικότητά του μως μένει νιαία κα σταθερ προσανατολισμένη στν παράδοση το Γένους κα σύνολη τν δεολογία του.


Πατρίς-Θρησκεία

2. δεολογικς κόσμος το Μακρυγιάννη συνοψίζεται κα κφράζεται μ δύο παράλληλες ννοιες, πο σ’ λο τ ργο του συνυπάρχουν διαίρετα, τν Πατρίδα κα τΘρησκεία. Ο δύο ατς θεμελιακς ννοιες εναι συνισταμένη τς ποστάσεώς του, πως κα κάθε Ρωμηο (λληνορθοδόξου). Γι τν Μακρυγιάννη, κα τν νθρωπο πο ατς νοε ς λληνα, πατρίδα κα θρησκεία «εναι τ πν». Ατ σημαίνει πς δν ποτελον δύο π τ διάφορα στοιχεα τς λληνικς ταυτότητας, λλ τν δια τν ταυτότητα κα παρξη το Ρωμηο. Ποι εναι μως τ δεολογικ φορτίο τν ννοιν ατν στ συνείδηση το Μακρυγιάννη.

Θρησκεία: Εναι ρθοδοξία, «νυπόστατος πίστις» τν Πατέρων κα γίων το Γένους μ λες τς συχαστικς πρακτικές της (σκηση-μετάνοια- πνευματικ γώνα γι σωτηρία/θέωση). Εναι παράδοση το εσεβος λληνικο λαο. Ο κκλησίες κα τ μοναστήρια εναι ο χροι πραγματώσεως τς ρθοδοξίας κα συνάμα διαμορφώσεως το νθρώπου το Μακρυγιάννη, το «χριστιανο ρωμηο», πως θλεγε φαναριώτης λόγιος το διαφωτισμο, Δημητράκης Καταρτζς. να διαίτερο χαρακτηριστικό τς θρησκευτικς συνείδησης το Μακρυγιάννη εναι νεξιθρησκία του. Ατημά του μετακίνητο εναι, κάθε νθρωπος ν μπορε λεύθερα ν λατρεύει τν Θε σύμφωνα μ τ θρησκεία του. να ατημα, πο σκανδαλίζει τος συντηρητικος τς θρησκείας κα παρασύρει σ παρερμηνεες σους πορρίπτουν τ θρησκευτικ κλίμα το Στρατηγο. ς πατερικ μως ρθόδοξος Μακρυγιάννης δέχεται τν λευθερία το νθρωπίνου προσώπου κα δν μπορε ν νεχθε τν ποιαδήποτε ναίρεσή της. θρησκεία γι’ ατν δν εναι μία (πιβαλλόμενη) δεολογία, λλ νέργεια λευθερίας, λεύθερη δηλαδή προσωπική πιλογή. Ε τις θέλει…


ντιμάχεται τήν αρεσιν

ν μως εναι τόσο θετικς κα νοικτς στ θρησκευτικ λευθερία, μ νυποχώρητο πάθος ντιμάχεται τν αρεση, τ νόθευση τς ρθόδοξης παράδοσης, ποία εναι τ πρωταρχικ συστατικό τς συνειδήσεως το Γένους.

Δν μπορε ν νεχθε τν «ρχίθρησκο» (δρυτ λλης θρησκείας) Καΐρη, πως κα κείνους τος λληνες, πο ποδουλώνουν τ φρόνημά τους στν τεροδοξία τν δυτικν μισσιοναρίων (σήμερα θ λέγαμε: στν θεΐα το δυτικο νατολικο μπεριαλισμο).

ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΣ Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν




1. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν



Ἕνα εὔκολο –καὶ πρόχειρο– ἐπιχείρημα, γιὰ νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ συγγένεια τῶν Μεγάλων Θρησκειῶν (Θρησκευμάτων ὀρθότερα), εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ ἕνα Θεό, πού ἀπὸ κοινοῦ ἀποδέχονται. Καὶ βέβαια ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας. Ὁ ἕνας ὅμως Θεὸς θεωρεῖται ἀπὸ τὰ διάφορα θρησκεύματα μέσα ἀπὸ εἰδικὴ προοπτική, ὥστε τελικὰ νὰ διαφέρει ὁ Θεὸς ἀπὸ θρησκεία σὲ θρησκεία, καὶ τελικὰ νὰ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἴδιος Θεός, στὸν ὁποῖο ἀναφέρονται, ἀκόμη καὶ οἱ λεγόμενες μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες, ἀλλὰ καὶ οἱ χριστιανικὲς «Ὁμολογίες».



Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν εἶναι μὲν ἕνας, ἀλλὰ διακρίνεται σὲ Τρία Θεῖα Πρόσωπα, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ Ὁποῖα ἔχει τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας, χωρὶς ὅμως νὰ γίνεται λόγος γιὰ «τρεῖς θεούς», ἀλλὰ γιὰ Ἕνα, ὅπως ὁμολογοῦμε καὶ στὸ «σύμβολο τῆς πίστεως, («Πιστεύω εἰς ΕΝΑ Θεόν…»). Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι «ὁ Θεὸς ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν ἱστορία, δὲν εἶναι μία μοναχικὴ ὕπαρξη, αὐτόνομη Μονάδα ἢ ἀτομικὴ Οὐσία. Εἶναι Τριάδα ὑποστάσεων, τρία Πρόσωπα μὲ ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα, ἀλλὰ καὶ κοινότητα Οὐσίας, Θέλησης καὶ Ἐνέργειας»1.



Συνοψίζοντας τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ παράδοση καὶ διδασκαλία γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα ὁ νεώτερος πατέρας τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης (†1809) καὶ ἐπαναδιατυπώνοντας τὴ μακραίωνη πατερικὴ διδασκαλία, γράφει: «Κοντά εἰς ἡμᾶς τους Ὀρθοδόξους σέβεται καί λατρεύεται εἷς Θεός τρισυπόστατος, ὃστις εἶναι μονάς ἐν ταυτῷ καί τριάς. Μονάς μέν κατά τήν οὐσίαν καί φύσιν, τριάς δέ κατά τάς ὑποστάσεις καί πρόσωπα· μονάς μέν ἀσύγχυτος καί τριάς ἀδιαίρετος· οὒτε διά τήν Μονάδα συγχεόμενος…, οὒτε διά τήν Τριάδα διαιρούμενος…»2.



Ὁ ἕνας Θεός, συνεπῶς, τῆς χριστιανικῆς ὀρθοδόξου πίστεως εἶναι τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸ Πνεῦμα στὴ Γραφὴ ὀνομάζεται καὶ Παράκλητος (Ἰω. 14,16· 15,26 κ.ἄ), ὁδηγός, παρήγορος. Τὸ ὄνομα, βέβαια, κάθε θείου Προσώπου δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν ἕνα Θεὸ καὶ τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία δὲν ἀπορρέει ἀπὸ κάποιο φιλοσοφικὸ στοχασμὸ καὶ διανοητικὴ ἀναφορὰ στὸ Θεό. Ἀκόμη καὶ ἡ χρησιμοποιούμενη θεολογικὴ γλώσσα, παρόλο ποὺ ἔχει προέλευση φιλοσοφική, συχνὰ ἀποφορτίζεται καὶ ἀναφορτίζεται ἐννοιολογικά, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸ θεῖο μυστήριο, χωρὶς βέβαια τὴν κατανόησή (κατάληψη) του3.



Τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα τῆς χριστιανικῆς Πίστης εἶναι τρεῖς ἄναρχοι τρόποι ὕπαρξης τῶν ἁγιοτριαδικῶν θείων Προσώπων καὶ τῆς σχέσης μεταξύ τους. Ἑνώνονται ἀδιαίρετα στὴ μία θεία Οὐσία, ἀλλὰ ὄχι ὡς μέρη τῆς μίας θεότητας, ἀφοῦ καὶ τὰ τρία ἔχουν «ὁμοῦ», καὶ τὸ καθένα χωριστά, ὁλόκληρη τὴ μία θεία οὐσία καὶ γι’ αὐτὸ λέγονται «ὁμοούσια» μεταξύ τους. Πάλι θὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὸν ὅσιο Νικόδημο: «Εἷς Θεός ἐστιν ἡ Τριάς, μιᾷ προσκυνήσει καί λατρείᾳ προσκυνούμενος καί λατρευόμενος ὑπό πάσης κτίσεως αἰσθητῆς καί νοουμένης». Ἡ ἁγία Τριάδα εἶναι «ὁμοούσιος και ὁμοφυής καί ταυτενεργής καί παντοδύναμιος καί ἡνωμένη πρός ἑαυτήν»4. Τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα «ἒχουσι τάς φυσικάς ἐνεργείας τῆς θεότητος… Μᾶλλον δέ καί ἀκριβέστερον εἰπεῖν μίαν καί τήν αὐτήν ἐνέργειαν ἒχουσι καί τά τρία»5.



Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σύμφωνα μὲ ὅσα ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἀποκάλυψε στοὺς Προφῆτες καὶ Ἀποστόλους, μέσα ἀπὸ τὴ θέωση, τὴν ἕνωσή τους μαζί Του, δὲν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ἢ νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μόνο τὸν τρόπο ὕπαρξής Του καὶ τὶς σχέσεις τῶν ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ (†πρὶν ἀπὸ τὸ 754), ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε «ὃ,τι ἦν δυνατόν ἡμῖν γνῶναι καί ἐδυνάμεθα φέρειν»6. Ἔτσι, γνωρίζουμε μὲν τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὄχι τὴν οὐσία Του (τί δηλαδὴ ΕΙΝΑΙ ὁ Θεός). Τὰ ὀνόματα, συνεπῶς: Πατήρ, Υἱός, Ἅγιο Πνεῦμα δὲν δηλώνουν τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸν τρόπο ὕπαρξής του. Ἡ μία θεία Οὐσία παραμένει ἀδιαίρετη καὶ ἀμέριστη, παρὰ τὴ διάκριση τῶν τριῶν Προσώπων στὴν ἁγία Τριάδα.

Κυριακή της Τυροφάγου: Τα όπλα του Χριστιανού (Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός)


theologia

(Ματθαίου στ’ 14-21)

«Το στάδιον των αρετών ηνέωκται»
1. Ευρισκόμεθα στο τέλος του πρώτου μέρους του Τριωδίου και από αύριο εισερχόμεθα στο δεύτερο μέρος του, την Μ. Τεσσαρακοστή. Μας δίδαξε ήδη η Εκκλησία μας την αρετή της ταπεινοφροσύνης, ως βασική προϋπόθεση της μετανοίας, κατά την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Μας βεβαίωσε την πραγματικότητα της σωτηρίας, όταν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια, κατά την Κυριακή του Ασώτου. Και τέλος μας προέβαλε ανάγλυφο τον λόγο, για τον οποίο έχουμε ανάγκη μετανοίας και επιστροφής, το γεγονός δηλαδή της παγκοσμίου Κρίσεως, κατά την Κυριακή της Απόκρεω. Επειδή δε η Μ. Τεσσαρακοστή είναι περίοδος πνευματικοσωματικής προετοιμασίας και εισαγωγής στο πάθος του Χριστού μας, μας υπενθυμίζει η Εκκλησία σήμερα ένα σοβαρό και θλιβερό γεγονός, που έγινε αιτία να έλθει ο Χριστός στον κόσμο και να πάθει. Μας υπενθυμίζει την έξωση του ανθρώπου από τον Παράδεισο.
2. Όταν ο σημερινός άνθρωπος ακούει έξωση από τον Παράδεισο, το θεωρεί αστείο. Του φαίνεται «ωσεί λήρος» ο λόγος αυτός. Εάν μάλιστα είναι κάποιος «φιλελεύθερος» και προοδευτικός θεολόγος, θα δεχθεί το πράγμα με έννοια αλληγορική, μεταφορική.
Είναι παρατηρημένο, πως, όσον αφορά στην Aγια Γραφή, όσα μας συμφέρουν τα παίρνουμε κατά γράμμα. Σ’ όσα όμως (νομίζουμε πως) δεν μας συμφέρουν, δίνουμε αλληγορική ερμηνεία. Παρ’ όλ’ αυτά είναι και η έξωση εκ του Παραδείσου ένα από τα γεγονότα εκείνα, που δεν επιδέχονται αλληγορική ερμηνεία, γιατί είναι αλήθειες. Η έξωση απ’ τον Παράδεισο είναι το γεγονός του πνευματικού θανάτου του ανθρώπου, του χωρισμού του από τον Θεό διά της αμαρτίας. Το τραγικότερο δε σημείο της γνωστής αγιογραφικής διηγήσεως (Γεν. κεφ. γ’) είναι ότι, ενώ εδόθη από τον Θεό στον άνθρωπο η δυνατότητα της μετανοίας μέσα στον Παράδεισο, ακόμη, ο άνθρωπος δεν θέλησε να παραδεχθεί την πτώση του. Απλώς μεταβίβασαν την ευθύνη ο Αδάμ στην γυναίκα και η γυναίκα στο φίδι. Η πτώση του ανθρώπου, λοιπόν, υπήρξε φυσική, γεγονός της φύσεώς του, πτώση καθαρά δική του και όχι αποτέλεσμα δήθεν της θείας αυστηρότητας. Έπεσε δε ο άνθρωπος όχι μόνο γιατί έσφαλε, αμάρτησε, αλλά κυρίως γιατί δεν μετανόησε. Δεν παραδέχθηκε την αμαρτία του. Ναι, αδελφοί μου! Κραυγάζει απεγνωσμένα η λεγομένη επιστήμη, και ωρύεται, για να μας πείσει ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τον πίθηκο, με απώτερο βέβαια σκοπό να αμφισβητηθεί η θεϊκή δημιουργία μας. Δεν χρειαζόμεθα όμως άλλην απόδειξη, για ν’ αποδειχτεί η πτώση μας. Ρωτήστε ένα παιδάκι: γιατί το έκαμες αυτό; Και θα πάρετε την απάντηση: Δεν το έκαμα εγώ, ο (τάδε) το έκαμε… Αυτή η μεταβίβαση της ευθύνης δεν αποδεικνύει την καταγωγή μας από τους Πρωτοπλάστους και την αλήθεια της αγιογραφικής διηγήσεως;

3. Η πτώση, λοιπόν, του πρώτου ανθρώπου -και μέσω αυτού ολοκλήρου της ανθρωπότητας- υπήρξε η αιτία της ελεύσεως του Χριστού μας στον κόσμο. Για να μας οδηγήσει και πάλι «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Ο Χριστός όμως χειραγωγεί τον άνθρωπο διά της οδού της μετανοίας και της ολοκληρωτικής αφοσιώσεως στον Θεό. Γι’ αυτό είναι τόσον έντονος ο λόγος περί μετανοίας την Μ. Τεσσαρακοστή. Γιατί χωρίς αναγνώριση της πτώσεως και ειλικρινή επιστροφή δεν επιτυγχάνει ο άνθρωπος τον εξαγιασμό του, την ένωσή του με τον Θεό στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του αληθινού Υιού Του.
Πόσοι όμως βλέπουν έτσι την Μ. Τεσσαρακοστή σήμερα; Για τους περισσοτέρους μας έχει ισοπεδωθεί κάθε διάθεση πνευματικής ανατάσεως. Και το χειρότερο είναι ότι δεν αρκείται ο κατ’ όνομα χριστιανισμός της εποχής μας στα έργα της ασωτίας του, αλλά έχει το θράσος ν’ απαιτεί να τα αναγνωρίσει και η Εκκλησία, ο Χριστός, να προσαρμοσθεί το Ευαγγέλιο στις διαθέσεις και τα μέτρα του… Γι’ αυτό από τον αποπροσανατολισμένο χριστιανικά κόσμο ποιμένας θεωρείται όποιος θα παραδεχθεί, έστω και «φιλοσοφικά», τον Καρνάβαλο και την ασωτία του, και όχι όποιος ευαγγελικά θα υποδείξει τις ανυπολόγιστες ηθικές συνέπειες των ρωμαϊκών οργίων, που με το ένδυμα της ψυχαγωγίας επιζούν και στην εποχή μας.
Η μετάνοια του ανθρώπου, για την οποία θα είναι από σήμερα βασικά ο λόγος, δεν είναι μια στιγμιαία αλλαγή καταστάσεως. Μια απλή μετάβαση από τα έργα του σκότους στα έργα του φωτός. Μετάνοια είναι μια συνεχής διαδικασία, που παρασταίνεται σχηματικά με μια σειρά αυξομειουμένων καμπυλών. Είναι ένα πεδίο μάχης εναντίον εχθρού, που από την στιγμή της πτώσεως διεκδικεί την ψυχή του ανθρώπου. Είναι αδιάκοπη προσπάθεια για το ξερίζωμα της κακής επιθυμίας, που αποτελεί και την ρίζα της αμαρτίας. Δεν αμαρτάνει το σώμα. Δεν νηστεύουμε, για να το εξουθενώσουμε. Το σώμα επλάσθη καλό και άγιο. Η ψυχή φταίει. Γιατί σ’ αυτήν ριζώθηκε η κακή επιθυμία. Εγκρατευόμεθα, λοιπόν, για να εξουθενωθεί η επιθυμία.

4. Όπως όμως σε κάθε αγώνα, έτσι και στον πνευματικό, που είναι ο ταχύτερος και αποφασιστικότερος, γιατί έχει διαστάσεις αιώνιες, χρειάζονται τα κατάλληλα όπλα. Αυτά τα όπλα μας υποδεικνύουν σήμερα και η αποστολική (Ρωμ. ιγ’ 13 έ.) και η ευαγγελική περικοπή. «Όπλα του φωτός» τα ονομάζει ό Απ. Παύ­λος. Και τα παρουσιάζει. Τα όπλα που υποδεικνύει ο Απόστολος είναι κυρίως τα αμυντικά. Η εκρίζωση των παθών. Η θανάτωση των σκοτεινών εκείνων αντιπάλων, που συντελούν στην αποξένωσή μας από τον Θεό. Τα επιθετικά μας όπλα τα παρουσιάζει εντονότερα η ευαγγελική περικοπή. Είναι η συγχωρητικότητα προς τους συνανθρώπους μας. Η αληθινή νηστεία, όχι δηλαδή απλή αποχή από τροφές, αλλά και πνευματική, αποχή από πάθη. Και τέλος η προσκόλλησή μας στον Θεό, ως τον μοναδικό θησαυρό μας. Χωρίς τα όπλα αυτά η διεξαγωγή του πνευματικού μας αγώνος είναι αδύνατη. Είναι ακατόρθωτη και η βίωση του μηνύματος της Μ. Τεσσαρακοστής. Και η Εκκλησία επιμένει να απευθύνει το προσκλητήριο αυτό και σήμερα, όπως κάνει αδιάκοπα δύο χιλιάδες χρόνια. Γιατί τα έργα του σκότους ή του φωτός δεν προσδιορίζονται από τις εποχές, αλλ’ από την ψυχή του ανθρώπου, που μένει σε κάθε εποχή η ίδια. Θέλετε ένα παράδειγμα της αλήθειας αυτής;
Ένας νέος, σοφός και κοσμικός με όλη τη σημασία της λέξεως, ένας «σύγχρονος» νέος, μολονότι μας χωρίζουν 1500 χρόνια από την εποχή του, ήταν ο Αυγουστίνος. Όλα του τα πολύτιμα προσόντα τα δαπανούσε στα έργα του σκότους. Και μια μέρα έντονης εσωτερικής πάλης άκουσε μια παιδική φωνή, που του ‘λεγε. «Πάρε και διάβασε». Γεμάτος απορία μπήκε στο γραφείο του και είδε στο έδαφος μερικά χειρόγραφα. Τα πήρε στα χέρια του και οι πρώτες φράσεις, που διάβασε, ήταν οι λόγοι του Απ. Παύλου, που ακούσαμε σήμερα: «αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα έργα του φωτός… μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω…». Κι’ αυτό ήταν το έναυσμα της επιστροφής του Αυγουστίνου.
Αδελφοί μου!
Με τους ίδιους λόγους, που ο Θεός κάλεσε τον ιερό Αυγουστίνο, για να τον μεταβάλει από άνθρωπο του σκότους σε τέκνο φωτός, καλεί και μας η Εκκλησία μας σήμερα σε μετάνοια και επιστροφή, ενώ έξω από τις εκκλησίες στολίζεται η επίφαση της χαράς και το προσωπείο της ευφροσύνης, ο Καρνάβαλος. «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται οι βουλόμενοι αθλήσαι, εισέλθετε…».


(ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, «ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ – Κηρυγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα», ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ", ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ)

(Πηγή ηλ. κειμένου: impantokratoros.gr)

«Λατίνοι και Ορθόδοξοι στη Magna Graecia του 13ου αιώνα» Σωτηρίου Ν. Κόλλια (πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών)


bibliokritikes

Ἡ ἐργασία αὐτή ἀποτελεῖ μία ἱστορικοθεολογική ἀνατομία τῶν σχέσεων Λατίνων καί Ὀρθοδόξων στήν Μεγάλη Ἑλλάδα (MAGNA GRAECIA) τόν 13ο αἰώνα, μέ ἐπικέντρωση στήν πόλη τοῦ Ὄτραντο (Ὑδροῦς) καί τόν ὄχι τόσο γνωστό στήν ἔρευνα ἡγούμενο τῆς μονῆς Ἁγίου Νικολάου Κασούλων, Νικόλαο τόν ἐξ Ὑδροῦντος (1219-1235). Ἡ ἔρευνα προκάλεσε δημιουργικῶς τήν εὐσυνειδησία τοῦ συγγραφέα, Διδάκτορος Θεολογίας Σωτηρίου Κόλλια, ὁ ὁποῖος δέν δίστασε, οὔτε ἐφείσθη κόπων, ὥστε νά μεταβεῖ στήν Ἰταλία, Γαλλία καί Γερμανία γιά ἐπιτόπια διερεύνηση θεμάτων σχετιζομένων μέ τήν ἐργασία.
Ἰχνηλατεῖται, ἔτσι, ἡ ἀκόμη ἔντονη παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας στήν πολύπαθη αὐτή περιοχή καί προσφέρεται μία οὐσιαστική συμβολή στήν ἔρευνα λόγῳ τῆς παντελοῦς ἔλλειψης μίας εἰδικῆς μονογραφίας γιά τόν Νικόλαο, πού ἀποδεικνύεται μία πολύ ἐνδιαφέρουσα προσωπικότητα. Φωτίζεται, ἐπίσης, ἐπαρκῶς ἡ λίγο γνωστή σχέση του μέ τόν μεγάλο φίλο του Μητροπολίτη Κερκύρας Γεώργιο Βαρδάνη καί ἡ συμμετοχή του στόν διάλογο Ὀρθοδόξων καί Λατίνων στίς συνόδους 1205/6 καί 1214/16 στήν Κωνσταντινούπολη, μετά τήν τραγική ἅλωσή της ἀπό τούς Φράγκους τό 1204.
Ὀρθά ὀνομάζεται ἀπό τόν συγγραφέα μας ἡ πόλη τοῦ Ὄτραντο «πύλη τῆς Ἀνατολῆς» καί ἐπαρκῶς ἀξιολογεῖται ὁ μοναχισμός στήν Κάτω Ἰταλία, συγκεκριμένα δέ στήν Μονή τῶν Κασούλων. Τό κεντρικό δέ θέμα τῆς μελέτης ἐπαρκῶς φωτίζει ὁ ἐπιχειρούμενος «ἱστορικός περίπατος» στίς διακυμάνσεις τῶν σχέσεων Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς καί παπικῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀπό τόν 8ο αἰώνα μέ κορύφωση στήν ἅλωση τοῦ 1204, σημαντικό κλειδί γιά τήν κατανόηση τῆς ἱστορικῆς συνέχειας. Ἄλλωστε σωστά ἔχει λεχθεῖ (κ. Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ) ὅτι μετά τό 1204 ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν μία πόλη καταδικασμένη νά χαθεῖ. Στήν Μεγάλη Ἑλλάδα διατηρήθηκε ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα μέχρι τόν 16ο αἰώνα, κάτι πού δέν παραλείπει νά τονίσει καί ὁ κ. Κόλλιας, ἡ συνεχῶς ὅμως αὐξανόμενη παπική πίεση ἔγινε τελικά ἀσφυκτική καί ἐν τέλει ἐξουθενωτική, μέ στόχο τόν ἐκλατινισμό τους. Ὑπάρχουν ὅμως, χάριτι Θεοῦ, ἑλληνικά χωριά μέ ἔντονα καί ἄσβεστα τά ἴχνη τοῦ εὐκλεοῦς ἑλληνικοῦ παρελθόντος.
Ἡ ἐργασία ὅμως κάνει εὐρύτερα γνωστή τήν ἐπιβλητική μορφή τοῦ ἡγουμένου Νικολάου, πού ἐτίμησε τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό, παρότι ἐπιστρατεύθηκε ἀπό τόν κυρίαρχο παπισμό λόγῳ τῆς ὑψηλῆς παιδείας του καί τῆς ἄριστης κατοχῆς ἀπό αὐτόν, μεταξύ ἄλλων γλωσσῶν, τῆς Ἑλληνικῆς καί τῆς Λατινικῆς. Ὑπερασπιστής τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, προσπάθησε νά ἀποβεῖ «μεσάζων» μετά τό 1204 στούς δύο ἀντιμέτωπους κόσμους Ἀνατολῆς καί Δύσης. Στούς προαναφερθέντες διαλόγους εἶχε τό ρόλο τοῦ διερμηνέως-μεταφραστῆ, ἀγωνιζόμενος καί αὐτός γιά τήν πιθανή ἐξεύρεση κάποιας συμβιβαστικῆς λύσεως στόν ἑνωτικό διάλογο, χωρίς νά παύσει ὅμως ποτέ νά εἶναι προασπιστής τῆς Ὀρθοδοξίας. Εὔστοχα, καί πρός ἐπίρρωση τῆς δικῆς του θετικῆς τοποθετήσεως ἔναντι τοῦ Νικολάου, ἐπικαλεῖται ὁ κ. Κόλλιας τήν ὑπεύθυνη γνώμη τοῦ παπικοῦ Βυζαντινολόγου Hans-Georg Beck, ὅτι «παρόλο πού ὁ Νικόλαος δραστηριοποιήθηκε στίς ὑπηρεσίες τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξε μέ ζῆλο ὀπαδός τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί τῆς Θεολογίας του».
Ὁ συγγραφέας δίνει ἀπαντήσεις σέ ἀνοιχτά ἐρωτήματα, ἀποκαθιστᾶ παλαιότερες ἐρευνητικές ἀσάφειες, διορθώνει ἀπόψεις μέ πειστικότητα, παρακολουθώντας τήν πορεία τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας, γιά νά καταλήξει στά συμπεράσματά του.
Παρά τόν βαρύ βιβλιογραφικό ὁπλισμό ἡ μελέτη διαβάζεται ἄνετα καί ἀπό τόν μή εἰδικό λόγῳ τῆς ἁπλότητας καί σαφήνειας τῆς γλώσσας, ἀλλά καί τῆς χρήσεως πλούσιου φωτογραφικοῦ καί εἰκονογραφικοῦ ὑλικοῦ. Ὁ ἀναγνώστης πολλά ἔχει νά ὠφεληθεῖ ἀπ’ τήν μεθοδική παρουσίαση μιᾶς κρίσιμης περιόδου, πού ἄφησε ἔντονα ἴχνη στίς περαιτέρω σχέσεις Παπισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας μέχρι σήμερα. Εἶναι δέ συγκινητική ἡ ἐπισήμανση τοῦ συγγραφέα, ὅτι μιλώντας ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες γιά «ἀλησμόνητες πατρίδες» στήν Ἀνατολή, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τίς πιό παλαιές «πατρίδες» στή Δύση, τήν Μεγάλη Ἑλλάδα, στήν ὁποία τό ἑλληνικό μεγαλεῖο δέν ἔχει σβήσει.

Κρίση και διανόηση: Ένα διαχρονικό μας πρόβλημα (π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός ομ. καθηγητής Θεολογικής Σχολής)


stoxasmoi
Εισήγηση από τον κύκλο διαλέξεων με τίτλο «πέραν της παρακμής», που διοργάνωσε τον χειμώνα του 2014-2015 η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής».
Νέος Λόγιος Ερμής

α) Η κρίση
Η κρίση στην ουσία της είναι η ανατροπή των κανονικοτήτων της ιστορικής συνέχειας, με ανωμαλίες και δυσχέρειες, συχνά αδυσώπητες, και πολυειδείς κινδύνους. Η κρίση γίνεται περισσότερο αισθητή, όταν σχετίζεται με οικονομικά προβλήματα. Δεν είναι όμως μόνο οικονομική, διότι με αυτήν διασαλεύεται όλη η κοινωνική τάξη, σε άμεση συνάρτηση με την ηθική σφαίρα, που διέπει τις δομές μιας κοινωνίας.
Η σημερινή κρίση που διερχόμεθα ως Έλληνες, έχει κύριο αίτιο κατά γενική ομολογία τη χρεοκοπία της ηγεσίας, κυρίως της πολιτικής, που υπηρετεί, κατά κανόνα, τα συμφέροντα της νέας παγκόσμιας τάξης, στο όνομα της οποίας ασκεί την εξουσία της εις βάρος της ευστάθειας της Χώρας. Γενική είναι η συναίσθηση ότι ζούμε σε έναν κόσμο τραγικά παράλογο και παράλογα τραγικό, που αποκαλύπτει τη βαναυσότητα της μετανεωτερικότητας, παρόλη τη μεγαλαυχία και μεγαλοστομία της. Ο πολιτισμός της μετανεωτερικής κοινωνίας κυριαρχείται από τον άκρατο ωφελιμισμό, την απληστία και κατά συνέπεια την αδικία, την ειδωλολατρία δηλαδή της φιλαργυρίας (πρβλ. Α’ Τιμ.6,10), και γι’ αυτό καταντά «πολιτισμός» αφιλάνθρωπος.
Κάθε κρίση, ατομική ή κοινωνική, για έναν ιστορικό και Θεολόγο, είναι πάντα συνέπεια της πτωτικότητας του ανθρώπου και της εσωτερικής του αλλοτρίωσης, διότι, όπως είπε ο Ντοστογιέφσκυ, «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται». Κυρίαρχο θέμα της δυτικής Θεολογίας από τα μέσα του 20ού αιώνα είναι ο «θάνατος του Θεού», που σημαίνει όχι τον οντολογικό θάνατο του Θεού, αλλά την αποσύνδεση του ανθρώπου από τον Θεό και την αθεΐα του δυτικού ανθρώπου και της δυτικής κοινωνίας. Κατά τον νεώτερο Άγιο π. Ιουστίνο (Πόποβιτς):
Η Ευρώπη από την Αναγέννησιν έως σήμερον μετεβλήθη εις εργαστήριον ρομπότ. […] Δεν υπήρξεν επί του πλανήτου […] απανθρωπότερος άνθρωπος από το ευρωπαϊκό ρομπότ[…]. Άνθρωπος χωρίς Θεόν και χωρίς ψυχήν […]. Αφού εφόνευσε τον Θεόν και την ψυχήν μέσα του, ο τύπος κάθε ευρωπαίου ανθρώπου […] βαθμηδόν αυτοκτονεί, διότι η αυτοκτονία είναι ο αναπόφευκτος ακόλουθος της θεοκτονίας.
Είναι, βέβαια, γεγονός, ότι η κατάσταση της σημερινής ελληνικής κοινωνίας έχει μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με παλαιότερες κρίσεις, διότι η Χώρα μας σήμερα συμμετέχει σε μια οικονομική και νομισματική ένωση και εντάχθηκε σ’ αυτήν, όπως διατείνονται οι πολιτικοί μας ηγέτες, για την ασφάλεια και ευημερία της. Και όμως, από την προσδοκώμενη κοινωνία απόλαυσης, προέκυψε μια κοινωνία δυσπραγίας, αθλιότητας και φόβου. Μολονότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει αποβεί η θρησκεία του δυτικού ανθρώπου, το αποτέλεσμα είναι το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού να κατέχει το 83% του παγκόσμιου πλούτου. Η Ευρώπη κατάντησε τριτοκοσμική στο νότιο μέρος της, ενώ καλπάζει η φτώχεια και η εξαθλίωση.
Η οικονομική κρίση έχει επιπτώσεις σ’ όλους τους χώρους του δημόσιου βίου και σ’ όλες τις δομές του (παιδεία, υγεία, οικογένεια, νεολαία, μέχρι και την οικολογία). Ιδιαίτερα αισθητή είναι στην ψυχική υγεία και ευεξία των νέων, διότι ο εφιάλτης της ανεργίας, που πλανάται, η φτώχεια, ο φόβος της κατάθλιψης και η αβεβαιότητα του μέλλοντος αφήνουν βαθειά σημάδια στην ψυχή των νέων και των παιδιών, που βιώνουν τη δυσπραγία των γονέων τους, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας γενεάς ψυχικά ασθενών, που ισοδυναμεί με γενοκτονία.
β) Η επιστήμη
Το ερώτημα, που εδώ αντιμετωπίζουμε, είναι η θέση της διανόησης [Ο όρος «Διανόηση» χρησιμοποιείται εδώ με την ευρύτερη σημασία του, που περιλαμβάνει και την «επιστήμη». Άλλωστε «Διανόηση» χωρίς Επιστήμη, δηλαδή γνώση, είναι αδιανόητη], σε όλο το φάσμα της, στον κυκεώνα της κρίσης, και θα το προσεγγίσω όχι μόνο ως ορθόδοξος Κληρικός, αλλά ως διάκονος και της επιστήμης. Θα αρχίσω με μια κοινοτοπία: Η επιστήμη είναι μία και ενιαία, διότι και το υποκείμενό της, ο κόσμος των φαινομένων, είναι ενιαίος. Η αδυναμία της ανθρώπινης διάνοιας να συλλάβει το σύνολο του επιστητού, οδήγησε στον επιμερισμό της επιστήμης σε πολλά είδη. Έτσι, ο όρος «επιστήμη» χρησιμοποιείται εδώ με αναφορά σ’ όλους τους κλάδους, ως μέρη ενός όλου, που πρέπει να διατηρεί την ενότητά του μέσα στην ευρύτητα του φάσματός του και την ποικιλία των φορέων του. Ακριβώς δε, με τα πρόσωπα και το ήθος των φορέων της συναρτάται η καταξίωση ή η απαξίωσή της.
Η επιστήμη στο σύνολό της είναι λειτουργία κοινωνική, αναδεικνυόμενη μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι και ποτέ ανεξάρτητα από αυτό. Υπάρχει για τον άνθρωπο και την κοινωνία, ως «ευλογία φιλαδελφείας» κατά τον πανεπιστήμονα Μ. Βασίλειο (PG 31,1024 D) και διαμορφώνει τελικά τον ανθρώπινο βίο ως καθαρά κοινωνική δύναμη. Συνεπώς, η επιστήμη δεν μπορεί να υπάρχει για τον εαυτό της, η δε έρευνα διεξάγεται για χάρη του ανθρώπου, ως προσώπου και κοινωνίας. Αυτό σημαίνει, ότι η Διανόηση συμμετέχει στους προβληματισμούς της κοινωνίας και επιβεβαιώνει τη γνησιότητά της, όταν ανταποκρίνεται στην αντιμετώπισή τους.
γ) Κρίση και Επιστήμη
Η κρίση, κυρίως στην οικονομική έκφρασή της, δεν αφήνει ανεπηρέαστη και τη Διανόηση και ειδικά την επιστήμη. Η οικονομική στενότητα και πίεση επηρεάζει την ομαλή πορεία της, αφού η έρευνα απαιτεί χρηματοδότηση και τα κατάλληλα υλικοπνευματικά μέσα. Οι ερευνητικές δραστηριότητες, όταν λείπουν τα μέσα, επιβραδύνονται ή και ματαιώνονται, η δε ανεργία παραλύει και τον επιστημονικό χώρο σ’ όλες τις δραστηριότητές του. Αυτό ζούμε σήμερα. Ερευνητικά προγράμματα καρκινοβατούν ή ματαιώνονται, οι αδιόριστοι δε επιστήμονες, ιδιαίτερα οι πανεπιστημιακοί, αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Πολλοί καθηγητές των ΑΕΙ και ΤΕΙ αναζητούν εργασία εκτός Ελλάδος. Αυτό σημαίνει ότι λαμπροί επιστήμονες χάνονται για τη Χώρα μας, αφού συνήθως φεύγουν οι καλύτεροι, τα δε ελληνικά Ανώτατα Πνευματικά Ιδρύματα οδηγούνται σε ασφυξία. Το κακό έχει φθάσει σε τέτοια οξύτητα, ώστε να γίνεται λόγος στον Τύπο για το «τέλος της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα».
δ) Διανόηση και Κρίση
Υπάρχει όμως και τραγικότερη όψη του προβληματισμού μας: Είναι η ανάμειξη και συμμετοχή της επιστήμης στην κρίση, που αποβαίνει τελικά ένας των συντελεστών της. Έχει, όχι αδικαιολόγητα, διατυπωθεί το ερώτημα: «Κρίση της κοινωνίας ή κρίση της επιστήμης;», που προϋποθέτει την συνενοχή και της επιστήμης για την επίταση του κοινωνικού κακού. Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν η επιστήμη, αποβάλλοντας τον ηθικό οπλισμό της, δεν μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της κοινωνικής ενότητας και συνοχής.
Το έργο ειδικά της επιστήμης είναι σε κάθε περίπτωση φιλάνθρωπο, στοχεύοντας όχι μόνο τη διανοητική, αλλά και την ηθική προαγωγή του ανθρώπου και την αντιμετώπιση των προβλημάτων του. Η τραγωδία και πτώση του διακόνου της επιστήμης αρχίζει με την αυταπάτη της ορθολογικότητας, που είναι καρπός της φυσίωσής του, ως αυτοεμπιστοσύνης, υπερτροφικής δηλαδή ανάπτυξης του αυτοσυναισθήματός του. Η θεοποίηση του ορθού λόγου αδυνατεί να παγιώσει μια φιλάνθρωπη διάθεση, που θεμελιώνεται στην προτεραιότητα του ανθρώπου, στη διακονία του οποίου, όπως ειπώθηκε, είμαστε επιστρατευμένοι. Στην περίπτωση όμως αυτή η επιστήμη δεν αποβαίνει μόνο αναποτελεσματική, αλλά συχνά και επικίνδυνη, δυσχεραίνοντας την επίλυση των προβλημάτων της κοινωνίας.
Αφιλάνθρωπη είναι η λεγομένη «κακή χρήση» της επιστήμης, που ισοδυναμεί με απαξίωση και αυτοκατάργησή της. Είναι δε κακή, όταν γίνεται «χρήση» των πορισμάτων της επιστήμης για την εξυπηρέτηση σκοπών ιδιοτελών και -συνεπώς- ανόμων συμφερόντων. Κακή όμως είναι και η χρήση του θυσιαστικού μόχθου των αυθεντικών επιστημόνων για ατομικό όφελος, όπως είναι το κέρδος. Πρόκειται τότε για εμπορευματοποίηση της επιστήμης. Το παράδειγμα του μεγάλου αμερικανού επιστήμονος, γερμανικής καταγωγής, Τζούλιους Ρόμπερτ Οπενχάιμερ (1904-1967), του πατέρα της ατομικής βόμβας και από τους βασικούς συντελεστές της οπλικής κυριαρχίας της Νεοεποχίτικης Υπερδύναμης, είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες συγκρούσεις του επιστήμονα με τις δυνάμεις που εκμεταλλεύθηκαν κυριολεκτικά την ανακάλυψή του. Διότι, όπως έχει τονισθεί, ο Οπενχάιμερ υπήρξε από τους επιστήμονες που αναγκαστικά προβληματίσθηκε, από φιλοσοφική και κοινωνιολογική άποψη, για τις επιπτώσεις της ατομικής ενέργειας στην ανθρωπότητα, αφιέρωσε μάλιστα, αντιπαλαίοντας την παλαιότερη δράση του, τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην αναζήτηση τρόπων για την ειρηνική συνύπαρξη της επιστήμης και της κοινωνίας (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 8,13). Τα ναζιστικά πειράματα, εξ άλλου, που -mutatis mutandis- συνεχίζονται και σήμερα, είναι η απανθρωπότερη χρήση της επιστήμης, όταν βλέπει τον άνθρωπο, όχι ως «ζώον θεούμενον» (έμβιον ον, που έχει προορισμό να γίνει θεός κατά χάρη, κατά τον Μ. Βασίλειο), αλλά ως πειραματόζωο.
Το ταπεινό φρόνημα του επιστήμονα διασώζει τη δυνατότητα να μείνει πιστός στην αποστολή του, συνειδητοποιώντας τα όρια των εγχειρημάτων του. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό στην περίπτωση του θανάτου. Η παράταση του ορίου της ζωής (άλλο η θεραπεία), αποδεικνύεται τελικά φενάκη, αφού πρόκειται για απλή μετάθεση του θανάτου, αλλά όχι και για νίκη πάνω σ’αυτόν. Η πίστη που εμπνέει στην περίπτωση αυτή η επιστήμη για υπέρβαση του προβλήματος του θανάτου, προϋποθέτει την αντίληψη περί παντοδυναμίας της επιστήμης. Αυτό ισχύει, ιδιαίτερα, στην περίπτωση της τεχνολογίας, που προσλαμβάνει, οιονεί, μαγικό χαρακτήρα. Παρά την εκπληκτική όμως πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας, οι ανάγκες του ανθρώπου δεν καλύπτονται εντελώς, ούτε τα προβλήματα περιορίζονται. Αντίθετα, προκύπτει η υποκατάσταση εργατικών χειρών με αποτέλεσμα την ανεργία ή την εξυπηρέτηση πολεμικών στόχων, όπως λ.χ. η υποκίνηση εμφυλίων συρράξεων για τον πλουτισμό των διαχειριζομένων την επιστημονική έρευνα και την πρόοδό της. Ήδη ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ είχε προβλέψει, ότι «όσο περισσότερος τεχνολογικός πολιτισμός, τόσο περισσότερη δυστυχία». Αυτό συμβαίνει όταν διασαλεοθούν οι αναγκαίες ισορροπίες.
Η επιστήμη κινείται στα όρια μιας διπλής δυνατότητας: ή της διευκόλυνσης της ανθρώπινης ζωής ή της απειλής για αλλοίωση της ποιότητας της ζωής, ως την τελική εξαφάνισή της. Έλεγε ένας αληθινά σοφός Πνευματικός-Γέροντας, ότι δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε το τέλος του κόσμου από τον Θεό, διότι μπορούμε να το επιτύχουμε μόνοι μας! Κρίση, συνεπώς, παράγει και η επιστήμη, όταν χειραγωγεί την κοινωνία σε ενέργειες αντιανθρωπιστικές και αντικοινωνικές. Τότε ισχύει το αποδιδόμενο στον Πλάτωνα: «Επιστήμη χωριζομένη αρετής, πανουργία, ου σοφία». Έχει παρατηρηθεί ότι, όχι σπάνια, υπό την επίδραση της έπαρσης που δημιουργεί η υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην επιστήμη, ο άνθρωπος στεγνώνει συναισθηματικά, αποβάλλοντας κάθε ανθρώπινο συναίσθημα και μηχανοποιείται. Η αθέτηση των ορίων της γνώσης για τους αρχαίους προγόνους μας ήταν «ύβρις». Έλεγα κάποτε σε έναν μεγάλο αστροφυσικό, σε τηλεοπτική συζήτηση, ότι δικό του έργο δεν είναι να διαπιστώσει αν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει, διότι τότε αυτοκαταργείται ως επιστήμων και κάνει μεταφυσική. Έργο δικό του είναι η πληροφόρηση των μη ειδικών για το τι ακολούθησε το Big-Bang, και όχι το αν και τι προηγήθηκε. Αυτό είναι έργο της επιστήμης του ακτίστου και των ειδικών αυτού του χώρου, δηλαδή των Αγίων. Αυτούς τους προβληματισμούς αντιμετωπίζοντας ο Κομφούκιος, δίδασκε ότι ο άνθρωπος εξυψώνει την επιστήμη και όχι η επιστήμη τον άνθρωπο, κάτι που θα αναδιατυπώσει και ο στρατηγός Μακρυγιάννης με το δικό του σοφό ρωμαίικο τρόπο: «Ο άνθρωπος κάνει τα φώτα και όχι τα φώτα τον άνθρωπο».
Υπάρχει όμως και κάτι χειρότερο: Είναι η χρήση των Διανοουμένων και επιστημόνων από τις δυνάμεις, που παράγουν τις κρίσεις, λειτουργώντας καταλυτικά και καταστροφικά στην κοινωνία. Όργανά τους γίνονται οι διανοούμενοι και οι επιστήμονες εκείνοι, που συνειδητά αυτοπαραδίδονται στην άνομη πολιτική ή οικονομική εξουσία, διαθέτοντας τη γνώση και τα επιτεύγματά τους σε επιχειρήσεις που μολύνουν το περιβάλλον, νοθεύουν την αισθητική μας, νεκρώνουν την ψυχή μας, προωθώντας τη βία και κραταιώνοντας τον θάνατο και την εξόντωση του ανθρώπου. Ο διανοούμενος και επιστήμονας τότε καταντά μισθοφόρος της κατεστημένης εξουσίας και υποχείριό της.
Αυτοκατάργηση του διανοούμενου και ειδικού επιστήμονα συμβαίνει και όταν βλέπει το έργο του ως δυνατότητα επαγγελματικής τακτοποίησης και καριέρα και όχι ως αποστολή. Τότε είναι δυνατή η manipulatio της διανόησης και της έρευνας από την εξουσία των χρηματοδοτών τους. Οι επιστημονικές εφαρμογές εντάσσονται στην υπηρεσία της ταξικής οικονομίας και της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης και δύναμης. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα σήμερα και είναι αξιοθρήνητοι οι κομματικά στρατευμένοι οικονομολόγοι, που προσπαθούν να συγκαλύψουν τα διαπραττόμενα από την πολιτική εξουσία εγκλήματα, επιχειρηματολογώντας διαμετρικά αντίθετα από τους γνήσιους εκπροσώπους της επιστήμης τους. Μια Διανόηση, όμως, στην υπηρεσία των ισχυρών, του κεφαλαίου, του θεάματος, της παραπληροφόρησης φανερώνει την αλλοτρίωση της ανθρώπινης σκέψης. Τα τηλεοπτικά παράθυρα αποκαλύπτουν αυτό τόν ρόλο της επίορκης Διανόησης. Η κρίση της κοινωνίας είναι τότε συνέπεια της κρίσης της Διανόησης και των εκπροσώπων της.
Τεράστια είναι στην περίπτωση αυτή η συμβολή της δυτικής Θεολογίας στην συγκρότηση του καπιταλισμού και των εφαρμογών του. Ο Προτεσταντισμός, ζώντας την αλλοτρίωση του πατερικού ήθους, γέννησε μια «θεολογία», που έθρεψε το θηρίο του καπιταλισμού, της απληστίας και αφιλάνθρωπης κερδοσκοπίας. Αυτό το πνεύμα, διέπει την πολιτική στάση της ηγεσίας της σημερινής Γερμανίας. Θα πρέπει όμως να προστεθεί, ότι υπάρχει και κάτι χειρότερο από την καπιταλιστική απληστία. Είναι η ανικανοποίητη σοσιαλιστική δίψα του πλούτου και της εξουσίας και μ’ αυτό το πνεύμα ζυμώθηκε η γερμανική ηγεσία του υπαρκτού σοσιαλισμού.
ε) Δυνατότητες της «Διανόησης»
Η πίστη όμως για τις δυνατότητες της επιστήμης στην αντιμετώπιση των κοινωνικών κρίσεων παραμένει αμείωτη, σε σημείο μάλιστα που να έχει αναχθεί η επιστήμη στο ύψος της θρησκείας. Η κοινή διαπίστωση, μάλιστα, της χρεοκοπίας της πολιτικής ενισχύει την επικρατούσα άποψη, ότι το έργο της μπορεί να αναλάβει η επιστήμη. Αυτό σημαίνει: να αναλάβει η επιστήμη την στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, αποκαθιστώντας συνάμα την τρωθείσα, λόγω της ανικανότητας ή και των σκοπιμοτήτων της πολιτικής, κοινωνική και εθνική αξιοπρέπεια.
Και είναι γεγονός, ότι ο επιστήμονας δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος μπροστά στο χάος. Την κρίση καλούνται, συνήθως, να αντιμετωπίσουν οι ηθικολόγοι, οι ψυχολόγοι ή περισσότερο οι οικονομολόγοι. Αλλά αυτό είναι χρέος όλων των επιστημόνων, κατά την ειδικότητα και γνώση τους. Ο ανθρωπισμός δεν έχει κλαδικό σχήμα. Αν η επιστήμη θέλει να βοηθήσει την κοινωνία, οφείλει να αρχίσει από την ορθή ενημέρωση και προετοιμασία του Λαού, για την συνειδητοποίηση των προβλημάτων και την κριτική στάση απέναντι στην παραπλανητική εξουσία. Αλλ’ αυτό δεν έγινε. Η επιστήμη, εξ άλλου, μπορεί να συμβάλει στη μετάσταση από την απελπισία στην ελπίδα, αποκαλύπτοντας την τραγική αλήθεια και όχι συγκαλύπτοντας την ζοφερή πραγματικότητα. Ο αληθινός διανοούμενος είναι, άλλωστε, ηγέτης και οφείλει να αναλαμβάνει τον ρόλο του ηγέτη σε κρίσιμες στιγμές, συμπάσχοντας με τον ταλανιζόμενο συνάνθρωπο και μαχόμενος για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Παρήγορο, εξ άλλου, είναι το παράδειγμα γιατρών, φαρμακοποιών ή και φαρμακοεταιρειών, που παρέχουν δωρεάν εξετάσεις και φάρμακα. Φέρνουν στην επιφάνεια το παράδειγμα γιατρών μας παλαιοτέρων εποχών, που όχι μόνο εξέταζαν δωρεάν τους απόρους, αλλά χορηγούσαν και τα αναγκαία φάρμακα στους φτωχούς ασθενείς τους. Η συστράτευση αυτή στην αντιμετώπιση του πόνου και της ανάγκης, με την περίθαλψη υποσιτιζομένων, ασθενών, και γενικά εμπεριστάτων είναι η αυτοεπιβεβαίωση της επιστήμης. Στο σημείο αυτό αναδύεται ο ρόλος της ορθοδοξοπατερικής Θεολογίας και της Ιστορίας για την υποβοήθηση στην κατανόηση του πνευματικού χαρακτήρα της κρίσης, αλλά και την προβολή προτύπων της παράδοσής μας, που αποδείχθηκαν σωστικά σε κρίσιμες περιόδους, όπως π.χ. η μακρόσυρτη δουλεία. Και δεν είναι μόνο τα καινοδιαθηκικά δεδομένα, αλλά και ο καταξιωμένος στην Ελληνορθοδοξία κοινοβιακός και κοινοτικός τρόπος υπάρξεως ως «πλησίον» (Λουκ. Κεφ. 10). Τα αρχαιοελληνικά «κοινά» και τα μοναστικά κοινοβιακά μοναστήρια, που θεμελίωσαν τις κοινότητες, παρήγαγαν όλη τη φιλάνθρωπη παράδοση του Γένους μας, από την ενοριακή μέριμνα, ως τους Μεγάλους Ευεργέτες, που σήμερα, όπως φαίνεται, έχουν εκλείψει. Η δημοσιονομική πολιτική είναι ανάγκη να αναλαμβάνεται από προσωπικότητες πνευματικού ύψους, που ιεραρχούν το υλικό στο πνευματικό. Ο Homo oeconomicus, που μας κληροδότησε η Ευρώπη, πρέπει να γίνει homo spiritualis (Ε. Θεοδώρου).
Με την κρίση όμως μπορεί να αναμετρηθεί ο επιστήμονας, που αναλαμβάνει τις ευθύνες του, ως μέρος ενός συνόλου. Γνώση και Ηθική, παρά τις ατέρμονες στο ζήτημα αυτό συζητήσεις, πρέπει να νοούνται στενά μεταξύ τους συνδεδεμένες. Και αυτό υποδεικνύουν τα επιτεύγματα της Μοριακής Βιολογίας και της Γενετικής, ως και η προσπάθεια αντιμετώπισης του οικολογικού προβλήματος, που συνδέεται με την επιβίωση σύνολης της ανθρωπότητας. Ο ρόλος της επιστήμης μπορεί να είναι δραστικός, όταν η επιστήμη αναγνωρίζεται ως χάρισμα θεϊκό και όχι ως αποκλειστικό κατόρθωμα του επιστήμονα. Οι τεχνολογικές επιστήμες μπορούν να είναι -και είναι- ουμανιστικές, συμβάλλοντας στην απελευθέρωση του ανθρώπου από ό,τι αναστέλλει την ομαλή πορεία του. Είναι όμως γεγονός, ότι την ανθρώπινη προσωπικότητα δεν οικοδομεί η επιστημονική γνώση, όσο υψηλή και αν είναι, αλλά η σχέση του ανθρώπου με την άκτιστη θεία Χάρη. Πραγματικά σοφοί στην ελληνορθόδοξη παράδοση είναι οι Άγιοι. Γι’ αυτό όμως χρειάζεται ταπείνωση, κατά τον λόγο του I. Χρυσοστόμου: «Όσον μέγας ει, τοσούτον ταπεινού σεαυτόν». Αυτό μας έλεγαν στα μαθητικά μας χρόνια και οι δικοί μας πνευματικοί Πατέρες: «Μάθε πολλά γράμματα, για να μπορείς να στηρίζεις και υπερασπίζεις αυτούς που δεν γνωρίζουν»!
Ο κίνδυνος της γνώσης έγκειται στο ότι μπορεί να «φυσιοί», να κάνει υπερφύαλο και εγωκεντρικό τον κάτοχό της (Α’ Κορ. 8, 1). Η λαϊκή παροιμία: «μάθε γράμματα, για να γίνεις άνθρωπος», μπορεί να σημαίνει ή την ανάδειξη του επιστήμονα σε «συνάνθρωπο» ή τον πλουτισμό του με την εκμετάλλευση της επιστήμης του. Και όμως: και αν ακόμη ο επιστήμονας δεν μπορεί να περιστείλει την κρίση, έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την ανθρωπιά και την αγάπη, αρνούμενος την σύμπραξή του με τους δημιουργούς και διαχειριστές κάθε είδους κρίσης.









(Πηγή: Περιοδική Έκδοση της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, “Νέος Ερμής ο Λόγιος” τ. 14, Φθινόπωρο 2016)