Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

“Αλεξίκακον Φάρμακον”: Κριτικές επισημάνσεις στο περιεχόμενο του έργου του αγίου Αθανασίου του Παρίου (π. Γεώργιος Μεταλληνός)


biblia
Κυκλοφόρησε προσφάτως απὸ τις Εκδόσεις Γρηγόρη το βιβλίο του αγίου Αθανασίου του Παρίου «Αλεξίκακον Φάρμακον». Το κείμενο παρατίθεται με απόδοση στην Νέα Ελληνική, ενώ τα προλεγόμενα και η επιστημονικὴ επιμέλεια, έγιναν από τον πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα. Ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα βρει πολλές απαντήσεις στο ερώτημα γιατί έχουμε φτάσει σε τέτοια πνευματική κρίση στη χώρα μας. (Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ)
«ΑΛΕΞΙΚΑΚΟΝ ΦΑΡΜΑΚΟΝ» ή «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ»
Εκδόσεις Γρηγόρη
Εκδόσεις Γρηγόρη
Η αγωνιστική συγγραφική πορεία του Αθανασίου Παρίου ολοκληρώθηκε με το έργο αυτό, που συντέθηκε το 1809 κατά τα κρατούντα, αλλά τυπώθηκε το 1818 μετά την κοίμηση του συντάκτη του (1813) από έναν πιστό μαθητή του, τον Σαμουήλ, «διδάσκαλου τον εξ Άνδρου». Όπως και τα προηγούμενα έργα του, έτσι και το παρόν ήταν ευρύτερα γνωστό από τα αντίγραφά του, που παρεσκεύαζαν οι φίλοι και μαθητές του. Το «Αλεξίκακον Φάρμακον» συνιστά, κατά κάποιο τρόπο, συνέχεια και περαιτέρω ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του έργου «Αντιφώνησις» (αρ. 3), καταστέφοντας έτσι τον σθεναρό και αποφασιστικό αγώνα του ακάματου Ιερομονάχου για την προφύλαξη της καθαρότητας του φρονήματος της υπόδουλης και απειλούμενης από τη μετακένωση των ιδεών του δυτικού «κατέναντι», της Ευρώπης, του Διαφωτισμού και της Γ. Ε., Ρωμηοσύνης. Το έργο σώζεται στο υπ’ άριθ. 2361 χειρόγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, στην Αθήνα, φφ. 39-111. Στο τέλος του έργου προστίθεται, ως παράρτημα, το Μαρτύριο του Νεομάρτυρος Ιωάννου του Κρητός στην Έφεσο, για την ενίσχυση του φρονήματος των Αναγνωστών. Η έκδοση σπονδυλώνεται ως εξής: Προηγούνται «Προλεγόμενα προς τους φιλαναγνώστας» του εκδότη Σαμουήλ, ο οποίος τιτλοφορεί την έκδοσή του ως εξής: «Αλεξίκακον φάρμακον ή Πνευματικόν Εγχειρίδιον. Συντεθέν υπό του Διδασκάλου Αθανασίου του Παρίου». Ο εκδότης εξαίρει τη σημασία του έργου και αιτιολογεί τον τίτλο του (θεραπεύει «τον βολτερισμόν, ταυτόν ειπείν τον αθεϊσμόν»), εγκωμιάζοντας τον συγγραφέα και διδάσκαλο Αθανάσιο. Το κυρίως έργο φέρει εκτενέστερο τίτλο, που μάλλον ανήκει στον συντάκτη του Αθανάσιο, και δίνει περιληπτικά και το περιεχόμενό του: «Αλεξίκακον φάρμακον, ήτοι Πνευματικόν εγχειρίδιον, διδάσκον εν απλή φράσει, ότι όσοι θέλουσι να είναι και να μένωσι Χριστιανοί, εξ ανάγκης πρέπει να μισούν και να αποφεύγωσι τους αντιλέγοντας και καταφρονητικώς αντιφερομένους εις τας Θείας Γραφάς, αι οποίαι είναι τα βιβλία της Χριστιανικής πίστεως». Το συνοπτικό διάγραμμα του έργου δίνει τήν άκόλουθη εικόνα: Στο Προοίμιο του έργου ορίζεται ο σκοπός του, που είναι η καταπολέμηση της αθεΐας. Στο α’ κεφάλαιο αναπτύσσεται το θέμα της αθεΐας και ο «Βολταΐρος» χαρακτηρίζεται «αθεώτατος». Το αθεϊστικό πάθος του αποδίδεται στη «μανία» και «παραφροσύνη» του. Το κεφ. β’ ασχολείται με τον Βολταίρο, ενώ επικρίνονται όσοι τον ανέχονται (η Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας, π.χ., δεν έπρεπε να δεχθεί τα αθεϊστικά βιβλία του). Στο κεφ. γ’ αποκρούεται η κατά της Αγίας Γραφής επίθεση του Βολταίρου. Ο συγγραφέας κάνει λόγο «περί προφητείας», δηλαδή της «εκ των προτέρων» απόδειξης της αλήθειας των Γραφών, και περί «θαυμάτων», της απόδειξης εκ των υστέρων. Στο κεφ. δ’ κορυφώνεται η αντιβολτερική κριτική. Ο «βολτερισμός» είναι «εσχάτη μωρία, και αλογία, και θρήνων άξιος». Στο κεφ. ε’ αποκρούεται η βολτερική άρνηση της Αναστάσεως του Χριστού και στο στ’ ελεεινολογούνται όσοι αποκλίνουν στον βολτερισμό και συνιστάται στους νέους να μην παρασύρονται από αυτόν. Στον Επίλογο χαρακτηρίζεται ο «βολτερισμός» «απώλεια της ψυχής», έσχατος δηλαδή κίνδυνος για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Κριτικές επισημάνσεις στο περιεχόμενο του έργου
Ο εκδοτης του έργου Σαμουήλ στα Προλεγόμενά του στρέφεται και στον εννοιολογικό προσδιορισμό των χρησιμοποιουμένων από τον συγγραφέα στον τίτλο του έργου όρων. Και είναι γεγονός, ότι οι όροι «αλεξίκακον φάρμακον» και «εγχειρίδιον πνευματικόν» εύστοχα χρησιμοποιήθηκαν για το χαρακτηρισμό του περιεχομένου και των στόχων του βιβλίου. «Αλεξίκακος» είναι αυτός που απομακρύνει το κακό. Προσδιορίζεται όμως, έτσι, η αναμενόμενη επενέργεια του έργου ως «φαρμάκου», αποτρεπτικού και θεραπευτικού. «Εγχειρίδιον» εξ άλλου, είναι το μαχαιρίδιο ή στιλέτο (ξιφίδιο), αλλά και το μικρό βιβλίο, το βιβλίδιο. Και στις δύο περιπτώσεις δηλώνεται ο ιατρικός-θεραπευτικός χαρακτήρας και μάλιστα προς δύο κατευθύνσεις: προς εκείνους που ασθενούν εις την πίστη και δέχθηκαν τον «βολτερισμό», και προς τους «ευσεβείς πιστούς» για την υποστήριξη και προφύλαξή τους. Τα εγκωμιαστικά λόγια που χρησιμοποιεί ως ευγνώμων μαθητής ο Σαμουήλ, για να τιμήσει τον διδάσκαλο και συγγραφέα, είναι αποκαλυπτικά για την εκτίμηση που απολαμβάνει o Αθανάσιος στον κύκλο τvν γνωστών καi συναγωνιστών του. Εκφράζεται δε η βεβαιότητα, ότι την ίδια ευεργετική επίδραση θα ασκήσει ευρύτερα το έργο στους αναγνώστες του. Γι’ αυτό και μαρτυρείται η ευμενής ήδη αποδοχή του από το Γένος, και ιδιαίτερα το Οικουμενικό Εθναρχικό Κέντρο. Εύστοχα δε, χαρακτηρίζεται το έργο «χρυσόν πονημάτιον» και «σπαρτίον» (σχοινί), αλλά και «φραγγέλιον ευαγγελικόν κατά των εναντίων θεοκαπήλων της πίστεως».
Και ο Αθανάσιος στο «Προοίμιόν» του αποσαφηνίζει τον τίτλο του έργου, συνδέοντας τους όχι συνήθεις όρους του με την προσφερόμενη από αυτό θεραπεία της ψυχής. Το λεγόμενο, ότι τη συγγραφή προκάλεσε το εξαπλούμενο ρεύμα της βλασφημίας κατά του αληθινού Θεού, εξηγεί και το κυρίαρχο πάθος. Η «αθέτησις του Θεού… η δυσώνυμος αθεΐα» είναι «η όντως μεγάλη κακία». Η αύξηση του αριθμού των «αθέων» επιβάλλει την αναχαίτιση της επιρροής τους πάνω στους «θεοσεβείς». Ποιους εννοεί ο Πάριος ως «αθέους» έχει ήδη αλλού αποσαφηνισθεί. Δεν σημαίνει μόνο τους αρνουμένους την ύπαρξη του Θεού, αλλά και εκείνους που δεν αναγνωρίζουν τον ένα και μόνο αληθινό Θεό, αρνούμενοι τον Ιησού Χριστό. Αυτή είναι και η παύλεια χρήση του όρου στο Εφεσ. 3, 12. Είναι οι χωρίς Θεό ζώντες. Βέβαια, είναι γεγονός, ότι «η κατηγορία “άθεος” απεδίδετο συχνότατα τότε σε διάφορους λογίους, χωρίς την αναγκαιότητα να υφίσταται κάποια πραγματική περίπτωση αθεΐας», όπως ορθά επισημαίνει ο καθηγητής Βασ. Μακρίδης. Στην περίπτωση όμως του Βολταίρου και των ομοφρόνων του δεν πρόκειται για ατεκμηρίωτη συκοφαντία.
Ειδικά με το θέμα της «αθεΐας» ασχολείται ο Πάριος στο κεφ. α’. Ακολουθώντας τους «σοφούς» (μάλλον εννοεί τους επιστήμονες), διακρίνει μεταξύ «αποφατικών» και «θετικών» αθέων. Οι πρώτοι στερούνται «κάθε ιδέαν θεότητος». Οι δεύτεροι έχουν μεν «ιδέαν Θεού», αλλά αρνούνται την ύπαρξή Του. Η στάση αυτή απεικονίζει τον «χριστιανισμό» της Γαλλίας και γενικότερα της Ευρώπης. Πρόκειται όμως —λέγει— για «μωρία», που καταντά «παραφροσύνη και μανία», γνώρισμα των αιρετικών, με κορυφαία περίπτωση τον «Γάλλον Βολτέρ», τον «αθεώτατον». Ο Γάλλος «σοφός» επικεντρώνει την ιερή αγανάκτηση του Αθανασίου. Το κυρίως ενοχλητικό γι’ αυτόν, στο σημείο αυτό, δεν είναι οι δυτικές αιρέσεις (παπισμός, προτεσταντισμός), αλλά η παντελής άρνηση του αληθινού Θεού στη θεωρούμενη χριστιανική Ευρώπη.
Ο στόχος του Βολταίρου ήταν, βέβαια, ο Ιησούς Χριστός κατά τον Αθανάσιο. Ο «θεοστυγής Βολτέρ» έγινε «άσπονδος εχθρός του Ιησού Χριστού». Αμφισβητώντας τα ιερά κείμενα – αρχές του Χριστιανισμού, ο «παμμίαρος Βολτέρ» επιδιώκει να «ανατρέψη και να δείξη μύθον και πλάσμα (πλαστό κατασκεύασμα) το Ευαγγέλιον». Η μέθοδος του Βολταίρου κατά τον Πάριο: Πρώτα «ανασκευάζει» την Π. Διαθήκη, «τα αρχαιότατα βιβλία του κόσμου» (Πεντάτευχος). Αρνείται τη γνησιότητά τους, «διά να απορρίψη έπειτα τα θεία Ευαγγέλια», που σχετίζονται άμεσα με εκείνα. Ο Βολταίρος όμως επεκτείνει την πολεμική του και στα προφητικά βιβλία, παρά τις διαμαρτυρίες Γερμανών και Πολωνών Ιουδαίων το 1776. Στην αντιβολταιρική επιχειρηματολογία του ο Αθανάσιος στηρίζεται στο αντιβολταιρικό έργο του Νικηφ. Θεοτόκη, παλαιού διδασκάλου και συναδέλφου του στην Κέρκυρα. Ο Θεοτόκης μετέφρασε και εμπλούτισε με σημαντικές προσθήκες και σημειώσεις το έργο του Γάλλου ρωμαιοκαθολικού Γ.Ι. Κλεμάνς (G. J. Clemence). Φαίνεται όμως ότι δεν λαμβάνεται υπόψει, ότι η «αθεΐα», ή μάλλον αντιχριστιανικότητα του Βολταίρου, δεν είναι άσχετη με το περιβάλλον, στο οποίο έζησε στα νεανικά του χρόνια, διότι τις εγκύκλιες σπουδές του τις έκαμε ως εσωτερικός σε ιησουϊτικό Κολλέγιο. Με βάση και αφετηρία αυτή την εμπειρία του, έγραψε το 1763 την «Πραγματεία περί ανεξιθρησκείας» (Tpaite sur la Tolerance). Ο Πάριος καταφάσκει το επιχείρημα του Κλεμάνς. Το γεγονός, ότι ο Βολταίρος δεν τόλμησε να απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες, αλλ’ εσιώπησε, επιβεβαιώνει, κατά τον Πάριο, τα επιχειρήματα των κατηγόρων του, που τον απέδειξαν «ψεύστην και αμαθή», αλλά και «συκοφάντη και αλαζόνα».
Στο στόχαστρο όμως του Αθανασίου βρίσκεται η επίθεση του Βολταίρου εναντίον ολόκληρης της Αγίας Γραφής. Ο στόχος του Βολταίρου είναι να δειχθεί ότι η «Χριστιανική θρησκεία δεν είναι παρά πλάνη και ψευδολόγων ανθρώπων εφεύρημα». Πάλι, βάση και πηγή των επιχειρημάτων του Παρίου είναι η μετάφραση του έργου του Κλεμάνς από τον Θεοτόκη. Ελέγχεται επίσης η σιωπή του Χριστιανού Γάλλου βασιλέα (Λουδοβίκου ΙΣΤ’) και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ως και της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνης της Β’, που ως γνωστόν τιμούσε τον Βολταίρο, ο οποίος με τα κατά του Χριστού μυθεύματά του απεδείχθη «ο πάντων αθέων αθεώτατος».
Ότι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι «θεία και άγια και της αιωνίου ζωής πρόξενα είναι το θέμα του γ’ κεφαλαίου. Ο Πάριος στηρίζεται στις αποδείξεις «εκ των προτέρων», που είναι οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, και στις αποδείξεις «εκ των υστέρων», δηλαδή τα «θαύματα». Με θεολογική σαφήνεια και πιστότητα προσδιορίζει την παλαιοδιαθηκική προφητεία (ο Θεός εμπνέει «με την Χάριν Του» τους Προφήτες). «Η Θεία Χάρις» προείπε μέσω των Προφητών όσα «έμελλον να γένουν εν τοις εσχάτοις καιροίς». «Βεβαιωμένοι εκ του Αγίου Πνεύματος» οι Προφήτες, δεν άφησαν κανένα σημείο των αφορώντων στον Ιησού Χριστό, που δεν «προείπον», βλέποντας τα μη παρόντα ως παρόντα. Ως μεγίστη δε απόδειξη χαρισματικής προφητείας επικαλείται τον Ησαΐα.
Ιδιαίτερα όμως προκαλεί τη Χριστοκεντρική ψυχή του Αθανασίου ο χαρακτηρισμός του Χριστού ως «πλάνου και απατεώνα» (Impostore) από τον Βολταίρο. Με το πρόβλημα αυτό ασχολήθηκε και στο έργο του «Απολογία Χριστιανική», διότι ο βολταιρικός χαρακτηρισμός για τον Ιησού Χριστό, λατρευόμενο και τιμώμενο ως Θεάνθρωπο από τη Χριστιανική οικογένεια, και μάλιστα τους Ορθοδόξους, ήταν αδύνατο να μην προκαλεί αισθήματα λύπης, αλλά και δίκαιης οργής. Ο Πάριος, διαμαρτυρόμενος έντονα, περιορίζεται σε φραστικές αντεπιθέσεις λόγω του χαρακτήρα της Ορθοδοξίας του, δικαιώνεται όμως απόλυτα από τους «νουν έχοντας», αντιμαχόμενος τα αναπόδεικτα και όντως βλάσφημα βολταιρικά λόγια.
Εύστοχα, εξ άλλου, ο Αθανάσιος επικαλείται τη σχέση συνέχειας μεταξύ Προφητών και Ευαγγελιστών (πρόρρηση – εκπλήρωση), για να στηρίξει την αγιότητα του Χριστού, σε μια άψογη δογματικά διατύπωση: «Ο προφητευόμενος είναι άγιος και υπεράγιος και αναμάρτητος, ου μόνον ως Υιός του Θεού και Θεός αληθινός, αλλά και ως άνθρωπος διά την καθ’ υπόστασιν ένωσιν των δύο φύσεων, και όλα αυτού τα έργα και τα πάθη, και αι πράξεις και οι λόγοι, είναι άγια και θεία και σεβάσμια, εκ των οποίων απάντων ή των αγίων Ευαγγελίων βίβλος συνίσταται». Θεωρεί τα Ευαγγέλια «εκ των υστέρων απόδειξιν» της θεότητος του Χριστού, επιμένοντας στη βαρύτητα στο θέμα αυτό των θαυμάτων Του, που συνιστούν υπέρβαση των φυσικών νόμων. Διακρίνει, έτσι, «θαύματα κατά την ουσίαν» και θαύματα κατά «τον τρόπον». Τα πρώτα είναι «αδύνατον να γένουν από τας δυνάμεις της φύσεως» (ανάσταση νεκρών, ομμάτωση τυφλών κ.τ.δ.)- τα δεύτερα γίνονται και από τις φυσικές δυνάμεις, αλλά όχι σε ελάχιστο χρόνο, «ευθύς με μόνον ένα λόγον», ένα άγγιγμα του χεριού κ.λπ. Οι Βολταιριστές περιγελούν τα θαύματα, ως «αυθάδεις και αναίσχυντοι». Οι βαρείς αυτοί χαρακτηρισμοί του Παρίου από κάποιον εκλαμβάνονται ως ύβρεις. Και όμως δεν είναι. Η ένταση και το βάρος τους αντιστοιχούν στο μέγεθος των βλασφημιών, όταν μάλιστα ο Βολταίρος αντιπαραβάλλεται προς τον Ιησού Χριστό! Ο Πάριος δεν διστάζει να χρησιμοποιεί και τη «μεταφυσική» του Αντωνίου Γενουησίου, επιστημονικό σύγγραμμα, που ο ίδιος μετέφρασε στα ελληνικά, για να ενισχύσει τη δική του επιχειρηματολογία.
O Βολταίρος προκαλεί ιδιαίτερα τη συνείδηση του Διδασκάλου, όταν υποστηρίζει, ότι ο Χριστιανισμός «εξεδιώχθη της Ανατολής… (και) κατέφυγεν εις την Δύσιν». Πρόκειται για μια ερμηνεία του γεγονότος της δουλείας, διότι έτσι την εξελάμβαναν κάποιοι Ευρωπαίοι, και ως πολιτιστική νέκρωση, δηλαδή. Ο Πάριος όμως αντιτείνει την αδιατάρακτη συνέχεια του Χριστιανισμού της Ανατολής «χωρίς να εκλείψη εκείθεν μέχρι της σήμερον».
Στην πολεμική κατά του βολταιρισμού αφιερώνεται το κεφάλαιο δ’. Κατά τον Πάριο ο βολταιρισμός είναι «έσχατη μωρία και αλογία, και θρήνων άξιος». Βρίσκει δε και πάλι την ευκαιρία να επαινέσει τον Νικηφ. Θεοτόκη για την αντιβολταιρική του προσφορά στο Γένος. Ορθά δε επισημαίνεται, ότι ο Θεοτόκης κατενόησε το «πονηρόν και κακομήχανον σκοπόν» του Βολταίρου, όταν μάλιστα ο Κοραής, θαυμαζόμενος και προβαλλόμενος από το Γένος, κατάντησε μεγάλος θαυμαστής και επαινέτης του Γάλλου «αθέου», που έγινε μάλιστα το ίνδαλμά του [1]. Εύστοχη στο σημείο αυτό είναι η επισήμανση του Παρίου: Με την τυχόν προσβολή και κατακρήμνιση του Χριστιανισμού, «αποβάλλεται και ο χαλινός», δηλαδή ο φόβος της κολάσεως. Για τον πατερικό Πάριο η Ορθόδοξη πίστη είναι άμεσα συνδεδεμένη με το ήθος του πιστού. Με την κορύφωση δε της αγανάκτησης του συγγραφέα μας κορυφώνεται και η βαρύτητα των εκτοξευομένων κατά του Βολταίρου επιθετικών χαρακτηρισμών: «κατάπτυστον ανθρωπάριον», «βρωμερός και ακάθαρτος άθεος», «υιός της απωλείας», «εχθρός του Θεού και της σωτηρίας», «κατά τον πατέρα του τον Σατανάν». Κορυφαία έκφραση της πατρικής αγωνίας του Αθανασίου είναι η καταφυγή στην επίσης αγωνιώδη κραυγή του αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. 6, 19), βλέποντας την κατολίσθηση των πνευματικών του τέκνων, των Ελλήνων της Κορίνθου. «Φεύγετε την πορνείαν», είπε στην αγωνία του ο μεγάλος εκείνος πνευματικός πατέρας (Α’ Κορ. 4, 15). «Φεύγετε την Ευρώπην» κραυγάζει και ο άγιος Αθανάσιος. Την Ευρώπη, φυσικά, του άθεου διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Είναι το έσχατο νουθετιστικό μέσο, που διέθετε ο Πνευματικός Πατέρας, βλέποντας την πρόοδο της αλλοτρίωσης του Ποιμνίου του.
Κύριο θέμα της βολταιρικής επίθεσης κατά του Χριστού είναι η αμφισβήτηση της Ανάστασής Του. Την αλήθεια της ως γεγονότος ιστορικού επιχειρεί να στηρίξει ο Πάριος στο κεφ. ε’ με βάση την επιχειρηματολογία του Κλεμάνς. Ο Βολταίρος βλασφημεί «από μόνην εθελοκακίαν». Επιτυχής είναι όμως η διαπίστωση ότι η «απόρριψη» της Ανάστασης του Χριστού συνεπιφέρει την άρνηση και της αναμενόμενης «κοινής αναστάσεως». Έτσι όμως αποψιλώνεται ο Χριστιανισμός από τον αιώνιο χαρακτήρα του. Μία ιστορική μαρτυρία είναι στο σημείο αυτό μεγάλης σημασίας: ο Βολταίρος αρνήθηκε τον παπικό ιερέα στην επιθανάτια κλίνη του, ως έμπρακτη εφαρμογή της άρνησης και της Ανάστασης.
Το στ’ κεφάλαιο ασκεί έλεγχο στους οπαδούς του Βολταίρου: «Ότι δακρύων άξιοι και οι προς τον Βολταιρισμόν αποκλίνοντες», εκθέτοντας την ψυχή τους, το πολυτιμότερον αγαθόν δώρημα του Θεού στον άνθρωπο, στον έσχατο κίνδυνο, τον θάνατο, ενώ ο προορισμός του ανθρώπου είναι η κατά χάριν θέωσή του. Ο Αθανάσιος αποτείνεται ιδιαίτερα στους νέους, θέτοντας το κριτικό ερώτημα, αν αξίζει η εμπιστοσύνη σε έναν άθεο, όπως ο Βολταίρος. Οι συνέπειες της επιρροής του Βολταίρου είναι η «αδιαφορία» και για τα έθιμα της Εκκλησίας, δηλαδή τις πνευματικοασκητικές πρακτικές της, όπως η νηστεία. Η επισήμανση αυτή φέρνει στον νου την Επιστολή προς τον Κοραή του 1791. Το σύνθημα των Βολταιριστών είναι: «Δεν είναι νόμος εις τα βρώματα», δόγμα και του Κοραή και των οπαδών του. Για τον Αθανάσιο όμως του 1791, αλλά και για κάθε Ορθόδοξο, «όποιος θέλει να έχει και να γνωρίζη μητέρα του την Εκκλησίαν, πρέπει να κρατή και τα εδικά της θεσπίσματα», όπως τη θεοπαράδοτη νηστεία. Αποκαλύπτεται όμως έτσι και ο λόγος της σφοδρότητας του Παρίου κατά του Βολταίρου. Ο τελευταίος «γεννήθηκε» χριστιανός και, συνεπώς, έγινε «προδότης» της θρησκείας του. Βέβαια, περιορίζοντας τον λόγο στον επιφανή αντίπαλό του (τον Βολταίρο) ο Πάριος, δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψει το «χριστιανικό» περιβάλλον, στο οποίο γεννήθηκε και έζησε ο Βολταίρος, όπως και τα άλλα μεγάλα «τέρατα» της πολυώνυμης ευρωπαϊκής αθεΐας, κάτι που περιέγραψε με επιστημονική πειστικότητα ο όσιος π. Ιουστίνος Πόποβιτς [2].
Στον Επίλογο τονίζεται ιδιαίτερα ότι ο «Βολτερισμός» είναι «απώλεια ψυχής και πλάνη υπέρ πάσαν άλλην πλάνην». Ο πειθόμενος σ’ αυτήν τη διαπίστωση αποστρέφεται και βδελύσσεται «και τον άθεον εκείνον (= τον Βολταίρο) και τα άθεα και θεοστυγή εκείνου συγγράμματα». Πιστεύουμε, ότι ένα τμήμα του Επιλόγου, αναφερόμενο στην ανάγκη άμεσης εγκατάλειψης του βολταιρισμού από όσους παρεσύρθηκαν σ’ αυτόν, είναι άδηλη αναφορά στον Κοραή. Το παραθέτουμε γι’ αυτόν το λόγο: «Ο γαρ τον κατάπτυστον εκείνον (τον Βολταίρο), ως άλλον Σατανάν αρνησάμενος, και καταπτύσας, και βδελυξάμενος, και τω Δεσπότη των απάντων εκ δευτέρου συνταξάμενος, και φόβον της μελλούσης κολάσεως εις την καρδίαν του συλλαβών, εις το εξής δεν θέλει τολμήσει ούτε αυτού τας θείας εντολάς να παραβαίνει, ούτε της αγίας αυτού Εκκλησίας τους θεσμούς εν υπερηφανεία και εξουδενώσει να αθετή, κρεοφαγών και καταλύων λαθραίως, και αναφανδόν, και παρρησία, τας νενομισμένας νηστείας, κομπάζων και καυχώμενος, ότι υπήγεν εις την Ευρώπην και απέβαλε τας δεισιδαιμονίας, ταυτόν ειπείν εβολτέρισεν, αποκρινόμενος εις τους ελέγχοντας ότι αυτά δεν είναι δόγματα· αυτά είναι μικρά τινά και ανάξια παρατηρήσεως».
Οι λόγοι αυτοί, σε πολλά σημεία, στρέφουν τη σκέψη στον διακεκριμένο βολταιριστή και χλευαστή των Εκκλησιαστικών παραδόσεων Αδ. Κοραή. Αυτό επιβεβαιώνει, εξ άλλου, η δημοσιευόμενη στο Παράρτημα επιστολή προς αυτόν του Αθαν. Παρίου το 1791. Ο συγγραφέας επανέρχεται, έτσι, στη θεραπευτική λειτουργία του έργου του, «την ιαματικήν και την προφυλακτικήν». Οι μη επηρεασμένοι («αβλαβείς μένοντες από τον άθεον βολτερισμόν») θα οικοδομηθούν με το έργο αυτό. Το εγχειρίδιο γίνεται «αλεξίκακο» σ’ όσους αποφασίζουν να μείνουν Χριστιανοί αληθινοί, αποφεύγοντας «τους λεγομένους πεφωτισμένους βολτεράνους».
Το επιτασσόμενο «Μαρτύριο» προσφέρει ο συγγραφέας «προς αισχύνην των μισοχρίστων θνητοψύχων Βολτεράνων», διότι ο Κρητικός Νεομάρτυρας Ιωάννης, όπως και όλοι οι συναθλητές του στη διάρκεια της δουλείας, ελέγχει αλλά και νουθετεί εκείνους που προδίδουν την πίστη των πατέρων τους.

Η αντιβολταιρική γλώσσα, του Παρίου — Προσπάθεια ποιμαντικής ερμηνείας
Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι αρνητική εντύπωση προκαλούν, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, οι επιθετικοί (με όλη τη σημασία του όρου!) προσδιορισμοί και οι μειωτικές εκφράσεις, που χρησιμοποιούνται από τον συγγραφέα μας για τον χαρακτηρισμό του Βολταίρου. Διότι δεν πρόκειται για μεθοδολογικές ή άλλες μικροατέλειες που παρατηρούνται και στο έργο αυτό του Παρίου, αλλά για ηθελημένες και σκόπιμες χρήσεις, που προκαλούν με την οξύτητά τους τον αναγνώστη. Σε κάποια σημεία, μάλιστα, φαίνονται να υπερβαίνουν όχι μόνο τα όρια της «ευπρεπείας», ευγένειας, για να μιλήσουμε με «ευρωπαϊκούς» όρους, αλλά θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και υβριστικοί από κάποιους, και μάλιστα ανοίκειοι σε κείμενο που προέρχεται από έναν Πνευματικό, Ποιμένα και Διδάσκαλο, που έργο του είναι η νουθεσία των τέκνων του και η πνευματική οικοδομή τους.
Είναι δε φυσικό και ευνόητο η αντίδραση για τη γλώσσα του Παρίου να είναι εντονότερη στους Κοραϊστές και τους οπαδούς του Βολταίρου, που βλέποντας μόνο το φιλολογικό ένδυμα του λόγου του, αντιπαρέρχονται το περιεχόμενό του, αλλά και όλους τους δυτικίζοντες Έλληνες, τους χαλαρά ή και μηδενικά συνδεδεμένους με την Ορθοδοξία και την Ποιμαντική της.
Για να καταστεί όμως δυνατή η κατανόηση και ερμηνεία της συμπεριφοράς του συγγραφέα, δεν πρέπει να λησμονούνται κατ’ αρχάς η φύση και ο χαρακτήρας των κειμένων αυτών του Παρίου, που γι’ αυτό ονομάζονται αγωνιστικά – πολεμικά, διότι καλούν στον ανυποχώρητο αγώνα «υπέρ της Πίστεως», με την οποία ο Ορθόδοξος έχει ταυτίσει την επίγεια, αλλά και αιώνια, ύπαρξή του, και για την οποία είναι πρόθυμος (όχι να «θυσιάσει» τους άλλους, όπως επί αιώνες πράττουν οι Ευρωπαίοι, π.χ. σταυροφορίες, αλλά) να θυσιασθεί αυτός για τους άλλους, προσφέροντας και αυτή την ίδια τη ζωή του (Μαρτύριο). Αυτός είναι, άλλωστε, ο σκοπός, για τον οποίο οι Κολλυβάδες προβάλλουν συνεχώς τους Νεομάρτυρες, κάτι που δεν παραλείπει ο Αθανάσιος να πράξει και στο παρόν έργο του. Όποιος έχει γνώση της προφητικής, καινοδιαθηκικής και πατερικής γραμματείας είναι εθισμένος σε ανάλογες εκφράσεις και χαρακτηρισμούς.
Η Γλώσσα της Ποιμαντικής μας δεν έχει τίποτε το κοινό με τη «γαλατική ευγένεια» ή το «σαβουάρ βίβρ» και τις χρηστοήθειες γαλλικού χαρακτήρα ή τους «Κώδικες καλής συμπεριφοράς». Και αυτό μάλιστα, όταν το «κινδυνευόμενον και προκείμενον», το απειλούμενο δηλαδή, είναι η σωτηρία. Διότι αυτήν προσέβαλλαν οι βλασφημίες του Βολταίρου και των Διαφωτιστών. Είναι μεν σκληρή η γλώσσα του Αθανασίου, αλλά και αηδιαστικές οι κατά του Χριστού βλασφημίες του Βολταίρου, που δεν μπορούν να αφήσουν έναν πνευματικό πατέρα ασυγκίνητο και «ψύχραιμο». Η γλώσσα της Ποιμαντικής της Ορθοδοξίας διαμορφώνεται ανάλογα με έναν πνευματικό μετασχηματιστή, που φορτίζεται από τον επικείμενο κίνδυνο, και τη θρηνητική αγανάκτηση, που έχει άμεση σχέση με τη βαρύτητα της εκτοξευόμενης από την άλλη πλευρά βλασφημίας. Οι λέξεις στην πατρική καρδιά του Παρίου δεν λειτουργούν ως ύβρεις. Ύβρεις θα ήταν, αν διετυπώνονταν σε ένα απλό και απροϋπόθετο φιλολογικό έργο, στην ηρεμία ενός γραφείου («Lavoro da Tavolino»). Σε ένα όμως αγωνιστικό -κηρυγματικό στην ουσία κείμενο, όπως το παρόν- αποβλέπουν στο να συνειδητοποιηθεί το βάρος των κακουργημάτων του χαρακτηριζομένου, λειτουργώντας ως σεισμός αναστάσιμος, αν όχι σ’ αυτόν, τουλάχιστον στους επηρεαζομένους από αυτόν αναγνώστες. Αλήθεια, ποιος σεβόμενος την Ιστορία θα θεωρήσει ως «ύβρη» τον χαρακτηρισμό του Βολταίρου ώς «πορνικωτάτου» και «ασελγεστάτου», όταν είναι γνωστό, ότι έμεινε με «την παλακίδα εις τα δίπλα του, έως την εσχάτην αναπνοήν του»;
Ούτε είναι, επίσης, δυνατή η σύγκριση στο σημείο αυτό της γλώσσας των αγωνιστικών έργων του Παρίου με εκείνη των έργων του Νικοδήμου του Αγιορείτου [3]. Ο Πάριος γράφει ειδικά κατά συγκεκριμένων προσώπων, όπως ο Βολταίρος και οι Βολταιρόφρονες Γραικοί. Κυρίως όμως δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνεται υπόψει ο λόγος του Buffon, «Le style c’ est l’ homme»! Εδώ όμως βαρύνει περισσότερο ο λόγος του αείμνηστου Κ. Θ. Δημαρά (Ο Ελληνικός Ρομαντισμός, σ. 281): «Οι ακρότητες ενός Παπουλάκου, ενός Φλαμιάτου… εξηγούνται καλύτερα, όταν σε κάποια γωνιά της νεοελληνικής εικόνας σχεδιάσουμε τα δυτικά φαινόμενα της εποχής, Positivisme, Saint – Simonisme, Fouvierisme», και Voltairisme στην περίπτωση του αγίου Αθανασίου. Αυτό είναι το ύφος του αγίου Αθανασίου! Αγωνιστές όπως αυτός, είναι αδύνατο να πεισθούν, ότι με ήπιες και γλυκείες εκφράσεις, είναι δυνατή η νουθέτηση τεχνιτών της βλασφημίας και συκοφαντίας, όπως ο Βολταίρος και οι οπαδοί του. Το απειλούμενο κατά την αλάνθαστη συνείδηση του Παρίου είναι η ψυχή, όπως ο ίδιος λέγει, των πνευματικών του τέκνων, την οποία απειλούν οι «θνητόψυχοι» [4] (εκείνοι που πιστεύουν στη θνητότητα της ψυχής και ενεργούν σαν όλα να τελειώνουν στον κόσμο αυτό), όπως ο Βολταίρος. Οι συνεχείς εκρήξεις του, εκφραζόμενες με χαρακτηρισμούς βαρείς – για τον αμύητο «βολταιρόφρονα», που αντί για βέλη έμαθε να χρησιμοποιεί βλασφημίες, ανταποκρίνονται στη βαρύτητα των προκλήσεων ενός ανθρώπου, που αδιαφορεί τελείως για το θέμα της σωτηρίας και υπερφιάλως πολεμεί ό,τι ουδόλως γνωρίζει.
Ο πνευματικός πατέρας όμως λειτουργεί ως ιατρός και γι’ αυτό δεν είναι άσχετοι οι χρησιμοποιούμενοι και από τον Πάριο όροι: φάρμακον, αλεξίκακον, εγχειρίδιον (νυστέρι). Στήν ιατρική επέμβαση ενός χειρουργού, του σώματος ή της ψυχής, το σκοπούμενο είναι η εκτομή του σαπρού ή «σεσηπότος» («το σεσηπός εκκόπτεται», παρατηρεί ο Χρυσόστομος συχνά) και η αποκατάσταση της σωματικής ή ψυχικής υγείας του πάσχοντος. Ο ιατρός «κόβει», καυτηριάζει, πολεμεί τη νόσο και τα αίτιά της με όλα τα εις τη διάθεσή του μέσα, διότι αγαπά τον ασθενή και απειλούμενο συνάνθρωπό του. Η ποιμαντική της πατερικότητας είναι ιατρική και θεραπευτική, όπως και η γλώσσα της. Όπως κατά την ιατρική επέμβαση, καυτηριάζεται η νόσος, έτσι και εδώ ελέγχεται η αμαρτία, για τη θεραπεία του αμαρτάνοντος, του ασθενούς. Πόσω μάλλον, που ο Βολταίρος νοσούσε ολόκληρος, μεταδίδοντας την (ανίατη πια) νόσο του στους αδυνάτους. Με την επιλογή αυτής της μεθόδου ο Ποιμένας Αθανάσιος όχι μόνο δεν εξέρχεται από τα όρια της παράδοσης, αλλά μένει πιστός στους προ αυτού άγιους Πατέρες.
Σημασία, τελικά, έχει ότι οι χρησιμοποιούμενες από τον Πάριο και στο έργο αυτό βαρειές εκφράσεις δεν αποβλέπουν στην εξουθένωση του αντιπάλου, του Βολταίρου εν προκειμένω, αλλά στην κατάδειξη των σκοτεινών και ανθρωποκτόνων στόχων του, με την επιδιωκόμενη νόθευση της εν Χριστώ Αλήθειας και υπονόμευση της δυνατότητας σωτηρίας. Ο Βολταίρος στη συνείδηση του Παρίου -και όχι μόνον- είναι ένσαρκος κίνδυνος, που διακυβεύει τη μόνη δυνατότητα σωτηρίας, μεταδίδοντας τον πνευματικό θάνατο. Μέσα από αυτή την προοπτική είναι δυνατόν, πιστεύουμε, να κατανοηθεί ο Πάριος και η γλώσσα του. Κινούμενοι δε στο πλαίσιο της βιωματικής σχέσης του με την Ορθοδοξία, θα επαναλαμβάναμε μαζί του, ότι ολόκληρο το έργο του (περιεχόμενο και μορφή) έχει ένα μόνο στόχο: την προφύλαξη των ορθόδοξα σκεπτομένων και τη θεραπεία των επηρεασμένων από το Διαφωτισμό Ορθοδόξων, αλλά ακόμη μη ταυτισθέντων μαζί του. Αυτόν το σκοπό υπηρετεί και η γλώσσα του, ως έσχατο μέσο ποιμαντικής διακονίας.

________________
[1] Βλ. το από 15.11.1791 γράμμα του, όπου εκτίθεται ο θαυμασμός του για τον Βολταίρο: «Ίσως ήκουσας -γράφει ο Κοραής- ότι αποθανόντα τον περίφημον Βολταίρον, ο κλήρος του Παρισίου δεν εσυγχώρησε να θάψωσιν εις το Παρίσιον, αλλ’ έκαμαν εις τρόπον ώστε ηναγκάσθησαν οι συγγενείς και οι φίλοι του να τον θάψωσιν πολλάς λέγας (= λεύγας) μακράν από το Παρίσιον. Η πρόφασις των καλογήρων ήτον, ότι ο Βολταίρος ήτον ασεβέστατος άνθρωπος και είχε κωμωδήσει ρητώς εις τα συγγράμματά του την θρησκείαν». Ακολουθεί το πικρό σχόλιο του Κοραή: «Και ότι ο Βολταίρος έγραψε κατά της θρησκείας, αυτό είναι αληθές· οι καλόγηροι όμως δε εκινήθησαν εις αυτό από ζήλον της θρησκείας· αυτοί κατέφαγον πολλάκις τον οίκον του Θεού, αλλ’ ο ζήλος του οίκου του Θεού αυτούς ποτέ δεν τους κατέφαγεν (πρβλ. Ιω. 2, 17). Ο Βολταίρος, αν έγραψε κατά της θρησκείας, αύτοι εστάθησαν οι αίτιοι» (π. Γ.Δ.Μ. τόσο απλά αμνηστεύεται ο Βολταίρος, έστω και αν εσυκοφάντησε όχι την παποσύνη ειδικά, αλλά όλο τον Χριστιανισμό και τις πηγές του…). Ο Κοραής διαθέτει, μάλιστα, έναν κουτοπόνηρο τρόπο μετάθεσης του προβλήματος μόνο στη μία πλευρά. Εφαρμόζει μία γνωστή στην ιστορία των κοινωνικών ανατροπών μέθοδο: επιμένει πεισματικά στον φωτισμό των καταχρήσεων της μιας πλευράς, για να προκαλεί και εξάπτει τη λαϊκή συνείδηση εναντίον της, ώστε να απενοχοποιείται η άλλη, και εν προκειμένω ο Βολταίρος.
Συνεχίζει: «Επειδή, ειπέ μοι, παρακαλώ σε, πώς είναι δυνατόν να ευλαβήται τις την θρησκείαν, όταν βλέπη τους διδασκάλους και οδηγούς της θρησκείας πράττοντας όλα τα ενάντια εις όσα αυτή διδάσκει; (π. Γ.Δ.Μ. Παιδαριώδες όντως επιχείρημα, σύνηθες στους μη θέλοντες να ιδούν τα πράγματα, όπως είναι). Στο σημείο δε αυτό αναδύεται το προτεσταντικό αίτημα για επιστροφή στις ρίζες: «Έπειτα η σημερινή θρησκεία είναι πλέον η αυτή και απαράλλακτος θρησκεία, καθώς εξήλθε από τας χείρας του Ιησού; Οι καλόγηροι τη μετεμόρφωσαν και την έφερον εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε δεν είναι πλέον δυνατόν να διακρίνη τις, αν είναι η θρησκεία του Ευαγγελίου ή η θρησκεία του Κορανίου». Έτσι όμως ανοίγει άπλετα ο δρόμος για την αποδοχή και τον εγκωμιασμό του Βολταίρου: «Αυτήν, λοιπόν, την αμαυρωμένην αντίθεον καλογηροθρησκείαν κατέτρεξεν ο Βολταίρος, και άνοιξε τέλος πάντων τους οφθαλμούς του κοινού λαού και τους ελευθέρωσεν απ’ εκείνην την δεισιδαίμονα ανθρωπολατρείαν, την προς τους καλογήρους…» (π. Γ.Δ.Μ. Όπως όμως ελέχθη, ο Βολταίρος δεν κατέκρινε μόνο τις πλάνες του Παπισμού).
Όπως δε συμβαίνει σε παρόμοιες με αυτήν του Κοραή περιπτώσεις, τελικά το αμφισβητούμενο και πολεμούμενο δεν είναι ο Χριστιανισμός ως (δήθεν) «θρησκεία των καλογήρων», αλλ’ ο ίδιος ο Χριστός!
Και τώρα αρχίζει το θριαμβικό εγκώμιο του κοραϊκού ειδώλου:
«…Όταν είδον τα βιβλία του φερόμενα εις θρίαμβον και περικυκλωμένα από πλήθος ακαδημιακών (sic), τότε ήθελον να σε έχω πλησίον μου μάρτυρα και της αγανακτήσεώς μου και των δακρύων μου· δακρύων, φίλε μου, αληθινών, δακρύων απαρηγορήτων, τα οποία μ’ έκαμε να χύσω η ανάμνησις ότι ούτω και οι προπάτορές μου, οι αμίμητοι Έλληνες, ήξευρον να τιμώσι την σοφίαν. Και ποιοι άλλοι παρ’ αυτούς έγιναν τύπος και υπογραμμός όλων των καλών όσα βλέπει τις την σήμερον εις τους Ευρωπαίους; Δεν είναι αυτοί οι Αθηναίοι, οι οποίοι κατέστησαν άρχοντα της Σάμου τον Σοφοκλέα, δι’ αμοιβήν μιας τραγωδίας, την οποίαν εσύνθεσε; Δεν είναι αυτοί… Αλλά τι ματαίως να ανανεώνω παλαιάς και ανιάτους πληγάς; Βάρβαρον και αχρειέστατον γένος, έλεγον εις τον εαυτόν μου, κάκιστοι Τούρκοι, πολλοί και από το γένος μου, ίσως και εγώ ο ίδιος, ήθελεν είναι την σήμερον ισότιμοι του Βολταίρου, αν η υμετέρα τυραννία δεν είχε καταστήσει στείραν και άγονον την καρποφόρον μητέρα των σοφών, την Ελλάδα».
Αυτά είχε υπόψει ασφαλώς και ο Πάριος… Ενώ δε αυτός, γνωρίζοντας, ότι παρά τη δουλεία, δεν έπαυσε το Γένος να αναδεικνύει σοφούς και κατόχους της θείας και ανθρώπινης σοφίας, όπως όλα τα πατερικά αναστήματα, εκείνος θρηνεί το έλλειμμα στο Γένος ενός Βολταίρου, διότι αυτός ήταν το κοραϊκό ανθρωποείδωλο, στο οποίο έπρεπε να κατατείνει με την εκπαίδευση το Έθνος. Βλ. γι’ αυτά Αποστ. Μακράκη, Ομοφυής και ομογενής τριανδρία: Βολταίρος, Κοραής – Καΐρης και περί Ελληνισμού και Χριστιανισμού, Εν Αθήναις 1867. Ο Κοραής συνέβαλε πολύ στη διάδοση της φήμης του Βολταίρου στο Έθνος. Βέβαια, πρέπει να λεχθεί, ότι ο Γάλλος διανοούμενος είχε εκφρασθεί σε κάποια στιγμή υπέρ των Γραικών και κατά των Τούρκων, και αυτό δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον φιλόπατρη (με το δικό του τρόπο) Αδαμ. Κοραή. Το 1777 έγραψε ο Βολταίρος στη Μ. Αικατερίνη «υπέρ της ανεξαρτησίας και της αναγέννησης της Ελλάδας» και τον ίδιο χρόνο σε γράμμα του προς τον Μέγα Φρειδερίκο εξέφραζε την οδύνη του για τη σφαγή των Ελλήνων από τους Τούρκους.
[2] «Ιδού εις τι μετεβάλλετο, και τελικώς μετεβλήθη, από την Αναγέννησιν έως σήμερον η Εύρώπη· εις εργαστήριον ρομπότ. Το δε ρομπότ είναι ο αθλιώτερος τύπος ανθρώπου. Όστις έχει οφθαλμούς διά να βλέπη, ας ίδη: δεν υπήρξεν επί του πλανήτου αθλιώτερος και ασχημότερος και απανθρωπότερος άνθρωπος από το ευρωπαϊκό ρομπότ… Άνθρωπος χωρίς Θεόν και χωρίς ψυχήν… Αφού εφόνευσε τον Θεόν και την ψυχήν μέσα του ο τύπος κάθε ευρωπαίου ανθρώπου, από τινων ήδη δεκαετιών βαθμηδόν αυτοκτονεί. Διότι η αυτοκτονία είναι ο αναπόφευκτος ακόλουθος της θεοκτονίας (βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Για την Ευρώπη μας με αγάπη, Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 32).
[3] Παρατηρεί λ.χ. ο κριτικότατος G. Podskalsky (σ. 453): «Ο Αθανάσιος ο Πάριος, αντίθετα προς τους δασκάλους του Βούλγαρη και Θεοτόκη, δεν είναι μετριοπαθής στα επίμαχα και θεμελιώδη θεολογικά ζητήματα της εποχής του». Ναι, αλλά ο Πάριος δεν γράφει στην ηρεμία του κελλίου του ή του γραφείου, αλλά μαχόμενος και προσπαθώντας -με τον δικό του τρόπο- να εξεγείρει τους ανυποψίαστους κυρίως, σε αγώνα αναχαίτισης της Ευρώπης και της «αθεΐας» της.
[4] Οι «θνητόψυχοι» δέχονται, ότι η ψυχή μετά τον θάνατο εκμηδενίζεται! Κατά τη Χριστιανική όμως πίστη (την Ορθόδοξη!) η ύπαρξη του ανθρώπου μετά τον θάνατό του, τον χωρισμό δηλαδή της ψυχής από το σώμα, συνεχίζεται στην ατελεύτητη αιωνιότητα. Η «ύπαρξη» όμως δεν ταυτίζεται με τη «ζωή», που είναι η αιώνια μετοχή του ανθρώπου στην άκτιστη χάρη του Θεού, η θέα του ακτίστου Φωτός του Τριαδικού Θεού ως παραδείσου, δηλαδή χαράς και «υπέρκαλης αγλαΐας» κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, και όχι ως κόλασης (Εβρ. 11,29: «πυρ καταναλίσκον» = παμφάγος φωτιά).

(Απόσπασμα από τα Προλεγόμενα του βιβλίου)

Γιατί να αναζητούμε υποκατάστατα κι όχι αυθεντικά πρότυπα; (Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Ομοτ. Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών)


koinonia
Πρώτον: Στα εισαγόμενα από τη Δύση, κατά τη μακρόσυρτη διαδικασία της μετακένωσης, ανήκει και η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, προστάτη των ερωτευμένων κάθε είδους (14 Φεβρουαρίου). Δεν νομίζω πως συνιστά ανεπίτρεπτη υπερβολή η θεώρηση του αμφίβολου ιστορικά και κυρίως εκκλησιαστικά «Αγίου» ως μια άλλη (αρσενική!) εκδοχή της αρχαιοελληνικής Αφροδίτης, με ρίζες στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα. Πρόκειται για έναν κατασκευασμένο «Άγιο», επιστρατευμένο στην εμπορευματοποίηση και των ανθρώπινων συναισθημάτων, που θυσιάζονται και αυτά στον αδηφάγο Μολώχ της κατανάλωσης και του κέρδους. Υπάρχει, βέβαια, και ακούγεται στην άλλη Ευρώπη η εκδοχή ότι κάτω από τον γλυκερό Άγιο Βαλεντίνο κρύπτεται για πολλούς ο ηθοποιός του Μεσοπολέμου Ροντόλφο Βαλεντίνο (ΐ1926), που λατρεύτηκε και αυτός ως «θεός» του έρωτα και αναδείχθηκε ίνδαλμα των ερωτευμένων.
Δεύτερον: Είναι, βέβαια, γεγονός ότι αναζητήθηκαν ορθόδοξα υποκατάστατα του ξένοφερτου «Αγίου», γεγονός που επέβαλε η ευρεία αποδοχή της γιορτής, με την έντεχνη προβολή της. Η πρόταση υποκατάστατων υποδηλώνει τη θέληση να μην τρωθεί το εθνικό φιλότιμο μας, με την παράδοση του ερωτικού αισθήματος σε έπηλυ(ξένο) αγιολογικό προστάτη. Προστέθηκε, έτσι, ο Άγιος Υάκινθος, μάρτυρας του 2ου αιώνα, ο οποίος μαρτύρησε σε ηλικία 20 ετών και διακρινόταν για την αγνότητα του. Κατά τους υποστηρικτές αυτής της επιλογής, μπορεί να προβληθεί χριστιανικά ένα πρότυπο αγνότητας για τους νέους της Ελλάδας και να παρακαμφθεί η περίπτωση του Αγίου Βαλεντίνου, που κάθε άλλο παρά τη χριστιανική αγνότητα προστατεύει. Στην ορθόδοξη παράδοση, άλλωστε, υμνείται από τους Αγίους Πατέρες και ο «πάγκαλος Ιωσήφ» ως πρότυπο αγνότητας και παρθενίας (Ακολουθία Μ. Δευτέρας), όταν, έφηβος σχεδόν, «καταλιπών τον χιτώνα, έφυγε την αμαρτίαν» (πρβλ. Γεν. 39), και καλύπτει πλήρως αυτό που χριστιανικά εμπεριέχει ο όρος «αγιότητα». Γι’ αυτό αναδείχθηκε πανορθόδοξο και παγχριστιανικό υπόδειγμα χριστιανικού ήθους.
Άλλοι, επικεντρώνοντας το θέμα στον συζυγικό έρωτα και στο ιδανικό της οικογένειας, πρότειναν το καινοδιαθηκικό ζεύγος των -συζύγων και μαρτύρων-Αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας, συνεργατών του Αποστόλου Παύλου, που η μνήμη τους τιμάται στις 13 Φεβρουαρίου. Την εκκλησιαστική, μάλιστα, τιμή τους καταξιώνει η σχετική Ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου (Ε.Π. 51,187-206).
Τρίτον: Το ερώτημα όμως είναι πρακτικό και γι’ αυτό ουσιαστικό. Ποια είναι η εύλογη αιτία που αναζητούμε παραδοσιακά υποκατάστατα του Αγίου Βαλεντίνου; Είναι η βούληση για ορθοδοξοποίηση και ελληνοποίηση της ξενόφερτης γιορτής, που επηρεάζει μεγάλο αριθμό βαπτισμένων χριστιανών, ξένων όμως προς την ορθόδοξη παράδοση μας. Και παρόμοιες ενέργειες δεν είναι άγνωστες στην εκκλησιαστική ιστορία μας. Αρκεί να φέρουμε στη μνήμη τον χωρισμό (μέσα 4ου αι.) της εορτής των Χριστουγέννων από την εορτή της Βαπτίσεως του Χριστού, για να τοποθετηθούν τα Χριστούγεννα στα τέλη του Δεκεμβρίου, όταν ο ειδωλολατρικός θεός Μίθρας λατρευόταν ως «ανίκητος Ήλιος». Τη θέση του, χριστιανικά, κατέλαβε ο Ιησούς Χριστός ως ο «ήλιος της δικαιοσύνης», για να μην παρασύρονται οι προερχόμενοι από το εθνικό περιβάλλον χριστιανοί. Αλίμονο όμως αν επεκταθεί αυτή η κίνηση. Διότι στις τελευταίες δεκαετίες είναι δεκάδες οι γιορτές κοσμικού χαρακτήρα που καθιερώνονται από τους αρχιτέκτονες της Νέας Εποχής (New Age) και τείνουν να περιθωριοποιήσουν τις χριστιανικές εορτές και τη δυναμική τους στην κοινωνία μας. Νομίζω ότι δεν είναι ανάγκη να επιχειρείται η εκχριστιάνιση όλων αυτών των κοσμικών εορτολογικών προτάσεων, ώστε να αναζητούνται τα αντίστοιχα χριστιανικά πρότυπα τους. Διότι, και αν επισημανθούν χριστιανικά υποκατάστατα -δεν είναι δύσκολο αυτό-, το περιεχόμενο τους καμία εννοιολογική σύμπτωση δεν μπορεί να έχει με τα έξωθεν επιβαλλόμενα. Είναι «άλλο και άλλο»!
Τέταρτον: Ο ορθόδοξος χριστιανός δεν τιμά απλώς την ερωτική σχέση, έστω και στην πιο εξιδανικευμένη μορφή της, διότι ο ερωτάς του δεν εγκλωβίζεται στη σάρκα. Η ερωτική ορμή αναγνωρίζεται ως θεόσδοτη, με δυναμική όμως που οδηγεί στον γάμο (όχι απλώς στην τεκνοποιία και τη δημιουργία οικογένειας ως «κατ’ οίκον εκκλησίας»). Όλα τα συζυγικά ζεύγη των Αγίων μας δεν τιμώνται για τον ερωτά τους, αλλά για τη μεταμόρφωση του έρωτα σε αγάπη μέσα στη θεία χάρη, με την εν Χριστώ υπέρβαση της «εμπαθούς ηδονής», του σαρκικού φρονήματος και τη βαθμιαία είσοδο τους στη ζωή της άσκησης και παρθενίας. Όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (+390) για την έγγαμη αδελφή του Γοργονία, «το ότι ενώθηκε με τη σάρκα δεν σημαίνει ότι χωρίσθηκε από το Πνεύμα […], αλλά, αφού υπηρέτησε για λίγο τον κόσμο και τη φύση […], αφιερώθηκε ολόκληρη στον Θεό»! Αυτή την πορεία γνωρίζει ο χριστιανικός έρωτας.
Αν, λοιπόν, τα υποκατάστατα του Αγίου Βαλεντίνου δεν προσφέρουν το αληθινό περιεχόμενο του χριστιανικού έρωτα και δεν εισάγουν στον εν Χριστώ τρόπο υπάρξεως, εκκοσμικεύεται η Εκκλησία και δεν εν-χριστώνεται ο κόσμος, έστω και αν τα ονόματα αλλάζουν. Γι’ αυτό πρέπει να επαινεθεί η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, που με παλαιότερη εγκύκλιο της (αρ. 2659/14.10.99) καθιέρωσε τη δεύτερη Κυριακή του Ιανουαρίου «ως ημέρα μνήμης και τιμής της οικογένειας του Μ. Βασιλείου», για «την προβολή του θεσμού της οικογένειας», όπως αγιάσθηκε στα πρόσωπα της πολυμελούς αυτής οικογένειας, που σχεδόν όλα τα μέλη της είναι διακηρυγμένοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, με καταφανή τα δείγματα της αγιότητας τους. Κατά την ίδια εγκύκλιο, οι γονείς του Μ. Βασιλείου Βασίλειος και Εμμέλεια «αποτελούν διαχρονικόν παράδειγμα οικογενειακής συζυγίας, ομονοίας και ενότητος», που προσφέρεται στους χριστιανούς κάθε εποχής.

(Από την εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» και τη στήλη «Στιγμιότυπα Ελληνοορθοδοξίας», 10  Φεβρουαρίου 2016)

Χριστιανισμός και εξουσία (πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός)



theologia
Ἡ στάση τῶν Τριῶν Μάγων ἔναντι τοῦ ἀσεβεστάτου Βασιλέως Ἡρώδου («δεινὸν παιδοκτόνον ἐγκατέλιπον παιζόµενον») θέτει τὸ πρόβληµα τῆς στάσεως τοῦ Χριστιανισµοῦ ὡς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν κάθε µορφὴ Ἐξουσίας.
1. Οἱ σχέσεις ἐξουσίας κάθε µορφῆς εἶναι πάντα κεντρικὸ πρόβληµα τῆς κοινωνίας, στὸ ὁποῖο ἐµπλέκεται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγµατα ὁ χῶρος τῆς Θρησκείας. Μολονότι ὁ Χριστιανισµὸς στὴν αὐθεντική του ἔκφραση δὲν εἶναι θρήσκευµα –ἁπλὴ δηλαδὴ Ἱστορικὴ πραγµάτωση τοῦ φαινοµένου τῆς θρησκείας, ἀλλὰ «ὁδὸς» (Πράξ. 9, 20), τρόπος δηλαδὴ ὑπάρξεως, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ «θέωση», ὅπως νοεῖται χριστιανικὰ ἡ σωτηρία, ἡ διαπλοκή του µὲ τὶς δοµὲς τοῦ κόσµου εἰσήγαγε στὴν ὀργάνωσή του καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἐξουσίας.
Στὴν Ἐκκλησία, ὡς Σῶµα Χριστοῦ, ἀναγνωρίζεται ὁ θεόσδοτος χαραχτήρας τῆς ἐξουσίας, «ἵνα µὴ ὁ κόσµος εἰς ἀκοσµίαν ἐµπέσῃ» (Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης, 5ος αἰ. Ε.Π. 78, 657), ἐλέγχεται ὅµως συχνὰ ἡ πτωτικὴ κατανόηση καὶ χρήση της. Γι᾽ αὐτὸ ὑπογραµµίζεται ἡ σχετικότητα καὶ ὁ πνευµατικός της χαραχτήρας γιὰ τὴν Ἐκκλησία (πρβλ. Α´ Κορ. 9, 12. Β´ Κορ. 10, 8. Β´ Θεσ. 3, 9 κ.ἄ.). Στὴν Κ.∆. φανερώνεται ἐξ ἄλλου ἡ δαιµονικότητα τῆς ἐξουσίας τοῦ κόσµου (πρβλ. τὸ διάλογο τοῦ Χριστοῦ µὲ τὸν Πιλάτο(Ἰωάν. 18, 28 ἑ.) καὶ προβάλλεται ὁ διακονικὸς καὶ ἀπελευθερωτικὸς χαρακτήρας τῆς «ἐξουσίας» τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 10, 1 καὶ παράλ., 28, 18 κ.ἄ.). Παράλληλα, γίνεται δεκτὸς ὁ πρωτογενὴς χαρακτήρας τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας (Ρωµ. 13), ὅµως διὰ τοῦ Χριστοῦ καθορίζεται καὶ ἡ στάση ἀπέναντί της µὲ τὸ γνωστὸ λόγιο «ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22, 21), ποὺ δείχνει τὴν ἱεράρχηση τῶν δύο ἐξουσιῶν καὶ τὴ διαφοροποίησή τους, ἀφοῦ, ἂν τὸ νόµιµο ἀνήκει στὸν καίσαρα, ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀνήκει ὁλόκληρος στὸ Θεό, ὡς νόµισµα ὄχι αὐτοκρατορικό, ἀλλὰ θεῖο. Ἡ ἀποστολικὴ πράξη –τέλος– ἐγκαινιάζει καὶ τὴ δυνατότητα ἀντιστάσεως (ἤ ἔστω ἀρνήσεως ὑποταγῆς) στὴ δαιµονοποιηµένη ἐξουσία («πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ µᾶλλον ἤ ἀνθρώποις», Πράξ. 5, 29).
2. Ἡ πατερικὴ ποιµαντικὴ ἀντιµετωπίζει τὸ πρόβληµα τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς «ἰατρείου πνευµατικοῦ» –θεραπευτηρίου δηλαδὴ τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως– γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν θρησκευτικῶν σχέσεων καὶ τὴ µεταµόρφωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ «ναὸ Θεοῦ», κάτι πού διακονεῖ ἡ Ποιµαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Μόνο πατερικὰ ἡ Ἐκκλησία διασῴζει τὸ σκοπό της, ποὺ εἶναι ἡ πρόσληψη σύνολης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσµου γιὰ τὴ µεταµόρφωσή της σὲ εὐχαριστία καὶ κοινωνία. Ἡ Ἐκκλησία ὡς «σαγήνη» (Ματθ. 13, 47) ἤ «ἀγρὸς» (13, 20) προσλαµβάνει ὅλο τὸ φάσµα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς (θεσµούς, ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, πολιτική, γιὰ νὰ τὰ «ἐκκλησιοποιήσει», νὰ τὰ νοηµατοδοτήσει ἐν Χριστῷ, ἐκκεντρίζοντάς τα στὸ κυριακὸ σῶµα. Αὐτὸ ἐκφράζει πανηγυρικὰ ὁ µεγάλος ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς Ρωµανὸς ὁ Μελῳδὸς (6ος αἰ.), µεταπλάθοντας τὸ «µαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» τοῦ Ματθαίου (18,19) σέ: «µαθητεύσατε ἔθνη καὶ βασιλέας», ποὺ σηµαίνει: «ἐκκλησιοποιήσατε» τὰ ἔθνη µὲ ὅλη τὴν πολιτειακὴ δοµή τους.
Στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶµα ἐνεργοποιεῖται µιά ἰδιότυπη ἐξουσία, διαµορφούµενη στὰ ὅρια τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης καὶ ἀσκούµενη µέσω τοῦ µυστηρίου τῆς ἱερωσύνης. Ἡ «ἱεραρχηµένη πολλαπλότητα», τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας ἀποτρέπει τὴν ἀπολυτοποίησή της, ἀφοῦ ὅλων τῶν δοµῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώµατος ὑπέρκειται ἡ σύνοδος. (Γι’ αὐτὸ ἀπορρίπτεται ὀρθόδοξα ὁ παπικὸς θεσµός). Ὅπως ἐπεσήµανε δὲ ἤδη ὁ µεγάλος ἱστορικὸς Henry Gregoire, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διετήρησε τὸν δηµοκρατικότερο τρόπο ὑπάρξεως, ἐπιτυγχάνοντας µέσω τοῦ ἐπισκοπικοῦ συστήµατος τὴ µεγαλύτερη δυνατὴ ἀποκέντρωση καὶ µέσω τῆς συνοδικότητας τὴ δυνατότητα συλλογικῆς ἐκφράσεως. Ὅταν σῴζεται ἡ πατερικότητα, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία παραµένει πνευµατικὴ καὶ αὐτὸ ἐκφράζει ἕνας λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόµου (Ε.Π. 61, 527), γιὰ νὰ ἐλέγξει ἀσφαλῶς ὑπερβάσεις καὶ καταχρήσεις, ὄχι ἀσυνήθεις στὴν πτωτικότητά µας: «Οὐκ ἔστιν (στὴν Ἐκκλησία) ἀρχόντων τύφος, οὐδὲ ἀρχοµένων δουλοπρέπεια, ἀλλ’ ἀρχὴ πνευµατική, τούτῳ µάλιστα πλεονεκτοῦσα, τῷ τὸ πλέον τῶν πόνων, οὐ τῷ τὰς τιµάς πλείους ἐπιζητεῖν». Καὶ αὐτό, διότι «…πρόβατα καὶ ποιµένες πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην εἰσὶ διαίρεσιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες πρόβατα» (Ε.Π. 52, 784). Ὅλο τὸ σῶµα (κληρικοί καί λαϊκοί), δὲν εἴµεθα παρὰ πρόβατα τοῦ µόνου ἀληθινοῦ Ποιµένος, τοῦ Χριστοῦ, καὶ «σύνδουλοι» ἐνώπιόν Του (Ματθ. 18, 33).

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Η δύναμη του Μυστηρίου

 



Ο ΑΡΤΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΕΤΡΑ

ΣΤΗΝ εποχή του ιερού Χρυσοστόμου (4ος αι.) ζούσε κάποιος πλούσιος, πού ανήκε μαζί με τη γυναίκα του, στην αίρεση του Μακεδονίου. Κάποτε, ακούγοντας τη διδαχή του άγίου, μετανόησε και επέστρεψε στην αλήθεια της μιας, άγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Ή γυναίκα του όμως, ενώ με το στόμα ομολογούσε την πίστη της στο ορθόδοξο δόγμα, με την καρδιά της ακολουθούσε την αίρεση.
Σε μία μεγάλη γιορτή λοιπόν της Εκκλησίας, πού συνήθιζαν να κοινωνούν πολλοί χριστιανοί, συνέβη το έξής περιστατικό:
Ή γυναίκα του πλουσίου πήγε κρυφά στους ιερείς των αιρετικών για να κοινωνήσει.
Δεν κοινώνησε όμως, αλλ` αφού πήρε στα χέρι της τον άρτο τον έδωσε κρυφά στη δούλη της να τον φυλάξει χωρίς κανείς άλλος ν' αντιληφθεί κανείς αυτό που έκανε.
'Όταν αργότερα γινόταν ή θεία λειτουργία των ορθοδόξων, ή γυναίκα πήγε φανερά με τον άνδρα της στην εκκλησία για να κοινωνήσει.
Σαν ήρθε ή σειρά της, πήρε τον άγιο  Άρτο από το χέρι τού ιερού Χρυσοστόμου, άλλά δεν τον έβαλε στο στόμα της μετάλαβε κρυφά τον άρτο των αιρετικών.
Αμέσως όμως συγκλονίστηκε από ένα θαύμα: '0 άρτος των αιρετικών μετατράπηκε σε πέτρα μέσα στο στόμα της!
Ή γυναίκα φοβήθηκε. με δυνατή φωνή διηγήθηκε σ` όλους το περιστατικό και πίστεψε ολόψυχα στην ορθόδοξη εκκλησία.
'0 άγιος 'Ιωάννης τοποθέτησε την πέτρα εκείνη στο σκευοφυλάκιο, για να θυμίζει το θαύμα.

'Η ευχή της αναφοράς

ΣΤΑ μέρη της 'Απάμειας, στη δεύτερη επαρχία των Σύρων, υπήρχε ένα χωριό πού λεγόταν Γοναγόν
Κάποτε, σε απόσταση ενός μιλίου από το χωριό, μερικά παιδιά έβοσκαν τα ζώα τους. Ενώ έπαιζαν, συμφώνησαν μεταξύ τους να τελέσουν τη θεία λειτουργία, όπως έβλεπαν να γίνεται από τον ιερέα στο ναό. ' Ανέδειξαν λοιπόν έναν «πρεσβύτερο» και δύο άλλους «διακόνους». 'Ύστερα πλησίασαν σ' ένα λείο βράχο, όπου σαν σε θυσιαστήριο τοποθέτησαν άρτους κι ένα πήλινο δοχείο με κρασί.
Ό «πρεσβύτερος» στάθηκε ατή μέση και οι «διάκονοι» δεξιά κι αριστερά του. " Άρχισε λοιπόν να λέει την ευχή της αναφοράς , ενώ οι «διάκονοι» έκαναν αέρα με τα φακιόλια τους αντί για ριπίδια ο μικρός «πρεσβύτερος» ήξερε την ευχή της αναφοράς, γιατί συνήθιζε στις άγιες συνάξεις
νά στέκεται όπως όλα τα παιδιά - μπροστά στο άγιο βήμα, κι έτσι ν' ακούει και να μαθαίνει τις ευχές.
Αφού έγιναν όλα σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη κι ενώ ετοιμάζονταν να τεμαχίσουν τούς άρτους, συνέβη κάτι φοβερό: "Έπεσε φωτιά από τον ουρανό κι έκανε στάχτη όλα όσα είχαν προσκομίσει και τον ίδιο το βράχο. Δεν έμεινε το παραμικρό ίχνος!
Τα παιδιά από τον τρόμο τους έπεσαν κάτω κι έμειναν εκεί μισοπεθαμένα, χωρίς να μπορούν ν' αρθρώσουν λέξη. Οι γονείς ανησύχησαν με την καθυστέρησή τους. Ψάχνοντας, τα βρήκαν σ' αύτή την κατάσταση και τα μετέφεραν στο χωριό. Ρωτούσαν επίμονα να μάθουν ποία ήταν ή αιτία της εκστάσεώς τους, άλλά Δεν έπαιρναν απάντηση.
Όταν αργότερα τα παιδιά συνήλθαν, διηγήθηκαν όσα έκαναν και έπαθαν. Σύντομα πληροφορήθηκε το θαυμαστό γεγονός ο επίσκοπος, πού πήγε με όλους τούς κληρικούς στον τόπο τού θαύματος και είδε τα σημάδια της ουράνιας φωτιάς. Τότε λοιπόν έβαλε τα παιδιά σε μοναστήρι, ενώ πάνω στον τόπο της φωτιάς έχτισε εκκλησία και γύρω άπ' αυτήν μία ωραία μονή.

Η αναγκαιότητα της θείας μεταλήψεως

ΚΑΠΟΙΟΣ Αιγύπτιος, άνθρωπος άσωτος, ερωτεύθηκε μία γυναίκα παντρεμένη και σώφρονα.
Δεν μπορούσε όμως να τη δελεάσει διαφορετικά, γι' αυτό κατέφυγε σ' ένα μάγο. ' Αφού τον πλήρωσε, τού ζήτησε να κάνει με την τέχνη του τον άνδρα της να τη διώξει.
Ό μάγος προσπάθησε, άλλά επειδή Δεν κατάφερε να στρέψει το λογισμό της γυναίκας, την έκανε με τις μαγγανείες του να φαίνεται σαν φοράδα.
Ό άνδρας της άρχισε να κλαίει και να οδύρεται. Για τρεις μέρες ή φοράδα δεν έβγαλε μιλιά ούτε κι έφαγε τίποτα.
Τελικά, της φόρεσε καπίστρι και την οδήγησε στον όσιο Μακάριο.
Γιατί μας έφερες εδώ αύτή τη φοράδα; ρώτησαν ενοχλημένοι οι μοναχοί, πού βρίσκονταν κοντά στο κελί του όσίου.
Για να ελεηθεί με την προσευχή του άββα Μακαρίου, απάντησε εκείνος. Τι κακό έκανε;
Αύτή πού βλέπετε, εξήγησε εκείνος, ήταν γυναίκα μου, άλλά, δεν ξέρω πώς, μετα6λήθηκε σε φοράδα. 'Έχει μάλιστα τρεις μέρες νηστική.
Οι μοναχοί πλησίασαν στον όσιο και του είπαν: - Κάποιος άνθρωπος έφερε εδώ ένα άλογο. - Εσείς είστε άλογα, αποκρίθηκε εκείνος, γιατί έχετε μάτια άλόγων. Εκείνη όμως είναι γυναίκα, όπως πλάστηκε.
Ύστερα ευλόγησε νερό, το έριξε στο κεφάλι της φοράδας και προσευχήθηκε γι' αυτήν. 'Έτσι την έκανε να φανεί σε όλους και πάλι γυναίκα. κι αφού της έδωσε να φάει, την άφησε να φύγει μαζί με τον άνδρα της.
Καθώς όμως έφευγε, τη συμβούλεψε να μη λείπει ποτέ από την εκκλησία ούτε να μένει μακριά από τη θεία Κοινωνία. "Αυτό", της τόνισε, "το έπαθες, γιατί είχες πέντε εβδομάδες να μεταλάβεις τα άχραντα Μυστήρια" .

Ο άγιος Τύχων και τα σταφύλια

ΑΓΙΟΣ Τύχων, επίσκοπος 'Αμαθούντος (4ος 5ος αϊ-), είναι ένας από τούς πιο γνωστούς άγίους της Κύπρου. Πήρε την προσωνυμία του θαυματουργού για τα πολλά θαύματα πού έκανε και όσο ζούσε, άλλά και μετά την κοίμησή του. 'Ένα άπ' αυτά, εντυπωσιακό και παράδοξο, είναι και τούτο:
Κάποτε μερικοί εργάτες φύτευαν αμπέλι σ; ένα χωράφι. Πάνω ατή δουλειά ένας άπ' αυτούς πέταξε, σαν άχρηστα, μερικά ξερά κλήματα. 'Ο άγιος πήρε ένα τέτοιο κλήμα κι αφού προσευχήθηκε στο Θεό, παρακαλώντας τον να του δώσει ζωή και βλάστηση και καρπούς, το φύτεψε στο όνομα της 'Αγίας Τριάδος. και, ω του θαύματος! το ξερό εκείνο κλήμα αμέσως ρίζωσε, έβγαλε φύλλα, άνθισε κι έκανε σταφύλια ώριμα και γλυκά!
Κι ας ήταν μήνες πριν από την εποχή των σταφυλιών!
Από τότε κάθε χρόνο το θαύμα επαναλαμ6άνεται. Στις 16 'Ιουνίου, ήμέρα της μνήμης του άγίου, το κλήμα παρουσιάζει πρώιμα σταφύλια, ώριμα και γλυκά, πού προσφέρονται σαν ευλογία στους πιστούς. για πολλά χρόνια μάλιστα μετά την κοίμησή του, γινόταν και τούτο το απίστευτο: τα σταφύλια ήταν πράσινα και ξινά, ως τη στιγμή πού άρχιζε ή θεία λειτουργία της εορτής. Τότε άρχιζαν και τα σταφύλια να μαυρίζουν και να γλυκαίνουν. 'Όταν τελείωνε ή λειτουργία, τότε και τα σταφύλια γίνονταν μαύρα και γλυκύτατα. 'Όσοι τα γεύονταν, ένιωθαν μία παράξενη σωματική ευεξία και μίαν απέραντη ψυχική γαλήνη.
το ίδιο συμβαίνει μέχρι σήμερα σε όλους, όσοι τιμούν και πανηγυρίζουν τη μνήμη του άγίου.

Το θαύμα της Ορθοδοξίας

ΤΡΙΑΝΤΑ μίλια μακριά από τις Αιγαιές, πόλη της Κιλικίας, ησύχαζαν δύο στυλίτες. Ό ένας απ' αυτούς ήταν ορθόδοξος, ενώ ο άλλος άνηκε στην αίρεση του Σεβήρου. 'Ασκήτευαν σε απόσταση έξι μιλίων ο ένας από τον άλλο.
Ο αιρετικός κατηγορούσε την ορθόδοξη 'Εκκλησία και προσπαθούσε με διάφορα επιχειρήματα να παρασύρει στην αίρεσή του και τον ορθόδοξο. 'Εκείνος τότε, θέλοντας να τον πληροφορήσει για το ποια είναι ή ορθή πίστη, του μήνυσε να του στείλει μία μερίδα της δικής του κοινωνίας.
Ο αιρετικός, νομίζοντας πώς θα δεχόταν ο ορθόδοξος την πλάνη του, έστειλε με χαρά τη μερίδα. "Έβαλε τότε ο ορθόδοξος ένα καζάνι να βράζει κι έριξε μέσα τη μερίδα του αιρετικού. 'Αμέσως αυτή διαλύθηκε στο καυτό νερό του καζανιού.
Ύστερα πήρε μία μερίδα από την άγία Κοινωνία της ορθόδοξης 'Εκκλησίας και την έριξε κι αυτή ατό ίδιο καζάνι πού κόχλαζε. την ίδια στιγμή το καζάνι κρύωσε, ενώ ή άγία μερίδα όχι μόνο δεν διαλύθηκε, μα ούτε καν βράχηκε!
Η νίκη του Χριστού.
ΚΑΠΟΙΟΣ μάγος έκανε ψευτοθαύματα με τη βοήθεια του διαβόλου, για να πλανεύει τους χριστιανούς και να τούς παίρνει με το μέρος του.
Ανάμεσα στις άλλες θαυματουργίες του έκανε και τούτη: 'Έμπαινε στη φωτιά για πολλή ώρα. 'Ύστερα ζητούσε τη βοήθεια του δαίμονα, πού έσβηνε τη φωτιά κι έτσι ο μάγος παρέμενε άβλαβής.
'Όταν ο τοπικός επίσκοπος πληροφορήθηκε το περιστατικό, πήρε το άγιο αρτοφόριο με το δεσποτικό Σώμα και πλησίασε στη φωτιά. Αμέσως πρότεινε στο μάγο να δεθεί με αλυσίδα και να πέσει μέσα στη φωτιά, για να δει κι αυτός τη θαυμαστή του διάσωση.
Ό μάγος δέχτηκε να τον δέσουν και να τον ρίξουν ατή φωτιά, νομίζοντας πώς κι εκείνη τη φορά, όπως τόσες άλλες, θα γινόταν το θαύμα. Μόλις όμως βρέθηκε τυλιγμένος στις φλόγες, άρχισε να καίγεται και να φωνάζει δυνατά:
Βοήθησέ με δαίμονα, γιατί θα με καταφάει ή φωτιά! Άκουσαν όλοι τότε μία απαίσια φωνή:
Πολλές φορές σε βοήθησα. Τώρα. όμως δεν μπορώ, γιατί στέκεται πλάι σου ο ισχυρότερός μου. Έτσι λοιπόν ο μάγος έγινε στάχτη.
Σαρανταλείτουργο «υπέρ υγείας».
ΚΑΠΟΙΟΣ άρχοντας από τη Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει ατό θάνατο, κάλεσε τη γυναίκα του για να της εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες:
Την περιουσία μου να τη μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις.
Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες.
Σ' αύτή του τη μεγάλη θλίψη ο ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή του άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά ατή Νικομήδεια, και αμέσως - ω του θαύματος! - έγινε καλά.
Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο.
Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας το Θεό για το μεγάλο θαύμα.
Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποία ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε Εκείνος.
Ο όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τι είχε λεχθεί ατή διάρκεια της αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για τη σωτηρία της ψυχής σου; Όχι, γέροντα.
Τι θα είχα να ωφεληθώ αν τους άφηνα κάτι; δεν θα πήγαινε χαμένο; Μην το λες αυτό. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις εν ύμίν;»
Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ' αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν το ονόματι του Κυρίου.
Και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα και εγείρει αυτόν ο Κύριος καν αμαρτίας ή πεποιηκώς αφεθήσεται αυτώ».
Νά λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη.
Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό για λειτουργίες, και θα λάβεις από το Θεό την πρέπουσα πληροφορία. 'Έτσι κι έκανε.
'Έδωσε χρήματα σ' έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στο σπίτι του.
Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν' ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά.
Κύριοί μου, φώναξε έκπληκτος ο άρχοντας πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μας έστειλε εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Νά, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ο Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.
'Ύστερα απ' αυτά, ο άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν ν' ανεβάσουν την ψυχή τού άνθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.

«Βοήθεια των αβοήθητων»

ΤΟ ΠΟΣΟ μπορεί να βοηθήσει ή θεία λειτουργία τούς χριστιανούς, πού μνημονεύονται αυτήν, φαίνεται και από τ' ακόλουθα περιστατικά, πού διηγείται ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος, πάπας Ρώμης (590-604):
Ζούσε κάποτε ένας αιχμάλωτος μακριά από τούς δικούς του και δεμένος με βαριές αλυσίδες.
Η γυναίκα του συνήθιζε σε τακτές μέρες να τελεί για χάρη του τη θεία λειτουργία.
Μετά από χρόνια ο αιχμάλωτος επέστρεψε στην πατρίδα του.
Ανέφερε τότε στη γυναίκα του, πώς ορισμένες μέρες οι αλυσίδες του λύνονταν αόρατα και παράδοξα, κι έτσι ανακουφιζόταν λιγάκι.
Κατάπληκτη εκείνη, διαπίστωσε πώς αυτό συνέβαινε τις μέρες ακριβώς πού γινόταν για τη σωτηρία του ή θεία λειτουργία.
Ένας ναύτης ταξίδευε μαζί με τον επίσκοπο Πανόρμου Αγάθωνα για τη Ρώμη.
Στη διάρκεια τού ταξιδιού ο ναύτης βρισκόταν μέσα σε μία βάρκα, πού ήταν δεμένη με σχοινί στο πίσω μέρος του πλοίου.
Κάποια στιγμή από την τρικυμία κόπηκε το σχοινί και ή σάρκα εξαφανίστηκε. Το πλοίο ξέπεσε σ' ένα νησί, την Ούστισα.
Εκεί ο επίσκοπος περίμενε τρεις μέρες μήπως φανεί ή σάρκα με το ναύτη. Τέλος, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο ναύτης πνίγηκε.
'Έδωσε λοιπόν εντολή να γίνει θεία λειτουργία για την ανάπαυση της ψυχής του.
'Όταν ο επίσκοπος έφτασε στην 'Ιταλία, εκεί, στην πόλη του Πόρτου, συνάντησε απροσδόκητα το ναύτη. 'Η χαρά του ήταν απερίγραπτη.
Πώς γλίτωσες από το ναυάγιο; τον ρώτησε με φιλόστοργη περιέργεια.
Για πολλή ώρα, άγιε δέσποτα, πάλευα με τ' άγρια κύματα.
Ή σάρκα γέμισε νερά και αναποδογύρισε πολλές φορές. . Από την προσπάθεια να συγκρατηθώ επάνω της, τελικά εξαντλήθηκα και κάποια στιγμή λιποθύμησα.
Τότε, κι ενώ ούτε ξύπνιος ήμουν ούτε κοιμισμένος, εμφανίζεται μπροστά μου, μες στο πέλαγος, κάποιος, πού μου πρόσφερε ψωμί.
'Έφαγα και δυνάμωσα. Σε λίγο πέρασε ένα πλοίο, που με παρέλαβε και μ' έβγαλε σώο σε κάποια ακτή.
Μήπως θυμάσαι ποια μέρα εμφανίστηκε εκείνος ο άγνωστος, πού σου πρόσφερε ψωμί; ρώτησε ο επίσκοπος.
Ή απάντηση του ναύτη τον γέμισε έκπληξη. Ήταν ή μέρα πού τέλεσε για χάρη του τη θεία λειτουργία στην Ούστίβα!!

'Η ανακούφιση του φυλακισμένου

ΠΑΡΟΜΟΙΟ με τα προηγούμενα, περιστατικό διηγήθηκε κάποτε ο άγιος 'Ιωάννης ο 'Ελεήμων, πατριάρχης' Αλεξανδρείας (610-619) στους κληρικούς του, για να τούς αποδείξει πόσο πολύ ωφελούν οι λειτουργίες:
Ένας νέος από την Κύπρο, συμπατριώτης του άγίου, οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Περσία και κλείστηκε σε μία φυλακή, πού ονομάζονταν Λήθη.
Υπήρχε αυστηρός περσικός νόμος να μη βγαίνουν ποτέ ζωντανοί όσοι φυλακίζονταν εκεί.
Κάποτε όμως μερικοί κατάφεραν να δραπετεύσουν. Αυτοί πληροφόρησάν λάθος τούς συγγενείς του νέου ότι πέθανε μέσα στη φυλακή.
Ύστερα άπ' αυτό οι γονείς του πήγαιναν τρεις φορές το χρόνο πρόσφορα στην εκκλησία για την ανάπαυση της ψυχής του, πιστεύοντας πως ειναι νεκρός.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια. μία μέρα ο νέος κατάφερε να δραπετεύσει και να γυρίσει στην πατρίδα του. 'Η έκπληξη και ή χαρά των γονιών του ήταν απερίγραπτη, γιατί δεν τον υποδέχθηκαν σαν δραπέτη από τη φυλακή, άλλά σαν νεκραναστημένο.
Ύστερα του διηγήθηκαν πώς, για την ανάπαυση της ψυχής του, μνημόνευαν ιδιαίτερα το όνομά του στις λειτουργίες των Φώτων, του Πάσχα και της Πεντηκοστής.
Τότε ο νέος τούς διαβεβαίωσε συγκινημένος ότι τις μέρες εκείνες εμφανιζόταν κάποιος λαμπροφόρος, πού τον ελευθέρωνε για λίγο από τις αλυσίδες.

Σημεία θαυμαστά

Ο ΟΣΙΟΣ Θεόδωρος ο Συκεώτης (6ος-7ος αΙ-) καταγόταν από το χωριό Συκεών της Αναστασιουπόλεως
της μεγαλύτερης επαρχίας της" Άγκυρας.
Ήταν νόθος γιος πόρνης, αλλ` αυτό όμως δεν εμπόδισε το Θεό να τον αναδείξει σε σκεύος εκλογής Του και τίμιο αρχιερέα.
Τελικά, ο Φιλήσυχος Θεόδωρος εγκατέλειψε την επισκοπή και επιδόθηκε απερίσπαστος στην αγαπημένη του άσκηση και ησυχία.
Κάποτε πέρασε από το κελί του ένας κατάδικος, ο Γεώργιος, με τούς φρουρούς του, για να πάρουν την ευχή του.
Οι στρατιώτες παρακάλεσαν τον όσιο να συμβουλεύσει το Γεώργιο.
Πραγματικά, ο όσιος τον νουθέτησε, κι εκείνος, κατανυγμένος, ζήτησε να μεταλάβει.
Λύστε τον, παιδιά μου, από τα δεσμά για να τον κοινωνήσω, παρακάλεσε τούς φρουρούς ο όσιος.
δεν τολμάμε, γέροντα, γιατί είναι δυνατός.
Κι αν θελήσει να κάνει καμιά τρέλα δεν θα μπορέσουμε να τον σταματήσουμε, δικαιολογήθηκαν εκείνοι.
Τότε ο θεοφόρος Θεόδωρος πήρε στα χέρια του το άγιο ποτήρια, σήκωσε τα μάτια του ψηλά και αναστέναξε.
την ίδια στιγμή οι αλυσίδες λύθηκαν κι έπεσαν κάτω με θόρυβο.
ΟΙ στρατιώτες τρόμαξαν κι έτρεξαν ν' ασφαλίσουν τις πόρτες.
Μην τον φοβάστε, τούς καθησύχασε ο όσιος. Γνωρίζω τη σύνεσή του. δεν θα κάνει καμιά απερισκεψία.
'Έτσι λοιπόν κοινώνησε τον κατάδικο, κι ύστερα έβαλε σ' όλους να φάνε.
Μετά το φαγητό, οι φρουροί του πέρασαν πάλι τις αλυσίδες και συνέχισαν το δρόμο τους.

Νίκη κατά των δαιμόνων

Η ΕΡΗΜΟΣ δεν είναι μόνο καταφύγιο των φιλήσυχων μοναχών. Είναι και τόπος εξορίας των δαιμόνων, πού στήνουν στους αγωνιστές του Χριστού τις πιο φοβερές παγίδες.
Η τοποθεσία Μελανά ήταν ο τόπος όπου ασκήθηκε ο όσιος 'Αθανάσιος ο 'Αθωνίτης .
Ο διάβολος αγωνίστηκε μεθοδικά για να τον εκτοπίσει από κει, αλλά δεν τα κατάφερε.
Έτσι ο όσιος ετοιμαζόταν για την οικοδομή του μοναστικού συγκροτήματος της Μεγίστης Λαύρας.
Όταν όμως άρχισε ή οικοδομή, ότι έχτιζαν οι οικοδόμοι τη μέρα, το γκρέμιζαν οι δαίμονες τη νύχτα.
Εμφανίζεται τότε ή Κυρία Θεοτόκος στον όσιο Αθανάσιο και του λέει: Για να προχωρήσει το έργο, πρέπει να χτίσεις σε μία μέρα ένα ναϋδριο, κι εκει να τελεστεί την ίδια μέρα θεία λειτουργία.
Πραγματικά, μέσα σε μία μέρα χτίστηκε και λειτουργήθηκε ένας ναός αφιερωμένος στους άγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό.
Κι ήταν τόσο μικρός, πού μόλις χωρούσαν ο λειτουργός στο Ιερό και τέσσερα-πέντε άτομα στον υπόλοιπο χώρο.
Έτσι λοιπόν, με τη χάρη της θείας λειτουργίας, έφυγαν οι δαίμονες και προχώρησε ή οικοδομή της Λαύρας.

Ή τιμωρία του Τούρκου

ΜΙΑ νέα Οσιακή μορφή από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, γνωστή στην πατρίδα του με την προσωνυμία «Χατζεφεντής», είναι ο όσιος 'Αρσένιος ο Καππαδόκης (1840-1924).Οι Φαρασιώτες διηγούνται πολλά θαυμαστά γεγονότα, πού σχετίζονται με τον όσιο.
Κάποτε στα Φάρασα, τη μέρα της Αναστάσεως, μπήκε ένας Τούρκος λήσταρχος στην εκκλησία, την ώρα πού τελούσε ο όσιος τη θεία λειτουργία.
Μόλις είδε τον Τούρκο αρματωμένο και αδιάντροπο μέσα στο ναό, τον ειδοποίησε να φύγει αμέσως.
'Εκείνος όμως δεν έδωσε σημασία. Ό όσιος συνέχισε ατάραχος τη θεία λειτουργία.
Όταν βγήκε για τη μεγάλη είσοδο, τον είδε ο Τούρκος να μην πατάει στη γη, αλλά να περπατάει στον αέρα.
Βλέποντας αυτό το θαύμα, άρχισε να τρέμει.
'Έκανε να φύγει, μα δεν μπορούσε, γιατί ένιωθε δεμένος μ' ένα αόρατο σχοινί ο όσιος, αφού μπήκε με τα Άγια στο ιερό, έκανε νόημα στον Τούρκο να φύγει.
Πραγματικά, την ώρα εκείνη ο λήσταρχος ένιωσε λυμένος. Τρέμοντας ολόκληρος βγήκε έξω κι έπεσε κάτω σαν νεκρός.
'Όταν τελείωσε ή λειτουργία, βγήκε ο λειτουργός από το ναό, πλησίασε τον τούρκο, τον σήκωσε, κι έτσι εκείνος μπόρεσε να στηριχθεί στα πόδια του.
'Ύστερα του έκανε αυστηρή παρατήρηση, του έδωσε πέντε γρόσια και τον άφησε να φύγει υγιή, άλλά κατατρομαγμένο.

Ή άξία της προσκομιδής

Η ΘΕΙΑ χάρη, πού αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο στους ζωντανούς, αλλά και στους νεκρούς.
Γι' αυτό οι λειτουργοί δεν παύουν να δέονται όχι μόνο «υπέρ υγείας»,
άλλά και «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού».
Όσο περισσότερη είναι ή πίστη και ή αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κατάλογος των ονομάτων, πού μνημονεύουν στην προσκομιδή
Ό παπα-Σάββας ο πνευματικός, μία όσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν, με το μικροσκοπικό του σώμα ένας άσημος καλόγερος.
Όταν όμως λειτουργούσε, φαινόταν μεγαλοπρεπής και το πρόσωπό του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου.
Στην προσκομιδή, μνημόνευε ονόματα «Ων ουκ εστίν αριθμός».
Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο, και για δύο-τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.
Άγιε πνευματικέ, πολύ κουράζεσαι με τόσα ονόματα, του έλεγαν από αγάπη μερικοί πατέρες.
δεν κουράζομαι, απαντούσε εκείνος. 'Αντίθετα, αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Ωφελούνται πολύ οι μνημονευόμενοι. Ή ωφέλεια τους εΙναι χαρά μου.
Νέος ακόμα ιερέας ο παπα-Σάββας δέχτηκε κάποια αποκάλυψη, με την όποία ο Θεός του φανέρωσε τη μεγάλη ωφέλεια πού αποκομίζουν οι ψυχές από τη μνημόνευση. την κατέγραψε, λίγο πριν την κοίμησή του, σαν απάντηση σε εκείνους πού τον ρωτούσαν για ποίο λόγο μνημόνευε καθημερινά τόσα ονόματα.
Το 1843, έγραφε, μου έδωσαν αρκετά ονόματα, για να κάνω σαρανταλείτουργο. τη μέρα πού θα τελούσα την τελευταία λειτουργία, περιμένοντας το γέροντά μου να πάρω καιρό, αποκοιμήθηκα ακουμπώντας στο αναλόγιο και είδα το έξης αποκαλυπτικό όνειρο:
Ήμουν φορεμένος την ιερατική στολή και στεκόμουν μπροστά στην άγία τράπεζα, πάνω στην όποία βρισκόταν ο άγιος δίσκος της λειτουργίας, γεμάτος με το Αίμα του Χριστού.
Βλέπω τότε άγγελο Κυρίου με μορφή ιερέως να παίρνει το χαρτί με τα ονόματα από την προσκομιδή και να πλησιάζει στην άγία τράπεζα. Έκει, αφού έβαλε το χαρτί κοντά στον άγιο δίσκο, βουτάει τη λαβίδα στο Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα, και πάλι βουτάει και σβήνει, μέχρι πού τελείωσαν όλα τα ονόματα και καθάρισε το χαρτί.
Μετά τη θεία λειτουργία ανέφερα το όνειρο στο γεροντα μου κι εκείνος μου είπε:
Εσύ δεν είσαι άξιος για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων, πού μνημόνευσες. με την πίστη έλαβαν την άφεση των αμαρτιών τους.
Αυτό το όνειρο είναι ή αιτία πού μνημονεύω τα , ονόματα όλων" .

Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»

Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή να σόι κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ήμέρα Κυριακή.
το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. 'Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα εΙναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. ""Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε να καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για να Μην τον λυπήσει.
ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.

Ή ακαταμάχητη δύναμη

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ μητροπολίτης' Αργολίδος Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος ( 1985) υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας στην ' Αλβανία, κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο του' 40. οι μαρτυρίες πού ακολουθούν είναι από το προσωπικό του ημερολόγιο και από προφορικές διηγήσεις του. Αποδεικνύουν, πώς ή θεία Κοινωνία ήταν μεγάλη δύναμη, πού θωράκιζε τούς 'Έλληνες αγωνιστές στο μέτωπο.
…..9 Μαρτίου 1940. Ήμέρα Κυριακή. Κυριακή της 'Ορθοδοξίας και μνήμη των άγίων Σαράντα.
στο μέτωπο της Αλβανίας είναι παρών ο ίδιος ο Μουσολίνι και κατευθύνει προσωπικά την περίφημη εαρινή επίθεση.
Νιώθω μία ψυχική αγαλλίαση, συνδυασμένη με έντονη νευρικότητα.
Ενώ δηλαδή νωρίς το πρωί ετοιμαζόμασταν για να τελέσουμε στο σπίτι πού μέναμε τη θεία λειτουργία, ξαφνικά άρχισε καταιγισμός πυρός από όλμους του αντίπαλου πυροβολικού.
Παππούλη μου, μου λέει δ διοικητής, πώς να κάνουμε σήμερα λειτουργία;
Σήμερα ακριβώς επιβάλλεται να λειτουργήσουμε, απάντησα εγώ, για να μπούμε κάτω από την προστασία του Θεού.
Ό διοικητής τελικά υποχώρησε, κι έτσι απολαύσαμε τη θεία μυσταγωγία με μία ωραία χορωδία
από τούς στρατιώτες, ενώ ο γύρω χώρος είχε μεταβληθεί σε κόλαση φωτιάς.
Στη λειτουργία αυτή ζήσαμε τη θαυμαστή παρουσία του Χριστού.
Δυο φορές στη διάρκειά της οβίδες πυροβολικού έγλειψαν την άκρη του τοίχου του σπιτιού μας,
έπεσαν στον απέναντι χώρο και βυθίστηκαν στο χώμα χωρίς να εκραγούν.
Αν έσκαζαν, θα σκοτωνόμασταν όλοι μέσα στο σπίτι... Τη μέρα αυτή κοινώνησαν ο υποδιοικητής, ο υπασπιστής και πολλοί στρατιώτες του συντάγματος.
Τελειώνοντας όμως τη λειτουργία, ένα θλιβερό γεγονός ήρθε να μας δώσει ένα καλό μάθημα.
Μερικοί στρατιώτες, αντί να έρθουν να λειτουργηθούν, προτίμησαν να προφυλαχθούν μέσα σ' ένα υπόγειο χαράκωμα.
Κι ενώ ο τόπος αυλακωνόταν από τις οβίδες, μία άπ' αυτές έπεσε μέσα στο χαράκωμα, σκότωσε τέσσερις άνδρες και τραυμάτισε άλλους τρεις. Ο ένας μάλιστα βρέθηκε αποκεφαλισμένος...
Την Κυριακή, στις 30 Μαρτίου του '41, ξεκίνησα πολύ πρωί για το πρώτο τάγμα, όπου λειτούργησα και κήρυξα.
Κοινώνησαν γύρω στους πεντακόσιους άνδρες. το χέρι μου πιάστηκε και πονούσε φοβερά από τη συνεχή μετάδοση της θείας Κοινωνίας. .
Άλλοτε πάλι αναγκάστηκα να λειτουργήσω γονατιστός σε αντίσκηνο, γιατί έξω έβρεχε συνεχώς.
Οι στρατιώτες παρακολούθησαν τη θεία λειτουργία μέσα Στη βροχή, και στο τέλος κοινώνησαν τα άχραντα Μυστήρια.
Τι συγκινητικό θέαμα!
Μέσα στ' άγρια βουνά, και με βροχή, να προσέρχονται οι στρατιώτες, για να ενωθούν με τον Σωτήρα Χριστό.

Ή θεία λειτουργία και τα σύκα

ΟΤΑΝ ο π. Βενέδικτος Πετράκης (1961) ήταν ιεροκήρυκας στα Γιάννενα, πήγε ένα κυριακάτικο πρωινό να λειτουργήσει και να κηρύξει σε κάποια εκκλησία της πόλης.
'Έξω από το ναό είδε έναν άνθρωπο, πού πουλούσε με το καροτσάκι του σύκα.
Σκέπασέ το, ευλογημένε, του λέει, κι έλα μέσα στην εκκλησία να λειτουργηθείς.
Μετά τη λειτουργία θα τα πουλήσεις όλα.
Παππούλη μου, αποκρίθηκε εκείνος με ύφος θρασύ, εσύ στη δουλειά σου κι εγώ ατή δουλειά μου!
'Έ, καλά... Τότε να ξέρεις πώς, μέχρι να τελειώσει ή λειτουργία, όλα θα σκουληκιάσουν, του λέει προφητικά ο γέροντας. Και πράγματι, όλα σκουλήκιασαν και τα πέταξε!
'Όταν μετά τη λειτουργία ο π. Βενέδικτος έβγαινε από την εκκλησία, έτρεξε μετανοημένος και του ζήτησε συγχώρηση.

Ό μέθυσος ιερέας

ΖΕΙ ακόμα ο επίσκοπος πού διηγήθηκε τούτη την ιστορία.
Είναι αληθινή ιστορία κι έχει βαθύ νόημα, γιατί αναφέρεται στην προσευχή των ζώντων για τούς τεθνεώτες.
Οι προσευχές αυτές πάντοτε εισακούονται, μα πιο πολύ την ώρα της θείας λειτουργίας.
0 επίσκοπος πού αναφέραμε είχε στην περιοχή του έναν ιερέα, τον παπα-Γιάννη, ευλαβικό και σ' όλους αγαπητό.
Μάλιστα στην άγία πρόθεση αργούσε λίγο, γιατί διάβαζε πολλά ονόματα.
Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα' του άρεσε το κρασί. .
Όσο καλός ήταν στα καθήκοντά του, τόση αδυναμία είχε στο πιοτό.
Πολλοί του έλεγαν να κόψει αυτό το πάθος, το τόσο αταίριαστο σε λειτουργό του Θεού.
Το καταλάβαινε κι ο ίδιος, έκλαιγε με παράπονο, έκανε μερικές προσπάθειες, άλλά σε λίγες μέρες άρχιζε πάλι τα ίδια.
Μία μέρα πού είχε πάλι υποκύψει ατό πάθος του, πήγε στην εκκλησία και, όπως ήταν μισοζαλισμένος, έβαλε «Ευλογητός» κι άρχισε τη θεία λειτουργία.
Παραχώρησε όμως ο Θεός και κάποια στιγμή παραπάτησε μέσα ατό ιερό, όπότε του έπεσαν από τα χέρια τα τίμια Δώρα.
Πάγωσε άπ' το φόρο του. 'Έπεσε κάτω κλαίγοντας κι άρχισε να μαζεύει με τη γλώσσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
'Ένιωθε την ενοχή να τον πνίγει, γιατί το έπαθε επειδή ήταν ζαλισμένος από το κρασί.
Πήγε στον επίσκοπο κι εξομολογήθηκε το φρικτό του αμάρτημα.
Κι εκείνος την άλλη μέρα, ύστερα από πολλή περίσκεψη, κάθισε στο γραφείο του και πήρε την πέννα στο χέρι.
Έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία για την καθαίρεση του παπα-Γιάννη, άλλά...
Εκεί πού το χέρι του επισκόπου στεκόταν διστακτικό, βλέπει ξαφνικά σαν σε όραμα να βγαίνουν μέσ' από τον τοίχο του δωματίου χιλιάδες άνθρωποι.
Είχαν μάτια πονεμένα και περνούσαν μπροστά του φωνάζοντας:
'Όχι, Δέσποτα, Μην τιμωρείς τον παπά, Μην τον καθαιρέσεις, συγχώρεσέ τον!
Περνούσαν αμέτρητες στρατιές ανθρώπων, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, καλοντυμένοι
Τι φτωχοντυμένοι, αληθινό συλλαλητήριο ψυχών.
Κι όλοι χειρονομούσαν προς το μέρος του, φώναζαν και παρακαλούσαν επίμονα:όχι, Σεβασμιότατε.
Μην το κάνεις αυτό, μη διώξεις τον παπά μας!
Αυτός μας θυμάται και μας βοηθάει σε κάθε λειτουργία, μας λυπάται αληθινά, είναι φίλος μας!
Μην τον καθαιρέσεις! μη! μη! μη!...
Κράτησε αρκετή ώρα αύτή ή οπτασία. .0 επίσκοπος, έκπληκτος, παρακολουθούσε αύτή την ανθρωποθάλασσα να φωνάζει και να ικετεύει για τον μέθυσο ιερέα. Κατάλαβε πώς ήταν οι ψυχές των νεκρών πού μνημόνευε ο παπα-Γιάννης όταν λειτουργούσε.
Κι αύτή ή μνημόνευση τούς ανακούφιζε πολύ, όσο το νερό τον διψασμένο στην καλοκαιριάτικη ζέστη.
"Νά ή χειροπιαστή απόδειξη", σκέφτηκε, "πώς οι προσευχές μας αναπαύουν τις ψυχές των νεκρών".
Ύστερα έστειλε και κάλεσε τον ιερέα. δεν μου λες, παπα-Γιάννη, μνημονεύεις πολλά ονόματα
την άγία πρόθεση όταν λειτουργείς; Εκατοντάδες, Σεβασμιότατε. δεν τα έχω μετρήσει.
Γιατί το κάνεις αυτό και καθυστερείς τη λειτουργία; τον μάλωσε τάχα ο επίσκοπος.
Λυπάμαι πολύ τούς πεθαμένους, γιατί δεν έχουν από αλλού βοήθεια, παρά μόνο από τις ευχές τις εκκλησίας.
Γι' αυτό παρακαλώ τον "Ύψιστο να τούς αναπαύσει.
Έχω ένα βιβλίο και γράφω μέσα όλα τα ονόματα πού μου δίνουν για μνημόνευση. Αύτή την τάξη παρέλαβα από τον πατέρα μου, πού, ήταν επίσης παπάς.
Καλά κάνεις, συμφώνησε ο επίσκοπος, έχουν ανάγκη οι ψυχές.
Συνέχισε να κρατάς την τάξη αύτή. Πρόσεξε μόνο να μην ξαναμεθύσεις.
Από σήμερα δεν θα ξαναβάλεις κρασί ατό στόμα σου. Αυτός είναι ο κανόνας πού σου δίνω. Είσαι συγχωρημένος.
Πραγματικά, ο παπα-Γιάννης ελευθερώθηκε οριστικά από το πάθος του πιοτού.
Μόνο πού στέκει στην προσκομιδή περισσότερο τώρα, μνημονεύοντας τα ονόματα των «τεθνεώτων».

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ είναι ο Μοναδικός Δάσκαλος

   

Αγίου Νικολάου Αχρίδος: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ είναι ο Μοναδικός Δάσκαλος


χριστος


Ευλογημένος είναι εκείνος ο άνθρωπος που δεν θέλει να κάνει το δάσκαλο ούτε τον αρχηγό. Τρία ουράνια χαρίσματα συνοδεύουν ένα τέτοιο άνθρωπο: το πρώτο ονομάζεται ειρήνη, το δεύτερο ονομάζεται σοφία, και το τρίτο ονομάζεται ευδοξία.


Ο Κύριος είπε στους μαθητές Του: «Μηδέ κληθήσετε καθηγηταί· εις γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός» (Ματθ. 23, 10).


Εσείς που ανελλιπώς μελετάτε την Αγία Γραφή ίσως θα βρεθείτε σε αμηχανία, προκειμένου να φέρετε σε συμφωνία την παραπάνω σαφή εντολή με την επόμενη: Πηγαίνετε να κηρύξετε και να διδάξετε όλους τους λαούς. (Ματθ. 28, 19-20). 


Ο Κύριος στέλνει τους μαθητές Του να διδάσκουν, αλλά τους απαγορεύει να ονομάζονται δάσκαλοι. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Πράγματι θα ήταν δύσκολο να το κατανοήσουμε, αν δεν έλεγε στο τέλος: «Εις γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός». Αυτό σημαίνει: Εγώ είμαι ο Δάσκαλος και η διδασκαλία είναι δική μου. Εγώ είμαι ο μοναδικός αληθινός Δάσκαλος και εσείς είστε μόνο φορείς της διδασκαλίας Μου. Έφερα τη διδασκαλία Μου από τον ουρανό και την αποκάλυψα σε σας. Δεν την ανακαλύψατε εσείς, αλλά την ακούσατε από Μένα και την δεχτήκατε. Εγώ είμαι ο Δάσκαλος. Το έργο σας είναι να διδάξετε τα λόγια μου στους ανθρώπους όπως προσφέρατε εκείνους τους πέντε άρτους, τους οποίους Εγώ ευλόγησα και πολλαπλασίασα. Τότε Εγώ ήμουν ο Οικοδεσπότης και εσείς οι υπηρέτες γύρω από το τραπέζι μου. Τώρα σας λέγω ότι Εγώ είμαι ο Δάσκαλος και εσείς είστε υπηρέτες του θεϊκού λόγου.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙΑ ΕΚ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ


Αρχιμ. Αρσένιος Κατερέλος, Προϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της ευχής


ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙΑ ΕΚ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ
ρχιμανδρίτης ρσένιος Κατερέλος,
γούμενος . Μονς γίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
πως εχαμε παραγγείλει στήν πρώτη μας σύναξι, γαπητοί μου ν Χριστ δελφοί, πό σήμερα θά μιλήσωμε γιά τήν προσευχή, καί διαίτερα γιά ναν ξεχασμένο δυστυχς τρόπο προσευχς. Πρόκειται γιά τήν μονολόγιστη εχή το ησο, τό «Κύριε ησο Χριστέ Υέ το Θεο, λέησόν με τόν μαρτωλόν» , πιό περιληπτικά, πιό συμπεπυκνωμένα, τό «Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με».
Πρίν μως ναφερθομε σέ ατόν τόν πλό, λλά πλέον δραστικό τρόπο προσευχς, κρίνομε ντελς παραίτητο νά πομε λίγα εσαγωγικά περί προσευχς, τά ποα πρέπει στοιχειωδς νά γνωρίζωμε, οτως στε νά μεγιστοποιήσωμε τήν πολλαπλ καί πολυδιάστατη φέλεια, πού θά προέλθη πό τήν προσευχή το ησο εδικά.

 
Μέγιστο προνόμιο στόν νθρωπο εναι  προσευχή. Καί προσευχή σημαίνει νάτασι στόν ορανό καί διάλογος καί προσωπική πικοινωνία μας καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό. ς πρός τήν ποιότητά της, εναι συνουσία μετά το Θεο, φ σον συνάπτεται νθρωπος μετά το Θεο, δηλαδή μέ τίς κτιστες θεϊκές νέργειες.