Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Θεολογικὸς ἐγωϊσμὸς. Μέρος Ζ΄. Μεταφρασμένο και στά Ἀραβικά



Τό ἑλληνικό κείμενο προέρχεται ἀπό τόν Όρθόδοξο Τύπο ἀρ. φύλ. 1865 4 Φεβρουαρίου 2011 καί ἡ μετάφρασή του στά ἀραβικά ἔγινε ἀπό τόν π. Ἀθανάσιο Χενεῖν.

 Θεολογικὸς ἐγωϊσμὸς

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἔκδηλα μὴ θεολογικοὺς λόγους, ποὺ προβάλλονται ἀπὸ μία ἐκκοσμικευμένη καὶ προσαρμοστικὴ θεολογία, ὑπάρχει στὴ στάση αὐτὴ ἕνας ἀπύθμενος θεολογικὸς ἐγωϊσμός, ξένος πρὸς τὸ ὀρθόδοξο ἦθος, πρὸς τὸ ἦθος τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στηριζόμενοι στὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων σέβονται τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, “ἑπόμενοι δὲ τοῖς πρὸ αὐτῶν Ἁγίοις Πατράσι”, οἱ ὁποῖοι ἀλαθήτως σὲ οἰκουμενικὲς συνόδους διετύπωσαν σὲ ὅρους τὴν πίστη, δὲν ἐπιχειροῦν νὰ ἄρουν “ὅρια αἰώνια ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες” καὶ νὰ καινοτομήσουν σὲ θέματα πίστεως, ὅσο σοφοὶ καὶ φιλόσοφοι καὶ εὐφυεῖς καὶ σπουδασμένοι καὶ ἂν εἶναι κατὰ κόσμον.
Θέτουν τὴν σοφία καὶ τὴ γνώση τους στὴν ὑπηρεσία ὄχι τῆς ἀνατροπῆς, ἀλλὰ τῆς κατοχυρώσεως τῆς πίστεως, ποὺ βρίσκεται ἔτσι διαχρονικὰ σὲ θαυμαστὴ ἑνότητα μέσα στὴ διδασκαλία τῶν Ἱ. Συνόδων, ἀλλὰ καὶ στὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἔχει ὀρθὰ παρατηρηθῆ, ὅτι ὑπάρχει τέτοια ἑνότητα μεταξὺ τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ποὺ φαίνεται σὰν νὰ ἀποτελοῦν ἑπτὰ ἁπλῶς συνεδρίες μιᾶς μόνον Συνόδου.
Κάθε μία ἀκολουθεῖ τὴν προηγούμενη, τὴν ἀλήθεια τῆς ὁποίας ἐπιβεβαιώνει καὶ συνεχίζει, καὶ ὅλες μαζὶ ἐκφράζουν τὴν ἀλήθεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς θέσεως τῶν Ἀρμενίων καὶ τῶν ἄλλων Μονοφυσιτῶν ὅτι ἡ Δ´ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενική Σύνοδος ὀλίσθησε σὲ Νεστοριανισμό, παρασυρθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Λέοντα, πάπα Ρώμης,
προσβάλλει τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν Συνόδων, τῶν προηγουμένων καὶ τῶν ἑπομένων, καὶ παρουσιάζει τοὺς συγχρόνους θεολόγους ἱκανότερους στὸ νὰ κατανοήσουν τὴν θεολογικὴ ὁρολογία τῶν Μονοφυσιτῶν καὶ νὰ μὴ τὴν παρεξηγήσουν, ὅπως τὴν παρεξήγησαν καὶ τὴν θεώρησαν ὡς αἱρετικὴ οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ ἄλλες γιγάντιες καὶ κολοσσιαῖες θεολογικὲς καὶ πατερικὲς προσωπικότητες, ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τοὺς Μονοφυσίτες, ὅπως ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, καὶ ὁ Μέγας Φώτιος, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν καὶ σφραγίζουν σὲ ἀδιάκοπη καὶ ἑνιαία σειρὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τρεῖς αἰῶνες, ὡς οἱ ἐπιφανέστεροι θεολόγοι αὐτῶν τῶν αἰώνων, ὁ Ἅγιος Μάξιμος τοῦ ἑβδόμου, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς τοῦ ὀγδόου καὶ ὁ Μέγας Φώτιος τοῦ ἐνάτου αἰῶνος.
Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπολογίσει κανεὶς τὴν ἁγιότητα καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τοὺς ξεχωρίζει ἀμέσως ἀπὸ τοὺς συνήθως μέσα στὴν κοσμικὴ τύρβη περισπωμένους συγχρόνους θεολόγους, καὶ μόνον ἡ ἐκπληκτική τους συγκρότηση καὶ ὁ ἀνυπέρβλητος γνωσιολογικὸς ἐξοπλισμός τους καθιστοῦν γίγαντες, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἐμεῖς πρέπει νὰ αἰσθανόμαστε ὡς νάνοι.
Δὲν ἐκατάλαβον λοιπὸν αὐτοὶ οἱ γίγαντες τὴν χριστολογικὴ ὁρολογία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων καὶ τοὺς προσῆψαν ἀδικαιολόγητα τὴν ρετσινιὰ τῶν αἱρετικῶν, καὶ τὴν καταλαβαίνουμε τώρα ἐμεῖς καλύτερα, ποὺ τοὺς θεωροῦμε ὁμόδοξους καὶ Ὀρθοδόξους, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται κἂν θεολογικὸς διάλογος, ἀλλὰ ἁπλὴ διακήρυξη τῆς ἑνώσεως; Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὁ προσμετρηθεὶς γιὰ ὅλες τὶς εἰσηγήσεις χρόνος τρέχει καὶ γιὰ τὴν δική μου καὶ πρέπει νὰ δοῦμε πῶς ὁ Μ. Φώτιος ἀντιμετώπισε τοὺς Ἀρμενίους.
Ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν σχετικῶν ἔργων του προκύπτει σαφέστατα ὅτι οἱ θέσεις του ἀποτελοῦν ἐκ βάθρων ἀνατροπὴ τῆς πορείας καὶ τῶν πορισμάτων, μέχρι καὶ τῶν πιὸ μικρῶν, τοῦ διεξαγομένου σήμερα θεολογικοῦ διαλόγου μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἀντιχαλκηδονίων εἶναι πολὺ πιὸ σπουδαῖο αὐτὸ νὰ γίνει κατανοητό, παρὰ νὰ παρουσιασθεῖ ἐν ἐκτάσει ἡ σχετικὴ διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ σὲ μία ἐκτενέστερη μορφὴ τῆς εἰσηγήσεως ἢ σὲ ἀνεξάρτητο δημοσίευμα, χωρὶς ἀσφαλῶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθοῦν ἐδῶ, ἔστω καὶ σύντομα, οἱ βασικὲς θέσεις τοῦ Μ. Φωτίου.


Θεολογικός έγωισμός
نضيف الى هذه الحجج الغير اللاهوتية والعلمانية والتى تحاول فرض ذاتها على الفكر اللاهوتى الابائئ والتى تأتى من فكر لاهوتى متعلمن ومسيس نقول نضيف لونا من الوان ما نستطيع ان نسميه الانانية اللاهوتية والتى هى غريبة تماما عن طباع وخصال الاباء القد يسين. كان الاباء القديسون يسيرون على نهج وتعاليم  المسيح يسوع وخطى الرسل  وكان احترامهم للثراث والتقليد الكنسى كبيرا ويتم بانكار للذات كبير. كان كل مجمع مسكونى او غير مسكونى يبدأ بدراسة ما قاله وعلم به الاباء القديسون والذين جاهدوا الجهاد الحسن لكى يحولوا الخبرة الروحية والنسكية الى صياغات لاهوتية. لم يستخدم الأباء معارفهم اللاهوتية وحكمتهم  الا لكى يخدموا الحقيقة المسلمة مرة للقديسين . ان الانانية اللاهوتية تكمن فى ان بعض اللاهوتيين المعاصرين يحاولون القول بان الاباء الكبار فى مجمع خلقيدونية 451 لم بفهموا تعبيرات المنوفيزيتيين ولا يعلقون على  اتهام المونوفيزيتيون لهذا المجمع العظيم انه مجمع هراطقة وان الاباء الكبار لم يفهموا تعبيرات المونوفيزيتيين وهذا هراء لاهوتى وادعاء اننا نفهم اكثر من ليون بابا روما وكيرلس الاسكندرى وبوحنا الانطاكى وغيرهم من عظام الأباء وكل الذين انشغلوا ببدعة المونوفيزيتية مثل يوحنا الدمشقى ومكسيموس المعترف والعظيم فوتيوس .
ان الحوار اللاهوتى المعاصر بين الارثوذكس والمونوفيزيتيين يضر بالتقليد الارثوذكسى. 



 Ἀναβάσεις
  12η Ὀκτωβρίου 2012

Ὁ σύγχρονος Θεολογικὸς διάλογος μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους ἀνατρέπει τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Δογματικὴ σύγχυση. Μέρος Η΄. Μεταφρασμένο και στά Ἀραβικά .

 


Τό ἑλληνικό κείμενο προέρχεται ἀπό τόν Όρθόδοξο Τύπο ἀρ. φύλ. 1865 4 Φεβρουαρίου 2011 καί ἡ μετάφρασή του στά ἀραβικά ἔγινε ἀπό τόν π. Ἀθανάσιο Χενεῖν.


Ὁ σύγχρονος Θεολογικὸς διάλογος μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους ἀνατρέπει τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση.
Δογματικὴ σύγχυση.

Εἶναι ἀπαραίτητο πάντως νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ προσπάθεια ἀποχαρακτηρισμοῦ τῶν Ἀρμενίων καὶ τῶν ἄλλων Ἀντιχαλκηδονίων ὡς Μονοφυσιτῶν αἱρετικῶν καὶ ἡ παρουσίασή των ὡς κατὰ πάντα Ὀρθοδόξων, ἐνῶ ἀποτελοῦσε ἁπλῶς προσωπικὴ γνώμη ἐλαχίστων θεολόγων, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἦταν ἰδιαιτέρως ἀνησυχητική, στὶς ἡμέρες μας ἀποτελεῖ βασικὴ γραμμὴ πάνω, στὴν ὁποία πορεύεται ὁ ἐπίσημος Θεολογικὸς Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τοὺς Μονοφυσίτες, ὁ ὁποῖος συναντᾶ λόγω αὐτῆς του τῆς πορείας τὴν δικαιολογημένη ἀντίδραση μερικῶν αὐτοκέφαλων ἐκκλησιῶν, τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ μεμονωμένων θεολόγων.
Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς δύο βασικές τους θέσεις, τὴν ἀπόρριψη τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὴν μὴ ἀρίθμηση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἕνωση, ποὺ ἀρκοῦν γιὰ νὰ θεωροῦνται ὡς Μονοφυσίτες αἱρετικοί, κατόρθωσαν προβάλλοντας ἀσθενέστατα θεολογικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κονιορτοποιεῖ ὁ Μ. Φώτιος, νὰ ὁδηγήσουν τὰ ὀρθόδοξα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου στὴ θέση ὅτι οἱ δύο ἐκκλησίες ἔχουν κληρονομήσει τὴν ἴδια ἀποστολικὴ πίστη καὶ παράδοση καὶ ὅτι ἀποτελοῦν δύο οἰκογένειες Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Σχετικὰ μάλιστα μὲ τὸ ὄνομα τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, ποὺ ἀποτέλεσε θέμα συζητήσεως στὸν Διάλογο, μὲ τὴν ἐπιμονή τους οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἐπέτυχαν νὰ μὴ ὀνομάζονται πλέον Μονοφυσιτικὲς Ἐκκλησίες ἢ Προχαλκηδόνιες Ἐκκλησίες, ἀλλὰ σὲ πρώτη φάση δέχθηκαν νὰ ὀνομάζονται Ἀρχαῖες Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες. Ἐζήτησαν κατόπιν νὰ ὀνομάζονται ἁπλῶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Δὲν δέχθηκαν συμβιβαστικὴ πρόταση τῶν Ὀρθοδόξων νὰ ὀνομάζονται Ἀνατολικὲς
Ὀρθόδοξες μὴ Χαλκηδόνιες Ἐκκλησίες, ζήτησαν τὴν ἀπάλειψη τοῦ
μὴ Χαλκηδόνιες Ἐκκλησίες καὶ ὀνομάζονται τώρα στὸ Διάλογο Ἀνατολικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκ κλησίες, ἐπιβεβαιουμένης ἔτσι διὰ τοῦ ὀνόματος τῆς ἀνυπάρκτου ἐν τοῖς πράγμασι Ὀρθοδοξίας των. Οἱ διεργασίες αὐτὲς στὰ πλαίσια τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου εἶχαν καὶ ἔχουν σὰν συνέπεια νὰ δημιουργηθεῖ ὄντως τὸ κοινῶς λεγόμενο comfusio, σύγχυση ἀληθινή, κατὰ τὴν συγχυτικὴ τῶν
Ἀντιχαλκηδονίων Χριστολογία. Τὰ ὀνόματα Ὀρθοδοξία καὶ Ὀρθόδοξος δὲν χαρακτηρίζουν πλέον μόνον τὶς κατὰ παράδοση ὈρθόδοξεςἘκκλησίες, τὶς ἑνωμένες ἀπολύτως στὴν πίστη, τὴν λατρεία καὶ τὴν διοίκηση, ποὺ ἔχουν ἐπὶ κεφαλῆς ὡς πρῶτον τῇ τιμῇ τὸν οἰκουμενικὸ τῆς Κων/πόλεως θρόνο, ἀλλὰ καὶ τοὺς Μονοφυσίτες Ἀντιχαλκηδονίους.
Ἔτσι μέσα στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ταυτιζόμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι μὲ τοὺς Μονοφυσίτες καὶ ὀνομαζόμαστε ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ Ὀρθόδοξοι, συμμετέχοντας σὲ κοινὲς “διορθόδοξες” ἐπιτροπές. Τὸ πιὸ δυσάρεστο ὅμως εἶναι, μετὰ ἀπὸ  αὐτὴν τὴν ἄμβλυνση, νὰ συγκροτοῦμε καὶ μόνοι μας διορθόδοξες ἐπιτροπὲς καὶ νὰ συντάσσουμε κοινὰ κείμενα μὲ τοὺς Μονοφυσίτες ὡς κείμενα τῶν Ὀρθοδόξων.
Μέσα λοιπὸν σ᾽ αὐτὴν τὴν σύγχυση, ποὺ δημιουργήθηκε καὶ ἀπὸ τὶς σχετικὲς μελέτες μερικῶν θεολόγων, καὶ ἀπὸ τὶς θεολογικὲς διεργασίες στὰ πλαίσια τοῦ Διαλόγου, δὲν εἶναι καθόλου περίεργο τὸ ὅτι ὅλα αὐτὰ ἔχουν περάσει καὶ στὴ θεολογικὴ ἔρευνα καὶ διδασκαλία στὶς θεολογικές μας Σχολὲς ἀλλὰ καὶ στὴ γενικώτερη ἔναντι τῶν Μονοφυσιτῶν στάση μας. Εἶναι π.χ. ἄξιο παρατηρήσεως ὅτι, ἐνῶ οἱ Σχολές μας δὲν χορηγοῦν διδακτορικὸ δίπλωμα οὔτε σὲ Ρωμαιοκαθολικοὺς οὔτε σὲ Προτεστάντες ἢ ἄλλους ἑτεροδόξους, χορήγησαν ὅμως σὲ Κόπτες
Θεολόγους. Σὲ μελέτες καθηγητῶν γράφεται ὅτι οἱ Μονοφυσίτες τῆς Αἰγύπτου δὲν εἶναι αἱρετικοὶ ἀλλὰ σχισματικοί, μὲ ἐπίκληση μάλιστα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ὁποίου παρερμηνεύεται ἡ διδασκαλία. Στὰ ἴδια πλαίσια προσεγγίσεως
πρὸς τοὺς Μονοφυσίτες, τοποθετεῖται καὶ ἡ προσπάθεια νὰ ἀπο
δειχθεῖ ὅτι ὁ Τόμος τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκ. Συνόδου δὲν εἶναι ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Λέοντος Ρώμης, τὸν ὁποῖο οἱ Μονοφυσίτες θεωροῦν νεστοριανίζοντα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, σὰν νὰ ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν Ἅγιο Λέοντα καὶ στὸν Ἅγιο Κύριλλο.»…

Ὁ ἐπίλογος

Εἰς τὸν ἐπίλογον τοῦ ἄρθρου του ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης σημειώνει:
«Οἱ Ἀρμένιοι εἶναι εὐγενὴς καὶ συμπαθὴς λαός. Συμπορεύθηκαν μὲ
τοὺς Ἕλληνες σὲ δύσκολους καιρούς, ἀντιμετώπισαν τὴν ἴδια σκληρότητα ἀπὸ ξενικὲς κατακτήσεις μέχρι τῶν τελευταίων ἐπονειδίστων σφαγῶν στὶς δύο πρῶτες δεκαετίες τοῦ αἰῶνος μας. Πενήντα χιλιάδες πρόσφυγες Ἀρμένιοι μαζί μὲ τοὺς ὁμοεθνεῖς μας πρόσφυγες τῆς Μικρασίας καὶ τοῦ Πόντου βρῆκαν θαλπωρὴ καὶ καταφύγιο στὴ Χώρα μας, ὅπου ζοῦν μὲ ἐντιμότητα, ἐργατικότητα καὶ προκοπή. Φιλικώτατα τοὺς ἀντιμετωπίζει σὲ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο καὶ κοσμικὸ ὁ Μ. Φώτιος. Ἐπανειλημμένωςἀποκαλεῖ τὸν Ἀσώτιο φίλο καὶ συγγενῆ. Ἐπισημαίνει ὅμως ὅτι τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀληθείας κινοῦνται σὲ ἄλλη διάσταση, ὄχι στὸ χῶρο τῶν πρόσκαιρων σκοπιμοτήτων, ἀλλὰ στὸ χῶρο τῆς αἰωνιότητος, τὴν εἴσοδο στὴν ὁποία ἐγγυῶνται ὄχι τὸ σχίσμα
καὶ ἡ αἵρεσις, ἀλλὰ ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκ κλησία.
Τοῦ γράφει. “Μὴ σοὶ γένοιτο, τερπνὸν φιλίας καὶ συγγενείας ἀγλάϊσμα, μήτε σοὶ μήτε τινὶ ἄλλῳ, ὅσοις τὸ Χριστοῦ ἐπικαλεῖται ὄνομα, μηδαμῶς κατὰ τὸ ἐκεῖθεν κριτήριον εἰς τοιαύτην ὑποβληθῆναι καὶ τηλικαύτην ἐξέτασιν καὶ τότε μεταμανθάνειν τὴν ἀλήθειαν, ὅτε πλέον οὐδὲν τοῦ πικρότερον κολάζεσθαι περιγίνεται”».

Ὀφείλει νὰ ἀσχοληθῆ ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὀφείλει νὰ δώση τὰς δεούσας ἐξηγήσεις εἰς τὴν
Ἱεραρχίαν διὰ αὐτὴν τὴν παρέκκλισίν του καὶ τὴν φοβερὰν πλάνην
του. Ἕως σήμερον εἰς θέματα τὰ ὁποῖα εἶχον σχέσιν μὲ τὸ Πρωτεῖον τοῦ Πάπα τὰ ἐχειρίσθη καλῶς καὶ δὲν ἐκλόνισε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Τὸ τελευταῖον καιρὸν πίπτει εἰς μεγάλα ὀλισθήματα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ σκόπιμος σιωπὴ διὰ τὴν υἱοθέτησιν τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας καὶ τὴν ἀπόρριψιν τῆς Πατερικῆς, τὴν ὁποίαν προωθῆ ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱ.Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἡ ὁποία ἀνοικτῶς προωθῆ τὴν αἵρεσιν.
Τὸ δεύτερον μεγάλο ὀλίσθημα εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῶν Μονοφυσιτῶν ὡς Ὀρθοδόξων, ὅταν οὗτοι δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Χριστολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μὲ τὰς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία μας κηρύσσει τὴν ἀλήθειαν τῆς Πίστεως. Τὰ δύο αὐτὰ ὀλισθήματα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρέπει νὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας, διὰ νὰ γίνη εὐρυτάτη συζήτησις καὶ νὰ διακηρυχθῆ ἡ Πίστις εἰς τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὰς Οἰκουμενικάς Συνόδους.

Γ. ΖΕΡΒΟΣ

3 -التشويش العقائدى
ΔογματικηνΣύγχυση


لقد أثار الحوار اللاهوتى بين الكنائس الارثوذكسية والأرمن والمونوفيزيتين ردود أفعال شديدة فى الأوساط اللاهوتية وفى الجبل المقدس أثوس بل وفى أوساط المؤمنين البسطاء.  ذلك لأن المونوفيزيتيين يتمسكون بنفس الأسباب التى تمسكوا بها اثناء مجمع خلقيدونية وبعده وهى رفض مجمع خلقيدوينة وعدم الاعتراف يوجود طبيعتين فى المسيح بعد الاتحاد . هذه الامور تكفى وحدها لكى يكونوا فعلا مونوفيزيتيين وهراطقة .لقد نجح ممثلوهم فى الحوار اللاهوتى فى استعمال  بعض الحجج اللاهوتية العقلانية والتى لا تصمد امام الفكر اللاهوتى للاباء ومنهم فوتيوس.لقد  نجحوا فى اقناع  أعضاء لجنة الحوار الارثوذكسيين بان هذه الكنائس المونوفيزيتية هى كنائس ارثوذكسية  وان الكنيستين الارثوذكسيتين  قد  ورثتا تراثا ارثوذكسيا واحدا وانهم يشكلون عائلتين ارثوذكسيتين . لقد رفض المونوفيزيتيون فى بداية جلسات الحوار ان تسمى كنائسهم بالغير الخلقديونة أو بالكنائس الشرقية بل أصروا على ان تسمى كنائسهم بالكنائس الارثوذكسية . لقد قبلوا فى المرحلة الاولى ان تسمى كنائسهم بالكنائس الشرقية وبعدها طلبوا ان يسموا بالكنائس الارثوذكسية ولم يقبلوا الحل التوفيقى الذى عرضه الارثوذكس وهو ان يدعو بالكنائس الشرقية الارثوذكسية الغير الخلقيدونية . لقد أحدثت هذه الخطوات لونا مما نسميه التشويش العقائدى فكيف يعقل أن يطلق اسم ارثوذكس على من لا تشترك فى الايمان الواحد ولا فى الادارة الواحدة ولا فى الكأس الواحدة المقدسة .هذه هى مشكلة مجلس الكنائس العالمى الذى يجمع المونوفيزيتيين مع الارثوذكس فى لجان واحدة تحت اسم ارثوذكس.  الشئ المحزن هو ان نقوم نحن الارثوذكس بعمل بيانات مشركة مع المونوفيزيتيين ونطلق عليها بيانات ارثوذكسية. لقد صار هذا التشويش العقائدى واقعا فى  بعض اوسا طنا اللاهوتية  ومعاهد اللاهوت . هناك اتجاه للقول بان 
طومس لاون لا يمثل المجمع بل  وكان



 Ἀναβάσεις
  14η Ὀκτωβρίου 2012

῾Η διάκρισις καί ἐπιλογή, ἀποτελεῖ δημιουργία. Αἱρέσεις καί σχίσματα ἐν τῷ χριστιανισμῶ. Κεφάλαιο Α'. Μέρος Α'. Πέτρος Μοναχός Γρηγοριάτης



«῾Η διάκρισις καί ἐπιλογή, ἀποτελεῖ δημιουργία»
Αἱρέσεις καί σχίσματα ἐν τῷ χριστιανισμῶ

῾Η κατά τάς τελευταίας ἑκατ/ρίδας π.χ. ἀνάμιξις τῶν ἀρχαίων πολιτισμῶν, μοιραίως ἐπέφερε καί τήν ἀνάμιξιν τῶν ἀρχαίων θρησκειῶν (ἑλληνικοί θεοί, ἀνατολικοί, αἰγυπτιακοί) ἀλληλοανεμίχθησαν καί ἐν πολλοῖς ἐπῆλθεν ἀφομοίωσις τῶν ξένων θεῶν μετά τῶν ἐγχωρίων. ῾Η ἀνάμιξις αὐτή ὠνομάσθη «Συγκρητισμός».
Κατά τάς ἐθνικάς ταύτας λατρείας, ἀξιοζήλευτος ἦτο ὁ ἐπί τῆς γῆς βίος. Μετά θάνατον αἱ ψυχαί ἐν τῷ ἄδῃ ἦσαν κατά τόν ῎Ομηρον «σκιαί ἀῒουσαι», ζῶσαι θλιβερῶς καί νοσταλγοῦσαι τήν ἐπίγειον ζωήν. Βραδύτερον ἐθεσπίσθησαν διάφορα μυστήρια, τά ὁποῖα ὑπέσχοντο μέλλουσαν εὐδαίμονα ἀθανασίαν. Οὕτως ὁ μετά θάνατον βίος κατέστη ἀξιοζήλευτος, ἐν συγκρίσει πρός τόν παρόντα βίον, ὅστις ἀργά ἤ γρήγορα κατέστη «ἡ κοιλάς τοῦ Κλαυθμῶνος».
Πηγή τῶν μυστηρίων τούτων ὑπῆρξε σπουδαῖο διά τόν ἄνθρωπον φυσικό φαινόμενον, ἤτοι ἡ κατά τόν χειμῶνα νέκρωσις καί κατά τό ἔαρ ἀναζωογόνησις τῆς φύσεως.
Τό φαινόμενο τοῦτο ἐπροσωποιήθη εἰς περιπετείας τῶν θεῶν (παθήματα καί λύτρωσις). Τῶν περιπετειῶν τούτων ἐγένετο ἀναπαράστασις, καί ὁ ἄνθρωπος μετεῖχε τῆς ἀναπα-ραστάσεως καί μεθ' ὡρισμένων μυστηριακῶν πράξεων, ἤρχετο εἰς ἕνωσιν μετά τοῦ θεοῦ ἑκάστου μυστηρίου, ἐθεοῦτο καί ἐξησφάλιζεν εὐδαίμονα μετά θάνατον βίον, ἐν τῷ τόπῳ τῶν μακάρων.

Τά μυστήρια ὑπό τήν ἐπίδρασιν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, κατέστησαν ἐσωτερικώτερα καί ἠθικώτερα. ῎Ηρχισαν μέ ἠθικοποίησιν τῶν θεῶν καί τῶν ἀνθρώπων, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψεν ἡ σχετική κίνησις τοῦ Πυθαγόρα (500 π.χ), μέ ἀσκητικάς τάσεις, οὐχί ὅμως μέ καθαρόν μυστηριακόν μυστικισμόν, ὡς ἐπηρεασθείς ὑπό τῶν ὀρφικῶν μυστηρίων.
῾Ο Πλάτων (347 π.χ), ἐξεπνευμάτωσεν αὐτά καί παρήγαγε τόν «Μυστικισμόν», ἤτοι τήν ἀπ' εὐθείας ἕνωσιν μετά τοῦ Θεοῦ ἄνευ ἐξωτερικῶν πράξεων καί τελετῶν.
Οὗτος διέκρινε θεῖον συστατικόν τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί ταπεινάς ὀρμάς αὐτῆς.
Κατά τήν β΄ καί α΄ ἑκατ/ρίδα, ὁ στωϊκός Ποσειδώνιος καί οἱ ὁπαδοί του, μετέτρεψαν ἀντιθέτως τάς πλατωνικάς θεωρίας περί θείου συστατικοῦ τῆς ψυχῆς καί ταπεινῶν ὁρμῶν, καί οὕτω προέκυψαν νεώτεραι ἀσκητικαί τάσεις. Υἱοθέτησε τά μυστικά τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας, καί οὕτω τήν Στωϊκήν διδασκαλίαν ἐπλήρωσε θεολογικοῦ πνεύματος.
῾Ο Πλατωνίζων μυστικισμός τοῦ Ποσειδωνίου ἐπέδρασεν ἐπί τῆς ἀλεξανδρινῆς, 'Ιουδαϊκῆς καί τῆς Χριστιανικῆς φιλοσοφίας.
῾Ο συγκρητισμός ὁμοῦ μετά τάς νεωτέρας φιλοσοφικάς διδασκαλίας, ἄφησε νά σχηματισθῇ ἡ ἀντίληψις, ὅτι οἱ λαοί ὑπό τάς διαφόρους λατρείας, λατρεύουσι τήν αὐτήν θεότητα. Οὕτως ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης προέκυψε τάσις πρός μονο θεῒαν (συγκρητική μονοθεῒα), ὅπως ἡ ἀποθέωσις ἐξεχόντων ἀνθρώπων ἤ φυσικῶν γεγονότων.
῾Η συγκρητική μονοθεῒα μετά τῆς ἰουδαϊκῆς μονοθεῒας, ἦτο ἀνεπίδεκτος συνδυασμοῦ, σύμφωνα μέ τόν Μωσαϊκόν Νόμον. Παρά ταῦτα ὅμως ἐπῆλθεν ἀλληλοεπίδρασις 'Ιουδαϊσμοῦ καί ἐθνισμοῦ μετά τάς κατακτήσεις τῆς ῾Ιερουσαλήμ ὑπό τῶν ἐθνικῶν αὐτοκρατόρων καί τήν διασποράν τῶν 'Ιουδαίων εἰς ἑλληνικά ἔθνη, οἵτινες ὠνομάσθησαν «ἑλληνισταί 'Ιουδαῖοι». Οὕτως ὁ 'Ιουδαϊσμός, διά τοῦ προσηλλυτισμοῦ τῶν 'Ιουδαίων, ἤρχισε νά διαδίδεται  εἰς τούς ἐθνικούς, οἵτινες ἠσθάνοντο τήν ἀνάγκην τῆς μονοθεῒας (προσήλυτοι).
Τοῦτο ἐνίσχυσε τόν διεθνισμόν τῶν 'Ιουδαίων, ὅτι δηλαδή ἡ ἰουδαϊκή θρησκεία, εἶναι προωρισμένη δι' ὅλα τά ἔθνη. Χάριν τούτου οἱ 'Ιουδαῖοι λόγιοι ἀπό τό (30 π.χ) συνεδύασαν τά κοινά ἀμφοτέρων. Εἰς τοῦτο συνετέλεσεν ὁ λόγιος Φίλων (15 π.χ) ἐν 'Αλεξανδρείᾳ, ὅστις ἐπεχείρησε συστηματικόν συνδυασμόν ἑλληνικῆς καί ἰουδαϊκῆς θεωρίας. ῏Ητο γνώστης τῶν ἑλληνικῶν μυστηρίων τῆς ἐποχῆς καί ὁ πρῶτος μυστικός τῆς μονοθεϊστικῆς θρησκευτικότητος, καί ὡς τοιοῦτος ἐχρησιμοποιήθη εἰς τόν χριστιανικόν μονοθεϊσμόν.
Κατά τήν ἐποχήν ταύτην παρατηρεῖται ἐνίσχυσις τῆς θρησκευτικότητος, τόσον παρά τοῖς ἐθνικοῖς ὅσον καί παρά τοῖς 'Ιουδαίοις, ὡς καταφαίνεται ἐκ τῆς ἐμφανίσεως τῶν Μεσσιανικῶν ἰδεῶν β΄ καί α΄ π.χ ἑκατ/ρίδος (Δαβίδ, Σολωμών, 'Ενώχ κλπ), ὅτε ἀνεμένετο ὁ Μεσσίας, ὅστις κατά τάς ρηθεί-σας ἰδέας διεκρίνετο εἰς δύο τύπους. Κατά τόν α΄ τύπον, ὁ Μεσσίας ἦτο ἀνθρώπινον καί φυσικόν πρόσωπον, ἰσχυρός βασιλεύς, «Υἱός Δαβίδ» ὅστις θά ἐπανίδρυε τόν θρόνον τοῦ Δαβίδ, θά ἐδέσποζεν ὅλου τοῦ κόσμου καί θά ἐκυβέρνα ἐν δικαιοσύνῃ καί ἁγιότητι.
Κατά τόν β΄ τύπον, ὁ Μεσσίας θά ἦτο ὑπεράνθρωπον καί ὑπερφυσικόν ὄν, «Υἱός ἀνθρώπου» «Υἱός Θεοῦ», ὅστις θά ἔλθῃ κατά τό τέλος τοῦ κόσμου ἐν Θείᾳ μεγαλειότητι, ὡς κριτής τοῦ κόσμου, πλησίον τοῦ Θεοῦ ἤ ἀντί τοῦ Θεοῦ.
'Εκ τῶν συνδιασμῶν τῶν δύο τύπων τοῦ Μεσσίου, προέκυ-ψεν ἡ εἰκών μέλλοντος ἐπιγείου, ἀλλά φυσικοῦ συγχρόνως καί ὑπερφυσικοῦ Παραδείσου, πρό τοῦ τελικοῦ καί ὁριστικοῦ Παραδείσου. ῾Η ἀποδοχή τοῦ μεσάζοντος Παραδείσου, ὠνομάσθη «Χιλιασμός», ἐφ' ὅσον ἐν τῇ 'Αποκαλύψει ἡ διάρκεια ὡρίσθη χιλιετής. 'Εκ τούτου συνεδέθησαν βραδύτερον ποικίλαι θρησκευτικαί καταχρήσεις.
῾Η ἐνίσχυσις τῶν Μεσσιανικῶν ἰδεῶν κατά τήν α΄ ἑκατ/ρίδα, ἐγέννησε τήν πεποίθησιν εἰς ὡρισμένους κύκλους τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, ὅτι ἐπίκειται ἠ ἔλευσις τοῦ Μεσσίου. Εἰς τόν κύκλον τοῦτον ἀνήκων ὁ Ζαχαρίας, ὁ Βαπτιστής, ὁ Συμεών, ὁ 'Ιωσήφ καί ἡ Μαρία, ἐξ ἧς ἐγεννήθη ὁ Μεσσίας ὁ 'Ιησοῦς Χριστός.
Εἰς τάς Μεσσινιακάς ἰδέας τῶν 'Ιουδαίων, καθ' ἄς ὁ Μεσσίας θά μείνῃ εἰς τόν αἰῶνα, ὁ 'Ιησοῦς προσέθεσε δύο χαρακτηριστικά εἰς τό ἀντιφαρισαϊκόν πνεῦμα, ἤτοι α) τήν ἀπο-μάκρυνσιν ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Νόμου, καί β) ὅτι ὁ Μεσσίας ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ ἔργου του θά ἐθανατοῦτο.
'Αμφότερα ταῦτα ἀντέφασκον εἰς τάς περί Μεσσίαν ἰουδαϊκάς ἀντιλήψεις, μέ ἀποτέλεσμα, ὁ μέν ἀντιφαρισαϊσμός του νά προκαλέσῃ τήν θανατικήν καταδίκην Αὐτοῦ, ἡ δέ περί τοῦ Μεσσίου διδασκαλία του νά προκαλέσῃ τήν ἀμφιβολία περί τῆς Μεσσιανικότητος Αὐτοῦ.
Μετά τήν ἀνάστασιν τοῦ 'Ιησοῦ, ἕνεκα τῶν ἐμφανίσεών Του, ἀνεζωγονήθησαν αἱ περί 'Ιησοῦ Μεσσιανικαί ἐλπίδες, καί ἔλαβον πνευματικωτέραν ἔννοιαν, καί μετά τήν Πεντηκοστήν ἵδρυσαν τήν πρώτην τοπικήν Χριστιανικήν κοινότητα, τήν πρώτην Χριστιανικήν 'Εκλησίαν, ἥτις ἦτο στενά συνδεδεμένη μετά του 'Ιουδαϊσμοῦ.
῾Η διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀρχικά περιορίζετο μόνον εἰς τούς 'Ιουδαίους. Βραδύτερον ἐπεξετάθη καί εἰς τούς ἐθνικούς.
Τό γεγονός τοῦτο ἐπροκάλεσε τόν Χριστιανικόν διεθνισμόν, καί οὕτως ἐτέθη ἡ τελευταία βαθμίς τῆς ἀποσπά-σεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τοῦ 'Ιουδαϊσμοῦ. ῞Οσοι ἐκ τῶν ἐξ 'Ιουδαίων δέν ἠνώθησαν μετά τῶν ἐξ ἐθνικῶν Χριστιανῶν, διετηρήθησαν πέραν τοῦ 'Ιορδάνου, ὠς αἱρετικαί ὁμάδες (Να-ζωραῖοι, 'Εβιωνῖται 'Ελκεσαῒται».
Εἰς τήν λατρείαν, ἡ προσευχή καί ἡ διδαχή ἦσαν ἐλεύθερα.῞Εκαστος ἐξέφραζε τά θρησκευτικά του συναισθήματα κατ' ἴδιον τρόπον, συνέτασσεν αὐτοσχεδίους προσευχάς. 'Εκ τοῦ γεγονότος τούτου συνεδέθη τό φαινόμενον τῆς γλωσσαλαλίας. Περιέπιπτόν τινες εἰς ἔκστασιν καί ἐλάλουν ἄνευ συνειρμοῦ τάς ἰδέας, ἀνεμίγνυον ἀνάρθρους φωνάς κατά τό παράδειγμα τῆς Πεντηκοστῆς.
'Αλλά τό γενόμενον κατά τήν Πεντηκοστήν ἦτο διάφορον τῆς γλωσσαλαλίας ταύτης, διότι οἱ 'Απόστολοι ὡμίλουν ξένας γλώσσας (ἑτέρας γλώσσας), καί οὐχί ἀκατανοήτους καί ἀνάρθρους φωνάς. ῾Η γλωσσαλαλία τῆς Πεντηκοστῆς, ἦτο ἡ πρώτη ἐκδήλωσις τῆς καθόδου τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Η διαφορά τῶν δύο τούτων γλωσσαλαλιῶν, ἐδημιούργησαν παραξηγημένην ὁμάδα Χριστιανῶν, οἵτινες ἐφρόνουν ὅτι κατά τήν ὥραν ταύτην τῆς προσευχῆς των, κατήρχετο το Πνεῦμα τό ῞Αγιον καί ἐγλωσσολάλουν, δι' αὐτό καί ὠνομάσθησαν βραδύτερον «Πεντηκοστιανοί».
'Εκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, διά τῆς ἑνώσεως τεσσάρων στοιχείων (ἑλληνικῶν, ἀνατολικῶν, ἰουδαϊκῶν καί χριστιανικῶν), προέκυψεν ὁ «Γνωστικισμός».
Οἱ γνωστικοί εἶχον ἀσκητισμόν, ἀλλά καί ἔκκλησιν ἠθῶν θεωροῦντες ὡς νόμον τήν ἀκολασίαν. 'Αρχάς β΄ ἑκατ/ρίδος, ὁ γνωστικός Κήρινθος, διέκρινε τόν δημιουργόν ἀπό τοῦ ὑψί-στου Θεοῦ, καί τόν ἄνθρωπον 'Ιησοῦν ἀπό τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἄνθρωπος 'Ιησοῦς κατά τό βάπτισμα κατῆλθεν ἐπ' αὐτόν ὁ Χριστός ἐν εἴδῃ περιστερᾶς (Πνεῦμα Θεοῦ), καί τελικά ἐγκατέλειψεν αὐτόν. Μόνον ὁ ἄνθρωπος 'Ιησοῦς ἀπέθανε καί ἀνέστη. 'Εσταυρώθη ὁ Σίμων ὁ Κυρηναῖος λαβών τήν μορφήν τοῦ 'Ιησοῦ, καί ὁ 'Ιησοῦς ἵστατο παρά τόν Σταυρόν.
῾Ο γνωστικισμός ἦτο θρησκεία μέ λατρείας καί μυστήρια, μῖγμα Χριστιανικῶν καί ἐθνικῶν μυστηρίων. Τάς δοξασίας ταύτας παρίστων ὡς θείας ἀποκαλύψεις καί ὅτι διά τῶν μυστηρίων αὐτῶν ἤρχοντο εἰς ἄμεσον θέαν τοῦ Θεοῦ, καί ἐλάμβανον Θεῖον Πνεῦμα κατ' ἐπίδρασιν τῶν ἐθνικῶν μυστηρίων. 'Ηρνοῦντο τήν ἀνάστασιν τῶν σωμάτων καί ἑπομένως τήν β΄ παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ. Μετεχειρίζοντο καί γνήσια Χριστιανικά συγγράμματα ἐκ τῶν ὁποίων ἐλάμβανον μόνον τήν ἀλ-ληγορικήν ἑρμηνεία καί ἔδιδον οὕτως εἰς τάς γνωστικάς των ἰδέας Χριστιανικήν χροιάν.
Οἱ γνωστικοί ἦσαν καί διαλυσταί (Θεός καί Σατάν ὡς κύριος τῆς ὕλης), ἐδέχθησαν μεσάζοντα, ἀλλά ἀναμίξαντες ἐθνικά, ἰουδαϊκά καί Χριστιανικά στοιχεῖα, ἐκυμαίνοντο μεταξύ μεσαζούσης Θεογονίας καί 'Αγγελογονίας.
῾Ο Μαρκίων διέφερε τῶν Γνωστικῶν. Δέν ἐδέχθη μεσάζοντα μεταξύ ἀγαθοῦ Θεοῦ καί ὕλης, καί δέν ἀνέπτυξεν ἐκτενῆ κοσμογονίαν. Κοινά μετά τῶν Γνωστικῶν εἶχε τόν διαλυσμόν, ἀντιουδαϊσμόν, δοκιτησμόν καί ἀσκητισμόν. Παρεδέχετο δύο θεούς, τόν ἀγαθόν (δίκαιον) καί τόν κακό θεόν (πονηρόν).
Οὗτος ἐδημιούγησε τόν κόσμον οὐχί ἐκ τοῦ μή ὄντος, ἀλλ' ἐξ ὕλης (κακῆς) καί ἐδημιούργησεν αὐτόν ἀτελῆ καί ἐλεεινόν, τούς δέ ἀνθρὠπους ταλαιπώρους καί ἁμαρτωλούς. Οὗτος εἶναι ὁ Θεός τῶν 'Ιουδαίων. ῾Ο ἀγαθός Θεός εἶναι δημιουργός τοῦ ἀοράτου κόσμου, καί ἔργον του εἶναι νά σώσῃ τούς ἀνθρώπους ἀπό τοῦ δημιουργοῦ τοῦ κόσμου καί τοῦ νόμου του, ἄγνωστος καί ξένος πρός τόν κόσμον, ἐνεφανίσθη διά πρώτην φοράν ἐν τῷ 'Ιησοῦ Χριστῷ, ὅστις ἦτο Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἀκριβής εἰκών τοῦ Πατρός, χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.


Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατῶντας  Αἱρέσεις καί σχίσματα - Μον.Πέτρος Γρηγοριάτης

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

 

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

 


Ο Τίμιος Πρόδρομος είναι το πρόσωπον εκείνο, το οποίον εγκωμίασε ο Χριστός περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο. “Μείζων εν γεννητοίς γυναικών προφήτης Ιωάννου του Βαπτιστού ουδείς εστι” (Λουκ. ζ' 28). Είναι ο μεγαλύτερος των Προφητών, όχι ως προς την ηλικία, αφού έζησε μόνον τριάντα χρόνια, αλλά ως προς την χάρη και την δόξα, γιατί αξιώθηκε όχι μόνον να ιδή, αλλά και να βαπτίση “τον κηρυττόμενον” Μεσσία. Στην συνέχεια όμως ο Χριστός τόνισε ότι ο μικρότερος στην Βασιλεία των Ουρανών είναι μεγαλύτερος από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και το είπε αυτό, σύμφωνα με την ερμηνεία του ιερού Χρυσοστόμου, για να μη παρασυρθούν οι όχλοι από την υπερβολή των επαίνων και θεωρήσουν τον Ιωάννη ανώτερον από τον Θεάνθρωπο Χριστό. Αλλά και σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, του εκκλησιαστικού Συγγραφέως του 4ου μ.Χ. αιώνος Διδύμου του Τυφλού, ο μικρότερος από τους Αγίους Αποστόλους, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, είναι μεγαλύτερος του Προδρόμου, αφού οι Απόστολοι είναι ανώτεροι από τους Προφήτας.

Είναι γέννημα στείρας γυναικός και καρπός προσευχής. Από έμβρυο έξι μηνών στην μήτρα της Ελισάβετ έλαβε την χάρη του Αγίου Πνεύματος και σκίρτησε όταν η Παναγία συνάντησε την μητέρα του και με το στόμα της προφήτευσε και ονόμασε την Μαρία Μητέρα του Θεού. Το όνομα Ιωάννης, που έλαβε, ήταν και αυτό δώρο του Θεού, όπως και ο ίδιος.

Η ασκητική του ζωή σκανδάλισε πολλούς από τους συγχρόνους του, που δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τον αγγελικό τρόπο της ζωής του, και τον κατηγορούσαν ότι είναι δαιμονισμένος. Βέβαια, το γεγονός αυτό, δηλαδή το να κατηγορούν οι άνθρωποι κάποιον συνάνθρωπό τους, επειδή θέλει να ζήση όχι όπως εκείνοι, αλλά με διαφορετικό τρόπο, συνέβαινε και σε άλλες εποχές, όπως συμβαίνει και στις ημέρες μας, αφού και σήμερα υπάρχουν πολλοί που κατηγορούν αυτό που δεν μπορούν να καταλάβουν με την δική τους λογική. Εκτός όμως από το καταλαβαίνω υπάρχει και το αισθάνομαι. Δηλαδή, πέρα από την λογική υπάρχει και η καρδιά, που όταν μεθά από το δυνατό κρασί της άκτιστης χάρης του Αγίου Πνεύματος, απαρνείται όλες τις ψευτοχαρές της εφήμερης αυτής ζωής. Αυτή την μέθη οι άγιοι Πατέρες την ονομάζουν νηφάλια. Όταν κάποιος γευτή την αγάπη του Θεού, τότε περιφρονεί όλες τις άλλες αγάπες, προς τα υλικά πράγματα εννοείται, γιατί τις βρίσκει ψεύτικες.

Ο Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τους ανθρώπους να δεχθούν τον Χριστό. Το κήρυγμά του ήταν κήρυγμα μετανοίας. Ο λόγος του ήταν γεμάτος ανδρεία και δύναμη. Δεν δείλιασε και δεν δίστασε να τα βάλη με το κατεστημένο της εποχής του. Ήλεγξε την παρανομία του βασιληά Ηρώδη. Αλλά και τους Φαρισαίους, που καταδυνάστευαν τον λαό φορτώνοντάς τον φορτία βαρειά και δυσβάστακτα, τους αποκάλεσε φίδια και γεννήματα εχιδνών.

Προπορεύθηκε του Χριστού και στον άδη και μάλιστα με χαρά, όπως ψάλλουμε στο Απολυτίκιό του, για να κηρύξη στους απ’ αιώνος θανόντας “Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί”.

Στην συνέχεια, θα τονίσουμε τρία σημεία, λαμβάνοντας αφορμή από τα γεγονότα της ζωής του, αλλά και από τον βίο και την πολιτεία του.

Πρώτον, ότι κατηγορήθηκε ως δαιμονισμένος γιατί η ζωή του, που την είχε αφιερώσει στον Θεό, ήταν διαφορετική από εκείνη των πολλών. Δεν έμενε στην πόλη, αλλά έφυγε στην έρημο, όπου ζούσε ασκητικά. Δεν έτρωγε φαγητό, αλλά τρεφόταν με ακρίδες, δηλαδή με τις τρυφερές άκρες των φυτών, και με μέλι άγριο. Και σήμερα, δυστυχώς, υπάρχει από πολλούς η ίδια αντιμετώπιση, όταν αποφασίση κάποιος, και ιδίως νέος και μορφωμένος, να αφιερωθή στον Χριστό και στην Εκκλησία Του ως Ιερέας ή ως Μοναχός. Και αν δεν τον αποκαλούν δαιμονισμένο, σίγουρα λένε ότι κάτι έπαθε στο μυαλό. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι που αντιτίθενται και προκαλούν πλείστα όσα εμπόδια και δυσκολίες, δεν είναι άθεοι ή άσχετοι με την Εκκλησία, αλλά αντίθετα εκκλησιάζονται και μάλιστα τιμούν τους Αγίους, που ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο. Αυτό αν δεν είναι παραλογισμός τότε τί είναι;

Δεύτερον. Αν ήλεγξε την παρανομία του Ηρώδη και την υποκρισία των Φαρισαίων, το έκανε από αγάπη και όχι από εμπάθεια, αφού ήταν απαθής και “πλήρης Πνεύματος Αγίου”. Σκοπός του δεν ήταν η διαπόμπευσή τους, αλλά η διόρθωση και η θεραπεία τους.

Σήμερα υπάρχει η νοοτροπία να δικαιολογούμε τα λάθη μας και τα πάθη μας στηρίζοντάς τα αγιογραφικά και αγιολογικά, δηλαδή φέροντας παραδείγματα από την Αγία Γραφή και από την ζωή των Αγίων. Έτσι, πολλοί βρίζουν, συκοφαντούν και σπιλώνουν υπολήψεις τάχα για την δόξα του Θεού. Οι Άγιοι, όταν αναγκάζονταν να ελέγξουν, το έκαναν με πόνο, αγάπη και πολλή προσευχή για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και αφού είχαν εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο.

Τρίτον. Τα γεγονότα της ζωής του, ο Τίμιος Πρόδρομος, ευχάριστα και οδυνηρά, τα θεωρούσε ότι προέρχονται κατ’ ευθείαν από τον Θεό, αφού χωρίς την θέλησή Του τίποτα δεν μπορεί να συμβή. Και πράγματι, όχι μόνον η γέννηση και τα άλλα περιστατικά της ζωής του έγιναν επειδή το θέλησε ο Θεός, αλλά και αυτός ο θάνατός του έγινε θεϊκή Οικονομία, για να κηρύξη και “τοίς εν άδη”.

Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε έναν από εμάς. Ο Θεός μας γνωρίζει πριν ακόμα γεννηθούμε, αφού αυτός είναι η αιτία της δημιουργίας μας.Μας αγαπά περισσότερο από ό,τι νομίζουμε και φροντίζει για τον καθένα μας ξεχωριστά. Τίποτε από όσα συμβαίνουν στην ζωή μας δεν είναι τυχαίο. Τις αποτυχίες, τις αναποδιές και τις πιο οδυνηρές ακόμη ασθένειες τις επιτρέπει ο Θεός από αγάπη, γιατί όταν αντιμετωπισθούν σωστά μπορούν να αποδειχθούν ως οι μεγαλύτερες ευλογίες. Πόσοι δεν μετενόησαν και έγιναν πραγματικοί άνθρωποι μετά από μια δύσκολη περιπέτεια ή μια βαρειά αρρώστεια;

Η εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού αποτελεί το πιο σταθερό στήριγμα και στις μεγαλύτερες αναποδιές. Διώχνει τις ανασφάλειες και το άγχος και μας θέτει στην σωστή προοπτική για την ψύχραιμη και σωστή αντιμετώπιση και των πιο δύσκολων προβλημάτων.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Παράδεισος και Κόλαση Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός




ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ
Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

             Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.

           Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε [...] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β'Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ' αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («...ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».

          Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β' Παρουσία και σ' όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).

ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ




 
ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ
Στέργιος Ν. Σάκκος

   Μέσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.
Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.
Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια (επί γης) γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
   Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.
Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει:
* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.

ΑΝΩΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ




 
ΑΝΩΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Γιώργος Μπάρλας
 
«Οι άνθρωποι εύχονται να πεθάνουν
στον ύπνο τους ή να μην πεθάνουν καθόλου»
Σώτη Τριανταφύλλου *

     Όσο κι αν η παραπάνω διαπίστωση φαντάζει οικεία και ενδεχομένως, απηχώντας τη μοντέρνα νοοτροπία, να αποτελεί μια από τις πιο βασικές επιθυμίες κάθε ανθρώπου,  ωστόσο βρίσκεται εν πολλοίς σε ριζική αντίθεση με τον χριστιανισμό. Οι Πατέρες της εκκλησίας θεωρούν ότι ο αιφνίδιος θάνατος προφανώς δεν αφήνει περιθώρια μετάνοιας και αλλαγής γι΄ αυτό και απεύχονται τον ερχομό του στους ανθρώπους. Δεν εύχονται να έρθει ένας αργός θάνατος επειδή είναι συνήθως βασανιστικός και οι χριστιανοί επιθυμούν να βασανίζονται, αλλά  διότι ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να μετανοήσει, να σκεφτεί αλλιώς τα πεπραγμένα της ζωής του, να συμφιλιωθεί με τους συνανθρώπους του κλπ.
          Αλλά τον (μετα)μοντέρνο άνθρωπο δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Ο θάνατος σηματοδοτεί το τέλος όχι μόνο της ζωής αλλά και της ύπαρξης εν γένει και έτσι ό,τι προηγείται της τελευταίας στιγμής του ανθρώπου πάνω στη γη δεν έχει σημασία. Ό,τι έζησα έζησα, ό,τι έκανα έκανα, λάθη-σωστά το ίδιο κάνει, τίποτα δεν διορθώνεται, τίποτα δεν έχει σημασία να διορθωθεί. Μετά τη ζωή ακολουθεί το μηδέν. Αν είναι να πεθάνω, ας πεθάνω ξαφνικά, χωρίς πόνο, χωρίς προειδοποιητικά σημάδια, να μην καταλάβω τίποτα, ο θάνατος πρέπει να έλθει αθόρυβα, να μη μου δώσει τον παραμικρό χρόνο να τον αντικρίσω. Ο καλομαθημένος άνθρωπος του δυτικού πολιτισμού, το αιώνιο kind, κατά τον Μ. Ουελμπέκ, θέλει και τον θάνατο αν όχι απολαυστικό (πολλοί δηλώνουν ότι θα ήθελαν να πεθάνουν όχι στον ύπνο τους, αλλά στις στιγμές της ηδονής) τουλάχιστον ανώδυνο.
          Βέβαια όσο ζει ο μοντέρνος άνθρωπος θέλει να είναι δρων υποκείμενο, που σημαίνει ότι θέλει να σκέφτεται και να παίρνει τις αποφάσεις ο ίδιος, να κρίνει και να αποφασίζει. Ένα πράγμα δε θέλει να σκέφτεται: τον θάνατο. Κι όταν αυτός έλθει στον ύπνο ακόμη καλύτερα: δεν έχει καν την ευκαιρία να σκεφτεί. Θα λεγε κανείς ότι στην αντίθετη περίπτωση, μιας ασθένειας που θα φέρει κάποια στιγμή εξάπαντος τον θάνατο, ο μοντέρνος άνθρωπος θα είχε την ευκαιρία να σταθεί απέναντι στον θάνατό του και να ενεργήσει σύμφωνα με τον τρόπο ζωής που όλη του τη ζωή φαινόταν να υπηρετεί: να σκεφτεί και να αναστοχαστεί τη ζωή του και τώρα ενώπιον του θανάτου. Αν η σκέψη δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχει  και καμιά σημασία. Κάθε άλλο. Δεν έλειψαν στα παλιότερα χρόνια στοχαστές σπουδαίοι που φιλοσοφούσαν τη ζωή και το θάνατο. Ο Πλάτων ήθελε τη φιλοσοφία να είναι μια μελέτη θανάτου. Εδώ όμως βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα της απόγνωσης και της απελπισίας, όπου κανένα νόημα δεν έχει μια τέτοια σκέψη, μια τέτοια φιλοσοφία. Κι ας καυχιέται ο άνθρωπος για τη δυνατότητα να σκέφτεται. Εκείνο που κατεξοχήν ενδιαφέρει είναι να γλεντήσει κανείς όσο πιο πολύ γίνεται τη ζωή και να πεθάνει πάνω στο γλέντι ή μετά το γλέντι στον ύπνο του.