Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Οἱ πηγές καί ἡ σημασία τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

Οἱ πηγές καί ἡ σημασία τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.



Δρ. Ειρήνη Αρτέμη

Ὁ Κύριλλος σημαντικός ἐκπρόσωπος τῆς Ἀλεξανδρινῆς Σχολῆς καί σφοδρός πολέμιος τοῦ Νεστορίου ἀναδείχθηκε μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας σπουδαῖος καί δόκιμος θεολόγος[1].

Ἄλλωστε εἶναι χαρακτηριστικά τά προσωνύμια[2] πού τοῦ ἀποδίδονται καί ἀπό τά ὁποῖα διαφαίνεται ἡ ἐξέχουσα προσωπικότητά του.


Πρίν ἀπό τό ξέσπασμα τῆς Νεστοριανικῆς καί Κυρίλλειας συγκρούσεως (428-431), ἡ θεολογική καί κυρίως ἡ χριστολογική του διδασκαλία ἀποτύπωνε σέ μεγάλο βαθμό τήν ἀντίστοιχη διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου[3] καί τῶν Καππαδοκῶν. Ὁ Κύριλλος, ὅπως ὁ Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες, ἐπιμένει στήν ἑνότητα καί στήν ταυτότητα τῆς οὐσίας τῶν τριῶν Ὑποστάσεων, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τήν κοινή θέληση καί τήν κοινή ἐνέργεια αὐτῶν. Κάθε ἐνέργεια εἶναι κοινή καί στίς τρεῖς ὑποστάσεις, δηλαδή στά τρία θεῖα πρόσωπα, τά ὁποῖα εἶναι παρόντα σέ κάθε εἶδος δράσεως[4]. Προέβαλλε τήν πλήρη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ὡς ναοῦ τοῦ Θεοῦ ἤ ὡς σάρκας στήν ὁποία ἐγκατοίκησε ὁ Θεός Λόγος[5]. Κατοχυρώνει τίς ἀπόψεις του πάνω στίς διδασκαλίες προγενέστερων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας˙ «ἔσται δέ τοῦτο καί μᾶλα ὀρθῶς εἰς τοῖς τῶν Ἁγίων Πατέρων περιτυγχάνοντες λόγοις, περί πολλοῦ τε αὐτούς ποιεῖσθαι σπουδάζομεν, καί δοκιμάζοντες ἑαυτούς εἰ ἐσμέν ἐν τῇ πίστει κατά τό γεγραμμένον, ταῖς ἐκείνων ὀρθαῖς καί ἀνεπιλήπτοις δόξαις τάς ἐν ἡμῖν ἐννοίας εὔ μάλα συμπλάττομεν»[6]. Χαράζει ἔτσι τό δρόμο τῆς θεολογικῆς του σκέψεως μέ τό «ἰχνηλατεῖν»[7] πάνω στήν εὐσέβεια τῶν πατέρων αὐτῶν.

Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ εἶχε μιά ἐξαιρετική γνώση τῶν Γραφῶν. Ὄχι μόνο εἶχε τήν ἄνεση νά προσεγγίζει τά διάφορα χωρία τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἀλλά καί τά χρησιμοποιοῦσε στίς διαφωνίες του ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν ἤ τῶν νεστοριανῶν. Ἔτρεφε ἰδιαίτερη ἀγάπη γιά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί γιά τό ἀποστολικό κήρυγμα. Τόν βρίσκουμε ἀκόμη νά χρησιμοποιεῖ μέ μεγάλη ἀκρίβεια αὐτά τά ὁποῖα μεταφέρει ἀπό τά βιβλικά κείμενα καί νά τούς δίνει τό πλεονέκτημα τῆς ἑρμηνείας. Ἦταν σχεδόν ἀδύνατο στό ἔργο του νά διαχωριστοῦν οἱ πατερικές πηγές ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές. Ἡ πλειοψηφία τῶν κειμένων τῶν πατέρων τά ὁποῖα αὐτός παραθέτει εἰδικά κατά τή διάρκεια τῆς νεστοριανικῆς διαμάχης δέν εἶναι τά ὑπομνήματα στή Γραφή, ἀλλά περιέχουν πολλά ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τῶν Γραφῶν καί μοιάζουν μέ θήκη στήν ὁποία φυλάσσονται πανάκριβα κοσμήματα. Ἔτσι συχνά βρίσκουμε στά ἔργα του ἐκφράσεις ὅπως: «ἡ Γραφή λέει ἤ οἱ πατέρες λένε»[8].

Ὁ Κύριλλος γνωρίζει τό πεπερασμένο τῆς λογικῆς τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ γι' αὐτό καί θεωρεῖ ἀπαραίτητο νά στηρίζουμε τά θεμέλια τῆς θεολογίας στήν ἄμεση μαρτυρία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ[9]. Μάλιστα ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπίμονα τόνιζε ὅτι στά ὅρια τῆς λογικῆς συνειδήσεως ὄχι μόνο ἡ θεία οὐσία ἀλλά καί τά μυστικά τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκατάληπτα καί ἀνεξερεύνητα ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ὁ τελευταῖος δέ θά ἔπρεπε νά ἐρευνᾶ μέ πολλή περιέργεια νά βρεῖ αἰτίες καί ἀρχές[10]. Κατανοεῖ τό ἀπρόσιτο καί τό ἄπειρον τῆς θείας φύσεως. Συγχρόνως διαμορφώνει τή θεολογική του σκέψη βασιζόμενος στή θεολογία τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου, στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή καί σέ ἕναν σπουδαῖο παράγοντα τῆς ἀλεξανδρινῆς θεολογικῆς παραδόσεως, τόν Μ. Ἀθανάσιο[11]. Ἐπίσης σημαντική ἐπίδραση ἀσκεῖ στή θεολογία τοῦ Κυρίλλου καί ἕνας ἄλλος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος[12].

Ἐπηρεασμένος ἀπό αὐτόν, ὁ Κύριλλος κάνει λόγο γιά παλαιό καί νέο Ἀδάμ. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς δεύτερος Ἀδάμ θά ἀνακαινήσει τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο[13]. Ὅπως ὁ παλαιός Ἀδάμ ὑπῆρξε ἡ «ἀπαρχή τοῦ φυσικοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους»[14], ἔτσι καί ὁ Χριστός, ὡς νέος Ἀδάμ, διά τῆς σαρκώσεως Του, θά ἐκληφθεῖ ὅτι «ὅλην εἶχεν ἐν ἑαυτῷ τήν φύσιν, ἵνα πᾶσαν ἐπανορθώσῃ μετασκευάσας εἰς τό ἀρχαῖον»[15]. Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ διδάσκει ὅτι, ὅπως διά μέσου τῆς πτώσεως τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ κληρονομήσαμε τήν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ μέ τά πάθη καί τή φθορά, ἔτσι καί μέσῳ τοῦ δεύτερου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, κληρονομοῦμεν τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου, τήν ἀπάθεια καί τήν ἀφθαρσία[16].

Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Χριστοῦ ὡς «δεύτερου Ἀδάμ»[17] ὑπάρχει διάσπαρτος σέ πολλά ἀπό τά συγγραφικά πονήματα[18] τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Μέσα σέ αὐτά θεωρεῖ τό Χριστό ὡς «ἀπαρχήν τῆς ἀναμορφουμένης κτίσεως»[19] καί «ῥίζαν δευτέραν τῆς ἀνθρωπότητος»[20]. Κατά τόν Κύριλλο ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος σώζει τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν ἁμαρτία μέ τήν ὑπακοή Του στό θεῖο θέλημα, κάτι πού δέν προσπάθησε νά τηρήσει ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ[21]. Παρατηροῦμε λοιπόν, ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε ἀφομοιώσει στό ἔπακρο τή θεολογία τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου Λουγδούνου, ὅσον ἀφορᾷ στόν πρῶτο Ἀδάμ καί δεύτερο Ἀδάμ - Χριστό.

Παραπάνω, ἀναφέρθηκαν ἀρκετά χωρία ἀπό ἔργα τοῦ Κυρίλλου πού δείχνουν τήν ἐπιρροή τῆς θεολογίας τοῦ Εἰρηναίου[22]. Βέβαια στά ἔργα τοῦ πρώτου ὑπάρχουν δεκάδες ἄλλα χωρία πού θά μπορούσαμε νά παραθέσουμε γιά νά δείξουμε τήν ἔμφαση πού ἔδινε ὁ Κύριλλος στόν παραλληλισμό τοῦ Ἀδάμ ὡς χοϊκοῦ καί τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐπουρανίου. Ἐμεῖς παραθέσαμε τά πιό χαρακτηριστικά.

Ὁ Γ. Φλορόφσκυ[23] σημειώνει ὅτι γιά τόν Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «ἡ ὕψιστη ἀλήθεια τῆς πίστεως μας εἶναι ἡ τριαδική φύση τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀλήθεια αὐτή ἀποκαλύπτεται μόνο ἐν Χριστῳ καί διά τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσιαστική καινότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Τριαδική ἀλήθεια εἶναι συγχρόνως ἕνα μυστήριο πού δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ πλήρως, πού γίνεται ἀποδεκτό στήν πίστη καί διασαφηνίζεται μόνο ἐν μέρει μέ τίς ἀτελεῖς ἀναλογίες τῆς κτιστῆς φύσεως».

Ὁ ἀλεξανδρινός θεολόγος ἀναγκάζεται ὅμως νά ὑπερβεῖ τά παραδοσιακά πλαίσια μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Νεστοριανισμοῦ[24]. Ἀντίθετα ἀπό τόν Νεστοριανισμό, ὁ Κύριλλος προέβαλλε τήν ἕνωση καθ’ ὑπόστασιν, δηλαδή τήν οὐσιώδη[25], τήν ἕνωσιν κατά ἀλήθειαν[26], τήν κατά φύσιν ἕνωσιν[27] στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ πίστη αὐτή, βέβαια, τῆς Ἐκκλησίας πού ὑπερασπιζόταν ὁ ἱερός Πατήρ εἶχε διατυπωθεῖ ἀπό τούς Καππαδόκες θεολόγους, ἰδίως ἀπό τόν Γρηγόριο τό Θεολόγο, τό Γρηγόριο Νύσσης καί τόν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου[28]. Ὁ Γρηγόριος Θεολόγος τόνιζε χαρακτηριστικά ὅτι «Θεός... ἀμφότερα τό τε προσλαβόν καί τό προσληφθέν. Δύο φύσεις εἰς ἕν συνδραμοῦσαι. Οὐχ Υἱοί δύο»[29].

Στή σκέψη τοῦ Κυρίλλου τό κέντρο ὅλων τῶν δογμάτων κατέχει τό χριστολογικό, τό ὁποῖο ἀπασχολοῦσε αὐτόν ἐξίσου καί πρό τῆς νεστοριανικῆς ἔριδος καί μετά ἀπό αὐτήν[30]. Ἡ θεία τοῦ Λόγου ἐνσάρκωση ἀποτελεῖ τό κύριο γεγονός τῆς ἀπολυτρώσεως[31]. Στή σάρκωση ὁ Λόγος προσλαμβάνει τήν πρωτόπλαστη ἀνθρώπινη φύση, πού δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καί γι’ αὐτό ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀποκαθίσταται καί πάλι στόν ἄνθρωπο[32]. Ἄν καί ἡ ὁρολογία του σχετικά μέ τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας[33] διακρίνεται ἀπό κάποια ἀσάφεια ἀρχικά, ἀναγκάζεται τελικά νά γίνει πιό συγκεκριμένη καί μάλιστα ὕστερα ἀπό τό ξέσπασμα τῆς νεστοριανικῆς ἔριδας τό 429.

Ὁ Νεστόριος[34], ὅπως προαναφέρθηκε, δέν ἀποδεχόταν τήν πραγματική ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ ἐνανθρωπήσαντα Λόγου. Μιλοῦσε γιά τήν «κατ’ εὐδοκίαν» ἕνωση τῶν φύσεων. Τότε, ὅμως, μέ τήν ἁπλῆ, ἐξωτερική καί ἠθική ἕνωση τῶν δύο φύσεων καταστρεφόταν ἡ πραγματική ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, σέ βάρος βέβαια τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς Του[35].

Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἤθελε νά δείξει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκε μέ τή θεότητα χωρίς καμμία ἀπό τίς δύο νά ἀλλοιωθεῖ. Ἔτσι ἔχουμε ἕνα πρόσωπο, τόν Ἰησοῦ Χριστό, μέ δύο φύσεις˙ χωρίς ὅμως οἱ φύσεις Του -θεία καί ἀνθρώπινη- νά ὑποστοῦν «κράσιν ἤ μίξιν»[36]. Ἐνῶ σέ ἄλλο ἔργο του ἀναφέρει: «Οὐκοῦν ἐκ δυοῖν μέν πραγμάτων ὁμολογουμένως Θεότητος καί ἀνθρωπότητος, ὁ Ἐμμανουήλ[37]. Πλήν εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἷς τέ καί ἀληθῶς Υἱός, Θεός τε ὁμοῦ καί ἄνθρωπος˙ οὐ θεοποιηθείς ἐν ἴσῳ τοῖς κατά χάριν, Θεός δέ μᾶλλον ἀληθινός ἐν ἀνθρωπείᾳ μορφῇ πεφηνώς δι’ ἡμᾶς»[38].

Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ πρίν ἀπό τή θεολογική του σύγκρουση μέ τόν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο χρησιμοποιοῦσε, ὅπως προείπαμε, ἀσαφεῖς ἐκφράσεις γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεανθρώπου. Μιλάει περί διαμονῆς καί ἐνοικήσεως τοῦ Λόγου στή σάρκα, περί τοῦ ἀνθρωπίνου στοιχείου ὡς οἴκου καί ναοῦ τοῦ Θεοῦ[39]. Ἔλεγε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Λόγος «ἔλαβεν τόν ἄνθρωπον»[40]. Βέβαια εἶναι ἀπαραίτητο νά διευκρινιστεῖ ὅτι σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἀπολινάριο[41] πού ὑποστήριζε ὅτι ὁ Λόγος καί Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα καί πού θεωροῦσε τή σάρκα αὐτή χωρίς ψυχή καί λογικό νοῦ, ὁ ἱερός Πατήρ ἀναφέρει στά ἔργα του ὅτι «ἡ ἑνωθεῖσα τῇ θείᾳ ἀνθρωπίνη φύσις ἦτο τελεία, ἐκ σώματος καί ψυχῆς λογικῆς»[42].

Ὁ Κύριλλος εἶναι σαφής ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τέλεια τήν ἀνθρώπινη φύση, σῶμα καί ψυχή λογική, χωρίς φυσικά τήν ἁμαρτία[43]. Βέβαια ἡ σάρκα πού προσέλαβε ὁ Λόγος δέν ἦτανκάποια ξένη σάρκα, ἀλλά ἡ δική Του. Ἡ ἀνθρώπινη, δηλαδή φύση τοῦ Κυρίου δέν ὑπῆρξε ποτέ μόνη της ὥστε σέ κάποια στιγμή νά ἑνωθεῖ μέ τό Λόγο, ἀλλά δημιουργήθηκε μέσα στή μήτρα τῆς Παναγίας καί ἑνώθηκε ἀμέσως μέ αὐτήν ὁ Λόγος, ἐξ ἄκρας συλλήψεως[44].

Ὁ καθηγητής Φειδᾶς[45] παρατηρεῖ ὅτι γιά νά ἀποδείξει ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ τήν πραγματική «καθ' ὑπόστασιν» ἕνωση τῆς θεότητας καί τῆς ἀνθρωπότητας, ὅπως ἐπίσης καί τήν πραγματική ἑνότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀφαιροῦσε ἀπό τήν ἀνθρώπινη ὄχι βεβαίως ποσότητα, ὅπως ὁ Ἀπολινάριος, ἀλλά ἰδιότητα, ὑπόσταση ἤ πρόσωπο˙ γιατί ἄν δεχόταν τήν ἰδιαίτερη ὑπόσταση τῆς ἀνθρωπότητας, τότε θά κατέληγε στή νεστοριανική παραδοχή τῶν φυσικῶν ὑποστάσεων καί τῶν δύο φυσικῶν προσώπων. Ἡ ἀφαίρεση, ὅμως, ἰδιότητας ἤ ποιότητας ἀπό τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ δέν ἀπομάκρυνε τόν Κύριλλο ἀπό τά πλαίσια τῆς προγενέστερης πατερικῆς παραδόσεως˙ γιατί, ἀντίθετα ἀπό τόν Ἀπολιναρισμό, προέβαλλε τήν πληρότητα τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Χριστοῦ, καί ἀντίθετα ἀπό τό Νεστοριανισμό, τόνιζε τήν πραγματική καθ' ὑπόστασιν ἕνωση στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἔχοντας τέλεια ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστός εἶναι «ὁμοούσιος ἡμῖν»[46].

Ἕνα ἄλλο παράδειγμα, πού ὁ ἀλεξανδρινός Πατριάρχης χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων, εἶναι ἡ ἕνωση ψυχῆς καί σώματος. Αὐτά ἀποτελοῦν μία ὀντότητα χωρίς ὅμως νά ἀλλοιώνονται μεταξύ τους[47]. Χρησιμοποιεῖ, ἐπίσης, τήν εἰκόνα τοῦ ζωντανοῦ κάρβουνου στό ὅραμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα[48]. Ὅταν τό ξυλοκάρβουνο διαπεράστηκε ἀπό τή φωτιά, κάθε στοιχεῖο διατήρησε τήν ταυτότητά του. Ἔτσι καί ὁ Λόγος παρέμεινε Θεός ἐνῶ ἑνώθηκε μέ τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του ἀπό τήν ἄλλη συνέχισε ἀναλλοίωτη νά ἔχει τή λειτουργία της, παρ' ὅτι ἡ θεία φύση ἦταν ἑνωμένη μέ αὐτήν[49], ἁπλῶς στό κατά σάρκα μυστήριο τοῦ Λόγου ἔχουμε ἀλλοίωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως πρός τό καλύτερο καί ἐξαφάνιση τῆς κακίας καί τῆς φθαρτότητας σέ αὐτήν. Ἡ ἀνθρώπινη λοιπόν φύση, ἀφοῦ ἑνώθηκε ἀσυγχύτως μέ τή θεία, ὑπέστη ἐκλάμπρυνση καί ἐξύψωση χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἔξοδο ἀπό τή φυσική της ποιότητα[50].

Βέβαιο, ὅμως, εἶναι ὅτι ἡ ταύτιση, ἡ ἐναλλαγή δηλαδή στή χρήση τῶν ὅρων «φύσις», «ὑπόστασις», «πρόσωπον», δίνοντάς τους τό ἴδιο νόημα, συχνά δημιουργεῖ πρόβλημα στούς μελετητές τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Ἄλλωστε δέν ἔχει παγιωθεῖ μέχρι τή συγκεκριμένη χρονική στιγμή τό ἀκριβές περιεχόμενο τῶν παραπάνω ὅρων. Χαρακτηριστική τῆς ταύτισης «φύσεως» καί «ὑποστάσεως» εἶναι ἡ φράση «Μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη»[51]. Ἡ φράση αὐτή, ἄν καί ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ θεωροῦσε ὅτι εἶχε ἀθανασιανή προέλευση, στήν πραγματικότητα ἦταν τοῦ Ἀπολιναρίου. Βρισκόταν στήν ὁμολογία πίστεως τοῦ Ἀπολιναρίου πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰοβιανό, ἐνῶ εἶχε διαδοθεῖ σκόπιμα ψευδεπίγραφα μέ τό ὄνομα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Ὅλα αὐτά ἔδιναν ἐρείσματα στούς ἀντιπάλους τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, γιά νά τόν κατηγορήσουν ὅτι ἀπολινάριζε. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἑρμηνεύει ὀρθόδοξα τήν ἐπίμαχη φράση, ἀποφεύγοντας νά ὑποπέσει στίς δοξασίες τῶν διαφόρων αἱρετικῶν ὅπως τοῦ Ἀπολιναρίου. Μέ τή φράση αὐτή, ἡ ὁποία γιά ἀρκετό καιρό ἀποτέλεσε πρόβλημα γιά τούς ἀντιπάλους καί τούς ὑποστηρικτές τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ θεολόγου, ὁ Κύριλλος ἐννοεῖ τόν ἕνα Θεό Λόγο πού προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση ἄνευ φυρμοῦ καί συγκράσεως καί ἄρα ἄνευ μειώσεως καί ὑποκλοπῆς αὐτῆς[52], «Ἠγνόησαν πάλιν οἱ τά ὀρθά διαστρέφοντες, ὅτι κατά ἀλήθειάν ἐστι μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη. Εἰ γάρ εἷς ἐστιν Υἱός, ὁ φύσει καί ἀληθῶς ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγος, ὁ ἀπορρήτως γεννηθείς, εἶτα κατά πρόσληψιν σαρκός, οὐκ ἀψύχου, ἀλλ’ ἐμψυχωμένης νοερῶς, προῆλθεν ἄνθρωπος ἐκ γυναικός, οὐκ εἰς δύο μερισθήσεται διά τοῦτο πρόσωπα καί υἱούς, ἀλλά μεμένηκεν εἷς, πλήν οὐκ ἄσαρκος, οὐδ’ ἔξω σώματος, ἀλλ’ ἴδιον ἔχων αὐτό καθ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον. Ὁ δέ τοῦτο λέγων, οὐ φυρμόν, οὐ σύγχυσιν, οὐδ' ἕτερόν τι τῶν τοιούτων πάντῃ τε καί πάντως δηλοῖ οὔτε μήν ὡς ἐξ ἀναγκαίου τοῦ λόγου τοῦτο ἀκολουθήσει ποθέν. Εἰ γάρ καί εἷς λέγοιτο πρός ἡμῶν ὁ μονογενῆς Υἱός τοῦ Θεοῦ σεσαρκωμένος καί ἐνανθρωπήσας, οὐ πέφυρται διά τοῦτο, κατά τό ἐκείνοις δοκοῦν, οὔτε μήν εἰς τήν τῆς σαρκός φύσιν μεταπεφοίτηκεν ἡ τοῦ Λόγου φύσις, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ τῆς σαρκός εἰς τήν αὐτοῦ˙ ἀλλ' ἐν ἰδιότητι τῇ κατά φύσιν ἑκατέρου μένοντός τε καί νοουμένου, κατά γε τόν ἀρτίως ἡμῖν ἀποδοθέντα λόγον, ἀρρήτως καί ἀφράστως ἑνωθείς, μίαν ἡμῖν ἔδειξεν Υἱοῦ φύσιν˙ πλήν, ὡς ἔφην, σεσαρκωμένην. Οὐ γάρ ἐπί μόνων τῶν ἁπλῶν κατά φύσιν τό ἕν ἀληθῶς λέγεται, ἀλλά καί ἐπί τῶν κατά σύνθεσιν συνηγμένων, ὁποῖόν τι χρῆμά ἐστιν «ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἐκ ψυχῆς καί σώματος. Ἑτεροειδῆ μέν γάρ τά τοιαῦτα καί ἀλλήλοις οὐχ ὁμοούσια, ἑνωθέντα γε μήν. μίαν ἀνθρώπου φύσιν ἀποτέλεσαν, κἄν τοῖς τῆς συνθέσεως λόγοις ἐνυπάρχῃ τό διάφορον κατά τήν φύσιν τῶν εἰς ἑνότητα συγκεκομισμένων. Περιττολογοῦσι τοίνυν οἱ λέγοντες, ὡς εἴπερ μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη εἴη, πάντῃ τε καί πάντως ἔποιτο ἄν τό φυρμόν γενέσθαι καί σύγκρασιν, ὡς μειουμένης καί ὑποκλεπτομένης τῆς ἀνθρώπου φύσεως. Οὔτε γάρ μεμείωται, οὔτε, καθά φησιν, ὑποκλέπτεται˙ ἀρκεῖ γάρ πρός δήλωσην τήν τελειοτάτην τοῦ ὅτι γέγονεν ἄνθρωπος, τό λέγειν ὅτι σεσάρκωται. Εἰ μέν γάρ τοῦτο σεσίγητο παρ’ ἡμῶν, ἔσχεν ἄν τινα χώραν αὐτοῖς ἡ συκοφαντία. Ἐπειδή δέ ἀναγκαίως προσεπενήκεται τό ὅτι σεσάρκωται, ποῦ τῆς μειώσεως ἤτοι κλοπῆς ὁ τρόπος;»[53]. Ἀπό τά παραπάνω γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ὁ Κύριλλος ἑρμηνεύει τήν ἐπίμαχη φράση ὀρθόδοξα. Ἀφοῦ ὁ Λόγος σεσάρκωται ἔχει δύο φύσεις ὑποστατικά ἑνωμένες, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη, πού ἦταν τέλειες καί ἀποτελοῦσαν τό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρα μας, Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, ὅπως πολύ καλά σημειώνει ὁ Κύριλλος σέ ἄλλο ἔργο του γιά τό Χριστό, «συγκεῖσθαι ἔκ τε τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀνθρωπότητος, τελείως ἐχούσης κατά τόν ἴδιον λόγον, καί ἐκ τοῦ πεφηνότος ἐκ Θεοῦ κατά φύσιν Υἱοῦ, τοῦ Μονογενοῦς»[54].

Τό συμπέρασμα στό ὁποῖο καταλήγει ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας εἶναι ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἕνας καί ἔχει δύο φύσεις «ἐν δύο φύσεσιν». Ἡ θεία φύση Του ὑπῆρχε προαιωνίως, ὅμως, «ἐν χρόνῳ» ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, μέ ἀποτέλεσμα ἡ προαιώνια θεία φύση νά ἑνωθεῖ μέ τήν «ἐν χρόνῳ» ἀνθρώπινη. Ἡ τελευταία δέ, ἡ ἐν ἀτόμῳ δηλαδή θεωρουμένη ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δημιουργήθηκε θαυματουργικά καί ὑπερφυσικά καί ἑνώθηκε μέ τή θεία «ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως»[55] στή μήτρα τῆς Παρθένου[56]. Γι' αὐτό χαρακτηρίζεται ὁ Κύριος ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο ὡς «εἷς σεσαρκωμένος καί ἐνανθρωπήσας ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγος»[57], «εἷς τε καί ὁ αὐτός πρό μέν τῆς σαρκώσεως γυμνός ἔτι ὁ Λόγος, μετά δέ γε τήν ἀπότεξιν τήν ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου σεσαρκωμένος καί ἐνανθρωπήσας»[58], «εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ μονογενής τοῦ Θεοῦ Λόγος, ἐνανθρωπήσας καί σεσαρκωμένος»[59], τά ὁποῖα ἰσοδυναμοῦν πρός τήν δογματική ρήτρα «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη»[60].

Ἄξιον παρατηρήσεως εἶναι ὅτι ἡ Χριστολογία τοῦ ἱεροῦ Πατρός δέν εἶναι ἡ μόνη πού δημιούργησε προβλήματα στούς μελετητές. Ἕνα ἄλλο σημεῖο πού δέν ἔχει ἀναπτυχθεῖ ἐπαρκῶς στή διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου εἶναι οἱ ἀπόψεις του σχετικά μέ τήν ἐκπόρευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Σχετικά μέ τήν ἐκπόρευση τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας χρησιμοποιεῖ ἄλλοτε τήν ἔκφραση «διά τοῦ Υἱοῦ» καί ἄλλοτε προτιμᾶ τήν «ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Ἡ τελευταία γίνεται βάση γιά νά δικαιολογήσουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί τή μετέπειτα διδασκαλία τους γιά τό filioque.

Ὅλα αὐτά, πού προαναφέραμε συνοπτικά γιά τή θεολογική διδασκαλία τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, μᾶς βοηθᾶνε νά κατανοήσουμε περισσότερο, τόσο τά ἔργα[61] τοῦ Κυρίλλου τά ὁποῖα θά μᾶς ἀπασχολήσουν, ὅσο καί τήν προσωπικότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Πατρός.




----------------------------
[1] Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 365.

[2] «Ὑπό τοῦ Ἀναστασίου Σιναΐτου καλεῖται «σφραγίς τῶν πατέρων» καί ὑπό τοῦ Εὐλογίου Ἀλεξανδρείας «γνώμων τῆς ἀκριβείας». Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (553) ἀπεκάλεσεν αὐτόν «τῆς ὀρθῆς καί ἀμωμήτου πίστεως συνήγορον», οἱ δέ ὑμνογράφοι «φωστῆρα τοῦ κόσμου», «λύραν θεωριῶν ἐνθέων» καί τά τοιαῦτα. Εἰς τήν Δυτικήν Ἐκκλησίαν, ἀφοῦ ἤδη ὑπό τοῦ Πάπα Καιλεστίνου εἶχεν ἀποκληθῆ «bonus fidei catholicae defensor», ἀνεκηρύχθη τό 1882 «doctor Ecclesiae». Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 365.

[3] Μέ ἀθανασιανούς λόγους ὁ Κύριλλος περιγράφει τά ἀποτελέσματα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως στόν ἄνθρωπο: «γεγόναμεν κατ’ Αὐτόν ἡμεῖς, ἐπειδή γέγονεν καθ’ ἡμᾶς Αὐτός», Κυρίλλου, Ὑπόμνημα εἰς τό Ματθαῖον εὐαγγέλιον 24, 36. PG 72, 444Ε.

[4] Παντελεήμονος Χρυσοφάκη, (μητρ. Θεσσαλονίκης) «Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ.30.

[5] Βλ. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 598.

[6] Κυρίλλου, Ἐπιστολή 4η – Κατά Νεστορίου, PG 77, 45Β.

[7] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 17 – Ἐπιστολή 3η πρός Νεστόριον, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 3622 (=PG 77, 112C). Συναφῶς τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 71318-20 (=PG 75, 1253Α): «Πανταχόθεν οὖν ἄρα συνωθούμενοι πρὸς ἀλήθειαν, καὶ τὸ τοῖς ἱεροῖς Γράμμασι δοκοῦν ἰχνηλατεῖν εὖ μάλα σπουδάζοντες, καὶ ταῖς τῶν πατέρων ἑπόμενοι δόξαις». Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἷς ὁ Χριστός, SC 97, 7782 (=PG 75, 1361B): «εἰ τὸν ἀπλανῆ τῆς πίστεως ὀρθοτομοῦμεν λόγον, καὶ τῶν τῆς ἀληθείας δογμάτων ἐσμὲν ἐρασταί, καὶ τὴν τῶν ἁγίων πατέρων ἰχνηλατοῦμεν πίστιν».

[8] H. du Manoir, «Cyrille d’ Alexandrie», dictionnaire de spiritualité, ascétique et mystique, doctrine et histoire, t. II, Paris 1953, col. 2673-2674.

[9] Γ. Φλορόφσκυ, Οἱ Βυζαντινοί πατέρες τοῦ 5ου αἰῶνα, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 485.

[10] Αὐτόθι, σ.486.

[11] Ἐπιθυμοῦσε μέ πάθος σέ ὅλη του τή ζωή νά μοιάσει στό Μ. Ἀθανάσιο. Θεολογικά κατόρθωσε νά φτάσει τό ὕψος τῶν ἐπιτευγμάτων τοῦ ἁγίου πατρός καί νά ἀναγκαστεῖ νά περάσει τίς σκληρές δοκιμασίες πού ὑπέστη ἐκεῖνος ἀπό τούς ἀντιπάλους του. Πρβλ. SC 97, p.32-33.

[12] Ὁ Εἰρηναῖος Λουγδούνου εἶναι μεγάλος θεολόγος τοῦ τέλους τοῦ 2ου αἰῶνα (130/140- 192/195). Θεωρήθηκε θεολόγος τῆς παραδόσεως. Καταπολεμεῖ τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας (π.χ. γνωστικούς) μέ ὅπλα τῆς Ἐκκλησίας. Περισσότερο βασίζεται ἀποκλειστικά στή θεολογική σκέψη, διότι πίστευε ὅτι ἡ ἀλήθεια πού ὑπάρχει μόνο στήν Ἐκκλησία εἶναι τό πλέον ἀληθινό καί ἀποτελεσματικό ὅπλο. Διδάσκει τήν ἀανακεφαλαίωση τῶν πάντων στό Θεανθρώπινο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀναδημιουργεῖ τόν πεσόντα κόσμο καί ἀνακαινίζει αὐτόν βάσει τοῦ ἑαυτοῦ Του, παρέχοντας τόν ἑαυτό Του πρός μετοχή καί ὡς πρότυπο. Τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ γι’ αὐτόν, ἀπάντηση στήν ἄτυχη προσπάθεια τοῦ Ἀδάμ. Ὅπου ἀπέτυχε ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἔπρεπε νά πετύχει ὁ νέος Ἀδάμ χάριν τῆς σωτηρίας τῶν ἐπιγόνων τοῦ πρώτου Ἀδάμ καί τῆς ἀποκαταλλαγῆς τους πρός τό Θεό. Ἡ ἄλλη σπουδαία καί δημιουργική ὄψη τῆς εἰρηναϊκῆς σκέψεως εἶναι ἡ θεολογία τῆς παραδόσεως καί ἡ θεολογία τῆς αὐξήσεως. Σπουδαία ἔργα του ὑπῆρξαν Ἔλεγχος καί ἀνατροπή τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, Ἐπίδειξις τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος. Πρβλ. Στ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α΄, Ἀθήνα 1991, σ. 294 - 309.

[13] Κυρίλλου, Εἰς Ἰωάννην, V, B’, Pusey, vol. Ι, σ. 69420-23 (=PG 73, 756B). Αὐτόθι, I, Θ’, vol. Ι, σ. 1418-11 (=PG 73, 161C): «ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ (=Ἀδάμ), τουτέστι τῷ Χριστῷ͵ πρὸς ἀρχὴν ἐπάνεισι δευτέραν ἀνασκευαζόμενον πρὸς καινότητα ζωῆς, καὶ εἰς τὴν τῆς ἀφθαρσίας ἐπαναδρομήν (=οἱ ἄνθρωποι)». «Ἔσχατος Ἀδάμ οὐ τά τοῦ πρώτου νοσεῖν ἀανεχόμενος, ἀπαλλάτων δέ μᾶλλον ὡς ἐν ἑαυτῷ τέ καί πρώτῳ τήν ἀνθρώπου φύσιν τῶν ἐκ παραβάσεως ἀαρχαίας ἐκείνης αἰτιαμάτων... κρείττων ἁμαρτίας ὑπάρχων ὡς Θεός». Τοῦ ἰδίου, Κατά τῶν Νεστορίου Δυσφημιῶν, ΙΙΙ, ΣΤ, ACO, τ. 1, Ι, 6, σ. 7532-33 (=PG 76, 168Β)

[14] Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους, Pusey, vol. III, σ. 1876-7 (=PG 74, 789Β).

[15] Τοῦ ἰδίου, Εἰς πρός Ρωμαίους, V, IE΄, Pusey, vol. III, σ. 18415-20 (=PG 74, 785C).

[16] Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἰωάννην, ΙΧ, Pusey, vol. ΙΙ, σσ. 48111-31, 4821-13 (=PG 74, 276BCD) Πρβλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, διατριβή ἐπί ὑφηγεσίᾳ, Ἀθῆναι 1956, σ. 85.

[17] Κυρίλλου, Ἑόρτιος ἐπιστολή, XXVIII, A΄, PG 77, 941C.

[18] Χαρακτηριστικά ἀναφέρουμε μερικά χωρία ἀπό ἔργα τοῦ Κυρίλλου, πού κάνουν λόγο γιά τό Χριστό ὡς Δεύτερο Ἀδάμ: «δεύτερος Ἀδάμ χρηματίσας, καί ἀρχή τοῦ γένους ἡμῶν δευτέρα μετά τήν πρώτην, εἰς ἀφθαρσίαν ἡμᾶς ἀνεμόρφωσεν, προσλαβών τῷ θανάτῳ ... καί λέλυται τῆς ἀρχαίας ἀρᾷς ἡ δύναμις ἐν αὐτῷ». Τοῦ ἰδίου, Κατά ἀνθρωπομορφιτῶν - Ἐπιστ. Πρός Καλοσύριον, Β΄, Pusey, vol. ΙΙΙ, σ. 5586-19 (=PG 76, 1092Β).

«Καθίκετο (ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ) ἐξ οὐρανοῦ ... μεταχαλκεύων ὡς Θεός τήν ἀνθρωπίνην φύσιν εἰς ἀφθαρσίαν, καί ἀνακομίζων εἰς τό ἀπ’ ἀρχῆς. Καινή γάρ κτίσις τά ἐν Χριστῷ, ὅτι καί ῥίζα τέθειται καινή. Γέγονε γάρ δεύτερος Ἀδάμ, καί ὥσπερ ἐκεῖνος... δι’ ἁγιασμοῦ τε καί ἀφθαρσίας καί τῆς ἐν πίστει δικαιοσύνης... κατακεκρίμεθα τῷ θανάτῳ διά τῆς ἐν Ἀδάμ παραβάσεως, ὅλης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦτο παθούσης ἐν αὐτῷ καί γάρ ἦν ἀπαρχή τοῦ γένους ... τῇ τῶν φθασάντων σκαιότητι τήν ἰσομοιροῦσαν ἡμῖνν εἰσκομίζοντος χάριν», Κυρίλλου, Εἰς πρός Ρωμαίους, V, IE΄, Pusey, vol. III, σ. 18415-20 (=PG 74, 785C).

[19] Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 70441 (=PG 75, 1237C).

[20] Τοῦ ἰδίου, Ἑόρτιος ἐπιστολή, XXVIII, A΄, PG 77, 941C.

[21] «Ἐξώσθη μέν ἐκεῖνος τοῦ παραδείσου διά τήν ἀπείθειαν, εἰσέλθετε ὑμεῖς διά τῆς εὐπειθείας» Τοῦ ἰδίου, Ὁμιλία, ΙΒ΄ –Εἰς τήν Ὑπαπαντήν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 77, 1020Α. καί «Ὑπακοή εἰς ἅπαν καί ἀμώμητος» Τοῦ ἰδίου, Κατά ἀνθρωπομορφιτῶν - Ἐπιστ. πρός Καλοσύριον, ΙΗ΄, Pusey, vol. III, σ. 5812-3 (=PG 76, 1120B).

[22] Εἰρηναίου Λουγδούνου, Contra Haereses – Ἀπόσπασμα 83, III, 18, 1 καί V, 1, 3 καί V, 16, 3: «ut quod perdideramus in Adam, id est secundum imaginem et similitudinem esse Dei, hoc in Christo Jesu reciperemus».

[23] Γ. Φλορόφσκυ, Οἱ βυζαντινοί πατέρες τοῦ 5ου αἰῶνα, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 488.

[24] Βλ. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθήνα 1992, σ. 599.

[25] Κυρίλλου, Β΄ Προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασιλίσσαις, ACO, τ. 1, Ι, 5, σ. 275-6 (=PG 76, 1340A). Πρβλ. Α΄ Κορ. 8, 5. Κυρίλλου, Κατά τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν, Β΄, PG 76, 65D, 89Α. Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 39 (34)- Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, ACO, τ. 1, Ι, 4, σ. 1925-26 (=PG 77, 181A). Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 40, PG 77, 192B-D.

[26] Τοῦ ἰδίου, Κατά τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν, Β΄, PG 76, 65A, 172CD.

[27] Αὐτόθι, PG 76, 65A.Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 17 – Ἐπιστολή 3η πρός Νεστόριον, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 3622 (=PG 77, 112C).

[28] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική του διδασκαλία», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Ἱερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 272.

[29] Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Λόγος ΛΖ΄ - Εἰς τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου· Ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους͵ καὶ τὰ ἑξῆς, Β΄, PG 36, 285A.

[30] Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, σ. 368.

[31] Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν ἐλλήνων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, διατριβή ἐπί ὑφηγεσίᾳ, Ἀθῆναι 1956, σ. 82.

[32] Γ. Φλορόφσκυ, Δημιουργία καί ἀπολύτρωση, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983, σ 110.

[33] Ὁ ὅρος «Οἰκονομία» χρησιμοποιεῖται συχνά στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Πρῶτος τόν χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἄλλωστε οἱ Πατέρες ὅταν ἀναφέρονται στίς σχέσεις τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «Θεολογία».

[34] Ὁ Νεστόριος συνέδεε τόν ὅρο «ὑπόστασις»πρός τόν ὅρο «οὐσία» καί «φύσις» κατά διαφορετικό, ὅμως, τρόπο ἀπό τόν καθιερωμένο γιά τήν Ἁγία Τριάδα, ἀφοῦ ἡ θεότητα καί ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ὁμοούσια, ὅπως τά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἡ ἐν Χριστῷ ἕνωση τῶν δύο φύσεων ἔγινε ὄχι σέ μία οὐσία, ἀλλά σέ διαφορετικές οὐσίες, δηλαδή τῆς θεότητας καί τῆς ἀνθρωπότητας˙ γι’ αὐτό καί ἡ διάκριση οὐσίας καί ὑποστάσεως προσδιορίζει τήν ἰδιαιτερότητα κάθε μιᾶς ἀπό τίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Πρβλ. Β. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 594, 595.

[35] C. Dratselas, «Questions of Christology of Saint Cyril of Alexandria», reprinted from Abba Salama, a review of the Association on Ethio- Hellenic Studies, vol. VI, Athens 1974, p. 4.

[36] Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 69426-27, 31-32 (=PG 75, 1220AB). Πρβλ. Ψαλμ. 117, 27. Βαρ. 3, 38. Λουκ. 1, 79: «Θεός οὖν ὑπάρχων καί τῶν ὅλων Κύριος, κατά τάς Γραφάς ὁ Μονογενής, ἐπέφανεν ἡμῖν. Ὤφθη γάρ ἐπί γῆς, καί ἐπέλαμψε τοῖς ἐν σκότῳ γενόμενος ἄνθρωπος, οὐ δοκήσει, μή γένοιτο˙ μανία γάρ τοῦτο φρονεῖν ἤ λέγειν˙ οὔτε μήν εἰς σάρκα παρενεχθείς κατά μετάστασιν καί τροπήν˙ ἀναλλοίωτος γάρ καί ἀεί κατά τά αὐτά καί ὡσαύτως ἔχων ὁ ἐκ τοῦ Θεοῦ Λόγος˙ ἀλλ' οὐδέ ὁμόχρονον τῇ σαρκί τήν ὕπαρξιν ἔχων˙ αὐτός γάρ ἐστι τῶν αἰώνων ὁ ποιητής. Αὐτός γάρ ἐστιν ὁ ζωή πεφυκώς ἐκ ζωῆς τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ὄντος τε καί νοουμένου κατ’ ἰδίαν ὑπόστασιν˙ ἀλλ' οὐδέ ἠμπέσχετο σάρκα ψυχῆς ἐρήμην τῆς λογικῆς, γεγένηται δέ κατά ἀλήθειαν ἐκ γυναικός, καί πέφηνεν ἄνθρωπος ὁ ζῶν καί ὑπάρχων, καί συναΐδιος τῷ Θεῷ καί Πατρί Θεός Λόγος, μορφήν λαβών καί ἔστιν ὥσπερ ἐν Θεότητι τέλειος, οὕτω καί ἐν ἀνθρωπότητι τέλειος, οὐκ ἐκ μόνης Θεότητος καί σαρκός εἰς ἕνα Χριστόν καί Κύριον καί Υἱόν συγκείμενος, ἀλλ' ἐκ δυοῖν τελείοιν, ἀνθρωπότητος δή λέγω καί Θεότητος, εἰς ἕνα καί τόν αὐτόν παραδόξως συνδούμενος».

[37] «Τό ἑβραϊκόν ὄνομα Ἐμμανουήλ (IMMANUEL) σημαίνει «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Ἡ Καινή Διαθήκη ἐννοεῖ ὑπό τόν Ἐμμανουήλ αὐτόν τοῦτο τόν Χριστόν, βλέπει δέ ἐκπληρουμένην τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα ἐν τῇ ἐκ Παρθένου γεννήσει τοῦ Ἰησοῦ. Ὑπό πολλῶν πατέρων, ἰδίᾳ τῆς ἐποχῆς τῶν Χριστολογικῶν ἐρίδων, θεωρεῖται ὅτι ὁ τίτλος Ἐμμανουήλ ἐμπερικλείει τήν διδασκαλίαν περί τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, τῆς τε ἀνθρωπίνης (μεθ’ ἡμῶν) καί τῆς θείας (ὁ Θεός). Ὄντως ὁ Θεός ἐγένετο μεθ’ ἡμῶν, διά τῆς ὑπό τοῦ Χριστοῦ κοινωνίας τῆς σαρκός καί τοῦ αἵματος ἡμῶν (Ἑβρ. 2, 14), ἤτοι τῆς οἰκειώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐν τῇ φράσει «μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός» δύναται κάλλιστα νά στηριχθῇ τό δόγμα τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀαδιαιρέτως, κατά τά δογματισθέντα ὑπό τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἄνευ συμμίξεως τοῦ κτιστοῦ καί τοῦ ἀκτίστου. Οὕτω τό ὄνομα Ἐμμανουήλ καθίσταται ταυτόσημον πρός τό Θεάνθρωπος». Γ. Ἀντ. Γαλίτη, Ἑρμηνευτικά τῆς Καινῆς Διαθήκης. Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 19847, σ. 277 - 279.

[38] Κυρίλλου, Ἐπιστ 1: Πρεσβυτέροις καί διακόνοις, Πατράσι μοναχοῖς καί τοῖς σύν ὑμῖν τόν μονήρη βίον ἀσκοῦσι, PG 77, 28D.

[39] Τοῦ ἰδίου, Θησαυρός Α΄, PG 75, 23D, 24CD, 25A, 28A.

[40] Αὐτόθι.

[41] ῾Ο Ἀπολινάριος Λαοδικείας ὑποστήριζε ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε «σάρκα» χωρίς νά ἀναλάβει «νοῦν ἀνθρώπινον». Στήριξε τή διδασκαλία του περί ἐνσαρκώσεως, πού ὁδηγεῖ στή μία φύση τοῦ Χριστοῦ, καταφεύγοντας στό φιλοσοφικό χῶρο, συγκεκριμένα στόν Ἀριστοτέλη πού ἀκολουθώντας τό Δημόκριτο δίδασκε ὅτι «ἀδύνατον γάρ εἶναι ἐκ δύο (= οὐσιῶν μέ ἐντελέχεια) ἕν ἤ ἐξ ἑνός δύο γενέσθαι» (Μεταφυσικά, 1039α 9-10). Ἔτσι ἔλεγε ὅτι κατά τήν ἐνσαρκωσή Του ὁ Λόγος ἦταν τέλειος, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση πού προσέλαβε δέν εἶχε λογικό νοῦ, ψυχή, τή θέση τῆς ὁποίας κατέλαβε ὁ θεῖος Λόγος. Ἀδύνατον γάρ δύο νοερά καί θελητικά ἐν τῷ ἅμα κατοικεῖν, ἵνα μή τό ἕτερον κατά τοῦ ἑτέρου ἀντιστρατεύηται διά τῆς οἰκείας θελήσεως καί ἐνεργείας. Οὐκοῦν οὐ ψυχῆς ἀνθρωπίνης ἐπελάβετο ὁ Λόγος, ἀλλά μόνον σπέρματος ἀβραάμ˙ τόν γάρ τοῦ σώματος Ἰησοῦ˙ ναόν προδιέγραψεν ὁ ἄψυχος καί ἄνους καί ἀθελής τοῦ Σολομῶντος ναός, ( Περί ἑνώσεως: fragment 2), Σ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β΄, Ἀθήνα 1990, σ. 530 - 547.

[42] Κυρίλλου, Ἑόρτιος ἐπιστολή, VIII, ΣΤ΄, SC 392, 57242-44 (=PG 77, 572D).

[43] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 4η - Ἐπιστολή δευτέρα πρός Νεστόριον, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 26 6-19 (=PG 77, 45AC). Πρβλ. Β΄ Κορ. 13, 5. «σάρκα ἐμψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ ἑνώσας ὁ Λόγος ἑαυτῷ καθ’ ὑπόστασιν, ἀφράστως τε καί ἀπερινοήτως γέγονεν ἄνθρωπος, καί κεχρημάτικεν Υἱός ἄνθρώπου, οὐ κατά θέλησιν μόνην ἤ εὐδοκία˙ ἀλλ’ οὐδέ ὡς ἐν προσλήψει προσώπου μόνου˙ καί ...διάφορος μέν αἱ πρός ἑνότητα τήν ἀληθινήν συναχθεῖσαι φύσεις˙ εἷς δέ ἐξ ἀμφοτέρων Χριστός καί Υἱός˙ οὐχ ὡς τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διά τήν ἕνωσιν».

[44] Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ Χριστολογική ὁρολογία καί διδασκαλία Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, Ἀθῆναι 1955, σ.48.

[45] Β. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 601.

[46] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΙΔ΄, PG 75, 136C.

[47] Τοῦ ἰδίου, Σχόλια περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, Η΄, PG 75, 1376D- 1377C.

[48]Αὐτόθι, Θ΄, PG 75, 1377D - 1380C. Πρβλ. Ἠσ. 6, 6-8.

[49] Κυρίλλου, Ὅτι εἷς ὁ Χριστός, SC 97, 7361-40 (= PG75, 1292ABC).

[50] Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθήνα 19982, ἐκδ. Παρουσία, σ. 88.

[51] Ἡ φράση αὐτή θά γίνει ἡ αἰτία νά κατηγορηθεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ὡς μονοφυσίτης. Ὁ Κύριλλος, θεωρώντας ὅτι ἡ ἐπίμαχη φράση ἀνῆκε στό Μ. Ἀθανάσιο -ἐνῶ στην πραγματικότητα εἶχε εἰπωθεῖ ἀπό τόν αἱρεσιεράρχη Ἀπολλινάριο- τή χρησιμοποιοῦσε συχνά. Τόνιζε, ὅμως, ὅτι μέ τή φράση αὐτή ἐννοεῖται ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη τέλεια καί πλήρη «ἄνευ ὅμως ὑποστάσεως», ἡ ὁποία ἑνώθηκε στήν ὑπόσταση τοῦ θείου Λόγου, «ἐκ τελείας ὑποστάσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ μὴν ἐξ ἀνθρωπότητος τελείως ἐχούσης κατὰ τὸν ἴδιον λόγον εἷς Χριστός, ὁ αὐτὸς ὑπάρχων ἐν ταυτῷ Θεός τε ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος», Κυρίλλου, Σχόλια περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς Η΄, PG 75, 1377Β. Γιά τή φράση «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» βλ. σχετικά Ἰω. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν Διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκιδονίων Θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 22. Συναφῶς τοῦ ἰδίου, «Unification on the basis of Cyril’s formula», The Greek Orthodox Theological Review X (1964) 64. Βλ. J. McGuckin, St Cyril of Alexandria the Christological controversy. Its history, theology and texts, New York 1994, p. 212. G. Florovsky, Οἱ Βυζαντινοί πατέρες τοῦ 5ου αἰώνα, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 517, 518. Χ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 268-274. Πρβλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστως, ΙΙΙ, ΙΑ΄, PG 94, 1024BC: «Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ μακάριος Κύριλλος ἐν τῇ πρὸς Σούκενσον δευτέρᾳ ἐπιστολῇ ἑρμηνεύων τὸ μίαν φύσιν τοῦ θεοῦ λόγου σεσαρκωμένην οὕτω φησίν· Εἰ μὲν γὰρ μίαν εἰπόντες τοῦ λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες τὸ σεσαρκωμένην, ἀλλ᾽ οἷον ἔξω τιθέντες τὴν οἰκονομίαν, ἦν αὐτοῖς τάχα που καὶ οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος προσποιουμένοις ἐρωτᾶν· Εἰ μία φύσις τὸ ὅλον, ποῦ τὸ τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι; ῍Η πῶς ὑφέστηκεν ἡ καθ᾽ ἡμᾶς οὐσία; Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης καὶ τῆς καθ᾽ ἡμᾶς οὐσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται διὰ τοῦ λέγειν σεσαρκωμένην, παυσάσθωσαν καλαμίνην ῥάβδον ἑαυτοῖς ὑποστήσαντες. Ἐνταῦθα μὲν οὖν τὴν φύσιν τοῦ λόγου ἐπὶ τῆς φύσεως ἔταξεν. Εἰ γὰρ ἀντὶ ὑποστάσεως τὴν φύσιν παρείληφεν, οὐκ ἄτοπον ἦν, καὶ δίχα τοῦ σεσαρκωμένην τοῦτο εἰπεῖν· μίαν γὰρ ὑπόστασιν τοῦ θεοῦ λόγου ἀπολύτως λέγοντες οὐ σφαλλόμεθα. Ὁμοίως δὲ καὶ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπὶ τῆς φύσεως τὸ ῥητὸν ἐνόησεν, οὐκ ἀντὶ τῆς ὑποστάσεως. Ἐν δὲ τῇ πρὸς τὰς Θεοδωρήτου μέμψεις τοῦ δευτέρου ἀναθεματισμοῦ οὕτως φησὶν ὁ μακάριος Κύριλλος· Ἡ φύσις τοῦ λόγου ἤγουν ἡ ὑπόστασις, ὅ ἐστιν αὐτὸς ὁ λόγος. Ὥστε τὸ εἰπεῖν φύσιν τοῦ λόγου οὔτε τὴν ὑπόστασιν μόνην σημαίνει οὔτε τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν τῇ τοῦ λόγου ὑποστάσει ὁλικῶς θεωρουμένην».

[52]Ἰω. Ν. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 32.

[53] Κυρίλλου, Ἐπιστολή 46 – Πρός Σούκενσον, ACO, τ. 1, Ι, 6, σσ. 15912-16, 1622-10 (=PG 77, 241Α, 245Α).

[54] Τοῦ ἰδίου, Πρός τόν εὐσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον. Λόγος Προσφωνητικός, περί τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 5312-30 (=PG 76, 1157Α).

[55] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολήν - Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, PG 77, 177Α.

[56] Ἰω. Ν. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 34.

[57] Κυρίλλου, Ἐπιστολή 46η – Πρός Σούκενσον, ACO, τ. 1, Ι, 6, σσ. 15912-16, 1622-10 (=PG 77, 241Α, 245Α).

[58] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή 50η, PG 77, 308ΑΒ.

[59] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή 41η, PG 77, 217Β.

[60]Ἰω. Ν. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 34.

[61] Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 678-714 (=PG75, 1189B-1253B). Συναφῶς τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἷς ὁ Χριστός, SC 97, 714-778 (=PG75, 1253A-1361C).





Η Ανάληψη του Κυρίου

       
 
Η Ανάληψη του Κυρίου. Εικόνα από της Μονής Μεταμορφώσεως Βοστώνης.
Η Ανάληψη του Κυρίου. Εικόνα από της Μονής Μεταμορφώσεως Βοστώνης.
Εάν έχουμε ζήσει τη χαρά της Πασχαλινής περιόδου, είναι σπάνιο να μην νιώσουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, όταν έρχεται η μέρα της Αναλήψεως. Ξέρουμε πολύ καλά ότι είναι μία από τις μεναλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Κι όμως , μας φαίνεται σαν αναχώρηση, σαν χωρισμός, ότι ο Κύριός μας δεν είναι πια παρών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Οι μαθητές δεν αντέδρασαν έτσι. Θα μπορούσε n λύπη να τους έχει καταβάλει, αυτοί όμως αντιθέτως» υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλnς»(Λουκ. 24:36-53). Γ ιατί n Ανάληψη χαροποιεί τους χριστιανούς ;
Καταρχάς, διότι n δόξα του Κυρίου μας είναι πολύτιμη για μας. Η Ανάληψη επιστέφει την επίγεια αποστολή Του. Ολοκλήρωσε το έργο που Του ανάθεσε ο Πατήρ, και προς Αυτόν τείνει τώρα με όλο το είναι Του. Σε λίγο ο Πατέρας θα Τον υποδεχθεί, όπως αρμόζει στη νίκη που κέρδισε κατά της αμαρτίας και του θανάτου, μια νίκη που κατακτήθηκε με τόσο πόνο. Σε λίγο θα δοξαστεί στον ουρανό. Η δόξα και η επιθυμία του Κυρίου μας πρέπει να είναι σημαντικότερες για μας από την «αισθητή παρηγοριάς» που αντλούμε από την παρουσία Του. Ας μάθουμε να αγαπούμε τόσο τον Κύριό μας, ώστε να χαιρόμαστε με τη δική Του χαρά.
Στη συνέχεια, η Ανάληψη σηματοδοτεί το γενονός ότι ο Πατήρ αποδέχεται όλο το λυτρωτικό έργο του Υιού. Η Ανάσταση ήταν το πρώτο εκτυφλωτικό σημείο αυτής της αποδοχής. Η Πεντηκοστή θα είναι το τελικό. Η νεφέλη που σήμερα περιβάλλει τον Ιησού και ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό αντιπροσωπεύει τον καπνό του ολοκαυτώματος που ανεβαίνει από το θυσιαστήριο προς τον Θεό. Η θυσια έγινε δεκτή. Ο Πατήρ υποδέχεται το Θύμα, όπου κοντά Του θα συνεχίσει να προσφέρει αιωνίως τη θυσία Του. Το έργο της σωτηρίας μας ολοκληρώθηκε.
Ο Ιησούς δεν επιστρέφει μόνος στον Πατέρα. Είναι ο ασώματος Λόγος που κατέβηκε και έζησε μετά των ανθρώπων. Σήμερα είναι ο Λόγος που εγένετο Σαρξ, αληθινός Θεός και τέλειος άνθρωπος, που εισέρχεται στη βασιλεία των Ουρανών. Φέρνει μαζί Του την ανθρώπινη φύση την οποία είχε ενδυθεί. Ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας για την ανθρωπότητα . Κατακτούμε « μέσω πληρεξουσίου» τα επουράνια αγαθά: «Όντας nμάς νεκρούς τοις παραπτώμασι … συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοίs έπουρανίοις εν Χριστώ ‘Ιησού» . Εάν είμαστε πιστοί, προόρισε για μας θεση στη Βασιλεία. Η παρουσία μας εκεί είναι αυτό που επιθυμεί και περιμένει.
Η Ανάληψη καθιστά για μας τη σκέψη του ουρανού περισσότερο παρούσα και επίκαιρη. Σκεπτόμαστε άραγε αρκετά τη μόνιμη κατοικία μας; Για τους περισσότερους χριστιανούς, η ουράνια ζωή είναι κάτι σαν συμπλήρωμα της επίγειας. Κάτι σαν υστερόγραφο, σαν το παράρτημα ενός βιβλίου, του οποίου το κυρίως κείμενο έχει γραφτεί στη γη. Το αντίθετο όμως είναι το αληθινό. Η επίγεια ζωή, μας δεν είναι παρά ο πρόλογος του βιβλίου. Η ζωή στον ουρανό θα είναι το κείμενο, και το κείμενο δεν θα έχει τέλος. Για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη εικόνα, η γήινη ζωή μας είναι μια σήραγγα-στενή, σκοτεινή και πολύ σύντομη- που οδηγεί σ΄ένα υπέροχο και ηλιόλουστο τοπίο. Σκεπτόμαστε πάρα πολύ αυτό που είναι η ζωή μαs τώρα . Δεν σκεπτόμαστε αρκετά αυτό που θα είναι στο μέλλον : « Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε… α ητοίμασεν ο Θεος τοις αγαπώσιν Αυτόν» . Στον ‘Ορθρο τns σημερινής εορτής ψάλλουμε: «Αγγελικώs οι έν κόσμω πανηνυρίσωμεν…». Πράγμα που σημαίνει, ας σκεπτόμαστε περισσότερο τουs αγγέλουs, ας προσπαθήσουμε να εισέλθουμε στα δικά τους αισθήματα, να γευθούμε κάτι από αυτά που γεύθηκαν αυτοί, όταν ο Υιός επέστρεψε εν δεξιά του Πατρός. Aς μεταφερθούμε πρώτα-πρώτα κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο και τουs αγίους, που θα είναι οι αληθινοί συμπολίτες μας: «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς ύπάρχει , εξ ου και απεκδεχόμεθα σωτήρα Κύριον Ιησού Χριστόν ». Η ζωή μας θα μεταμορφωνόταν, εάν, ήδη από τώρα, ρίχναμε την καρδιά μας στην αντίπερα όχθη, πέρα από αυτόν τον κόσμο, στη Βασιλεία, όπου βρίσκονται όχι μόνον τα αληθινά αγαθά μας, αλλά και τα αγαθά όλων εκείνων που αγαπούμε .
Οι μαθητές, αφού αποχωρίστηκαν τον Ιησού, παρέμεναν πλήρειs ελπίδας, διότι ήξεραν ότι θα τουs εδίδετο το Πνεύμα. Τους παρήγγειλε «άπο Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι, αλλά περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός…». Η νεφέλη περιβάλλει τον Ιησού ,αλλά δεν έχει πάρει ακόμη το χρώμα της φλόγας της Πεντηκοστής Ο Ιησούς φεύγοντας μας σταθεροποιεί σε μια στάση, όχι λύπης αλλά χαρούμενης και γεμάτης εμπιστοσύνη προσμονής .
«Και εγένετο εν τω ευλογείν αύτον αυτούς διέστη απ’ αυτών και άνεφερετο εις τον ούρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν επέστρεψαν εις Ιερoυσαλήμ μετά χαράς μεγάλης.» Να τι θα έπρεπε να είναι για μας η γιορτή της Αναλήψεως. Εάν ο Ιησούs απομακρύνεται ευλογώντας, κι αν εμείς Τον προσκυνούμε γονατιστοί ενώ ανεβαίνει, θα σηκωθούμε γεμάτοι με καινούργια δύναμη-καρπό της ευλογίας και της προσκύνησης- και θα επιστρέψουμε, όπως οι απόστολοι, «μετά χαράς μεγάλης».
( Lev Gillet, (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΚΑΤΑΝΥΞΗ, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Αθήνα 2009, σ.124-128).

ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΥΡΙΟΥ

Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου!!! Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ

Βλέπετε αὐτὴ τὴν κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς χάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; Πήγασε ἀπὸ θλίψη. Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δέ, τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο. Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποὺ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα; Τὸ πέτυχε μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν, «ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. β ,8 – 11).
Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξουμε τὴν ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴν πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσουμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμό, γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. β, 21).
Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μιὰ ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σὲ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων.
Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ’ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα».(Ἐφ. α’, 20)
Γιατί λοιπὸν στάθηκε στὸ μέσο τους καὶ ἔπειτα τοὺς συνόδευσε; «Τοὺς ἐξήγαγε, λέγει, ἔξω ἕως τὴ Βηθανία», ἀλλὰ «καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια του, τοὺς εὐλόγησε». (Λουκᾶ κδ’, 50).
Τὸ ἔκαμε γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὸν ἑαυτό του ὁλόκληρο σῶο καὶ ἀβλαβή, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ πόδια ὑγιῆ καὶ βαδίζοντα σταθερά, αὐτὰ ποὺ ὑπέστησαν τὰ τρυπήματα τῶν καρφιῶν, τὰ ὁμοίως ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καρφωμένα χέρια, τὴν ἴδια τὴ λογχισμένη πλευρά, ἂν ἔφεραν πάνω τους, τοὺς τύπους τῶν πληγῶν, πρὸς διαπίστωση τοῦ σωτηριώδους πάθους.
Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι διὰ τοῦ «στάθηκε στὸ μέσο τῶν μαθητῶν» δεικνύεται καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ στηρίχθηκαν στὴ πίστη πρὸς αὐτόν, μὲ αὐτὴ τὴ φανέρωση καὶ εὐλογία του. Γιατί δὲν στάθηκε μόνο στὸ μέσο ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ στὸ μέσο της καρδιᾶς τοῦ καθενός, γιατί ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ἔγιναν σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι.
Στάθηκε λοιπὸν στὸ μέσο τους καὶ τοὺς λέγει, «εἰρήνη σὲ σᾶς», τοῦτο τὸ γλυκὸ καὶ σημαντικὸ καὶ συνηθισμένο του προσφώνημα. Τὴν διπλὴ εἰρήνη, πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι γέννημα τῆς εὐσέβειας καὶ αὐτὴ ποὺ ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας.
Καὶ καθὼς τοὺς εἶδε φοβισμένους καὶ ταραγμένους ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη καὶ παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα – φάντασμα, αὐτὸς τοὺς ἀνέφερε πάλι τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδιᾶς των, καὶ ἀφοῦ ἔδειξε ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος, πρότεινε τὴ διαβεβαίωση διὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, ὄχι γιατί εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλὰ γιὰ ἐπιβεβαίωση τῆς ἀναστάσεώς του.
Ἔφαγε δὲ μέρος ψητοῦ ψαριοῦ καὶ μέλι ἀπὸ κηρύθρα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὰ σύμβολα τοῦ μυστηρίου του. Δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του καθ’ ὑπόσταση τὴ φύση μας, ποὺ σὰν ἰχθὺς κολυμποῦσε στὴν ὑγρότητα τοῦ ἡδονικοῦ καὶ ἐμπαθοῦς βίου, καὶ τὴν καθάρισε μὲ τὸ ἀπρόσιτο πῦρ τῆς Θεότητός του. Μὲ κηρύθρα δὲ μελισσιοῦ μοιάζει ἡ φύση μας γιατί κατέχει τὸ λογικὸ θησαυρὸ τοποθετημένο στὸ σῶμα σὰν μέλι στὴ κηρύθρα. Τρώγει ἀπὸ αὐτὰ εὐχαρίστως γιατί καθιστᾶ φαγητό του τὴ σωτηρία τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς μετέχοντας τῆς φύσεως. Δὲν τρώει ὁλόκληρο, ἀλλὰ μέρος «ἀπὸ κηρύθρα μέλι» ἐπειδὴ δὲν πίστευσαν ὅλοι καὶ δὲν τὸ παίρνει μόνος του, ἀλλὰ προσφέρεται ἀπὸ τοὺς μαθητές, γιατί τοῦ φέρνουν μόνο τοὺς πιστεύοντες σ’ αὐτόν, χωρίζοντάς τους ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.
Κατόπιν τοὺς ὑπενθύμισε τοὺς λόγους του πρὶν τὸ πάθος, ποὺ ὅλοι πραγματοποιήθηκαν. Τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς εἶπε νὰ καθίσουν στὴν Ἱερουσαλὴμ μέχρι νὰ λάβουν δύναμη ἀπὸ ψηλά. Μετὰ τὴ συζήτηση ὁ Κύριος τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδήγησε ἕως τὴ Βηθανία καὶ ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σὰν ὄχημα καὶ ἀνῆλθε ἐνδόξως στοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιά της μεγαλοσύνης τοῦ Πατρός, καθιστώντας ὁμόθρονο τὸ φύραμά μας.
Καθὼς οἱ Ἀπόστολοι δὲν σταματοῦσαν νὰ κοιτάζουν τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φροντίδα τῶν ἀγγέλων πληροφοροῦνται ὅτι ἔτσι θὰ ἔλθει πάλι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «θὰ τὸν ἰδοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, νὰ ἔρχεται πάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ». (Ματθ. κδ’, 30).
Τότε οἱ μαθητὲς ἀφοῦ προσκύνησαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπὸ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος, ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ χαρούμενοι, αἰνώντας καὶ εὐλογώντας τὸ Θεὸ καὶ ἀναμένοντες τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου Πνεύματος.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος ἔζησε καὶ ἀπεβίωσε, ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ζοῦμε καὶ πεθαίνουμε καὶ θὰ ἀναστηθοῦμε ὅλοι. Τὴν ἀνάληψη ὅμως δὲν θὰ πετύχουμε ὅλοι, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους ζωὴ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὁ θάνατος εἶναι κέρδος, ὅσοι πρὸ τοῦ θανάτου σταύρωσαν τὴν ἁμαρτία διὰ τῆς μετανοίας, μόνο αὐτοὶ θὰ ἀναληφθοῦν μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση σὲ νεφέλες πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου στὸν ἀέρα. (Α’ Θεσ. δ’, 17).
Ἂς ἔρθουμε στὸ ὑπερῶο μας, στὸ νοῦ μας προσευχόμενοι, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου καὶ νὰ προσκυνήσουμε Πατέρα καὶ Υἱὸ καὶ ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Αὐτόμελον.
Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν, πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ τὰ ἐπὶ γῆς, ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος, καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Ἐκ τοῦ ὄρους Σῶτερ τῶν Ἐλαιῶν, σαρκὶ ἀνελήφθης, καθορώντων τῶν Μαθητῶν· ὅθεν σου τὴν θείαν, Ἀνάληψιν ὑμνοῦμεν, δι’ ἧς ἡμᾶς πρὸς δόξαν, ὕψωσας ἄρρητον.


http://www.synaxarion.gr

ΕΟΡΤΗ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

 
ΑΝΑΛΗΨΗ 550
Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
Η εορτή της Αναλήψεως του Ιησού Χριστού και Θεού μας, είναι για κάθε πιστό χριστιανό ένα χαρμόσυνο δοξολογικό και ευχαριστιακό γεγονός, μέσα στην όντως ευφρόσυνη αναστάσιμη περίοδο της Εκκλησίας μας.
Υμνούμε σήμερα με αισθήματα αγαλλιάσεως το μυστήριο της Θείας Αναλήψεως και κατακλύζουμε με ευλάβεια τους ιερούς ναούς, για να αναπέμψουμε ευχαριστήριες ωδές στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας Χριστό, για την αγία Ανάληψή Του στους ουρανούς, καθώς διδάσκει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, λέγων ότι, «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ». (Ιωάν.3,13) Και ο Απ. Παύλος λέγει ότι «ο Θεός αυτόν υπερύψωσε». (Φιλιπ.2,6-11).
Εορτάζουμε, λοιπόν σήμερα την επάνοδο του Θεανθρώπου στο θείο θρόνο της άφατης μεγαλοσύνης Του, στα δεξιά του Θεού Πατέρα, προς τον Οποίο θα είναι εσαεί ο μεγάλος και αιώνιος μεσίτης μας, όπως τονίζει ο Απ. Παύλος στην Α΄ προς Τιμόθεο Επιστολή του ότι, «εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς» (Α΄Τιμ.2,5).
Με την εορτή της Αναλήψεως εορτάζουμε το τέλος της επίγειας παρουσίας του Κυρίου μας και την άνοδό Του στους ουρανούς, πλησίον του Θεού και Πατρός. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει ότι μετά την ρητή εντολή προς τους μαθητές, για να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον κόσμο και να βαπτίσουν τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων». (Μαρκ.16,19-20). Ο Χριστός με την Ανάληψή Του, επιστρέφει εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός και ανεβάζει μαζί Του, ολόκληρο το γένος του Αδάμ, αφού « και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος».
Ο Αναστάς Χριστός έδωσε στον άνθρωπο την δυνατότητα κοινωνίας με το Θεό. Έδωσε τη δυνατότητα υπερβάσεως της αμαρτίας και του θανάτου. Έδωσε τη δυνατότητα της σωτηρίας, της θεώσεως και της λυτρώσεως. Και αυτή η σωτηρία δεν υπάρχει πλέον, ως προσδοκία ή ως επιθυμία, αλλά ως βεβαιότητα, καθώς μας βεβαιώνει το Απολυτίκιο της Εορτής: «βεβαιωθέντων αυτών (των μαθητών), δια της ευλογίας, ότι συ ει ο Υιός του Θεού, ο Λυτρωτής του κόσμου».
Επί σαράντα ημέρες εμφανίζεται στους μαθητές Του. Συνομιλεί με αυτούς και συντρώγει, «στους οποίους παρουσίασε τον εαυτό του ζωντανό μετά το πάθος του με πολλά τεκμήρια, ενώ φαινόταν για σαράντα ημέρες σ’ αυτούς και έλεγε τα σχετικά για τη βασιλεία του Θεού», διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων. (Πράξ.1,3).
Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού, είχαν προς τους μαθητές πολύ μεγάλη επίδραση, διότι οι έως τότε δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές, τώρα βιώνουν το οντολογικό γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους, με παρόντα τον Αναστημένο Κύριο. Συνεπώς τους δόθηκε η δυνατότητα να επιλύσουν κάθε απορία τους, δια σημείων, υποσχόμενος προς αυτούς τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και ότι δεν θα τους αφήσει απροστάτευτους. Τους διαβεβαίωσε, ότι προετοιμάζει, για τον καθένα την κοινή Βασιλεία, δια της προσωπικής αναστάσεως και ότι θα ζουν, ως ανθρώπινες υπάρξεις, σε κοινωνία με το Θεό. Διότι το νόημα της υπάρξεώς μας δεν είναι απλώς το να ζήσουμε αιώνια, αλλά το να ζήσουμε αιώνια κοντά στο Θεό.
Ο Κύριός μας, με την Ανάληψή Του, επισφραγίζει την Ανάστασή Του και όλες τις υποσχέσεις που έδωσε, ως Θεάνθρωπος. Τώρα συνοδευόμενος από τους Αγγέλους, εν νεφέλη φωτεινή, ανεβαίνει εις ουρανούς. Δείχνει στους μαθητές Του, αλλά και σε κάθε πιστό, ότι τα πάντα για Εκείνον είναι δυνατά.
Η Ανάληψη του Κυρίου Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό τέλος της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη», επιβεβαιώνοντας την Θεϊκή Του Υπόσταση, όχι μόνο στους παριστάμενους μαθητές Του, αλλά σε κάθε άνθρωπο.
Ο Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. «Ανελήφθη εν δόξη», και κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματος της Εκκλησίας είναι ο Παράκλητος, «το Πνεύμα της αληθείας» ( Ιωάν . 15,26), ο Οποίος επεδήμησε, κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής, για να παραμείνει, ως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ” υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).
O Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους Επιστολή του γράφει, ότι «Ο Χριστός είναι μεσίτης καινούργιας διαθήκης, αφού έγινε ο θάνατός του για απολύτρωση των παραβάσεων, που αφορούν την πρώτη διαθήκη, ώστε να λάβουν οι καλεσμένοι την υπόσχεση της αιώνιας κληρονομιάς».(Εβρ.9,15).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι, όπως Εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι” εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη, όμως, δεν θα την πετύχουμε όλοι, παρά μόνο εκείνοι που ζωή τους είναι ο Χριστός και τότε ο θάνατος είναι κέρδος, αφού όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία, δια της μετανοίας, μόνο αυτοί μετά την κοινή ανάσταση, θα αναληφθούν «εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα» (Α” Θεσ. 4:17).
Ας έρθουμε, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στο υπερώο του νου μας προσευχόμενοι και ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας, για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. ΑΜΗΝ!

ΑΝΑΛΗΨΗ- ΚΥΡΙΟΥ


Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού

Δημοσιεύτηκε: Μάϊος 12. 2010 11:33
Ενημερώθηκε: Ιούνιος 10. 2013 22:06

 
 
 
 
 
 
 
Ο Κύριος "ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού". Το γεγονός της Αναλήψεως του Κυρίου είναι το ορατό σημείο της συμφιλίωσης Θεού και ανθρώπου, αλλά και του δοξασμού της ανθρώπινης φύσης.
Η καταλλαγή αυτή και ο δοξασμός του ανθρώπου επιτεύχθηκε με την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού -με την οποία ο Θεός ένωσε την ανθρώπινη φύση με τη θεία Του φύση  ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως- το επι γης έργο Του, τα εκούσια Του Πάθη, την ένδοξη Ανάστασή Του.
Οι πολλαπλές εμφανίσεις του Θεανθρώπου,  μετά την Ανάστασή Του, σκοπό είχαν να πείσουν τους Μαθητές Του ότι, όντως, αναστήθηκε και να χαρίσει σε αυτούς την ειρήνη, τη χαρά και το φως της ανεσπέρου αυτής ημέρας. Στις Πράξεις των Αποστόλων (1:3), o αναστημένoς Ιησούς εμφανιζόταν στoυς Μαθητές Τoυ και τoυς «δίδασκε τα περί της Βασιλείας τoυ Θεoύ για σαράντα ημέρες».
Την Πέμπτη της έκτης εβδoμάδας από την Ανάστασή Τoυ, o Χριστός, αφoύ ευλόγησε τoυς μαθητές Τoυ, αναλήφθηκε στoυς Ουρανούς (Λoυκ. 24, 50-51), στην περιoχή της Βηθανίας, έτσι ώστε την ημέρα της Πεντηκοστής να επιστρέψει εν Αγίω Πνεύματι, για να συνεχίσει, ως Εκκλησία πλέον, το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Η εν Αγίω Πνεύματι σωματική παρουσία του Κυρίου υπάρχει και θα υπάρχει συνεχώς, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπου οι πιστοί μπορούν να ενωθούν μαζί Του. Ο Απ. Παύλος μας υπενθυμίζει με το λόγο του, ότι «έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4: 17).
Το γεγονός της Αναλήψεως αποτελεί ένα από τα βασικότερα δόγματα της Εκκλησίας μας και αναφέρεται στo Σύμβoλo της Πίστεως. Αμήν.
Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος
 
 
Ιωάννου του Χρυσοστόμου,
 Λόγος εις την Ανάληψη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού
Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε έως τώρα, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού...
Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, εμείς που στο τέλος καταντήσαμε να μην αξίζουμε να ζούμε εδώ στη γη, με αποτέλεσμα να γίνει ο κατακλυσμός και να χαθεί όλο το ανθρώπινο γένος εκτός της οικογένειας του Νώε, εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.
Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε; Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ., 3: 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. 68:10) ... Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της παρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί όλο το ανθρώπινο γένος…
Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του», ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά. Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, «έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού· Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω» (Ησαΐας 1: 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. «Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού» (Παροιμ. 6: 6) … Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.
Επιμέλεια: Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού,Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος
Βλ.: Χρυσοστόμου, Ι., «Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»,  Ε.Π.Ε., 36

Αναλήψεως του Κυρίου



Ο Κύριος "ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού". Το γεγονός της Αναλήψεως του Κυρίου είναι το ορατό σημείο της συμφιλίωσης Θεού και ανθρώπου, αλλά και του δοξασμού της ανθρώπινης φύσης.

Η καταλλαγή αυτή και ο δοξασμός του ανθρώπου επιτεύχθηκε με την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού -με την οποία ο Θεός ένωσε την ανθρώπινη φύση με τη θεία Του φύση ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως- το επι γης έργο Του, τα εκούσια Του Πάθη, την ένδοξη Ανάστασή Του.

Οι πολλαπλές εμφανίσεις του Θεανθρώπου, μετά την Ανάστασή Του, σκοπό είχαν να πείσουν τους Μαθητές Του ότι, όντως, αναστήθηκε και να χαρίσει σε αυτούς την ειρήνη, τη χαρά και το φως της ανεσπέρου αυτής ημέρας. Στις Πράξεις των Αποστόλων (1:3), o αναστημένoς Ιησούς εμφανιζόταν στoυς Μαθητές Τoυ και τoυς «δίδασκε τα περί της Βασιλείας τoυ Θεoύ για σαράντα ημέρες».

Την Πέμπτη της έκτης εβδoμάδας από την Ανάστασή Τoυ, o Χριστός, αφoύ ευλόγησε τoυς μαθητές Τoυ, αναλήφθηκε στoυς Ουρανούς (Λoυκ. 24, 50-51), στην περιoχή της Βηθανίας, έτσι ώστε την ημέρα της Πεντηκοστής να επιστρέψει εν Αγίω Πνεύματι, για να συνεχίσει, ως Εκκλησία πλέον, το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Η εν Αγίω Πνεύματι σωματική παρουσία του Κυρίου υπάρχει και θα υπάρχει συνεχώς, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπου οι πιστοί μπορούν να ενωθούν μαζί Του. Ο Απ. Παύλος μας υπενθυμίζει με το λόγο του, ότι «έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4: 17).

Το γεγονός της Αναλήψεως αποτελεί ένα από τα βασικότερα δόγματα της Εκκλησίας μας και αναφέρεται στo Σύμβoλo της Πίστεως. Αμήν.

Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος



Ιωάννου του Χρυσοστόμου,
Λόγος εις την Ανάληψη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού

Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε έως τώρα, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού...

Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, εμείς που στο τέλος καταντήσαμε να μην αξίζουμε να ζούμε εδώ στη γη, με αποτέλεσμα να γίνει ο κατακλυσμός και να χαθεί όλο το ανθρώπινο γένος εκτός της οικογένειας του Νώε, εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.

Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε; Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ., 3: 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. 68:10) ... Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της παρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί όλο το ανθρώπινο γένος…

Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του», ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά. Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, «έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού· Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω» (Ησαΐας 1: 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. «Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού» (Παροιμ. 6: 6) … Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.

Επιμέλεια: Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού,Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος
Βλ.: Χρυσοστόμου, Ι., «Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού», Ε.Π.Ε., 36


Αναδημοσίευση από: Εκκλησία της Κύπρου

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

ΕΝΑΣ ΑΠΑΝΙΟΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ

Ένας σπάνιος Συνάδελφός μου.


Γράφει ο θεολόγος Βασίλειος Γκρίλλας

Χρόνια τώρα, στην ίδια θέση, αριστερά πάνω στο γραφείο μου στέκει μια κορνίζα. Συνήθως, όσοι έχουν δουλειά γραφείου, πάντα κάπου πάνω στην επιφάνεια εργασία τους ακουμπούν να στέκει κάτι που, στις δύσκολες ώρες της δουλειάς, τους ξεκουράζει. Άλλος μια κορνίζα της οικογένειας, άλλος μια φωτογραφία του παιδιού του, άλλος μια όμορφη ζωγραφιά, κάτι τέλος πάντων, που με μια φευγαλέα ματιά σε κάνει να ξεχνάς την ρουτίνα και τον κόπο και σου δίνει μια μικρή ανάσα δευτερολέπτων για να συνεχίσεις.

Στο δικό μου το γραφείο, σε αυτή την θέση εδώ και είκοσι τρία χρόνια παραστέκει η φωτογραφία ενός καλού Συναδέλφου. Είναι η δική μου ανάσα της δύσκολες ώρες της θεολογικής σπουδής, όταν σαν άνθρωπος δεν παλεύεις άλλο την μελέτη, την εργασία, την γραφή, τα τηλέφωνα, το οτιδήποτε κάνεις για την Θεολογία. Τις ώρες αυτές, μια ματιά μου στα αριστερά του γραφείου, μου δίνει μιαν ανάσα. Μιαν άλλη ανάσα, μικρή και βαθειά που με κάνει να χαμογελώ μέσα μου και να συνεχίζω. Εγώ στο γραφείο μου και εκείνος στην φωτογραφία καθισμένος επίσης στο γραφείο του. Και οι δύο εργαζόμενοι στο ίδιο πεδίο.

Πόσες φορές ζαλίστηκα σε αρχαία κείμενα και σε σύγχρονα βιβλία απελπισμένος! Μια ματιά στην φωτογραφία του Συναδέλφου και όλα επιστρέφουν στην ορθή τάξη των πραγμάτων με την σκέψη πως και αυτός πέρασε τις ίδιες ζαλάδες. Πόσες φορές γράφοντας κόλλησε το μολύβι στην ίδια λέξη παγώνοντας, χωρίς να προχωρά πεισματικά, λίγο πιο κάτω! Μια ματιά στην φωτογραφία του Συναδέλφου και όλα γίνονται εύκολα με την σκέψη πως και εκείνος όσα έγραψε δεν είναι προϊόντα ευκολίας!

Πόσες φορές καθισμένος στο γραφείο μου, βλέποντας τα μηνύματα μου ή μιλώντας στο τηλέφωνο δεν έγινα αποδέκτης άδικων κατηγοριών, συκοφαντιών και κακοπροαίρετης κριτικής! Μια ματιά στην φωτογραφία του Συναδέλφου και όλα γίνονται φώς και αλήθεια σκορπίζοντας στον Άδη κάθε κακία για πάντα, με την σκέψη πως και εκείνος πέρασε τα ίδια και χειρότερα και άντεξε! Πόσες φορές σκεπτόμενος το ρόλο μου ως Θεολόγος δεν δίστασα! Άπειρες!

Μια ματιά στην φωτογραφία του Συναδέλφου και όλοι οι δισταγμοί γίνονται δύναμη και κίνητρο με πείσμα Χριστού να μην εγκαταλείψω! Πόσες φορές στην όποια θεολογική σπουδή δεν έφτασα στην εωσφορική απογοήτευση ότι δεν μπορώ άλλο! Χιλιάδες! Μια ματιά στην φωτογραφία του Συναδέλφου και η απογοήτευση γίνεται ελπίδα και πίστη με την σκέψη ότι εκείνος πρώτος δεν απογοητεύτηκε στις εωσφορικές δυσκολίες. Πόσες φορές όταν ο πειρασμός με χτύπησε ύπουλα από τα δεξιά και έφτασα στην σκάλα της οίησης δεν αυτοεπαίνεσα το εγώ μου με την σκέψη ότι τα κατάφερα! Πολλές! 

Μια ματιά στην φωτογραφία του Συναδέλφου με έκανε να σκέπτομαι πως εκείνος καθάριζε τουαλέτες ως άθλιος εργάτης υπέρ της εφαρμογής των ευαγγελικών επιταγών! Πόσες φορές δεν έφτασα στο μηδέν της μελέτης μου, εκεί που λες όλα τελείωσαν! Μια ματιά στην φωτογραφία και δύο λέξεις «Συνάδελφε βοήθεια!!!» και τότε μπαίνει από μόνος του εκείνος μπροστά από το μηδέν και το μηδέν μετατρέπεται θαυμαστά σε δέκα, γιατί η μονάδα και το μηδέν σου φτιάχνουν άλλο νούμερο μαζί και άλλο ξεκομμένα!

Αυτός είναι Συνάδελφος. Πάντα «συν» και πάντα «αδελφός»! Δεν έχει σημασία που πήρε πτυχίο από την Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών πολλά χρόνια πριν από μένα. Δεν έχει καμία σημασία πως δεν κάτσαμε μαζί στα ίδια έδρανα. Δεν έχει σημασία πως εκείνος είχε άλλους δασκάλους από ότι εγώ. Σημασία έχει πως είμαστε Συνάδελφοι. Γραμμένοι στο ίδιο Βιβλίο Πτυχιούχων της ίδιας Σχολής. Εκείνος, εγώ και πολλοί άλλοι!!! Αυτό μας κάνει ένα.

Και θα με ρωτήσει κάποιος εσένα σε ξέρουμε! Τον άλλον που λες πως θα τον βρούμε στα κιτάπια που αναφέρεις. Θα απαντήσω. Ψάξτε στο όνομα Νεκτάριος Κεφαλάς!!!

Ναι! Για τον Άγιο Νεκτάριο σας μιλώ! Αυτόν που καθισμένος εδώ δίπλα μου, ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, μένει χρόνια πιστός και ακάματος Συνάδελφος μου. Από τα χέρια μου καντήλι και λιβάνι σε αυτή την φωτογραφία βλέπει δύο μέρες το χρόνο! Στις 8 και στις 9 του Νοέμβρη που τιμάται από την Εκκλησία μας η μνήμη του!

Είναι οι δύο μέρες που η φωτογραφία του φεύγει από το γραφείο μου και κάθεται Δεσποτικά στο Εικονοστάσι του σπιτιού. Τότε βλέπει και καντήλι και κερί και λιβάνι. Όλες τις άλλες μέρες μπροστά του έχει μια κούπα με καφέ, ή ένα ποτήρι με νερό, ή λίγα φρούτα ή ακόμα ακόμα και φαγάκι. Αυτά που τέλος πάντων χρειάζομαι όταν δουλεύω. Κάποιες φορές είναι πνιγμένος σε στοίβες χαρτιών, βιβλίων, σημειώσεων.

Κάποιες άλλες τον σκουντάω λίγο παραπάνω, όταν μαζεύονται πολλά πάνω στο γραφείο, ακούω ένα ντούπ και τον βλέπω να πέφτει από την θέση του! Είναι οι ώρες που του λέω: «Είδες Συνάδελφε! Κοτζάμ Άγιος και δεν άντεξες. Έπεσες! Έλα να σε σηκώσω και σήκωσε με και συ!». Τότε πάντα τον ακούω να γελάει και αρχίζουμε την πλάκα! Παύουμε να δουλεύουμε. Μιλάμε. Συζητάμε. Πού και που ρίχνουμε και κανα καβγαδάκι για να ξεσπάσουμε. Αλλά μετά πάντα το ρίχνουμε στο φιλότιμο των καλών Συναδέλφων και αρχίζουμε τα τραγούδια… Αγνή Παρθένε Δέσποινα… Χαίρε!!! Και έτσι …χαίρε ο ένας χαίρε ο άλλος… προχωράμε! Μαζί! Χέρι χέρι!

enas-spanios-synadelfos-moy.V.Grillas«Aenai-EpAnastasi
Αυτός είναι ο Συνάδελφός μου και μόνο τέτοιους συναδέλφους θέλω! Με «συν» και «αδελφοσύνη». Όλοι οι άλλοι δεν ξέρω αν είναι συνάδελφοι και ας έχουν γραφτεί στο ίδιο Βιβλίο Πτυχιούχων!

Προσωπικά μου φτάνει αυτός ο ένας, γιατί από το γραφείο μου με πάει πάντα την ίδια βόλτα: Στην Εκκλησία του Χριστού!

Συνάδελφε σε ευχαριστώ…

Β.Α. Γκρίλλας
9 Νοεμβρίου 2013
Ημέρα που η Εκκλησία τιμά
τον Συνάδελφο θεολόγο,
Άγιο Νεκτάριο Κεφαλά.

Ένα άρθρο γραμμένο από καρδιάς... ευχαριστούμε ιδιαιτέρως τον καλό μας αδελφό και φίλο Βασίλη Γκρίλλα, για το συγκινητικό και βιωματικό του άρθρο στην «Αέναη επΑνάσταση». Ευχόμαστε από καρδιάς ο Άγιος Νεκτάριος να του συμπαραστέκεται στις γραφικές του στιγμές και να τον φωτίζει.