Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΕΓΕΝΕΤΟ» Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΑ ΛΟΓΟΥ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΕΓΕΝΕΤΟ» Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΑ ΛΟΓΟΥ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ



«ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΕΓΕΝΕΤΟ»
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΤΟΥ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΑ ΛΟΓΟΥ
ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
 Εἰρήνης Ἀρτέμη
Θεολόγου –Φιλολόγου
ΜΑ & PhD Θεολογίας 
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
            Στή Σοφία Σολομῶντος ἀναφέρεται ὅτι «ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων»[1]. Εὔλογα, κάποιος θά ἀναρωτηθεῖ τότε ὁ θάνατος σέ ποιόν ὀφείλεται. Κύριος ὑπέυθυνος γιά τήν ἔλευση τοῦ θανάτου στόν κόσμο εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Αὐτός ἔκανε κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του. Παραβίασε, λοιπόν, τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ: «ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»[2]. Ἡ συνέπεια τῆς παραβιάσεως αὐτῆς τῆς ἐντολῆς καί ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας ὁδήγησαν τόν ἄνθρωπο στήν πτώση καί στήν ἀπώλεια τῶν ἀγαθῶν τῆς ἀρχεγόνου καταστάσεως[3]. Ἕνα ἀπό τά βασικότερα ἀγαθά τῆς ζωῆς στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ ἦταν ἡ ἀθανασία[4]. Ἡ ἀπομάκρυνση καί ἡ άποστασία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό, τήν πηγή τῆς ζωῆς εἶχε ὡς ἀπόρροια ἀρχικά τόν ψυχικό θάνατο τοῦ πρώτου καί στή συνέχεια τό βιολογικό του[5], «Ὅσον γάρ ἀφίστατο τῆς ζωῆς, τοσοῦτον προσήγγισε τῷ θανάτῳ. Ζωή γάρ ὁ Θεός, στέρησις δέ τῆς ζωής θάνατος», ὑπογραμμαμίζει ὁ Μ. Βασίλειος[6].
Μετά τήν παρακοή καί τήν πτώση του, ὁ ἄνθρωπος γίνεται δέσμιος τοῦ σατανᾶ καί ὁ ἔσχατος προορισμός της ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ διαμονή του στόν Ἅιδη. Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα κληροδοτοῦν στούς ἀπογόνους τους τό προπατορικό ἁμάρτημα καί τίς συνέπειες τῆς πτώσεως. Ἡ ἀνθρώπινη φύση νόσησε καί ὅπως ὀρθά παρατηρεῖ ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Ἠρρώστησεν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐν Ἀδάμ…εἰσέδυ τε οὔτως αὐτήν τά πάθη»[7]. Τά πάθη τοῦ ἀνθρώπινου φυράματος ἀποτελοῦν ἐρείσματα τῆς κυριαρχίας του διαβόλου[8]. Ὁ Κύριλλος γράφει ὅτι ὁ σωματικός θάνατος ἦταν ὁ τρόπος πού ἐπέλεξε ὁ Θεός, γιά νά διακόψει τό δρόμο τῆς ἁμαρτίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποδεικνύεται ἡ θεία φιλανθρωπία. Ὁ Ἀδάμ ἦταν ἐκεῖνος πού εἰσήγαγε μέ τήν παρακοή του τήν τιμωρία. Ἡ τελευταία τοῦ εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπό τόν ἴδιο τό Δημιουργό. Ὁ Θεός, ὅμως, δέν ἀφήνει τό πλάσμα του ἕρμαιο στή φθορά τοῦ θανάτου. Ἔτσι, οἰκονομεῖ τά πράγματα μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἡ τιμωρία νά γίνει σωτηρία καί νά ἐπέλθει ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος ἀπό τούς «ἱδρῶτας», «τάς λύπας, τάς φροντίδας» καί νά τοῦ δοθεῖ ἡ προσμονή καί ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς τελικῆς νίκης του ἐπί τοῦ βροτοφάγου δαίμονα[9].
Ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀδύναμος νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τό θάνατο, τήν ἁμαρτία καί τά δεσμά τοῦ Ἅιδη. Ὁ φιλάνθρωπος Θεός δέν ἐπρόκειτο νά τόν ἀφήσει μόνο του σέ αὐτόν τόν ἀγώνα. Ἐξαιτίας τῆς ἄπειρης ἀγαθότητας καί ἀγάπης Του, ἀποφάσισε νά ἐπαναφέρει τό πλάσμα Του στήν ἀρχική του κατάσταση[10]. Ἡ ἐν χρόνῳ ἐνανθρώπηση τοῦ Θείου Λόγου θά ἦταν ὁ τρόπος γιά τή σωτηρία ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας˙ ἄν καί ὁ Θεός μποροῦσε νά σώσει τήν ἀνθρωπότητα «κατά μυρίους τρόπους»[11]. Μέ τήν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ σωτηρία θά μποροῦσε νά ἀπαλλαγεῖ τό ἔλλογο ὄν ἀπό τό θάνατο καί νά εἶναι ἄξιο πάλι τῆς ζωῆς[12]. Ἔτσι μέ τή σάρκωση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος «μετασκευάζεται»[13]. Τήν ἀποκατάσταση, ὅμως, τοῦ ἄνθρώπου καί τή συνδιαλλαγή τοῦ κόσμου μέ τό Θεό ἦταν ἀδύνατο νά τήν πραγματοποιήσει μέ τό θάνατο ἑνός κοινοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Σάρκωση, τά Πάθη, ὁ Θάνατος καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ θά γινόταν ἡ γέφυρα ἐπαναπροσεγγίσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Δημιουργό του.
  ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α:
Η ΓΕΝΝΗΣΗ, Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
  1. Ἡ ἐν χρόνῳ κατά σάρκα γέννηση τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας
Ὁ «ἀχώρητος», «ἀπερίγραπτος», «ἀναλλοίωτος» προαιώνιος Θεῖος Λόγος, ὁ ὁποῖος βρίσκεται πέρα ἀπό κάθε ἔννοια χώρου καί χρόνου γεννιέται κατά σάρκα ἐν χρόνῳ, γιά νά ἀπαλλάξει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας τονίζει ὅτι ὁ Λόγος ἀποτελεῖ τήν ζωντανή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ - Πατέρα, τό ἀπαύγασμα τῆς δόξης καί κατά τήν ἐν χρόνῳ ἐνσάρκωσή Του δέ «μετατρέπει», δέ «μεταβάλλει» τή Θεία Του φύση σέ ἀνθρώπινη, ἀλλά ἑνώνει τή Θεία μέ τήν ἀνθρώπινη. Ὁ Λόγος, λοιπόν, ἀναλαμβάνει τήν ἀνθρωπείαν φύσιν, στήν ὁποία ἀδιάσπαστα συνυπάρχουν τό σῶμα μέ τή λογική ψυχή[14]. Ὁ Κύριλλος ἐξηγεῖ μέ σαφήνεια ὅτι ἠ φύση τοῦ Λόγου δέν ἔγινε σάρκα ὕστερα ἀπό κάποια μεταποίηση αὐτῆς, ἀλλά οὔτε μεταβλήθηκε μόνο σέ ἄνθρωπο μέ σάρκα καί ψυχή παύοντας νά εἶναι Θεός. Παρέμεινε τέλειος Θεός καί συγχρόνως ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος. Σέ ἕνα πρόσωπο ἑνώθηκαν «ἀφράστως τε καὶ ἀπερινοήτως» οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρώπινη καί γι’ αὐτό ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος εἶναι «εἷς δὲ ἐξ ἀμφοτέρων Χριστός καί Υἱός»[15]. Ἡ χρήση τῶν λέξεων «Χριστός» καί «Υἱός» γίνεται σκόπιμα, γιά νά δηλωθεῖ μέ τήν πρώτη ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Ἰησοῦ καί μέ τή δεύτερη, ἡ θεότητά Του ὡς Λόγου. Ἔχουμε τήν πραγματική ἕνωση τῶν δύο φύσεων τήν «καθ’ ὑπόστασιν»[16].
Μέ τήν ἐνσάρκωση, ὁ ἀσώματος γίνεται ἐμφανής, καί ὁ «ἀναφής» ἁπτός· ὁ Δημιουργός εἰσέρχεται στή δημιουργημένη σάρκα.[17] Μέ τήν ἐν χρόνῳ κατά σάρκα γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἴδια ἡ Ζωή ἐμφανίζεται μπροστά στά σαρκικά μάτια μας, «Ὁ ἦν ἀπαρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν , ὅ ἑωράκαμεν τοῖς μέν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα, καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περί τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς, καί ἡ ζωή ἐφανερώθη, καί ἑωράκαμεν, καί μαρτυροῦμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἤτις ἦν πρός τόν Πατέρα, καί ἐφανερώθη ἡμῖν».[18] Ἡ ἐν χρόνῳ ἐνανθρώπηση τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας γίνεται ἡ ἀφετηρία γιά τή σωτηρία μας πού ὁλοκληρώνεται μέ τό Θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Λόγου[19].
Χαρακτηριστικά ὁ Κύριλλος γράφει ὅτι εἶναι «εἰκαῖόν τε καὶ ἀμαθὲς»[20] νά ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ Υἱός πού εἶναι προαιώνιος καί συναΐδιος μέ τόν Πατέρα, ἔχει ἀνάγκη ἀπό δεύτερη γέννηση ὡς Θεός. Ἡ ἐνανθρώπησή του ἐπετεύχθηκε μέσα ἀπό τή μήτρα τῆς Παρθένου Μαρίας, τῆς Θεοτόκου[21]. Ἡ Μαρία δέ γέννησε ἄνθρωπο κοινό, στόν ὁποῖο ἐπιφοίτησε σέ αὐτόν ὁ Λόγος. Δέν ἔχουμε τή γέννηση ἑνός θεοφόρου ἀνθρώπου, ἀλλά ὁ Θεῖος Λόγος μέσα ἀπό τή μήτρα τῆς Παναγίας ἑνώθηκε μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἔχουμε δηλαδή μία «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωση πραγματική καί ὄχι μία ἁπλή συνάφεια, ἀφοῦ ἡ Παρθένος γέννησε πραγματικά τό ἅγιο καί ἀναμάρτητο «σῶμα» (σῶμα καί ψυχή), μέ τό ὁποῖο ἑνώθηκε ἐξ ἀρχῆς κατά τή σύλληψη ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, δίκαια λέγεται ὅτι τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Τριάδος γεννήθηκε κατά σάρκα. Δέν ἔχουμε δύο Υἱούς[22], ἐξηγεῖ ὁ Κύριλλος, ἀλλά ἕναν ἐνσαρκωμένο Θεῖο Λόγο, «οὐχ ὡς δύο πάλιν συνεδρευόντων υἱῶν, ἀλλ’ ὡς ἑνός καθ’ ἕνωσιν μετά τῆς ἰδίας σαρκός»[23] στόν ὁποῖο, ἡ κάθε φύση διατηρεῖ τίς ἰδιότητές της.
Ἐπιπλέον ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ὑποστηρίζει ὅτι μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί τή νίκη πού Ἐκεῖνος κατέφερε ἐναντίον τοῦ διαβόλου τόσο στούς πειρασμούς, ὅσο μέ τήν ὅλη ζωή Του ἀλλά καί μέ τό Πάθος, τή Θανή καί τήν Ἀνάστασή Του, στέρησε ἀπό τόν Ἑωσφόρο τήνκαύχηση ὅτι παίλαιψε καί ἠττήθηκε ἀπό τό Θεό. Χάρη στήν ἐνσάρκωση ὁ Λόγος παλεύει μέ τόν ἄρχοντα τοῦ σκότους καί τόν νικᾶ ὡς ἄνθρωπος, «ἀνθρωπίνῃ φιλοσοφία»καί  «οὐκ ἐξουσίᾳ θεότητος»[24].
  1. Ὁ Θάνατος καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ
Ἡ θεία ἐνανθρώπηση εἶναι ἡ ἀπαρχή καί τό θεμέλιο τῆς πάλης τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ διαβόλου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Ὅταν ὁ Χριστός δέχεται ἐκούσια νά πεθάνει πάνω στό σταυρό, γνωρίζει ὅτι θά καταλύσει τό θάνατο. Δέχθηκε κατ' οἰκονομίαν τό θάνατο, γιά νά μπορέσει νά καταλύσει «τοῦ θανάτου τό κράτος»[25]. Ὁ Κύριλλος σημειώνει ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος ἔπαθε πραγματικά κατά τή σάρκα, μένοντας ἀπαθής ὅμως, ὡς Θεός[26]. Τό πάθος κατά συνέπεια ἀνήκει ἀποκλειστικά στήν παθητή σάρκα, γιατί ἡ θεία φύση δέν μπορεῖ νά «πάθει». Γιά τά δεσποτικά πάθη τοῦ Θεανθρώπου ἡ αἰτία εἶναι οἱ δικές μας ἁμαρτίες. Ἄν καί Ἐκεῖνος ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπό τό παραμικρό ἴχνος ἁμαρτίας, σήκωσε στούς ὤμους Του ἑκουσίως τό σταυρό καί ἔπαθε ὡς «τιμωρία» γιά τίς ἁμαρτίες μας.[27] Μόνο ἔτσι θά λύτρωνε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν κατάρα τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, τήν τιμωρία δηλαδή τῶν πρωτοπλάστων γιά τήν παρακοή τους, ἡ ὁποία μεταβιβαζόταν ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο, ἀπό γενιά σέ γενιά, σέ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος.
            Ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος, ἄν καί ἀνέλαβε ὅλες τίς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί πέθανε ἑκούσια γιά ὅλους μας, γινόμενος γιά ἐμᾶς «κατάρα»[28], παρέμεινε τελείως ἀναμάρτητος, «κἄν γέγονεν ἁμαρτία, μεμένηκε ὅπερ ἦν... ἅγιος κατά φύσιν ὡς Θεός». Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του ἦταν ἀναμάρτητη κατά φύση, ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία παρά φύση κατέλαβε τή φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ὁ θάνατός Του ἦταν ἅγιος καί ἀβέβηλος καί ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Πατέρα Του ὡς ἀρωματικό θυμίαμα[29].
            Ἄν καί τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο ὑποστατικῶς ἦταν ἑνωμένο μέ τή θεότητα, βρισκόταν στόν τάφο, Ἐκεῖνος κατέβηκε στό βασίλειο τοῦἍιδη. Κατέβηκε, ὥστε μέ τή δύναμη τῆς θείας παρουσίας του καί μέ τό σωτήριο κήρυγμά Του στούς νεκρούς, νά ἐλευθερώσει τίς ψυχές τῶν τεθνεώτων καί νά τούς δείξει τό δρόμο τῆς σωτηρίας τους[30]. Στό σημεῖο αὐτό ὁ Κύριλλος ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ Κύριος μέ τό πανάγιο σῶμα του καταργοῦσε μέσα στόν τάφο τή σαρκική φθορά καί ἔκανε φανερή τή δική μας μελλοντική ἀφθαρσία καί ἀνάσταση. Παράλληλα μέ τή λογική ψυχή του καταργεῖ τό θάνατο μέσα στό ἴδιο τό βασίλειο του Ἅιδη, εὐαγγελιζόμενος στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων τήν ἀπολύτρωση ἀπό τά δεσμά τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου.
Ὁ Χριστός κήρυξε σέ ὅλους τούς νεκρούς στόν Ἅιδη. Δυστυχῶς, ὅμως, κάποιοι -ὅπως καί στούς ζωντανούς- δέ δέχθηκαν τό κήρυγμα αὐτό μέ ἀποτέλεσμα νά μήν ἀπευλεθερωθοῦν ἀπό τόν πνευματικό θάνατο[31]. Ὁ Κύριλλος τονίζει ἀναλυτικά ὅτι τό τέλος τῆς σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο ὁ θάνατος Του στό σταυρό, ἀλλά καί ἡ ἀνάστασή Του, «κατηργήθη οὔτω θάνατος, οὐκ ἀνασχομένης τῆς κατά φύσιν ζωῆς, ὑποθεῖναι τήν φθοράν τό ἴδιον σῶμα, καθότι οὐκ ἦν δυνατόν κρατεῖσθαι Χριστόν ὑπό αὐτῆς»¨[32], καθώς καί ἡ ὕψωσή Του στόν οὐρανό «θανατωθείς σαρκί ζωοποιηθείς δέ πνεύματ騻[33]. ἄλλωστε ὁ θάνατος καί ἡ φθορά του δέν ἦταν δυνατόν νά κρατήσουν δέσμιό τους τό Θεάνθρωπο Χριστό.
Μόνο ἔτσι θά μποροῦσε νά ἐπιτευχθεῖ μέ ἀπόλυτη ἐπιτυχία ὁ σκοπός τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, τήν ἀνακαίνισή του καί τήν ἐπανασύνδεσή του μέ τό Θεό Πατέρα· «ἵνα ἡμᾶς προσαγάγη τῷ Θεῷ»¨.[34] Κατάφερε νά πετύχει νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στό σκοπό τῆς δημιουργίας του, κάτι στό ὁποῖο ἀπέτυχε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ· «Κεχρημάτικε δέ καί ἔσχατος Ἀδάμ, ὡς ἐξ Ἀδάμ γεγονώς κατά σάρκα, καί ἀρχή δευτέρα τῶν ἐπί γῆς, ἀναστοιχειουμένης ἐν αὐτῷ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἰς καινότητα ζωῆς, τῆς ἐν ἁγιασμῷ τε καί ἀφθαρσίᾳ, διά τῆς νεκρῶν ἀναστάσεως˙ κατηργήθη οὔτω θάνατος, οὐκ ἀνασχομένης τῆς κατά φύσιν ζωῆς, ὑποθεῖναι τῇ φθορᾶν τό ἴδιον σῶμα, καθότι οὐκ ἦν δυνατόν κρατεῖσθαι Χριστόν ὑπό αὐτῆς».[35] Γίνεται, λοιπόν, «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν», ἀπαρχή τής νέας ἀνθρωπότητας, ἡ ἀπαρχή τῆς ἀναστάσεως πάντων τῶν κεκοιμημένων καί τῶν ἐφεξῆς κοιμηθησομένων, καί τῆς μεταβάσεως αὐτῶν ἀπό τό θάνατο στή ζωή τήν αἰώνια.
Οἱ πιστεύοντες στήν Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου προσδοκοῦν καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί γιά τό λόγο αὐτό βαπτίζονται στό θάνατο καί στήν ἀνάσταση Αὐτοῦ. Ἔτσι θά συναναστηθοῦν μέ Ἐκεῖνον καί θά ἀπολαμβάνουν ζωήν αἰώνιον στά δεξιά τοῦ Χριστοῦ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας δίνει μεγάλη σημασία στό γεγονός ὅτι ὁ ἐνσαρκωμένος Θεός Λόγος «σύναψε» σχέση μέ τό θάνατο, «καινῶς συνῆψεν ἑαυτῷ θανάτου μέν αὐτόν»[36], πάνω σέ μία καινούρια βάση καί μέ νέα δεδομένα. Αὐτή τή φορά ὁ θάνατος δέν εἶναι ὁ νικητής πάνω στό ἀνθρώπινο σῶμα ἀλλά ὁ ἡττημένος. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνωμένη μέ τή θεία στό πρόσωπο τοῦ ἔνσαρκου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀναδεικνύεται ἰσχυρότερη ἀπό τό δυνάστη ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπινου φυράματος, τό θάνατο.
 Κατά συνέπεια, ὁ τελευταῖος δέν πρέπει νά μᾶς προκαλεῖ φόβο, γιατί πιά δέν μπορεῖ νά μᾶς βλάψει. Τό βασίλειό του κατακτήθηκε ἀπό τήν ἴδια τή Ζωή. Ὁ Λόγος, «Θεός δὲ φύσει καὶ ἀληθῶς»[37], μέ τήν ἐνσάρκωση καί τή θανάτωσή Του γίνεται ἡ γέφυρα ἐπαναπροσεγγίσεως τοῦ πλάσματος μέ τόν Πλάστη Του[38]. Μ’ ἄλλες λέξεις, καθίσταται τό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ Πατήρ ἐπισκέπτεται τήν κτίση[39]. Ὁ Κύριλλος σημείωνε ὅτι ὁ θεῖος Λόγος, ἄν καί ὁ ἴδιος εἶναι ὁ δημιουργός ὅλης τῆς κτίσεως, ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, «φῶς ἐκ φωτός» καθώς καί «ἡ ζῶσα εἰκόνα τοῦ Πατρός», λαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἀνακαινίζει[40]. Γίνεται ἀδελφός μας καί μᾶς καθιστᾶ υἱούς τοῦ Θεοῦ[41]. Μόνο Ἐκεῖνος, ἄν καί ὑπέκυψε στήν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δέν ὑπέστη τίς ὀδυνηρές συνέπειές του, δηλαδή τήν αἰχμαλωσία τῆς ψυχῆς στόν Ἅιδη καί τό σάπισμα τοῦ σώματος. Ἔτσι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ βρίσκει πλήρωση ἡ προφητεία του προφητάνακτος Δαυίδ:  «οὐκ ἐγκαταλείψεις τήν ψυχήν μου εἰς Ἅδην, οὐδέ δώσεις τόν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν»[42]
Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτῆρος πάνω στό σταυρό ἦταν ἑκούσιος, θεληματικός, γιατί στήν ἀμόλυντη καί ἀναμάρτητη ἀνθρώπινη φύση τοῦ ἐνανθρωπήσαντα Λόγου ὡς θάνατος δέν ὑπῆρχε ὡς σύμφυτος ἀναγκαιότητα. Αὐτό συμβαίνει μόνο στή δική μας σάρκα, στήν ὁποία κατοικεῖ ἡ ἁμαρτία. Εἶναι ὁ ἑκούσιος θάνατος τῆς Ἴδιας τῆς Ζωῆς. Ἄλλωστε ὅπως ὀρθά λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «ἐδεήθημεν Θεοῦ σεσαρκωμένου καί νεκρουμένου ἵνα ζήσωμεν»[43], ἔτσι θά μπορούσαμε μόνο νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τόν αἰώνιο θάνατο καί τήν ἁμαρτία.
Ὅλα τά παραπάνω σχετικά μέ τό θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι «παντελῶς ἀνούστατον» νά προσπαθήσει κάποιος μέ ἐρωτήσεις καί μέ βάση τούς ἀνθρώπινους λογισμούς νά τά ἐρευνήσει[44]. Σημαντική εἶναι ἡ πίστη μας ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος με τό θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του ἐξαφάνισε τήν ἁμαρτία, τήν κακία καί τό θάνατο, δίνοντάς μας τήν ἀντικειμενική δυνατότητα γιά νά βαδίσουμε στό δρόμο τῆς ἀφθαρσίας, τῆς ἀθανασίας καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί ἐν συνόψει τῶν παραπάνω νά κερδίσουμε τήν αἰώνια σωτηρία[45]. Μόνο ζώντας ἐν Χριστῷ , ὅσο εἴμαστε στή ζωή, μόνο τότε ὁ Θάνατος δέ θά εἶναι γεγονός φρικτό καί γεμάτο φόβο, ἀλλά θά γίνει ἡ θύρα πρός τήν αἰωνιότητα, ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καί τό μονοπάτι πού θά μᾶς ὁδηγήσει στούς στοργικούς κόλπους τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Πηγές.
  • Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καί τῆς διά σώματος πρός ἡμᾶς ἐπιφανείας αὐτοῦ, C. Kannengiesser, Sur l̉ incarnation du Verbe, SC 199, Paris 1973 (=PG 25, 96A-197D).
  • Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καί λατρείας, Ι-XVII, PG 68, 133A-1125D. 
  • Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τήν Γένεσιν, Α΄-Ζ΄, PG 69, 13A–385Α. 
  • Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τήν Ἔξοδον, Α΄-Γ΄, PG 69, 385Β-537D. 
  • Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τό Λευϊτικόν, PG 69, 540Α-589Β. 
  • Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τούς Ἀριθμούς, PG 69, 589C-641A. 
  • Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τό Δευτερονόμιον, PG 69, 643Α-677C. 
  • Τοῦ ἰδίου, Ὑπομνήματα εἰς τάς βίβλους Βασιλειῶν, Α΄-Ε΄, PG 69, 680Α-697Α. 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἐξήγησις εἰς τούς Ψαλμούς, PG 69, 717Α-1273Α. 
  • Τοῦ ἰδίου, ᾨδή Μωυσέως ἐν Ἐξόδῳ, PG 69, 1273Β. 
  • Τοῦ ἰδίου, ᾨδή Μωυσέως ἐν Δευτερονομίῳ, PG 69, 1273Β-1276Β. 
  • Τοῦ ἰδίου, ᾨδή Ἄννας μητρός Σαμουήλ ἐν Βασιλειῶν Πρώτῳ, PG 69, 1276C. 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τάς Παροιμίας, PG 69, 1277Α. 
  • Τοῦ ἰδίου, Εἰς τό ᾎσμα ᾀσμάτων, PG 69, 1277Β -1293Α. 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἐξήγησις Ὑπομνηματική εἰς τόν προφήτην Ἠσαῒαν, I-V,PG 70, 9Α-1449C.
  • Τοῦ ἰδίου, Ἀποσπάσματα εἰς τούς Ἱερεμίαν, Βαρούχ, Ἐζεκιήλ καί Δανιήλ προφήτας, 70, 1452Α-1461Β. 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τούς 12 προφήτας, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in xii prophetas, I-II vols., Bruxelles 19652 (=PG 71, 9A-1061C καί 72, 9A-364D). 
  • Τοῦ ἰδίου, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον, J. Reuss, Matthäus-Kommentare aus der griechischen Kirche, [Texte und Untersuchungen 61], Berlin 1957, σσ. 153-269 (=PG 72, 365Α-472C).
  • Τοῦ ἰδίου, Ἐξήγησις εἰς τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιον, Α΄-ΚΔ΄, PG 72, 476Α-949C.
  • Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἰωάννην, Ι-ΧΙΙ. Pusey: Τοῦ ἰδίου, Ἐξήγησις Ὑπομνηματική εἰς τό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιον, Ι-ΧΙΙ, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, I-III vols, Bruxelles 19652 (=PG 73, 9A-1056A καί 74, 9A-756C).
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, III vol., Brussels 19652, σσ. 441-451 (=PG 74, 757A-773Α).
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολήν, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, III vol., Bruxelles 19652, σσ. 173-248 (=PG 74, 773Β-856Β).
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Κορινθίους ἐπιστολήν Α΄ καί Β΄, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, III vol., Bruxelles 19652, σσ. 249-360 (=PG 74, 856Β-952Α).
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολήν, PG74, 952Β.
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, PG74, 952C.
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολήν, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, III vol., Bruxelles 19652, σσ. 362-423 (=PG 74, 953Α-1005C).
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς Καθολικάς ἐπιστολάς Ἰακώβου, Πέτρου καί Ἰωάννου, PG 74, 1008Α-1024Β.
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς ἐπιστολήν Ἰούδα, PG 74, 1024C.
  • Τοῦ ἰδίου, Θησαυρός: τοῦ ἰδίου, Ἡ Βίβλος τῶν Θησαυρῶν περί τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου Τριάδος, Α΄ - ΛΔ΄, PG 75, 24Α-656D.
  • Τοῦ ἰδίου, Περί ἁγίας τε καί ὁμοουσίου Τριάδος, Α΄-Ζ΄, G.M. de Durand, SC 231(1976), 237(1977), 246(1978) (=PG 75, 657Α-1124C).
  • Τοῦ ἰδίου, Τά ἐγκείμενα τῷ λόγῳ τῷ περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μετά προσθήκης ἑτέρων ἐννοιῶν, PG 75, 1124D-1145C.
  • Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἁγίας καί ζωοποιοῦ Τριάδος, Α΄-ΚΗ΄, PG 75, 1148Α-1189Α.
  • Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, G.M. de Durand, Cyrille dAlexandrie, Deux dialogues christologiques, SC 97, Paris 1994 (=PG 75, 1189B – 1253B).
  • Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἷς ὁ Χριστός, G.M. de Durand, Cyrille dAlexandrie. Deux dialogues christologiques, SC 97, Paris 1994 (=PG 75, 1253C–1361C).  
  • Τοῦ ἰδίου, (Σχόλια) Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, Ι – XXXV, PG 75, 1369A-1412C. 
  • Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Πατρός, (νόθο), ACO, τ. 1, Ι, 5, Berolini et Lipsiae 1928, σσ. 3-6 (=PG 75, 1413A-1420A). 
  • Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς τοῦ Κυρίου ἐνανθρωπήσεως, Α΄-ΛΕ΄, PG 75, 1420Β-1477Β. 
  • Τοῦ ἰδίου, Κατά τῶν Νεστορίου Δυσφημιῶν: Πεντάβιβλος Ἀντίρρησις κατά τῶν Νεστορίου Δυσφημιῶν, Α΄-Ζ΄, ACO, τ. 1, Ι, 6, Berolini et Lipsiae 1928, σσ. 13-106 (=PG 76, 9A-248A). 
  • Τοῦ ἰδίου, Διάλεξις πρός Νεστόριον. Ὅτι Θεοτόκος ἡ ἁγία Παρθένος καί οὐ Χριστοτόκος, (νόθο), PG 76, 249A-256A. 
  • Τοῦ ἰδίου, Λόγος. Κατά τῶν μή βουλομένων ὁμολογεῖν Θεοτόκον τήν ἁγίαν Παρθένον, ACO, τ. 1, Ι, 7, Berolini et Lipsiae 1928, σσ. 19-32 (=PG 76, 256Β-292A). 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἐπίλυσις τῶν Δώδεκα Κεφαλαίων, ACO, τ. 1, Ι, 5, Berolini et Lipsiae 1928, σσ. 15-25 (=PG 76, 293A-312D). 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἀπολογητικός ὑπέρ τῶν Δώδεκα Κεφαλαίων: Τοῦ ἰδίου, Πρός τούς τολμῶντας συνηγορεῖν τοῖς Νεστορίου δόγμασιν ὡς ὀρθῶς ἔχουσι. Ἀπολογητικός ὑπέρ τῶν δώδεκα κεφαλαίων πρός τούς τῆς Ἀνατολῆς ἐπισκόπους, ACO, τ. 1, Ι, 7, Berolini et Lipsiae 1928, σσ. 33-65 (=PG 76, 316A-385Α). 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή πρός Εὐόπτιον: τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή πρός Εὐόπτιον, πρός τήν παρά Θεοδωρήτου κατά τῶν δώδεκα κεφαλαίων ἀντίρρησιν, ACO, τ. 1, Ι, 6, Berolini et Lipsiae 1928, σσ. 110-146 (=PG 76, 385Β-452C). 
  • Τοῦ ἰδίου, Λόγος Ἀπολογητικός πρός τόν εὐσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον, ACO, τ. 1, Ι, 3, σσ. 75-90 (=PG 76, 453Α-488Α). 
  • Τοῦ ἰδίου, Κατά Ἰουλιανοῦ: Ὑπέρ τῆς τῶν χριστιανῶν εὐαγοῦς θρησκείας πρός τά τοῦ ἐν ἀθέοις Ἰουλιανοῦ, Ι – ΧΙΧ, P. Évieux, Contre Julien, I, SC 322 (livres I-II), Paris 1985, σσ. 100-318 (PG 76, 504A-1064B). 
  • Τοῦ ἰδίου, Κατά ἀνθρωπομορφιτῶν, A΄-ΚΗ΄, P.E. Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, vol. 3, Bruxelles 19652, σσ. 547-602 (=PG 76, 1065A-1132B). 
  • Τοῦ ἰδίου, Πρός τόν εὐσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον. Περί τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, A΄-ME΄, ACO, τ. 1, Ι, 1, Berolini et Lipsiae 1928, σσ. 42-72 (=PG 76, 1133A-1200D). 
  • Τοῦ ἰδίου, Α΄ Προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασιλίσσαις, ACO, τ. 1, Ι, 5, σσ. 62-118 (=PG 76, 1201A-1336B). 
  • Τοῦ ἰδίου, Β΄ Προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασιλίσσαις, περί τῆς ὀρθῆς πίστεως, Α΄-ΝΘ΄, ACO, τ. 1, Ι, 5, σσ. 26-61 (=PG 76, 1336Α-1420D). 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἀποσπάσματα δύο ἀπό δογματικά ἔργα (νόθο), PG 76, 1421Α-1426D. 
  • Τοῦ ἰδίου, Κατά συνουσιαστῶν, ACO, τ. 1, Ι, 4, σ. 10 (=PG 76, 1427A-1437B). 
  • Τοῦ ἰδίου, Κατά Διοδώρου Ταρσοῦ καί Θεοδώρου Μοψουεστίας, P.E Pusey, Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, vol. 3, Bruxelles 19652, σσ. 492 -537. 
  • Τοῦ ἰδίου, 88 Ἐπιστολαί, PG 77, 9Α-390C. 
  • Τοῦ ἰδίου, Ἑόρτιοι Ὁμιλίαι, Ι-ΧΧΧ, P. Évieux, Lettres Festales, I-VI, SC 372 (1991), VII-XI, 392, (1993) καί W. H. Burns, Lettres Festales, ΧΙΙ-ΧVII – SC 434 (1998) (=PG 77, 401Α-981C). [Στούς τόμους τῆς SC περιλαμβάνονται μόνο οἱ δεκαεπτά πρῶτες ὁμιλίες]. 
  • Τοῦ ἰδίου, Ὁμιλίαι, A΄-ΚΒ΄, PG 77, 981D-1116C. 
  • Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς παναγίας Τριάδος ἐν κεφαλαίοις κη΄, PG 77, 1120A-1173D. 
  • Τοῦ ἰδίου, Συναγωγή τῶν ἀναγωγικῶς ἑρμηνευομένων ρητῶν τῆς Παλαιᾶς Ἁγίας Γραφῆς, PG 77, 1176A-1289D. 
  • Novum Testamentum Graece, E. Nestle – K. Aland, 26th ed., Stuttgart 1979.
  • Παλαιά Διαθήκη, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1996.
 2. Βοηθήματα. 
¨Ἀνδρούτσου, Χρ., Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. οἶκος Ἀστήρ, ἐν Ἀθήναις 1907.
¨Τοῦ ἰδίου, Δογματικαί μελέται Α΄, ἐν Ἀθήναις 1907.
¨Τοῦ ἰδίου, Συμβολική ἐξ ἀπόψεως Ὀρθοδόξου, ἐν Ἀθήναις 19302.
¨Αρτέμη, Ε., «Τό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως σέ δύο διαλόγους, «Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς» καί «Ὅτι εἷς ὁ Χριστός», τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας», μεταπτυχιακή διατριβή, Ἐκκλησιαστικός Φάρος, τ. ΟΕ (2004), 145-277.
¨Τῆς ἰδίας, «Ἡ ἐν χρόνῳ κατά σάρκα γέννηση τοῦ Ὑιοῦ τοῦ Θεοῦ, δημοσίευση στό διαδικτυακό τόπο: «Ἀντιαιρετικό Ἐγκόλπιο», (2009) http://egolpion.com/gennhsh yiou.el.aspx.
¨Τῆς ἰδίας, «Ἡ ἑρμηνεία τῶν Α΄ καί Β΄ πρός Κορινθίους Ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κατά τόον Ἅγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας», Ἑταιρεία τῶν Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν Λ1, (2011) 377-390.
¨Τῆς ἰδίας, ««Σκάνδαλον Οἰκουμενικόν». Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ὅρου Θεοτόκος ἀπό τό Νεστόριο καί ἡ ἀνασκευή τῆς διδασκαλίας του ἀπό τόν Κύριλλο Ἀλεξανδρείας», Νέα Σιών, 91 (2007) 179- 202.
¨     Τῆς ἰδίας, The rejection of the term Theotokos by Nestorius Constantinople and the refutation of his teaching by Cyril of Alexandria, στο Γρηγόριος Παλαμάς 845 (2012) 153-177. 
¨     Βασιλειάδη, Ν. Π., Μυστήριον Θανάτου, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι  1980. 
¨     Θεοδώρου, Ἀ.,  Ἡ χριστολογική ὁρολογία΄καί διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, Ἀθήνα 1955.
¨     Καλλιακμάνη, Β., πρωτοπρεσβ., «Τό μυστήριο τοῦ θανάτου στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία», Τό μυστήριον τοῦ Θανάτου εἰς τήν Λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας, Πρακτικά Θ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων στό Βόλο 5-7 Νοεμβρίου 2007, [19 Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη], Κλάδος Ἐκδόσεων  τῆς Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2009, σ. 67-76.
¨     Λεμοντζῆ, Θ., ἀρχιμ., «Ὁ Λυτρωτής, τό Λύτρο καί ἡ Πράξη τῆς Ἀπολύτρωσης στήν Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία», http://www.egolpion.com/lutrwths-lutro.print.el.aspx (2012)
¨     Μητσοπούλου, Ν. Εὐθ., Εἰσαγωγή εἰς τήν ὀρθόδοξον δογματικήν καί ἠθικήν θεολογίαν, Ἀθήνα 1993.
¨     Σκουτέρη, Κ. Β., ««Μετεωροπορεῖν» καί «συμμετεωροπορεῖν» παρά τῷ ἁγίῳ Γρηγορίῳ Νύσσης», ἀνάτυπον ἐκ τῆς Θεολογίας, Ἀθῆναι 1969, 9-17.
¨     Στεφανίδου, Β., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Άθῆναι 1995.
¨     Φειδᾶ, Βλ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Α΄, Ἀθήνα 1992.
 


[1] Σοφ. Σολ. 1,13.
[2] Γεν. 2,16-17.
[3] «Τά ἀγαθά τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης ἦταν: 1) ἡ δυνατότης τῆς ἀθανασίας, 2)ἡ δυνατότης τῆς ἀναμαρτησίας, 3) ἡ ἀθωότης, ἀκακία καί ἀγαθότης, 4) ἡ ἀπάθεια, ἀφθαρσία καί ἡ ἔλλειψις πόνων καί 5) ἡ ἀληθής θεογνωσία καί ἡ κατοχή πολλῶν γνώσεων. Εἰς ταῦτα προστίθεται συνήθως καί ἡ ἐπί τῆς φύσεως κυριαρχίᾳ, τήν ὁποία ἐντάσσουμε στό «κατ΄ εἰκόνα»», Ν. Εὐθ. Μητσοπούλου, Εἰσαγωγή εἰς τήν ὀρθόδοξον δογματικήν καί ἠθικήν θεολογίαν , Ἀθήνα 1993, σ. 118 καί 119.
[4] «Ἐδῶ, ὅμως, πρέπει νά κάνουμε δύο βασικές διευκρινήσεις. Πρῶτον˙ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς δέν ἦταν φυσικόν της γνώρισμα˙ εἶναι δωρεά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Δεύτερον˙ ἡ κατ' αὐτόν τόν τρόπον δημιουργία τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἔργον τῆς ἀνεικάστου θείας ἀγάπης, ἀποδεικνύει καί τήν ἄβυσσον τῆς θείας σοφίας καί τῆς θείας περί τόν ἄνθρωπον οἰκονομίας. Καί ἰδού διατί: Ἐάν ὁ Θεός ἐδημιουργοῦσε τόν ἄνθρωπον ἀθάνατον, τότε θά ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι συγχρόνως καί ἄπτωτος. Διότι ἐάν θά ἔπιπτε εἰς τήν ἁμαρτίαν, τό κακόν θά διαιωνίζετο˙ θά ἐγίνετο καί τό κακόν ἀθάνατον! Ἐξ ἄλλου, ἐάν ὁ Θεός ἐδημιουργοῦσε τόν ἄνθρωπον ἀθάνατον, ἄρα καί ἄπτωτον, τότε θά περιώριζε τήν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δέν θά ἦτο ἐλεύθερος. Ἐάν πάλι τόν δημιουργοῦσε θνητόν, τότε ὁ Πλάστης θά ἦτο ὁ αἴτιος τοῦ θανάτου τοῦ πλάσματός του!», Ν. Π. Βασιλειάδη, Μυστήριον Θανάτου, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι  1980, σ. 59,60.
[5] Β. Καλλιακμάνη, πρωτοπρεσβ., «Τό μυστήριο τοῦ θανάτου στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία», Τό μυστήριον τοῦ Θανάτου εἰς τήν Λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας, Πρακτικά Θ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων στό Βόλο 5-7 Νοεμβρίου 2007, [19 Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη], Κλάδος Ἐκδόσεων  τῆς Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2009, σ. 68-69.
[6] Βασιλείου Καισαρεία, Ὁμιλία ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 341Β. Στή ρωμαιοκαθολική θεολογία διδάσκεται ὅτι ὁ θάνατος ἐπιβλήθηκε στόν ἄνθρωπο ἀπό τό Θεό ὡς τιμωρία εξαιτίας τῆς πτώσεώς του. Συναφῶς G Aulen, Christus Victor. La notion Chretienne de la Redemption, Paris 1944, σ. 123. F. R. Tennam, The origin and propagation of Sin, Cambridge 1902, σ. 153. Αὐτή ἡ διδασκαλία εἶναι ἄτοπη κατά τή διδασκαλία τῶν Πατέρων. Χαρακτηριστικά ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης ὁ ἐπονομαζόμενος Χρυσόστομος ἐξηγεῖ ὅτι «οὐκ Ἐκεῖνος (ὁ Θεός) ἐστίν ὁ ἐχθραίνων, ἀλλ’ ἡμεῖς. Θεός γάρ οὐδέποτε ἐχθραίνει» Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΙΑ΄: Εἰς Β΄ Κορινθίους, 3 PG 61, 478C.
[7] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή, PG 74, 788D-789A.
[8] Θ. Λεμοντζῆ, ἀρχιμ., «Ὁ Λυτρωτής, τό Λύτρο καί ἡ Πράξη τῆς Ἀπολύτρωσης στήν Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία», http://www.egolpion.com/lutrwths-lutro.print.el.aspx (2012)
[9] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Περί τῆςτοῦ Κυρίου ἐνανθρωπήσεως, 6, PG 75, 1424D.
[10] Τοῦ ἰδίου, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Λουκᾶν 5, 17, PG 72, 669Β. Τοῦ ἰδίου, Ὑπόμνημα εἰς τόν Ἠσαΐα 41, 7-8, PG 70, 832B.
[11] Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἶς ὁ Χριστός, SC. 97, 434 (=PG75, 1321C).
[12] Ν. Εὐθ. Μητσοπούλου, Εἰσαγωγή εἰς τήν ὀρθόδοξον Δογματικήν καί ἠθικήν θεολογίαν , Ἀθήνα 1993, σ. 120.
[13] «Καί πάλιν δῆλα δή παρέχεται εἰς τόν ἄνθρωπον ἡ δυνατότης νά «συμμετεωροπορῇ» τοῖς ἀγγέλοις καί τῷ Θεῷ», Κ. Β. Σκουτέρη,««Μετεωροπορεῖν» καί «συμμετεωροπορεῖν» παρά τῷ ἁγίῳ Γρηγορίῳ Νύσσης», ἀνάτυπον ἐκ τῆς Θεολογίας, Ἀθῆναι 1969, σ. 10.
[14]Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 248. (=PG75, 1225A). Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἶς ὁ Χριστός, SC 97, 314, 316 (=PG75, 1261A). Πρβλ. Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή Περίτῆς Κυρίου Ἐνανθρωπήσεως, PG 75, 1425CD. Συναφῶς βλ. Ε. Ἀρτέμη, «Τό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως σέ δύο διαλόγους, «Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς» καί «Ὅτι εἷς ὁ Χριστός», τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας», Ἐκκλησιαστικός Φάρος, τ. ΟΕ (2004), 187, 188: «Μέ τή λέξη εἰκών δηλώνεται ὅτι ἡ ἐνυπόστατος εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ ἀπορρέει ἀπό τήν ὑποστατική οὐσία τοῦ Πατρός, γι᾿ αὐτό καί σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἴδιου ἔργου γράφει, «εἰκόνα τέ αὐτόν καί χαρακτῆρα φησί τοῦ Γεννηκότος» Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Λόγου ὡς εἰκόνας τοῦ Πατέρα εἶναι δανεισμένη ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί χρησιμοποεῖται γιά νά δηλώσει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωντανή εἰκόνα τοῦ Πατέρα ἐνυπόστατη καί δηλώνει τό ὁμοούσιο τοῦ Λόγου μέ τόν Πατέρα. Ἄξιο παρατήρησης εἶναι ὅτι γιά τόν Υἱό- Λόγο μαζί μέ τή λέξη εἰκών, χρησιμοποιοῦνται οἱ λέξεις ἀπαύγασμα καί χαρακτήρ, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν μεγαλύτερη, ἀπόλυτη ἀκρίβεια, συγκριτικά μέ τή λέξη εἰκόνα, πού χρησιμοποιεῖται για νά ἐκφράσει τή σχέση τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα - Θεό. Ὁ ὅρος χαρακτήρ ἀπό τό ρῆμα χαράσσω σημαίνει σφραγῖδα, ἐκτύπωμα. Ἑπομένως ὁ Χριστός εἶναι ὁ χαρακτήρ, ἡ σφραγῖδα, τό ἐκτύπωμα τῆς ἀϊδιότητας τοῦ Θεοῦ Πατρός, δηλαδή τῆς αἰωνίου φύσεως τοῦ Τελευταίου. Εἶναι ἡ ζῶσα Σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ Πατρός, δηλαδή ὁμοούσιος πρός Αὐτόν. Ἡ ὁμοουσιότητα τοῦ Θεοῦ-Πατρός καί τοῦ Θεοῦ-Λόγου ὑπογραμμίζεται μέ τή φράση «ταυτότητα τῆς φύσεως Πατρός πρός Υἱόν, καί Υἱοῦ πρός Πατέρα». Ἡ λέξη ταυτότητα δηλώνει τήν ἀπόλυτη ὁμοιότητα, τό ἴδιο εἶναι τῆς φύσεως μεταξύ Υἱοῦ καί Πατρός».
[15] Κυρίλλου, Ἐπιστ. 4 –Β Πρός Νεστόριον, PG 77, 45C.
[16] Αὐτόθι, PG 77, 45Β.
[17] «Γέγονε γάρ ἐμφανής ὁ ἀσώματος, καί ἁπτός ὁ ἀναφής, οὐκ ὀθνεῖον ἔχων τι περίβλημα τήν ἀπο γῆς σάρκα, ἀλλ΄ ἴδιον αὐτήν ποιησάμενος ναόν καί σύν αὐτῇ γνωριζόμενος, ὡς Θεός καί Κύριος», Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 294 (=PG 75, 1252A).
[18] Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC97, 294 (PG75, 1249D=) Ἰω. 20, 28.
[19] «Εἰς τοῦτο γάρ Χριστός ἀπέθανε, καί ἔζησε, ἵνα καί νεκρῶν καί ζώντων κυριεύσῃ»,Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 296 (=PG 75 , 1252A).
[20] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 4 –Β Πρός Νεστόριον, PG 77, 45C.
[21] «Τοίνυν περί τήν θεολογίαν μηδείς ἀπιστίαν νοσείτω, μηδείς περί τήν οἰκονομίαν χωλευέτω, ἀλλά τόν ἐκ Παρθένου γεννηθέντα Χριστόν, Θεόν ὁμοῦ καί ἄνθρωπον ὁμολογείτω καθ΄ ἑκάτερον˙ διά τοῦτο γάρ καί Θεοτόκος καί ἀνθρωποτόκος ἡἁγία Παρθένος ὑπό τῶν τῆς εὐσεβείας διδασκάλων προσαγορεύεται˙ τοῦτο μέν ὡς φύσει τόν (δούλῳ) ἐοικότα γεννήσασα˙ἐκεῖνο δέ, ὡς τῆς τοῦ δούλου μορφῆς, καί Θεοῦ τήν μορφήν ἡνωμένην ἐχούσης», Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς τοῦ Κυρίου ἐνανθρωπήσεως, PG 75, 1477A.
[22] Στό σημεῖο αὐτό ὁ Κύριλλος ἀναφέρεται σαφῶς ἐναντίον τῆς διδασκαλίας τοῦ Διοδώρου, ἐπισκόπου Ταρσοῦ (393), ὁ ὁποῖος ἔκανε λόγο γιά δύο Υἱούς. Μπορεῖ νά μή χρησιμοποιεῖ τό ὄνομα τοῦ Διοδώρου ἀλλά στηλιτεύει τή λανθασμένη διδασκαλία τοῦ ἐπισκόπου Ταρσοῦ. Ὁ τελευταῖος δίδασκε ὅτι στό Θεάνθρωπο ὑπάρχουν δύο χωρισμένοι υἱοί, ὁ «φύσει» Υἱός καί προαιώνιος Λόγος καί ὁ «χάριτι» Υἱός δηλαδή ὁ γεννηθείς ἐκ τοῦ Δαβίδ ἀνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. Σύμφωνα μέ τό Διόδωρο ἡ Παναγία γέννησε  μόνον τόν ἄνθρωπον Χριστόν καί ὁ Λόγος ἁπλῶς ἐγκατοίκησε στόν ἄνθρωπο Χριστό. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά μήν ἔχουμε πραγματική ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό Χριστό. Ἡ «ἐνοίκηση» τοῦ Θεοῦ σέ ἕναν τέλειον ἄνθρωπο μοιάζει μέ τήν ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ σέ ἕναν ναό. Διοδώρου Ταρσοῦ, Ἐκ τοῦ κατά Συνουσιαστῶν λόγου, α΄, PG 33, 1560ABC, 1561A. Συναφῶς βλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ χριστολογική ὁρολογία΄καί διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, Ἀθήνα 1955, σ 15-17. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Α΄, Ἀθήνα 1992, σ. 591-592. Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Άθῆναι 1995, σ. 194 ἑξ.
[23] Κυρίλλου, Ἐπιστ. 4 –Β Πρός Νεστόριον, PG 77, 48B: «Οὕτω Χριστόν ἕνα καὶ Κύριον ὁμολογήσομεν∙ οὐχ ὡς ἄνθρωπον συμπροσκυνοῦντες τῷ Λόγῳ, ἵνα μὴ τομῆςφαντασία παρεισκρίνηται, διὰ τοῦ λέγειν τὸ, σύν∙ ἀλλ’ ὡς ἕνα καὶ τòν αὐτòν προσκυνοῦντες, ὅτι μὴ ἀλλότριον τοῦ Λόγου τὸ σῶμα αὐτοῦ, μεθ’ οὗ καὶ αὐτῷ συνεδρεύει τῷ Πατρί».
[24] Τοῦ ἰδίου, Προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασιλίσσαις, περί τῆς ὀρθῆς πίστεως, Β, 36, ACO, τ. 1, Ι, 5, σ. 50 (=PG 76, 1384C.) Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς τοῦ Κυρίου Ἐνανθρωπήσεως, ΚΔ΄, PG 75, 1464A.
[25] Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καί λατρείας, ΙΑ΄, PG 68, 757A.
[26] Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἶς ὁ Χριστός, SC97, 472 (=PG75, 1340D, 1341A)
[27] Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἶς ὁ Χριστός, SC 97, 468, 476 (=PG75, 1337D, 1341Α). Ἰω. 8, 31-32.
[28] Γαλ. 3, 14.
[29] Κυρίλλου, Γλαφυρά εἰς Λευϊτικόν, PG 69, 549D. Πρβλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Εἰς τό Ἅγιον Σάββατον, Κ, PG 96, 617BC: «Ὑπέρ ἡμῶν κατάρα γενόμενος, οὔκ ὤν κατάρα, εὐλογία δέ μᾶλλον καί ἁγιασμός, ἀλλά τήν ἡμῶν κατάρα ἀναδεχόμενος, ὑπέρ ἡμῶν σταυροῦται καί θνήσκει καί θάπτεται».
[30] Κυρίλλου, Περί τῆς Ὀρθῆς Πίστεως, ΚΒ΄, PG 76, 1165A.
[31] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Α' Πέτρου, Γ΄, 19-20, PG 74, 1016AB.
[32] Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἶς ὁ Χριστός, SC97, 496 (=PG75, 1353A). Ἑβρ. 2, 10-15.
[33] Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC97, 236 (=PG75, 1216D) Α΄ Πέτρ. 3,17-20.
[34] Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC97, 236 (=PG75, 1216D) Α΄ Πέτρ. 3,17-20.
[35] Κυρίλλου, Ὅτι εἶς ὁ Χριστός, SC97, 496 (=PG 75, 1353AΒ). Ἑβρ. 2, 10-15.
[36] Κυρίλλου, Ὅτι εἶς ὁ Χριστός, SC97, 330.(=PG 75, 1269C)
[37] Τοῦ ἰδίου, Κατά τῶν Νεστορίου Δυσφημιῶν, IV, ΣΤ, ACO, τ. 1, Ι, 6, σ. 897 (=PG 76, 201C). Πρβλ. Αὐτόθι, III, A, ACO, τ. 1, Ι, 6, σ. 572-3 (=PG 76, 121Α): «ὁ κατὰ φύσιν ἰδίαν ἐλεύθερος, ὡς Θεός, ὁ ἐν μορφῇ καί ἰσότητι τοῦ γεγεννηκότος». Συναφῶς βλ. τοῦ ἰδίου, Περί ἁγίας τε καί ὁμοουσίου Τριάδος, Γ΄, SC 237, 48810 (=PG 75, 828A). Πρβλ. Ἰω. 10, 35-36.
[38] Κυρίλλου, Ἀπολογητικός πρός τόν εὐσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον, ACO, τ. 1, Ι, 3, σ. 7912-16 (=PG 76, 461AB): «Ἀλλ᾽ «ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους»·(Λουκ. 1, 78) ἐπέφανεν ἡμῖν ὁ Μονογενής τοῦ Θεοῦ Λόγος, καὶ συνανεστράφη τοῖς ἐπὶ τῆς γῆς, καθ᾽ ἡμᾶς γεγονὼς ἄνθρωπος μετά τοῦ μεῖναι φύσει Θεός· αὐτὸς ἡμᾶς συνῆψε δι᾽ ἑαυτοῦ τῷ Θεῷ καί Πατρί, περιελὼν τὸ μεσολαβοῦν, καὶ ἀμνησικάκως ἀπαλλάξας τῆς διιστάσης ἡμᾶς ἁμαρτίας καὶ δικαιώσας τῇ πίστει».
[39] Τοῦ ἰδίου, Εἰς τούς Ψαλμούς, ΛΒ΄, PG 69, 877D.
[40] Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς Κυρίου ἐνανθρωπήσεως, PG 75, 1425C. Συναφῶς πρβλ. τοῦ ἰδίου, Κατά Ἰουλιανοῦ, ΣΤ΄, PG 76 828CD.
[41] Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἁγίας καί ζωοποιοῦ Τριάδος, ΚΔ΄, (ἀμφιβάλλομενο ἤ νόθο) PG 77, 1165C: «Διὰ γὰρ τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωσιν, ἡ σὰρξ τεθεῶσθαι λέγεται, καὶ Θεὸς γενέσθαι, καὶ ὁμόθεος τῷ Λόγῳ, καὶ ὁ Θεὸς Λόγος σαρκωθῆναι, καὶ ἄνθρωπος γενέσθαι͵ … οὐχ ὡς τῶν δύο φύσεων μεταβληθεισῶν … ἀλλ᾽ ὡς τῶν δύο φύσεων καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνωθεισῶν, καὶ τὴν εἰς ἀλλήλας περιχώρησιν ἀσύγχυτον καὶ ἀμετάβλητον ἐχουσῶν».
[42] Ψαλμ. ιστ΄10.
[43] Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Λόγος 45, 28, PG 36, 661C.
[44] Κυρίλλου, Περί τῆς Ὀρθῆς Πίστεως, 23, PG 76, 1165C.
[45] Αὐτόθι, PG 76, 1165Α.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com 

Οἱ πηγές καί ἡ σημασία τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

Οἱ πηγές καί ἡ σημασία τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.



Οἱ πηγές καί ἡ σημασία τῆς θεολογίας
τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας 
Δρ. Ειρήνη Αρτέμη

 Κύριλλος σημαντικός ἐκπρόσωπος τῆς Ἀλεξανδρινῆς Σχολῆς καί σφοδρός πολέμιος τοῦ Νεστορίου  ἀναδείχθηκε μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας σπουδαῖος καί δόκιμος θεολόγος[1]. Ἄλλωστε εἶναι χαρακτηριστικά τά προσωνύμια[2] πού τοῦ ἀποδίδονται καί ἀπό τά ὁποῖα διαφαίνεται ἡ ἐξέχουσα προσωπικότητά του.
Πρίν ἀπό τό ξέσπασμα τῆς Νεστοριανικῆς καί Κυρίλλειας συγκρούσεως (428-431), ἡ θεολογική καί κυρίως ἡ χριστολογική του διδασκαλία ἀποτύπωνε σέ μεγάλο βαθμό τήν ἀντίστοιχη διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου[3] καί τῶν Καππαδοκῶν. Ὁ Κύριλλος, ὅπως ὁ Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες, ἐπιμένει στήν ἑνότητα καί στήν ταυτότητα τῆς οὐσίας τῶν τριῶν Ὑποστάσεων, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τήν κοινή θέληση καί τήν κοινή ἐνέργεια αὐτῶν. Κάθε ἐνέργεια εἶναι κοινή καί στίς τρεῖς ὑποστάσεις, δηλαδή στά τρία θεῖα πρόσωπα, τά ὁποῖα εἶναι παρόντα σέ κάθε εἶδος δράσεως[4]. Προέβαλλε τήν πλήρη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ὡς ναοῦ τοῦ Θεοῦ ἤ ὡς σάρκας στήν ὁποία ἐγκατοίκησε ὁ Θεός Λόγος[5]. Κατοχυρώνει τίς ἀπόψεις του πάνω στίς διδασκαλίες προγενέστερων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας˙ «ἔσται δέ τοῦτο καί μᾶλα ὀρθῶς εἰς τοῖς τῶν Ἁγίων Πατέρων περιτυγχάνοντες λόγοις, περί πολλοῦ τε αὐτούς ποιεῖσθαι σπουδάζομεν, καί δοκιμάζοντες ἑαυτούς εἰ ἐσμέν ἐν τῇ πίστει κατά τό γεγραμμένον, ταῖς ἐκείνων ὀρθαῖς καί ἀνεπιλήπτοις δόξαις τάς ἐν ἡμῖν ἐννοίας εὔ μάλα συμπλάττομεν»[6]. Χαράζει ἔτσι τό δρόμο τῆς θεολογικῆς του σκέψεως μέ τό «ἰχνηλατεῖν»[7] πάνω στήν εὐσέβεια τῶν πατέρων αὐτῶν.
Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ εἶχε μιά ἐξαιρετική γνώση τῶν Γραφῶν. Ὄχι μόνο εἶχε τήν ἄνεση νά προσεγγίζει τά διάφορα χωρία τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἀλλά καί τά χρησιμοποιοῦσε στίς διαφωνίες του ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν ἤ τῶν νεστοριανῶν. Ἔτρεφε ἰδιαίτερη ἀγάπη γιά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί γιά τό ἀποστολικό κήρυγμα. Τόν βρίσκουμε ἀκόμη νά χρησιμοποιεῖ μέ μεγάλη ἀκρίβεια αὐτά τά ὁποῖα μεταφέρει ἀπό τά βιβλικά κείμενα καί νά τούς δίνει τό πλεονέκτημα τῆς ἑρμηνείας. Ἦταν σχεδόν ἀδύνατο στό ἔργο του νά διαχωριστοῦν οἱ πατερικές πηγές ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές. Ἡ πλειοψηφία τῶν κειμένων τῶν πατέρων τά ὁποῖα αὐτός παραθέτει εἰδικά κατά τή διάρκεια τῆς νεστοριανικῆς διαμάχης δέν εἶναι τά ὑπομνήματα στή Γραφή, ἀλλά περιέχουν πολλά ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τῶν Γραφῶν καί μοιάζουν μέ θήκη στήν ὁποία φυλάσσονται πανάκριβα κοσμήματα. Ἔτσι συχνά βρίσκουμε στά ἔργα του ἐκφράσεις ὅπως: «ἡ Γραφή λέει ἤ οἱ πατέρες λένε»[8].
Ὁ Κύριλλος γνωρίζει τό πεπερασμένο τῆς λογικῆς τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ γι' αὐτό καί θεωρεῖ ἀπαραίτητο νά στηρίζουμε τά θεμέλια τῆς θεολογίας στήν ἄμεση μαρτυρία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ[9]. Μάλιστα ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπίμονα τόνιζε ὅτι στά ὅρια τῆς λογικῆς συνειδήσεως ὄχι μόνο ἡ θεία οὐσία ἀλλά καί τά μυστικά τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκατάληπτα καί ἀνεξερεύνητα ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ὁ τελευταῖος δέ θά ἔπρεπε νά ἐρευνᾶ μέ πολλή περιέργεια νά βρεῖ αἰτίες καί ἀρχές[10]. Κατανοεῖ τό ἀπρόσιτο καί τό ἄπειρον τῆς θείας φύσεως. Συγχρόνως διαμορφώνει τή θεολογική του σκέψη βασιζόμενος στή θεολογία τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου, στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή καί σέ ἕναν σπουδαῖο παράγοντα τῆς ἀλεξανδρινῆς θεολογικῆς παραδόσεως, τόν Μ. Ἀθανάσιο[11]. Ἐπίσης σημαντική ἐπίδραση ἀσκεῖ στή θεολογία τοῦ Κυρίλλου καί ἕνας ἄλλος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος[12].
Ἐπηρεασμένος ἀπό αὐτόν, ὁ Κύριλλος κάνει λόγο γιά παλαιό καί νέο Ἀδάμ. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς δεύτερος Ἀδάμ θά ἀνακαινήσει τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο[13]. Ὅπως ὁ παλαιός Ἀδάμ ὑπῆρξε ἡ «ἀπαρχή τοῦ φυσικοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους»[14], ἔτσι καί ὁ Χριστός, ὡς νέος Ἀδάμ, διά τῆς σαρκώσεως Του, θά ἐκληφθεῖ ὅτι «ὅλην εἶχεν ἐν ἑαυτῷ τήν φύσιν, ἵνα πᾶσαν ἐπανορθώσῃ μετασκευάσας εἰς τό ἀρχαῖον»[15]. Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ διδάσκει ὅτι, ὅπως διά μέσου τῆς πτώσεως τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ κληρονομήσαμε τήν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ μέ τά πάθη καί τή φθορά, ἔτσι καί μέσῳ τοῦ δεύτερου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, κληρονομοῦμεν τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου, τήν ἀπάθεια καί τήν ἀφθαρσία[16].
Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Χριστοῦ ὡς «δεύτερου Ἀδάμ»[17] ὑπάρχει διάσπαρτος σέ πολλά ἀπό τά συγγραφικά πονήματα[18] τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Μέσα σέ αὐτά θεωρεῖ τό Χριστό ὡς «ἀπαρχήν τῆς ἀναμορφουμένης κτίσεως»[19] καί «ῥίζαν δευτέραν τῆς ἀνθρωπότητος»[20]. Κατά τόν Κύριλλο ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος σώζει τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν ἁμαρτία μέ τήν ὑπακοή Του στό θεῖο θέλημα, κάτι πού δέν προσπάθησε νά τηρήσει ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ[21]. Παρατηροῦμε λοιπόν, ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε ἀφομοιώσει στό ἔπακρο τή θεολογία τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου Λουγδούνου, ὅσον ἀφορᾷ στόν πρῶτο Ἀδάμ καί δεύτερο Ἀδάμ - Χριστό.
Παραπάνω, ἀναφέρθηκαν ἀρκετά χωρία ἀπό ἔργα τοῦ Κυρίλλου πού δείχνουν τήν ἐπιρροή τῆς θεολογίας τοῦ Εἰρηναίου[22]. Βέβαια στά ἔργα τοῦ πρώτου ὑπάρχουν δεκάδες ἄλλα χωρία πού θά μπορούσαμε νά παραθέσουμε γιά νά δείξουμε τήν ἔμφαση πού ἔδινε ὁ Κύριλλος στόν παραλληλισμό τοῦ Ἀδάμ ὡς χοϊκοῦ καί τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐπουρανίου. Ἐμεῖς παραθέσαμε τά πιό χαρακτηριστικά.
Ὁ Γ. Φλορόφσκυ[23] σημειώνει ὅτι γιά τόν Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «ἡ ὕψιστη ἀλήθεια τῆς πίστεως μας εἶναι ἡ τριαδική φύση τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀλήθεια αὐτή ἀποκαλύπτεται μόνο ἐν Χριστῳ καί διά τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσιαστική καινότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Τριαδική ἀλήθεια εἶναι συγχρόνως ἕνα μυστήριο πού δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ πλήρως, πού γίνεται ἀποδεκτό στήν πίστη καί διασαφηνίζεται μόνο ἐν μέρει μέ τίς ἀτελεῖς ἀναλογίες τῆς κτιστῆς φύσεως».
Ὁ ἀλεξανδρινός θεολόγος ἀναγκάζεται ὅμως νά ὑπερβεῖ τά παραδοσιακά πλαίσια μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Νεστοριανισμοῦ[24]. Ἀντίθετα ἀπό τόν Νεστοριανισμό, ὁ Κύριλλος προέβαλλε τήν ἕνωση καθ’ ὑπόστασιν, δηλαδή τήν οὐσιώδη[25], τήν ἕνωσιν κατά ἀλήθειαν[26], τήν κατά φύσιν ἕνωσιν[27] στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ πίστη αὐτή, βέβαια, τῆς Ἐκκλησίας πού ὑπερασπιζόταν ὁ ἱερός Πατήρ εἶχε διατυπωθεῖ ἀπό τούς Καππαδόκες θεολόγους, ἰδίως ἀπό τόν Γρηγόριο τό Θεολόγο, τό Γρηγόριο Νύσσης καί τόν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου[28]. Ὁ Γρηγόριος Θεολόγος τόνιζε χαρακτηριστικά ὅτι «Θεός... ἀμφότερα τό τε προσλαβόν καί τό προσληφθέν. Δύο φύσεις εἰς ἕν συνδραμοῦσαι. Οὐχ Υἱοί δύο»[29].
Στή σκέψη τοῦ Κυρίλλου τό κέντρο ὅλων τῶν δογμάτων κατέχει τό χριστολογικό, τό ὁποῖο ἀπασχολοῦσε αὐτόν ἐξίσου καί πρό τῆς νεστοριανικῆς ἔριδος καί μετά ἀπό αὐτήν[30]. Ἡ θεία τοῦ Λόγου ἐνσάρκωση ἀποτελεῖ τό κύριο γεγονός τῆς ἀπολυτρώσεως[31]. Στή σάρκωση ὁ Λόγος προσλαμβάνει τήν πρωτόπλαστη ἀνθρώπινη φύση, πού δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καί γι’ αὐτό ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀποκαθίσταται καί πάλι στόν ἄνθρωπο[32]. Ἄν καί ἡ ὁρολογία του σχετικά μέ τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας[33] διακρίνεται ἀπό κάποια ἀσάφεια ἀρχικά, ἀναγκάζεται τελικά νά γίνει πιό συγκεκριμένη καί μάλιστα ὕστερα ἀπό τό ξέσπασμα τῆς νεστοριανικῆς ἔριδας τό 429.
Ὁ Νεστόριος[34], ὅπως προαναφέρθηκε, δέν ἀποδεχόταν τήν πραγματική ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ ἐνανθρωπήσαντα Λόγου. Μιλοῦσε γιά τήν «κατ’ εὐδοκίαν» ἕνωση τῶν φύσεων. Τότε, ὅμως, μέ τήν ἁπλῆ, ἐξωτερική καί ἠθική ἕνωση τῶν δύο φύσεων καταστρεφόταν ἡ πραγματική ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, σέ βάρος βέβαια τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς Του[35].
Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἤθελε νά δείξει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκε μέ τή θεότητα χωρίς καμμία ἀπό τίς δύο νά ἀλλοιωθεῖ. Ἔτσι ἔχουμε ἕνα πρόσωπο, τόν Ἰησοῦ Χριστό, μέ δύο φύσεις˙ χωρίς ὅμως οἱ φύσεις Του -θεία καί ἀνθρώπινη- νά ὑποστοῦν «κράσιν ἤ μίξιν»[36]. Ἐνῶ σέ ἄλλο ἔργο του ἀναφέρει: «Οὐκοῦν ἐκ δυοῖν μέν πραγμάτων ὁμολογουμένως Θεότητος καί ἀνθρωπότητος, ὁ Ἐμμανουήλ[37]. Πλήν εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἷς τέ καί ἀληθῶς Υἱός, Θεός τε ὁμοῦ καί ἄνθρωπος˙ οὐ θεοποιηθείς ἐν ἴσῳ τοῖς κατά χάριν, Θεός δέ μᾶλλον ἀληθινός ἐν ἀνθρωπείᾳ μορφῇ πεφηνώς δι’ ἡμᾶς»[38]. 
Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ πρίν ἀπό τή θεολογική του σύγκρουση μέ τόν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο χρησιμοποιοῦσε, ὅπως προείπαμε, ἀσαφεῖς ἐκφράσεις γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεανθρώπου. Μιλάει περί διαμονῆς καί ἐνοικήσεως τοῦ Λόγου στή σάρκα, περί τοῦ ἀνθρωπίνου στοιχείου ὡς οἴκου καί ναοῦ τοῦ Θεοῦ[39]. Ἔλεγε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Λόγος «ἔλαβεν τόν ἄνθρωπον»[40]. Βέβαια εἶναι ἀπαραίτητο νά διευκρινιστεῖ ὅτι σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἀπολινάριο[41] πού ὑποστήριζε ὅτι ὁ Λόγος καί Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα καί πού θεωροῦσε τή σάρκα αὐτή χωρίς ψυχή καί λογικό νοῦ, ὁ ἱερός Πατήρ ἀναφέρει στά ἔργα του ὅτι «ἡ ἑνωθεῖσα τῇ θείᾳ ἀνθρωπίνη φύσις ἦτο τελεία, ἐκ σώματος καί ψυχῆς λογικῆς»[42].
Ὁ Κύριλλος εἶναι σαφής ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τέλεια τήν ἀνθρώπινη φύση, σῶμα καί ψυχή λογική, χωρίς φυσικά τήν ἁμαρτία[43]. Βέβαια ἡ σάρκα πού προσέλαβε ὁ Λόγος δέν ἦτανκάποια ξένη σάρκα, ἀλλά ἡ δική Του. Ἡ ἀνθρώπινη, δηλαδή φύση τοῦ Κυρίου δέν ὑπῆρξε ποτέ μόνη της ὥστε σέ κάποια στιγμή νά ἑνωθεῖ μέ τό Λόγο, ἀλλά δημιουργήθηκε μέσα στή μήτρα τῆς Παναγίας καί ἑνώθηκε ἀμέσως μέ αὐτήν ὁ Λόγος, ἐξ ἄκρας συλλήψεως[44].
Ὁ καθηγητής Φειδᾶς[45] παρατηρεῖ ὅτι γιά νά ἀποδείξει ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ τήν πραγματική «καθ' ὑπόστασιν» ἕνωση τῆς θεότητας καί τῆς ἀνθρωπότητας, ὅπως ἐπίσης καί τήν πραγματική ἑνότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀφαιροῦσε ἀπό τήν ἀνθρώπινη ὄχι βεβαίως ποσότητα, ὅπως ὁ Ἀπολινάριος, ἀλλά ἰδιότητα, ὑπόσταση ἤ πρόσωπο˙ γιατί ἄν δεχόταν τήν ἰδιαίτερη ὑπόσταση τῆς ἀνθρωπότητας, τότε θά κατέληγε στή νεστοριανική παραδοχή τῶν φυσικῶν ὑποστάσεων καί τῶν δύο φυσικῶν προσώπων. Ἡ ἀφαίρεση, ὅμως, ἰδιότητας ἤ ποιότητας ἀπό τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ δέν ἀπομάκρυνε τόν Κύριλλο ἀπό τά πλαίσια τῆς προγενέστερης πατερικῆς παραδόσεως˙ γιατί, ἀντίθετα ἀπό τόν Ἀπολιναρισμό, προέβαλλε τήν πληρότητα τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Χριστοῦ, καί ἀντίθετα ἀπό τό Νεστοριανισμό, τόνιζε τήν πραγματική καθ' ὑπόστασιν ἕνωση στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἔχοντας τέλεια ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστός εἶναι «ὁμοούσιος ἡμῖν»[46].
Ἕνα ἄλλο παράδειγμα, πού ὁ ἀλεξανδρινός Πατριάρχης χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων, εἶναι ἡ ἕνωση ψυχῆς καί σώματος. Αὐτά ἀποτελοῦν μία ὀντότητα χωρίς ὅμως νά ἀλλοιώνονται μεταξύ τους[47]. Χρησιμοποιεῖ, ἐπίσης, τήν εἰκόνα τοῦ ζωντανοῦ κάρβουνου στό ὅραμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα[48]. Ὅταν τό ξυλοκάρβουνο διαπεράστηκε ἀπό τή φωτιά, κάθε στοιχεῖο διατήρησε τήν ταυτότητά του. Ἔτσι καί ὁ Λόγος παρέμεινε Θεός ἐνῶ ἑνώθηκε μέ τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του ἀπό τήν ἄλλη συνέχισε ἀναλλοίωτη νά ἔχει τή λειτουργία της, παρ' ὅτι ἡ θεία φύση ἦταν ἑνωμένη μέ αὐτήν[49], ἁπλῶς στό κατά σάρκα μυστήριο τοῦ Λόγου ἔχουμε ἀλλοίωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως πρός τό καλύτερο καί ἐξαφάνιση τῆς κακίας καί τῆς φθαρτότητας σέ αὐτήν. Ἡ ἀνθρώπινη λοιπόν φύση, ἀφοῦ ἑνώθηκε ἀσυγχύτως μέ τή θεία, ὑπέστη ἐκλάμπρυνση καί ἐξύψωση χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἔξοδο ἀπό τή φυσική της ποιότητα[50].
Βέβαιο, ὅμως, εἶναι ὅτι ἡ ταύτιση, ἡ ἐναλλαγή δηλαδή στή χρήση τῶν ὅρων «φύσις», «ὑπόστασις», «πρόσωπον», δίνοντάς τους τό ἴδιο νόημα, συχνά δημιουργεῖ πρόβλημα στούς μελετητές τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Ἄλλωστε δέν ἔχει παγιωθεῖ μέχρι τή συγκεκριμένη χρονική στιγμή τό ἀκριβές περιεχόμενο τῶν παραπάνω ὅρων. Χαρακτηριστική τῆς ταύτισης «φύσεως» καί «ὑποστάσεως» εἶναι ἡ φράση «Μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη»[51]. Ἡ φράση αὐτή, ἄν καί ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ θεωροῦσε ὅτι εἶχε ἀθανασιανή προέλευση, στήν πραγματικότητα ἦταν τοῦ Ἀπολιναρίου. Βρισκόταν στήν ὁμολογία πίστεως τοῦ Ἀπολιναρίου πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰοβιανό, ἐνῶ εἶχε διαδοθεῖ σκόπιμα ψευδεπίγραφα μέ τό ὄνομα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Ὅλα αὐτά ἔδιναν ἐρείσματα στούς ἀντιπάλους τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, γιά νά τόν κατηγορήσουν ὅτι ἀπολινάριζε. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἑρμηνεύει ὀρθόδοξα τήν ἐπίμαχη φράση, ἀποφεύγοντας νά ὑποπέσει στίς δοξασίες τῶν διαφόρων αἱρετικῶν ὅπως τοῦ Ἀπολιναρίου. Μέ τή φράση αὐτή, ἡ ὁποία γιά ἀρκετό καιρό ἀποτέλεσε πρόβλημα γιά τούς ἀντιπάλους καί τούς ὑποστηρικτές τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ θεολόγου, ὁ Κύριλλος ἐννοεῖ τόν ἕνα Θεό Λόγο πού προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση ἄνευ φυρμοῦ καί συγκράσεως καί ἄρα ἄνευ μειώσεως καί ὑποκλοπῆς αὐτῆς[52], «Ἠγνόησαν πάλιν οἱ τά ὀρθά διαστρέφοντες, ὅτι κατά ἀλήθειάν ἐστι μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη. Εἰ γάρ εἷς ἐστιν Υἱός, ὁ φύσει καί ἀληθῶς ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγος, ὁ ἀπορρήτως γεννηθείς, εἶτα κατά πρόσληψιν σαρκός, οὐκ ἀψύχου, ἀλλ’ ἐμψυχωμένης νοερῶς, προῆλθεν ἄνθρωπος ἐκ γυναικός, οὐκ εἰς δύο μερισθήσεται διά τοῦτο πρόσωπα καί υἱούς, ἀλλά μεμένηκεν εἷς, πλήν οὐκ ἄσαρκος, οὐδ’ ἔξω σώματος, ἀλλ’ ἴδιον ἔχων αὐτό καθ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον. Ὁ δέ τοῦτο λέγων, οὐ φυρμόν, οὐ σύγχυσιν, οὐδ' ἕτερόν τι τῶν τοιούτων πάντῃ τε καί πάντως δηλοῖ οὔτε μήν ὡς ἐξ ἀναγκαίου τοῦ λόγου τοῦτο ἀκολουθήσει ποθέν. Εἰ γάρ καί εἷς λέγοιτο πρός ἡμῶν ὁ μονογενῆς Υἱός τοῦ Θεοῦ σεσαρκωμένος καί ἐνανθρωπήσας, οὐ πέφυρται διά τοῦτο, κατά τό ἐκείνοις δοκοῦν, οὔτε μήν εἰς τήν τῆς σαρκός φύσιν μεταπεφοίτηκεν ἡ τοῦ Λόγου φύσις, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ τῆς σαρκός εἰς τήν αὐτοῦ˙ ἀλλ' ἐν ἰδιότητι τῇ κατά φύσιν ἑκατέρου μένοντός τε καί νοουμένου, κατά γε τόν ἀρτίως ἡμῖν ἀποδοθέντα λόγον, ἀρρήτως καί ἀφράστως ἑνωθείς, μίαν ἡμῖν ἔδειξεν Υἱοῦ φύσιν˙ πλήν, ὡς ἔφην, σεσαρκωμένην. Οὐ γάρ ἐπί μόνων τῶν ἁπλῶν κατά φύσιν τό ἕν ἀληθῶς λέγεται, ἀλλά καί ἐπί τῶν κατά σύνθεσιν συνηγμένων, ὁποῖόν τι χρῆμά ἐστιν «ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἐκ ψυχῆς καί σώματος. Ἑτεροειδῆ μέν γάρ τά τοιαῦτα καί ἀλλήλοις οὐχ ὁμοούσια, ἑνωθέντα γε μήν. μίαν ἀνθρώπου φύσιν ἀποτέλεσαν, κἄν τοῖς τῆς συνθέσεως λόγοις ἐνυπάρχῃ τό διάφορον κατά τήν φύσιν τῶν εἰς ἑνότητα συγκεκομισμένων. Περιττολογοῦσι τοίνυν οἱ λέγοντες, ὡς εἴπερ μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη εἴη, πάντῃ τε καί πάντως ἔποιτο ἄν τό φυρμόν γενέσθαι καί σύγκρασιν, ὡς μειουμένης καί ὑποκλεπτομένης τῆς ἀνθρώπου φύσεως. Οὔτε γάρ μεμείωται, οὔτε, καθά φησιν, ὑποκλέπτεται˙ ἀρκεῖ γάρ πρός δήλωσην τήν τελειοτάτην τοῦ ὅτι γέγονεν ἄνθρωπος, τό λέγειν ὅτι σεσάρκωται. Εἰ μέν γάρ τοῦτο σεσίγητο παρ’ ἡμῶν, ἔσχεν ἄν τινα χώραν αὐτοῖς ἡ συκοφαντία. Ἐπειδή δέ ἀναγκαίως προσεπενήκεται τό ὅτι σεσάρκωται, ποῦ τῆς μειώσεως ἤτοι κλοπῆς ὁ τρόπος;»[53]. Ἀπό τά παραπάνω γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ὁ Κύριλλος ἑρμηνεύει τήν ἐπίμαχη φράση ὀρθόδοξα. Ἀφοῦ ὁ Λόγος σεσάρκωται ἔχει δύο φύσεις ὑποστατικά ἑνωμένες, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη, πού ἦταν τέλειες καί ἀποτελοῦσαν τό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρα μας, Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, ὅπως πολύ καλά σημειώνει ὁ Κύριλλος σέ ἄλλο ἔργο του γιά τό Χριστό, «συγκεῖσθαι ἔκ τε τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀνθρωπότητος, τελείως ἐχούσης κατά τόν ἴδιον λόγον, καί ἐκ τοῦ πεφηνότος ἐκ Θεοῦ κατά φύσιν Υἱοῦ, τοῦ Μονογενοῦς»[54].
Τό συμπέρασμα στό ὁποῖο καταλήγει ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας εἶναι ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἕνας καί ἔχει δύο φύσεις «ἐν δύο φύσεσιν». Ἡ θεία φύση Του ὑπῆρχε προαιωνίως, ὅμως, «ἐν χρόνῳ» ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, μέ ἀποτέλεσμα ἡ προαιώνια θεία φύση νά ἑνωθεῖ μέ τήν «ἐν χρόνῳ» ἀνθρώπινη. Ἡ τελευταία δέ, ἡ ἐν ἀτόμῳ δηλαδή θεωρουμένη ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δημιουργήθηκε θαυματουργικά καί ὑπερφυσικά καί ἑνώθηκε μέ τή θεία «ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως»[55] στή μήτρα τῆς Παρθένου[56]. Γι' αὐτό χαρακτηρίζεται ὁ Κύριος ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο ὡς «εἷς σεσαρκωμένος καί ἐνανθρωπήσας ἐκ Θεοῦ Πατρός Λόγος»[57], «εἷς τε καί ὁ αὐτός πρό μέν τῆς σαρκώσεως γυμνός ἔτι ὁ Λόγος, μετά δέ γε τήν ἀπότεξιν τήν ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου σεσαρκωμένος καί ἐνανθρωπήσας»[58], «εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ μονογενής τοῦ Θεοῦ Λόγος, ἐνανθρωπήσας καί σεσαρκωμένος»[59], τά ὁποῖα ἰσοδυναμοῦν πρός τήν δογματική ρήτρα «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη»[60].
Ἄξιον παρατηρήσεως εἶναι ὅτι ἡ Χριστολογία τοῦ ἱεροῦ Πατρός δέν εἶναι ἡ μόνη πού δημιούργησε προβλήματα στούς μελετητές. Ἕνα ἄλλο σημεῖο πού δέν ἔχει ἀναπτυχθεῖ ἐπαρκῶς στή διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου εἶναι οἱ ἀπόψεις του σχετικά μέ τήν ἐκπόρευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Σχετικά μέ τήν ἐκπόρευση τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας χρησιμοποιεῖ ἄλλοτε τήν ἔκφραση «διά τοῦ Υἱοῦ» καί ἄλλοτε προτιμᾶ τήν «ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Ἡ τελευταία γίνεται βάση γιά νά δικαιολογήσουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί τή μετέπειτα διδασκαλία τους γιά τό filioque. 
Ὅλα αὐτά, πού προαναφέραμε συνοπτικά γιά τή θεολογική διδασκαλία τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, μᾶς βοηθᾶνε νά κατανοήσουμε περισσότερο, τόσο τά ἔργα[61] τοῦ Κυρίλλου τά ὁποῖα θά μᾶς ἀπασχολήσουν, ὅσο καί τήν προσωπικότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Πατρός.
 
 


[1] Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 365.
[2] «Ὑπό τοῦ Ἀναστασίου Σιναΐτου καλεῖται «σφραγίς τῶν πατέρων» καί ὑπό τοῦ Εὐλογίου Ἀλεξανδρείας «γνώμων τῆς ἀκριβείας». Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (553) ἀπεκάλεσεν αὐτόν «τῆς ὀρθῆς καί ἀμωμήτου πίστεως συνήγορον», οἱ δέ ὑμνογράφοι «φωστῆρα τοῦ κόσμου», «λύραν θεωριῶν ἐνθέων» καί τά τοιαῦτα. Εἰς τήν Δυτικήν Ἐκκλησίαν, ἀφοῦ ἤδη ὑπό τοῦ Πάπα Καιλεστίνου εἶχεν ἀποκληθῆ «bonus fidei catholicae defensor», ἀνεκηρύχθη τό 1882 «doctor Ecclesiae». Π. Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 365.
[3] Μέ ἀθανασιανούς λόγους ὁ Κύριλλος περιγράφει τά ἀποτελέσματα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως στόν ἄνθρωπο: «γεγόναμεν κατ’ Αὐτόν ἡμεῖς, ἐπειδή γέγονεν καθ’ ἡμᾶς Αὐτός», Κυρίλλου, Ὑπόμνημα εἰς τό Ματθαῖον εὐαγγέλιον 24, 36. PG 72, 444Ε.
[4] Παντελεήμονος Χρυσοφάκη, (μητρ. Θεσσαλονίκης) «Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ.30.
[5] Βλ. Ἰ. Φειδᾶ, κκλησιαστική στορία, Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 598.
[6] Κυρίλλου, πιστολή 4ηΚατά Νεστορίου, PG 77, 45Β.
[7] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 17 – Ἐπιστολή 3η πρός Νεστόριον, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 3622 (=PG 77, 112C). Συναφῶς τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 71318-20 (=PG 75, 1253Α): «Πανταχόθεν οὖν ἄρα συνωθούμενοι πρὸς ἀλήθειαν, καὶ τὸ τοῖς ἱεροῖς Γράμμασι δοκοῦν ἰχνηλατεῖν εὖ μάλα σπουδάζοντες, καὶ ταῖς τῶν πατέρων ἑπόμενοι δόξαις». Τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἷς ὁ Χριστός, SC 97, 7782 (=PG 75, 1361B): «εἰ τὸν ἀπλανῆ τῆς πίστεως ὀρθοτομοῦμεν λόγον, καὶ τῶν τῆς ἀληθείας δογμάτων ἐσμὲν ἐρασταί, καὶ τὴν τῶν ἁγίων πατέρων ἰχνηλατοῦμεν πίστιν».
[8] H. du Manoir, «Cyrille d’ Alexandrie», dictionnaire de spiritualité, ascétique et mystique, doctrine et histoire, t. II, Paris 1953, col. 2673-2674.
[9] Γ. Φλορόφσκυ, Ο Βυζαντινοί πατέρες τοῦ 5ου αἰῶνα, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 485.
[10] Αὐτόθι, σ.486.
[11] Ἐπιθυμοῦσε μέ πάθος σέ ὅλη του τή ζωή νά μοιάσει στό Μ. Ἀθανάσιο. Θεολογικά κατόρθωσε νά φτάσει τό ὕψος τῶν ἐπιτευγμάτων τοῦ ἁγίου πατρός καί νά ἀναγκαστεῖ νά περάσει τίς σκληρές δοκιμασίες πού ὑπέστη ἐκεῖνος ἀπό τούς ἀντιπάλους του. Πρβλ. SC 97, p.32-33.
[12] Ὁ Εἰρηναῖος Λουγδούνου εἶναι μεγάλος θεολόγος τοῦ τέλους τοῦ 2ου αἰῶνα (130/140- 192/195). Θεωρήθηκε θεολόγος τῆς παραδόσεως. Καταπολεμεῖ τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας (π.χ. γνωστικούς) μέ ὅπλα τῆς Ἐκκλησίας. Περισσότερο βασίζεται ἀποκλειστικά στή θεολογική σκέψη, διότι πίστευε ὅτι ἡ ἀλήθεια πού ὑπάρχει μόνο στήν Ἐκκλησία εἶναι τό πλέον ἀληθινό καί ἀποτελεσματικό ὅπλο. Διδάσκει τήν ἀανακεφαλαίωση τῶν πάντων στό Θεανθρώπινο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀναδημιουργεῖ τόν πεσόντα κόσμο καί ἀνακαινίζει αὐτόν βάσει τοῦ ἑαυτοῦ Του, παρέχοντας τόν ἑαυτό Του πρός μετοχή καί ὡς πρότυπο. Τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ γι’ αὐτόν, ἀπάντηση στήν ἄτυχη προσπάθεια τοῦ Ἀδάμ. Ὅπου ἀπέτυχε ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἔπρεπε νά πετύχει ὁ νέος Ἀδάμ χάριν τῆς σωτηρίας τῶν ἐπιγόνων τοῦ πρώτου Ἀδάμ καί τῆς ἀποκαταλλαγῆς τους πρός τό Θεό. Ἡ ἄλλη σπουδαία καί δημιουργική ὄψη τῆς εἰρηναϊκῆς σκέψεως εἶναι ἡ θεολογία τῆς παραδόσεως καί ἡ θεολογία τῆς αὐξήσεως. Σπουδαία ἔργα του ὑπῆρξαν Ἔλεγχος καί ἀνατροπή τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, Ἐπίδειξις τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος. Πρβλ. Στ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α΄, Ἀθήνα 1991, σ. 294 - 309.
[13] Κυρίλλου, Εἰς Ἰωάννην, V, B’, Pusey, vol. Ι, σ. 69420-23 (=PG 73, 756B). Αὐτόθι, I, Θ’, vol. Ι, σ. 1418-11 (=PG 73, 161C): «ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ (=Ἀδάμ), τουτέστι τῷ Χριστῷ͵ πρὸς ἀρχὴν ἐπάνεισι δευτέραν ἀνασκευαζόμενον πρὸς καινότητα ζωῆς, καὶ εἰς τὴν τῆς ἀφθαρσίας ἐπαναδρομήν (=οἱ ἄνθρωποι)». «Ἔσχατος Ἀδάμ οὐ τά τοῦ πρώτου νοσεῖν ἀανεχόμενος, ἀπαλλάτων δέ μᾶλλον ὡς ἐν ἑαυτῷ τέ καί πρώτῳ τήν ἀνθρώπου φύσιν τῶν ἐκ παραβάσεως ἀαρχαίας ἐκείνης αἰτιαμάτων... κρείττων ἁμαρτίας ὑπάρχων ὡς Θεός». Τοῦ ἰδίου, Κατά τῶν Νεστορίου Δυσφημιῶν, ΙΙΙ, ΣΤ, ACO, τ. 1, Ι, 6, σ. 7532-33 (=PG 76, 168Β)
[14] Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους, Pusey, vol. III, σ. 1876-7 (=PG 74, 789Β).
[15] Τοῦ ἰδίου, Εἰς πρός Ρωμαίους, V, IE΄, Pusey, vol. III, σ. 18415-20 (=PG 74, 785C).
[16] Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἰωάννην, ΙΧ, Pusey, vol. ΙΙ, σσ. 48111-31, 4821-13 (=PG 74, 276BCD) Πρβλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, διατριβή ἐπί ὑφηγεσίᾳ, Ἀθῆναι 1956, σ. 85.
[17] Κυρίλλου, Ἑόρτιος ἐπιστολή, XXVIII, A΄, PG 77, 941C.
[18] Χαρακτηριστικά ἀναφέρουμε μερικά χωρία ἀπό ἔργα τοῦ Κυρίλλου, πού κάνουν λόγο γιά τό Χριστό ὡς Δεύτερο Ἀδάμ: «δεύτερος Ἀδάμ χρηματίσας, καί ἀρχή τοῦ γένους ἡμῶν δευτέρα μετά τήν πρώτην, εἰς ἀφθαρσίαν ἡμᾶς ἀνεμόρφωσεν, προσλαβών τῷ θανάτῳ ... καί λέλυται τῆς ἀρχαίας ἀρᾷς ἡ δύναμις ἐν αὐτῷ». Τοῦ ἰδίου, Κατά ἀνθρωπομορφιτῶν - Ἐπιστ. Πρός Καλοσύριον, Β΄, Pusey, vol. ΙΙΙ, σ. 5586-19 (=PG 76, 1092Β).
«Καθίκετο (ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ) ἐξ οὐρανοῦ ... μεταχαλκεύων ὡς Θεός τήν ἀνθρωπίνην φύσιν εἰς ἀφθαρσίαν, καί ἀνακομίζων εἰς τό ἀπ’ ἀρχῆς. Καινή γάρ κτίσις τά ἐν Χριστῷ, ὅτι καί ῥίζα τέθειται καινή. Γέγονε γάρ δεύτερος Ἀδάμ, καί ὥσπερ ἐκεῖνος... δι’ ἁγιασμοῦ τε καί ἀφθαρσίας καί τῆς ἐν πίστει δικαιοσύνης... κατακεκρίμεθα τῷ θανάτῳ διά τῆς ἐν Ἀδάμ παραβάσεως, ὅλης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦτο παθούσης ἐν αὐτῷ καί γάρ ἦν ἀπαρχή τοῦ γένους ... τῇ τῶν φθασάντων σκαιότητι τήν ἰσομοιροῦσαν ἡμῖνν εἰσκομίζοντος χάριν», Κυρίλλου, Εἰς πρός Ρωμαίους, V, IE΄, Pusey, vol. III, σ. 18415-20 (=PG 74, 785C).
[19] Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 70441 (=PG 75, 1237C).
[20] Τοῦ ἰδίου, Ἑόρτιος ἐπιστολή, XXVIII, A΄, PG 77, 941C.
[21] «Ἐξώσθη μέν ἐκεῖνος τοῦ παραδείσου διά τήν ἀπείθειαν, εἰσέλθετε ὑμεῖς διά τῆς εὐπειθείας» Τοῦ ἰδίου, Ὁμιλία, ΙΒ΄ –Εἰς τήν Ὑπαπαντήν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 77, 1020Α. καί «Ὑπακοή εἰς ἅπαν καί ἀμώμητος» Τοῦ ἰδίου, Κατά ἀνθρωπομορφιτῶν - Ἐπιστ. πρός Καλοσύριον, ΙΗ΄, Pusey, vol. III, σ. 5812-3 (=PG 76, 1120B).
[22] Εἰρηναίου Λουγδούνου, Contra Haereses – Ἀπόσπασμα 83, III, 18, 1 καί V, 1, 3 καί V, 16, 3: «ut quod perdideramus in Adam, id est secundum imaginem et similitudinem esse Dei, hoc in Christo Jesu reciperemus».
[23] Γ. Φλορόφσκυ, Οἱ βυζαντινοί πατέρες τοῦ 5ου αἰῶνα, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 488.
[24] Βλ. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθήνα 1992, σ. 599.
[25] Κυρίλλου, Β΄ Προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασιλίσσαις, ACO, τ. 1, Ι, 5, σ. 275-6 (=PG 76, 1340A). Πρβλ. Α΄ Κορ. 8, 5. Κυρίλλου, Κατά τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν, Β΄, PG 76, 65D, 89Α. Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 39 (34)- Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, ACO, τ. 1, Ι, 4, σ. 1925-26 (=PG 77, 181A). Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 40, PG 77, 192B-D.
[26] Τοῦ ἰδίου, Κατά τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν, Β΄, PG 76, 65A, 172CD.
[27] Αὐτόθι, PG 76, 65A.Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 17 – Ἐπιστολή 3η πρός Νεστόριον, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 3622 (=PG 77, 112C).
[28] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική του διδασκαλία», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Ἱερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 272.
[29] Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Λόγος ΛΖ΄ - Εἰς τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου· Ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους͵ καὶ τὰ ἑξῆς, Β΄, PG 36, 285A.
[30] Π. Κ. Χρήστου, λληνική Πατρολογία, Δ΄, σ. 368.
[31] Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν ἐλλήνων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, διατριβή ἐπί ὑφηγεσίᾳ, Ἀθῆναι 1956, σ. 82.
[32] Γ. Φλορόφσκυ, Δημιουργία καί ἀπολύτρωση, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983, σ 110.
[33] Ὁ ὅρος «Οἰκονομία» χρησιμοποιεῖται συχνά στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Πρῶτος τόν χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἄλλωστε οἱ Πατέρες ὅταν ἀναφέρονται στίς σχέσεις τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «Θεολογία».
[34] Ὁ Νεστόριος συνέδεε τόν ὅρο «ὑπόστασις»πρός τόν ὅρο «οὐσία» καί «φύσις» κατά διαφορετικό, ὅμως, τρόπο ἀπό τόν καθιερωμένο γιά τήν Ἁγία Τριάδα, ἀφοῦ ἡ θεότητα καί ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ὁμοούσια, ὅπως τά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἡ ἐν Χριστῷ ἕνωση τῶν δύο φύσεων ἔγινε ὄχι σέ μία οὐσία, ἀλλά σέ διαφορετικές οὐσίες, δηλαδή τῆς θεότητας καί τῆς ἀνθρωπότητας˙ γι’ αὐτό καί ἡ  διάκριση οὐσίας καί ὑποστάσεως προσδιορίζει τήν ἰδιαιτερότητα κάθε μιᾶς ἀπό τίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Πρβλ. Β. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 594, 595.
[35] C. Dratselas, «Questions of Christology of Saint Cyril of Alexandria», reprinted from Abba Salama, a review of the Association on Ethio- Hellenic Studies, vol. VI, Athens 1974, p. 4.
[36] Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 69426-27, 31-32 (=PG 75, 1220AB). Πρβλ. Ψαλμ. 117, 27. Βαρ. 3, 38. Λουκ. 1, 79: «Θεός οὖν ὑπάρχων καί τῶν ὅλων Κύριος, κατά τάς Γραφάς ὁ Μονογενής, ἐπέφανεν ἡμῖν. Ὤφθη γάρ ἐπί γῆς, καί ἐπέλαμψε τοῖς ἐν σκότῳ γενόμενος ἄνθρωπος, οὐ δοκήσει, μή γένοιτο˙ μανία γάρ τοῦτο φρονεῖν ἤ λέγειν˙ οὔτε μήν εἰς σάρκα παρενεχθείς κατά μετάστασιν καί τροπήν˙ ἀναλλοίωτος γάρ καί ἀεί κατά τά αὐτά καί ὡσαύτως ἔχων ὁ ἐκ τοῦ Θεοῦ Λόγος˙ ἀλλ' οὐδέ ὁμόχρονον τῇ σαρκί τήν ὕπαρξιν ἔχων˙ αὐτός γάρ ἐστι τῶν αἰώνων ὁ ποιητής. Αὐτός γάρ ἐστιν ὁ ζωή πεφυκώς ἐκ ζωῆς τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ὄντος τε καί νοουμένου κατ’ ἰδίαν ὑπόστασιν˙ ἀλλ' οὐδέ ἠμπέσχετο σάρκα ψυχῆς ἐρήμην τῆς λογικῆς, γεγένηται δέ κατά ἀλήθειαν ἐκ γυναικός, καί πέφηνεν ἄνθρωπος ὁ ζῶν καί ὑπάρχων, καί συναΐδιος τῷ Θεῷ καί Πατρί Θεός Λόγος, μορφήν λαβών καί ἔστιν ὥσπερ ἐν Θεότητι τέλειος, οὕτω καί ἐν ἀνθρωπότητι τέλειος, οὐκ ἐκ μόνης Θεότητος καί σαρκός εἰς ἕνα Χριστόν καί Κύριον καί Υἱόν συγκείμενος, ἀλλ' ἐκ δυοῖν τελείοιν, ἀνθρωπότητος δή λέγω καί Θεότητος, εἰς ἕνα καί τόν αὐτόν παραδόξως συνδούμενος».
[37] «Τό ἑβραϊκόν ὄνομα Ἐμμανουήλ (IMMANUEL) σημαίνει «μεθἡμῶν Θεός». Ἡ Καινή Διαθήκη ἐννοεῖ ὑπό τόν Ἐμμανουήλ αὐτόν τοῦτο τόν Χριστόν, βλέπει δέ ἐκπληρουμένην τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα ἐν τῇ ἐκ Παρθένου γεννήσει τοῦ Ἰησοῦ. Ὑπό πολλῶν πατέρων, ἰδίᾳ τῆς ἐποχῆς τῶν Χριστολογικῶν ἐρίδων, θεωρεῖται ὅτι ὁ τίτλος Ἐμμανουήλ ἐμπερικλείει τήν διδασκαλίαν περί τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, τῆς τε ἀνθρωπίνης (μεθ’ ἡμῶν) καί τῆς θείας (ὁ Θεός). Ὄντως ὁ Θεός ἐγένετο μεθ’ ἡμῶν, διά τῆς ὑπό τοῦ Χριστοῦ κοινωνίας τῆς σαρκός καί τοῦ  αἵματος ἡμῶν (Ἑβρ. 2, 14), ἤτοι τῆς οἰκειώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐν τῇ φράσει «μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός» δύναται κάλλιστα νά στηριχθῇ τό δόγμα τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀαδιαιρέτως, κατά τά δογματισθέντα ὑπό τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἄνευ συμμίξεως τοῦ κτιστοῦ καί τοῦ ἀκτίστου. Οὕτω τό ὄνομα Ἐμμανουήλ καθίσταται ταυτόσημον πρός τό Θεάνθρωπος». Γ. Ἀντ. Γαλίτη, Ἑρμηνευτικά τῆς Καινῆς Διαθήκης. Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 19847, σ. 277 - 279.
[38] Κυρίλλου, πιστ 1: Πρεσβυτέροις καί διακόνοις, Πατράσι μοναχοῖς καί τοῖς σύν ὑμῖν τόν μονήρη βίον ἀσκοῦσι, PG 77, 28D.
[39] Τοῦ ἰδίου, Θησαυρός Α΄, PG 75, 23D, 24CD, 25A, 28A.
[40] Αὐτόθι.
[41] ῾Ο Ἀπολινάριος Λαοδικείας ὑποστήριζε ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε «σάρκα» χωρίς νά ἀναλάβει «νοῦν ἀνθρώπινον». Στήριξε τή διδασκαλία του περί ἐνσαρκώσεως, πού ὁδηγεῖ στή μία φύση τοῦ Χριστοῦ, καταφεύγοντας στό φιλοσοφικό χῶρο, συγκεκριμένα στόν Ἀριστοτέλη πού ἀκολουθώντας τό Δημόκριτο δίδασκε ὅτι «ἀδύνατον γάρ εἶναι ἐκ δύο (= οὐσιῶν μέ ἐντελέχεια) ἕν ἤ ἐξ ἑνός δύο γενέσθαι» (Μεταφυσικά, 1039α 9-10). Ἔτσι ἔλεγε ὅτι κατά τήν ἐνσαρκωσή Του ὁ Λόγος ἦταν τέλειος, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση πού προσέλαβε δέν εἶχε λογικό νοῦ, ψυχή, τή θέση τῆς ὁποίας κατέλαβε ὁ θεῖος Λόγος. Ἀδύνατον γάρ δύο νοερά καί θελητικά ἐν τῷ ἅμα κατοικεῖν, ἵνα μή τό ἕτερον κατά τοῦ ἑτέρου ἀντιστρατεύηται διά τῆς οἰκείας θελήσεως καί ἐνεργείας. Οὐκοῦν οὐ ψυχῆς ἀνθρωπίνης ἐπελάβετο ὁ Λόγος, ἀλλά μόνον σπέρματος ἀβραάμ˙ τόν γάρ τοῦ σώματος Ἰησοῦ˙ ναόν προδιέγραψεν ὁ ἄψυχος καί ἄνους καί ἀθελής τοῦ Σολομῶντος ναός, ( Περί ἑνώσεως: fragment 2), Σ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β΄, Ἀθήνα 1990, σ. 530 - 547.
[42] Κυρίλλου, Ἑόρτιος ἐπιστολή, VIII, ΣΤ΄, SC 392, 57242-44 (=PG 77, 572D).
[43] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστ. 4η - Ἐπιστολή δευτέρα πρός Νεστόριον, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 26 6-19 (=PG 77, 45AC). Πρβλ. Β΄ Κορ. 13, 5. «σάρκα ἐμψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ ἑνώσας ὁ Λόγος ἑαυτῷ καθ’ ὑπόστασιν, ἀφράστως τε καί ἀπερινοήτως γέγονεν ἄνθρωπος, καί κεχρημάτικεν Υἱός ἄνθρώπου, οὐ κατά θέλησιν μόνην ἤ εὐδοκία˙ ἀλλ’ οὐδέ ὡς ἐν προσλήψει προσώπου μόνου˙ καί ...διάφορος μέν αἱ πρός ἑνότητα τήν ἀληθινήν συναχθεῖσαι φύσεις˙ εἷς δέ ἐξ ἀμφοτέρων Χριστός καί Υἱός˙ οὐχ ὡς τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διά τήν ἕνωσιν».
[44] Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ Χριστολογική ὁρολογία καί διδασκαλία Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, Ἀθῆναι 1955, σ.48.
[45] Β. Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 1992, σ. 601.
[46] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΙΔ΄, PG 75, 136C.
[47] Τοῦ ἰδίου, Σχόλια περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, Η΄, PG 75, 1376D- 1377C.
[48]Αὐτόθι, Θ΄, PG 75, 1377D - 1380C. Πρβλ. Ἠσ. 6, 6-8.
[49] Κυρίλλου, Ὅτι εἷς ὁ Χριστός, SC 97, 7361-40 (= PG75, 1292ABC).
[50] Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθήνα 19982, ἐκδ. Παρουσία, σ. 88.
[51] Ἡ φράση αὐτή θά γίνει ἡ αἰτία νά κατηγορηθεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ὡς μονοφυσίτης. Ὁ Κύριλλος, θεωρώντας ὅτι ἡ ἐπίμαχη φράση ἀνῆκε στό Μ. Ἀθανάσιο -ἐνῶ στην πραγματικότητα εἶχε εἰπωθεῖ ἀπό τόν αἱρεσιεράρχη Ἀπολλινάριο- τή χρησιμοποιοῦσε συχνά. Τόνιζε, ὅμως, ὅτι μέ τή φράση αὐτή ἐννοεῖται ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη τέλεια καί πλήρη «ἄνευ ὅμως ὑποστάσεως», ἡ ὁποία ἑνώθηκε στήν ὑπόσταση τοῦ θείου Λόγου, «ἐκ τελείας ὑποστάσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ μὴν ἐξ ἀνθρωπότητος τελείως ἐχούσης κατὰ τὸν ἴδιον λόγον εἷς Χριστός, ὁ αὐτὸς ὑπάρχων ἐν ταυτῷ Θεός τε ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος», Κυρίλλου, Σχόλια περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς Η΄, PG 75, 1377Β. Γιά τή φράση «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» βλ. σχετικά Ἰω. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν Διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκιδονίων Θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 22. Συναφῶς τοῦ ἰδίου, «Unification on the basis of Cyril’s formula», The Greek Orthodox Theological Review X (1964) 64. Βλ. J. McGuckin, St Cyril of Alexandria the Christological controversy. Its history, theology and texts, New York 1994, p. 212. G. Florovsky, Οἱ Βυζαντινοί πατέρες τοῦ 5ου αἰώνα, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 517, 518. Χ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 268-274. Πρβλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστως, ΙΙΙ, ΙΑ΄, PG 94, 1024BC: «Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ μακάριος Κύριλλος ἐν τῇ πρὸς Σούκενσον δευτέρᾳ ἐπιστολῇ ἑρμηνεύων τὸ μίαν φύσιν τοῦ θεοῦ λόγου σεσαρκωμένην οὕτω φησίν· Εἰ μὲν γὰρ μίαν εἰπόντες τοῦ λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες τὸ σεσαρκωμένην, ἀλλ᾽ οἷον ἔξω τιθέντες τὴν οἰκονομίαν, ἦν αὐτοῖς τάχα που καὶ οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος προσποιουμένοις ἐρωτᾶν· Εἰ μία φύσις τὸ ὅλον, ποῦ τὸ τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι; ῍Η πῶς ὑφέστηκεν ἡ καθ᾽ ἡμᾶς οὐσία; Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης καὶ τῆς καθ᾽ ἡμᾶς οὐσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται διὰ τοῦ λέγειν σεσαρκωμένην, παυσάσθωσαν καλαμίνην ῥάβδον ἑαυτοῖς ὑποστήσαντες. Ἐνταῦθα μὲν οὖν τὴν φύσιν τοῦ λόγου ἐπὶ τῆς φύσεως ἔταξεν. Εἰ γὰρ ἀντὶ ὑποστάσεως τὴν φύσιν παρείληφεν, οὐκ ἄτοπον ἦν, καὶ δίχα τοῦ σεσαρκωμένην τοῦτο εἰπεῖν· μίαν γὰρ ὑπόστασιν τοῦ θεοῦ λόγου ἀπολύτως λέγοντες οὐ σφαλλόμεθα. Ὁμοίως δὲ καὶ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπὶ τῆς φύσεως τὸ ῥητὸν ἐνόησεν, οὐκ ἀντὶ τῆς ὑποστάσεως. Ἐν δὲ τῇ πρὸς τὰς Θεοδωρήτου μέμψεις τοῦ δευτέρου ἀναθεματισμοῦ οὕτως φησὶν ὁ μακάριος Κύριλλος· Ἡ φύσις τοῦ λόγου ἤγουν ἡ ὑπόστασις, ὅ ἐστιν αὐτὸς ὁ λόγος. Ὥστε τὸ εἰπεῖν φύσιν τοῦ λόγου οὔτε τὴν ὑπόστασιν μόνην σημαίνει οὔτε τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν τῇ τοῦ λόγου ὑποστάσει ὁλικῶς θεωρουμένην».
[52]Ἰω. Ν. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 32.
[53] Κυρίλλου, Ἐπιστολή 46Πρός Σούκενσον, ACO, τ. 1, Ι, 6, σσ. 15912-16, 1622-10 (=PG 77, 241Α, 245Α).
[54] Τοῦ ἰδίου, Πρός τόν εὐσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον. Λόγος Προσφωνητικός, περί τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ACO, τ. 1, Ι, 1, σ. 5312-30 (=PG 76, 1157Α).
[55] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολήν - Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, PG 77, 177Α.
[56] Ἰω. Ν. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 34.
[57] Κυρίλλου, Ἐπιστολή 46ηΠρός Σούκενσον, ACO, τ. 1, Ι, 6, σσ. 15912-16, 1622-10 (=PG 77, 241Α, 245Α).
[58] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή 50η, PG 77, 308ΑΒ.
[59] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή 41η, PG 77, 217Β.
[60]Ἰω. Ν. Καρμίρη, Εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν διασκέψεων Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων, Ἀθῆναι 1970, σ. 34.
[61] Κυρίλλου, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, SC 97, 678-714 (=PG75, 1189B-1253B). Συναφῶς τοῦ ἰδίου, Ὅτι εἷς ὁ Χριστός, SC 97, 714-778 (=PG75, 1253A-1361C).

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com
25   ΜΑΡΤΙΟΥ  2014

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ



ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΚΑΙ  ΕΘΝΙΚΟΙ  ΑΓΩΝΕΣ
Ομιλία του Π. Μπρατσιώτη που αποκαλύπτει με περιεκτικό και σαφή τρόπο την συμβολή της Εκκλησίας στην προστασία και διάσωση του Γένους και του ρωμαίικου (ελληνορθόδοξου) πολιτισμού. Πραγματοποιήθηκε στις 24 Μαρτίου 1956 και είναι τόσο επίκαιρη σήμερα όσο ποτέ.
το ΜΧΚ σημαίνει Μαθήματα Χριστιανικής Κοινωνιολογίας
 3-9-4 Εκκλησία και εθνικοί αγώνες*

Η ευσέβεια προς τους θεούς δεν αποτελεί χαρακτηρι­στικό μόνο των μετά Χριστόν Ελλήνων αλλά και των προ Χριστού. Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων ήταν τόσο στενά συνυφασμένη με τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο ώστε να μην υπάρχει κάποια πτυχή του χωρίς την παρουσία της. Ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για εθνικούς αγώνες αισθάνονταν την ανάγκη να ανατρέχουν στα μα­ντεία, να συμβουλεύονται τους θεούς και να ζητούν τη βοήθειά τους. Βαθιά ήταν η πίστη τους και προς τη θεία δίκη. Η θεοσέβειά τους είναι έκδηλη σε όλα τα μνημεία. Ιδιαίτερα ευσεβείς ήσαν οι Αθηναίοι, σε σημείο που να αναγκασθεί ο Παύλος να τους χαρακτηρίσει «ως δεισιδαιμονεστέρους» (ΟΦ 22).
Την ίδια θεοσέβεια κληρονόμησαν οι Έλληνες μετά την έλευση του Χριστού όντας μέλη της Ορθόδοξης Εκ­κλησίας. Μαζί με την ευσέβεια και την πίστη αύξανε και η αγάπη προς την πατρίδα και την ομογένεια. Δείγμα του συνδέσμου φιλοπατρίας και θεοσέβειας είναι η ανά­θεση της προστασίας της Κωνσταντινούπολης στη σκέ­πη της Θεοτόκου, η οποία έκτοτε ενεργεί ως «υπέρμαχος στρατηγός των υπέρ της πίστεως και πατρίδος» αγώνων εναντίον των βαρβάρων (ΟΦ 22). Ο Π. Μπρατσιώτης εκτός από την περίπτωση της σωτήριας παρέμβασης της Θεοτόκου στις επιθέσεις των Αβάρων παραπέμπει και στην περίπτωση του Αγίου Δημητρίου που υπερασπί­στηκε τα τείχη της Θεσσαλονίκης, καθώς και σε μια σειρά από στρατιωτικούς αγίους που συνδύαζαν πίστη και φιλοπατρία, όπως ο άγιος Γεώργιος, οι άγιοι Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης, ο άγιος Μηνάς, ο άγιος Αρτέ­μιος, κ.ά. (ΟΦ 22).
Ο πατριωτικός χαρακτήρας είναι εμφανής και σε εκ­κλησιαστικούς ύμνους, και γενικότερα σε λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία, τα οποία μάλιστα αναφέρονται και σε βασιλείς και άνακτες. Χαρακτηριστικό παράδειγ­μα φιλοπατρίας και θεοσέβειας είναι η περίπτωση του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου που πριν λάβει μέρος στην τελευταία μάχη ζητά την ευ­λογία της Εκκλησίας και μάλιστα κοινωνεί των αχράντων μυστηρίων (ΟΦ 23).
Η ίδια σχέση Εκκλησίας και ελληνικού έθνους συνεχί­ζεται και μετά την πτώση της Πόλης και τη διάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπου μάλιστα ο Οικουμενι­κός Πατριάρχης αναγνωρίζεται ως εθνάρχης και προ­στάτης των υπόδουλων Ελλήνων. Η Ορθόδοξη Εκκλη­σία εκτός από τον πολιτικό και παρηγορητικό της ρόλο παίζει και το ρόλο της κιβωτού που διασώζει μαζί με την ορθόδοξη πίστη την εθνική γλώσσα και την εθνική συνεί­δηση. Ιερείς και μοναχοί γίνονται διδάσκαλοι του γένους στα κρυφά σχολειά, τα μοναστήρια και τις ελληνικές Σχολές (ΟΦ 23). Στην Εκκλησία διασώζεται η εθνική πα­ράδοση αλλά και η ελπίδα της απελευθέρωσης. Αυτό δη­λώνεται και σε εορτές όπως ο Ευαγγελισμός της Θεοτό­κου και το Πάσχα, όπου η ανάσταση του Χριστού συνδέ­θηκε με την ανάσταση του γένους (ΟΦ 23).
Μεγάλη ήταν η συμβολή της Εκκλησίας στην Ελληνι­κή Επανάσταση. Από τη μια μεριά διέσωσε την εθνική συνείδηση και ενδυνάμωνε το ηθικό των ελλήνων μέσα από τη λατρευτική ζωή και τον προστατευτικό της ρόλο, και από την άλλη έλαβε ενεργό μέρος στον επαναστατι­κό αγώνα με τη συμμετοχή κληρικών όλων των βαθμίδων (ΟΦ 24). Κληρικοί προετοιμάζουν μαζί με άλλους των αγώνα, συμμετέχοντας στη Φιλική Εταιρεία, ευλο­γούν τον αγώνα, γίνονται ακόμα και θύματά του. Η απο­δοκιμασία του αγώνα από μέρους του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε δεν δήλωνε μια αντεπαναστατική διάθεση της Εκκλησίας, αλλά την ποιμαντική αγωνία και το αλη­θινό ενδιαφέρον για την τύχη των Ελλήνων, λαμβανομένων υπόψη των σφαγών που ακολουθούσαν κάθε απο­τυχημένη εξέγερση. Η μεγαλύτερη απόδειξη για τις πραγματικές διαθέσεις του Γρηγορίου είναι ότι σε μικρό χρονικό διάστημα έγινε εθνομάρτυρας, το δε μαρτύριό του λειτούργησε ως σημείο αναφοράς, ενδυνάμωσης και ευόδωσης του αγώνα (ΟΦ 25). Προς επήρωση όλων αυ­τών ο Π. Μπρατσιώτης παραθέτει έναν πολυάριθμο κα­τάλογο από ιεράρχες και απλούς κληρικούς που θυσιά­στηκαν στον αγώνα (ΟΦ 26).
Η εθνική προσφορά της Εκκλησίας συνεχίζεται και στα μετέπειτα της Επανάστασης χρόνια. Ο Π. Μπρατσιώτης θυμίζει το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, τη συμμετοχή των κληρικών στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα του 1913 και τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου, τη συμπαράσταση της Εκκλησίας στην κατοχή (ΟΦ 27).
Όλα αυτά τα παραδείγματα πατριωτισμού είναι καρ­πός της εφαρμογής των κοινωνικών χριστιανικών αρχών και ιδιαίτερα της «φιλογένειας» (ΜΧΚ 12). Αυτό σημαίνει ότι ο πατριωτισμός είναι ένα είδος κοινωνισμού. Έτσι πατριώτης δεν είναι αυτός που αγαπά τις ελληνικές ομορφιές, τα ωραία ακρογιάλια και τα γραφικά βουνά, αλλά εκείνος που αγαπά το έμψυχο υλικό, δηλαδή τους Έλληνες, τους όμαιμους και ομόθρησκους (ΜΧΚ 13).
 
*. «Ομιλία προς τους φοιτητάς κατά την εσπέραν της 24.3-1956» (ΟΦ), ΕΚΠΑ, Πρυτανεία Παναγιώτου I. Μπρατσιώτου, Εισηγήσεις-Προσφωνήσεις, Λόγοι και Λογοδοσία του Πρύτανεως, Εν Αθήναις 1956, σ. 20 εξ.

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ 
Από το βιβλίο: «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ» Εκδόσεων ΓΡΗΓΟΡΗ σελ. 200-203


Read more: http://www.egolpion.com/ekklisia_ethikoiagones.el.aspx#ixzz2xvJn1qAU