Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Θεοφάνεια και Λαοφάνεια του Νικολάου Πανταζή

Θεοφάνεια και Λαοφάνεια του Νικολάου Πανταζή



Θεοφάνεια και Λαοφάνεια του Νικολάου Πανταζή

Η Εορτή των Θεοφανείων επισημαίνει την επιφάνεια, τη φανέρωση του Τριαδικού Θεού. Για αυτό και τους πρώτες αιώνες, λεγόταν κυρίως «Επιφάνεια», Αποκάλυψη και Φανέρωση του Ζώντος, Αληθινού, Δημιουργού και Τριαδικού Θεού επί της ιστορίας της γης.
Ο Θεός έχει δικό Του Πιστό Λαό, περιούσιο και αγαπητό. Τον Ορθόδοξο Λαό της Οικουμένης.
Είναι όμως ανάγκη επιτακτική, να κάνει και ο Λαός του Θεού τα δικά του Λαοφάνεια και Επιφάνεια, στην δική του ιστορική πορεία επί της γης.
Να δώσει την καλή μαρτυρἰα και ομολογία Πίστεως. Να γεννήσει Αγίους και να προετοιμάσει Νεομάρτυρες της Δευτέρας Παρουσίας. Να εμπλουτίσει τους κατοίκους της Ουράνιας Βασιλείας.

Για ποιόν ακριβώς Λαό ομιλούμε;

Σίγουρα όχι τον πολιτικό, ούτε τον κοσμικό Λαό που διαγράφει τα δικά του προδοτικά ανεμομαζώματα και ανεμοσκορπίσματα. Που ζει με τις επιταγές της μόδας και περιλαμβάνει όλο το σύνολο των παθών και των ηδονών.
Δεν αναφερόμαστε στο λαό που τιμά το Θεό με τα χείλη και τα λόγια ενώ η καρδιά απέχει πολύ μακρυά από τον Θεάνθρωπο Ιησού, την Ορθόδοξη Εκκλησία Του και τα σωστικά Μυστήριά της.
Δεν μιλούμε για λαό αντίθεο και αντίχριστο που νομιμοποιεί την αμαρτία, επιβραβεύει την ανομία, στεφανώνει το κακό και έχει μετατρέψει την αδικία σε συστηματική βιοθεωρία. Δεν εννοούμε το λαό που πρώτος θα δεχθεί το χάραγμα του 666 και ολοπροθύμως θα υποδεχθεί τον Αντίχριστο.
Δεν είναι λαός του Θεού ο λαός του Οικουμενισμού, του ημερολογιακού ζηλωτισμού, των Σχισματικών, της παραθρησκείας, της πλάνης και της τραγικής πληθώρας των αιρέσεων της απωλείας.
Δεν είναι λαός του Θεού ο λαός που ακολουθεί ανίερα πανηγύρια, ρεβεγιόν, τις Θεομίσητες εορτές και νουμηνίες, χρόνους ή καιρούς.
Που παρακολουθεί τυφλά προφητείες και κυνηγά παρανοϊκά τα σημεία των καιρών. Που αρέσκεται να ασχολείται πεισματικά με τον αντίχριστο και να αγνοεί τυφλά τον Χριστό.
Δεν είναι λαός του Θεού αυτός ο απρόσωπος όχλος που από τη μια αναβοά το Ωσαννά και από την άλλη αντιλαλεί το «Αρον , Άρον, σταύρωσον Αυτόν» και ανασταυρώνει καθημερινά το Χριστό με τη ζωή που κάνει.

Για ποιόν λοιπόν Λαό ομιλούμε;

Είναι ο Ορθόδοξος Λαός που ανήκει κάτω από την επίσημη Εκκλησία των Πατριαρχείων, ως Συνοδικών θεσμών βέβαια και όχι ως προσώπων τα οποία δύνανται ενίοτε να σφάλλουν και να εκτρέπονται κάποτε από την Ορθόδοξη Διδασκαλία.
Είναι ο Λαός που έχει πιστοποιημένη Αποστολική Διαδοχή και έγκυρα Μυστήρια. Που πιστεύει συνειδητά και καθίσταται υπαρξιακά ο αδιάλλακτος και διαιώνιος Φρουρός της Πίστεως.
Ο Λαός που ζει Αγιοπνευματικά, που βιώνει την Ορθοδοξία και πραγματώνει την Ορθοπραξία. Που ζει διαρκώς εν μετανοία και εξομολογείται απαραιτήτως. Που αγωνίζεται, καθαρίζεται και αγιάζεται. Που γεννά αγιασμένους μοναχούς και μοναχές και αναγεννά Χαρισματούχους αγιασμένους Γέροντες, Ιερείς και Αρχιερείς και «παρατείνει τον Χριστό εις τους αιώνες».
Ο Λαός που δεν αρέσκεται στην ιεροκατηγορία, που δεν σκανδαλίζεται από τα διάφορα προωθούμενα σκάνδαλα (ολοφάνερα σημεία των καιρών), από αμαρτίες ιερωμένων και δεν αλλαξοπιστεί, δεν ξεβαφτίζεται χάριν διαφόρων γραβατοφορεμένων και κουστουμαρισμένων προβατοσχήμων λύκων εξ’ Αμερικής.
Ο Λαός που ποτέ «δεν απαρνείται την Φίλτατη Ορθοδοξία και δεν διαψεύδει το Πατροπαράδοτον Σέβας». Που είναι πανέτοιμος μύριες φορές, αν χρειαστεί, να πεθάνει για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Ελλάδος την Ελευθερία.
Είναι ο Λαός που δεν απομακρύνεται από την Επίσημη Εκκλησία, ούτε αποκόβεται από Αυτήν παρεκτός και αποκλειστικώς λόγω αιρέσεως που κηρύττεται «γυμνή τη κεφαλή».
Και εάν μη γένοιτο συμβεί να προδοθεί και καταπατηθεί από την ίδια την Κεφαλή, πάλι δεν σχισματοποιεί, δεν στασιάζει αλλά παραμένει μέσα στην Ιερή Οικογένεια και πολεμεί, καταδικάζει την αίρεση και την βλασφημία από όπου και αν προέρχεται, με παρρησία πάντοτε και ομολογία Χριστού.
Είναι ο Λαός που υψώνει διαμαρτυρίας φωνή και εκφράζει την του Θεού οργή. Ο Λαός που δεν ανέχεται προδότες, προδοσίες και αδικοπραξίες, που δεν χαίρεται σε αδικίες.
Δεν αποδέχεται άκυρους ψευτο-αφορισμούς, δεν καταργεί και δεν ξεχνά τόσο εύκολα τα Θεοσύστατα και Θεοπρόβλητα, ΑγιοΠατερικά, Συνοδικά Αναθέματα.
Δεν συγκοινωνεί τοις έργοις του σκότους, δεν επευλογεί την Μασονία και τα παρακλάδια της, τους Ρόταρυ, τους Λάϊονς, τους ΑΧΕΠΑ και τα λοιπά ύπουλα παρατράγουδα. Δεν υπηρετεί δηλαδή, «δε δουλεύει σε δύο κυρίους».
Δεν συμμετέχει σε αμαρτωλά, βέβηλα και μοιχά κρεβατώματα του Παγκοσμίου Συμβουλίου «εκκλησιών» με το ιεραποστολικό δήθεν και πονηρό πρόσχημα του υποτιθεμένου ευαγγελισμού των.
Δεν παζαρεύει την Ορθοδοξία. Αρέσκεται κατά τους Αγίους Πατέρες «συγκοιτασθήναι τω Χριστώ» στο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, και όχι στο βλάσφημο και ενωτικό «αποχωρητήριο» της Οικουμενιστικής Συγκοινωνίας.
Ο Λαός του Θεού δεν αποδέχεται φαύλους, διακλαδωτικούς, πανσπερμικούς και αιρεσιαρχικούς Πληθυντικούς «αδερφών εκκλησιών» με «κοινά μυστήρια» που καταπατούν την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο η οποία με το Σύμβολο της Πίστεως τρανώς διακήρυξε «Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν».
Δεν αναγνωρίζει καμία «Παναγιότητα» στον Παπισμό και δεν επιδίδεται σε ανεπίτρεπτες, ανυπόστατες φιλίες και λάγνα Φιλήματα Ιούδα με τον Πάπα.
Ο Λαός του Θεού είναι Θεόφιλος και Φιλόθεος, πραγματικός φίλος της Αληθείας και του Ευαγγελίου, και όχι φίλος του ψεύδους (άρα και του πατρός του ψεύδους) του κόσμου ή φίλος τυραννικών Δεσποτάδων, φατριών ή διαφόρων φιλοσοφικών ομάδων.
Τα Ορθόδοξα Λαοφάνεια επιφαίνονται σε αδιάλειπτες προσευχές και λογικές Λατρείες, σε Εσπερινούς και Αγρυπνίες, σε συνειδητές Περιφορές και Λιτανείες Αγίων Εικόνων και Λειψάνων, όχι φανφαρικών Ηγετικών προσωπικοτήτων.
Τα Λαοφάνεια δεν γίνονται εθιμοτυπικά, επιδεικτικά και Φαρισαϊκά, αλλά αποκαλύπτουν την Αγάπη, τη Πίστη και την Ελπίδα του Λαού του Θεού, την θεάρεστη αφοσίωση και η πιστή προσήλωση στους Αγίους Πατέρες και την Ιερά Παράδοση.
Τα Λαοφάνεια είναι και Θεοφάνεια διότι φανερώνουν τον Θεάνθρωπο Χριστό τοις πάσι και ζει εν τω Λαώ Της η Αγία Τριάδα. Κατοικεί και περιπατεί, Ζει Κύριος ο Θεός ανάμεσα στο Λαό Του.
Ολόκληρος τότε ο Λαός του Θεού γίνεται όχι μόνο κτήμα Θεού και περιουσία Θεού αλλά και απόκτημα και Περιβόλι της Παναγίας Του Μητρός και Αειπαρθένου Θεοτόκου.

Ο Λαός του Θεού γνωρίζει να συνδυάζει το Ιορδάνειο «Επιφανέντος σου» με το Πασχαλινό και Αναστάσιμο «Επιφανείας σου Χριστέ». Θα υπάρχουν Θεοφάνεια εφ’ όσον υπάρχουν Ορθόδοξα Λαοφάνεια, μέχρι της συντελείας του αιώνος και της Δευτέρας Παρουσίας Αυτού.

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ Του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού


ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ Του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

Εκ του τρίτου λόγου του «Θησαυρού Δαμασκηνού» άνευ του προοιμίου, διασκευασμένος φραστικώς.



ΜΕΤΑ την Γέννησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όπως ηκούσατε εις τα Χριστούγεννα, όταν ενεπαίχθη ο Ηρώδης από τους Μάγους, έστειλε και κατέσφαξε βρέφη μικρά από δυο ετών και κάτω. Μεταξύ των παιδιών εκείνων έλαχε και ο τίμιος Πρόδρομος βρέφος μικρόν εις τας χείρας της μητρός του Ελισάβετ. Και όταν έμελλε να τον κατασφάξουν εσχίσθη το όρος και επέρασεν αντίπερα η Ελισάβετ με τον Πρόδρομο. Άγγελος δε Κυρίου τον επήρεν εις την έρημον, και τον ανέθρεψεν εκεί, έως ου ηνδρώθη, και έφθασεν εις ηλικίαν τριάκοντα χρόνων και μηνών τριών. Η τροφή του δεν ήτο εις την έρημον ει μη μέλι, άγριον και βλαστάρια από των δένδρων της ερήμου. Λόγος δε Θεού ήλθε και είπεν εις αυτόν να αφήσει την έρημον, και να υπάγη εις τα μέρη της Ιουδαίας και τα έθνη της Γαλιλαίας να κηρύττη μετάνοιαν’ το δε πλήθος των Εβραίων προσήρχοντο και εξωμολογούντο τας αμαρτίας των, και εβαπτίζοντο εις τον Ιορδάνην υπ' αυτού.

Εκεί λοιπόν ηρώτησαν τον Πρόδρομον «Μη είσαι συ ο Προφήτης;» Και αυτός είπεν «Όχι, δεν είμαι εγώ». Διατί είπε τούτο; μήπως δεν ήτο Προφήτης; Ναι, Προφήτης ήτο, αλλά δεν τον ηρώτησαν «Μη είσαι Προφήτης», αλλά «Μη είσαι συ ο Προφήτης;» Ήτοι, μη είσαι συ εκείνος, όπου είπεν ο Προφήτης Μωυσής' «Ότι Προφήτην ημίν αναστήσει Κύριος ο Θεός ημών, εκ των αδελφών ημών». Ήτοι, ότι μέλλει να έλθη είς μέγας Προφήτης από το γένος των Εβραίων. Ενόμιζον λοιπόν οι Εβραίοι, ότι ο Πρόδρομος είναι εκείνος ο προφήτης, και δια τούτο τον ηρώτων. Αυτός δε απεκρίθη και είπε προς αυτούς' «Δεν είμαι εγώ Εκείνος’ μέλλει

όμως να έλθει μετά από εμέ, δεν είμαι δε εγώ άξιος να λύσω τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού, ήτοι δεν δύναμαι εγώ να καταλάβω πως εγεννήθη Εκείνος. Αληθώς υστερώτερα εγεννήθη από εμέ, ως άνθρωπος, αλλά ως Θεός είναι πρωτύτερος από εμέ εις τον χρόνον της Θεότητος. Εγώ σας βαπτίζω μόνον με ύδωρ, αυτός όμως θέλει σας βαπτίσει με Άγιον Πνεύμα και πυρ. Αυτός έχει εις την χείρα του το πτύον, και καθαρίζει το άχυρον από τον σίτον, ήτοι καρδιογνώστης είναι ως Θεός και γνωρίζει τους αμαρτωλούς και τους δικαίους, και τους μεν αμαρτωλούς καταδικάζει εις το πυρ το αιώνιον, τους δε δικαίους καλεί εις την Βασιλείαν των Ουρανών».

Οι άνθρωποι δε όλοι προσήρχοντο και ηρώτων αυτόν’ ‘’τι να κάμωμεν δια να σωθώμεν;’’ Και έλεγε προς αυτούς’ «όστις έχει δύο χιτώνας, ας δώση τον ένα εις εκείνον πού δεν έχει’ και όστις περισσεύει άρτον, ας δίδη εις εκείνον όστις στερείται». Προσήρχοντο δε και οι τελώναι και τον ηρώτων «Τι να κάμωμεν δια να σωθώμεν και έλεγε προς αυτούς’ «Προσέχετε από το άδικον’ περισσότερο από εκείνο το οποίον δικαιούσθε μη παίρνετε’ μόνον το διατεταγμένον σας, εκείνο ζητείτε». Επήγαν δε και στρατιώται και τον ηρώτησαν’ «Και ημείς τι να κάμωμεν δια να σωθώμεν;» Και έλεγε προς αυτούς: «Προσέχετε, ώστε κανένα να μη πειράζετε, κανένα να μην συκοφαντείτε». Και πάλιν ηρώτησαν αυτόν εάν είναι ο Χριστός. Και πάλιν απεκρίθη και είπε προς αυτούς’ «Δεν είμαι εγώ εκείνος τον οποίον υπολαμβάνετε, αλλ’ Αυτός ο οποίος Ιδού έρχεται». Είπε δε τούτο ο Πρόδρομος, διότι, καθώς συνωμίλει με το πλήθος των ανθρώπων, έφτασε και ο Χριστός δια να βαπτισθή. Τότε, ως είδεν αυτόν ο Πρόδρομος, είπε προς τους Εβραίους’ «Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ήτοι Αυτός είναι εκείνος, τον οποίο σας έλεγα ο Υιός του Θεού του αληθινού, όστις ανέλαβε τας αμαρτίας των ανθρώπων δια να τας εξαλείψη.

Τότε προσήλθεν ο Χριστός εις τον Ιωάννην και είπε προς αυτόν’ «Έλα να με βαπτίσεις, ότι δι' αυτό ήλθα». Λέγει ο Πρόδρομος «Εγώ έχω ανάγκην να βαπτισθώ από Σε, ίνα μαρτυρήσω και να δεχθώ άλλο βάπτισμα διά το όνομα σου και Συ έρχεσαι να σε βαπτίσω εγώ; Ο Ιορδάνης βλέπων σε εστράφη εις τα οπίσω, και εγώ να αποτολμήσω να σε βαπτίσω; Εάν ο Μωυσής εκείνος ο θεοπτικότατος και μέγας Προφήτης ηυλαβείτο να ίδει προς το πρόσωπόν Σου, εγώ πως να εγγίσω την αγίαν σου κορυφήν με τας αμαρτωλάς χείρας μου; χόρτος της γης είμαι, και πως να πλησιάσω προς το πυρ το άστεκτον; Συ αγίασον με, Κύριε’ Συ βάπτισόν με, Δέσποτα’ Συ καθάρισόν με από τον ρύπον της αμαρτίας, αλλ’ εγώ δεν αποτολμώ να σε βαπτίσω. Λέγει προς αυτόν ο Χριστός’ «Ιωάννη, άφες τους τοιούτους λόγους’ τώρα δεν είναι καιρός της τοιαύτης πολυλογίας, Οικονομίας καιρός είναι’ διά τούτο έγινα άνθρωπος’ διά τούτο σάρκα εφόρεσα’ διά τούτο πτωχός και ταπεινός εφάνην, διά να πληρώσω όλην την δικαιοσύνην’ λοιπόν βάπτισον με δια να πληρωθή η οικονομία και η συγκατάβασης μου όλη». Τότε ο Τίμιος Πρόδρομος εβάπτισε τον σαρκωθέντα Υιόν και Λόγον του Θεού, το δε Άγιον Πνεύμα ως περιστερά κατέβη επάνω εις την κεφαλήν του Χριστού' και φωνή ηκούσθη από τους ουρανούς, λέγουσα" «Ούτος έστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Δηλαδή αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπημένος, με τον οποίον Υιόν μου ωκονόμησα και έκαμα την σωτηρίαν των ανθρώπων. Τότε εξήλθεν ο Χριστός από τον ποταμόν βαπτισμένος.

Ούτω μας διδάσκουσιν οι θείοι και ιεροί Ευαγγελισταί ότι εβαπτίσθη ο Χριστός’ πλην έχομεν και εις την σημερινήν εορτήν να εξετάσωμεν ζητήματα τινά. Και πρώτον ζητούμενο διατί ο Χριστός αναμάρτητος ων εβαπτίσθη; Δεύτερον’ Διατί δεν εβαπτίσθη εις άλλον ποταμόν, αλλά εις τον Ιορδάνην; Τρίτον Το Πνεύμα το Άγιον διατί κατέβη; Τέταρτον Διατί κατέβη εις είδος περιστεράς; Πέμπτον Πόσα βαπτίσματα υπάρχουν; Έκτον Πόσα ονόματα έχει το Άγιον Βάπτισμα; Έβδομον Τι ονομάζεται Πνεύμα; Όγδοον Τι ονομάζεται Φως; Ένατον Διατί γίνεται Βάπτισμα με ύδωρ και Πνεύμα; Δέκατον Τι δύναται να χαρίση το Άγιον Βάπτισμα εις τον άνθρωπον; Αυτά τα δέκα ζητήματα έχομεν σήμερον να εξετάσωμεν και να επιλύσωμεν, αλλά αν τύχη και είναι άλλα περισσότερα, ημείς μόνον τα αναγκαιότερα λέγομεν διότι αυτά τα δέκα δύνανται και τα άλλα να λύσουν.

Σεις δε, ώ ευλογημένοι χριστιανοί, όσοι προσήλθατε σήμερον να εορτάσητε την πανήγυριν, όσοι εις την Εκκλησίαν συνήχθητε χάριν της εορτής, ανοίξατε τους οφθαλμούς σας, όχι μόνον του σώματος, αλλά και της ψυχής, διά να αντιληφθήτε σαφώς τα λεγόμενα, ότι δεν είναι πράγματα και υποθέσεις του κόσμου, αλλά περί του μυστηρίου της σωτηρίας των ανθρώπων, επειδή και ο σκοπός της εορτής μας της αγίας διά την σωτηρίαν των ανθρώπων έγινε’ διότι πόθεν άλλοθεν εφιλανθρωπεύθη ο Θεός να σαρκωθή; πόθεν κατεδέχθη ο ποιητής και πλάστης του κόσμου να καταβή σωματικώς επί της γης; πόθεν και από ποίαν αφορμήν ο βασιλεύς των αιώνων και άχρονος ηθέλησε να γεννηθεί εις χρόνον, και να ονομασθή χρονικός; πόθεν και διά ποίαν αιτίαν ο Κύριος, τον οποίον υμνούσι Χερουβείμ, τον οποίον δοξολογούσι Σεραφείμ, κατεδέχθη να ονομασθή Σαμαρείτης και δαιμονισμένος; διατί υπέμεινεν ύβρεις, ονειδισμούς, και τελευταίον θάνατον σταυρικόν; Φανερόν είναι ότι διά την σωτηρίαν των ανθρώπων τα κατεδέχθη όλα, θέλων να σώση τον Αδάμ και τους εξ Αδάμ, θέλων να ελευθερώση τας ψυχάς των ανθρώπων από τας χείρας του μισοκάλου διαβόλου.

Διότι αφού η φύσις των ανθρώπων εξέπεσε διά την παρακοήν, και από τον Παράδεισον εδιώχθη, δεν ηδύνατο πλέον να αναβή οπόθεν εξέπεσε, διότι η αμαρτία του Αδάμ, ήτοι η παρακοή, έκλεισε και την θύραν του Παραδείσου. Εδέχετο ο Θεός τον Αδάμ να τον εισαγάγη πάλιν εις τον Παράδεισον, αλλά η αμαρτία θέλει μετάνοιαν διά να διορθωθεί, ο δε Αδάμ δεν μετενόησε, δεν έκλαυσεν ούτε είπε προς τον Θεόν, όταν τον ηρώτα μήπως έφαγες από το ξύλον, ότι έσφαλα, Θεέ μου, ήμαρτον, ποιητά μου, επλανήθην και παρήκουσα το θέλημα σου' διά τούτο κλαίω και θρηνώ και δέομαι σου, δέξαι με πάλιν τον παρήκοον δεν είπεν ούτω, αλλά έρριψε την αφορμήν εις τον Θεόν, και είπεν, ότι η γυνή, την οποίαν μου έδωσες, εκείνη με παρέσυρεν' έδειξε παρευθύς, ότι εκείνος δεν πταίει, αλλ' ο Θεός, όστις του έδωσε σύντροφον την Εύαν, την γυναίκα, εκείνος πταίει’ ηρώτησε και την Εύαν ο Θεός, και ούτε αύτη είπεν ότι έσφαλεν, άλλ' έρριψε την αφορμήν εις τον όφιν, ότι εκείνος την επλάνησεν. Επειδή λοιπόν τότε δεν μετενόησαν, ούτε ο Θεός τους εδέχθη διά την υπερηφάνειάν των, και ωκονόμησεν ύστερον εις τους τελευταίους χρόνους και καιρούς να έλθη να φορέση σάρκα εκ της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, και να βαπτισθή από τας χείρας του δούλου του Προδρόμου. Αλλά ας έχω συγχώρησιν, ότι ο λόγος με ηνάγκασε να εξέλθω από τον σκοπόν μου' πλην ας επανέλθω εις το προκείμενον να διαλύσω τα ζητήματα της εορτής.

Και πρώτον μεν ζήτημα είπομεν: Διατί ο Χριστός, αναμάρτητος ων, εβαπτίσθη; Το βάπτισμα είναι ελευθέρωσις από των αμαρτιών του ανθρώπου, και καθαρισμός από της προπατορικής αμαρτίας ο δε Χριστός ήτο αμέτοχος αμαρτίας, καθώς το λέγει και ο Προφήτης Ησαΐας’ «αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού». Τίνος ένεκεν λοιπόν εβαπτίσθη; Και λέγομεν εις αυτό’ τέσσαρα στοιχεία είναι, από τα οποία αποτελείται ο άνθρωπος, αλλά και ο κόσμος όλος από αυτά σύγκειται, και πάλιν εις αυτά τα στοιχεία μέλλει ο άνθρωπος να αναλύση εις την δευτέραν παρουσίαν του Κυρίου και πάλιν να συναρμοσθή από αυτά. Είναι δε πρώτον στοιχείον και αναγκαιότατον ο αήρ διότι χωρίς αναπνοήν ο άνθρωπος δεν δύναται να ζήση ούτε στιγμήν δεύτερον στοιχείον και υψηλότερον είναι ο αιθήρ, τρίτον στοιχείον είναι το ύδωρ, και τέταρτον στοιχείον είναι η γη' από αυτά τα τέσσαρα στοιχεία είναι συνιστάμενος ο άνθρωπος’ και ο μεν αήρ λέγεται αήρ, ότι γίνεται από το άω, ήτοι αναπνέω, ότι αυτόν τον αέρα αναπνέομεν’ ο δε αιθήρ λέγεται αιθήρ, ότι γίνεται από του αίθω, ήτοι καίω, και το ύδωρ από το ύω, ήτοι βρέχω, ότι ύδωρ βρέχουσι τα νέφη’ η δε γη λέγεται γη, ότι είναι από του γώ, ήτοι χωρώ, ότι η γη χωρεί το πλήθος των ανθρώπων όλων. Αυτά λοιπόν τα τέσσαρα στοιχεία, επειδή είναι σύστασις του ανθρωπίνου σώματος, πρέπον είναι να αγιασθούν από την συγκατάβασιν του Κυρίου’ και ο μεν αήρ και ο αιθήρ ηγιάσθησαν από την συγκατάβασιν του Θεού Λόγου, όπως και από τον ήλιον φωτίζονται’ η δε γη ηγιάσθη, όταν εγεννήθη σωματικώς εις το σπήλαιον έπρεπε και το ύδωρ, όπερ είναι εν από τα τέσσαρα στοιχεία, να αγιασθή και αυτό' αλλέως δε δεν ήτο δυνατόν να αγιασθή το ύδωρ, εάν δεν ήθελε βαπτισθή ο Κύριος σωματικώς εις τον Ιορδάνην ποταμόν. 

Είναι όμως και άλλος λόγος’ όταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είδε την πτώσιν των δαιμόνων, η οποία ηκολούθησεν εις την έπαρσιν του Εωσφόρου, εστάθη και είπε’ «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου», τότε εστάθησαν όλοι εκεί όπου έκαστος ευρέθη, οι μεν αγαθοί Άγγελοι εις τους ουρανούς, οι δε πονηροί δαίμονες εκεί όπου έπεσον, ήτοι άλλοι εις την άβυσσον, οίτινες και έμειναν εκεί κάτω εις την κόλασιν, άλλοι εις την γην, άλλοι εις το ύδωρ και άλλοι εις τον αέρα, οίτινες λέγονται εναέρια τελώνια. Με την κατάβασιν όμως του θείου Λόγου ενικήθη η δύναμις των δαιμόνων εκείνων, οίτινες ήσαν εις τον αέρα και εις την γην έπρεπεν όθεν να νικηθή η δύναμις και εκείνων οίτινες ήσαν εις το ύδωρ (1), (1) [Η δε δύναμις εκείνων, οίτινες κατέπεσον εις τα καταχθόνια, συνετρίβη με την κάθοδον του Κυρίου εις τον Άδην μετά την σταύρωσιν, αφ' ότου αναστάς συνεξανέστησε και άπαν το γένος των ανθρώπων.] δι’ ο και ο μόνος αναμάρτητος Χριστός κατήλθεν εις το ύδωρ και εβαπτίσθη δια να συντρίψη τους δαίμονας, όπως μαρτυρεί και ο Προφητάναξ Δαυΐδ λέγων διά τον Χριστόν' «Συ συνέτριψας τας κεφάλας των δρακόντων επί των υδάτων». 

Εκτός όμως από τους δυο προαναφερθέντας λόγους, οίτινες λύνουν το ζήτημα, υπάρχει και τρίτος λόγος, και αυτός είναι ότι τούτο έπραξε διά να μας δείξη, ότι είναι μέγα και θαυμαστόν το μυστήριον του αγίου Βαπτίσματος και ένα από τα επτά μυστήρια της πίστεως μας.

Και πρώτον μεν μυστήριον είναι αυτό το Βάπτισμα’ δεύτερον, το Άγιον Μύρον' τρίτον, η αγία Κοινωνία’ τέταρτον, ο πρώτος γάμος’ πέμπτον, η ιερωσύνη' έκτον, η Μετάνοια και έβδομον το Ευχέλαιον. Ως μέγα λοιπόν και πρώτον μυστήριον της πίστεως μας όπου είναι, δια να το βεβαιώση ο Χριστός, διά τούτο εβαπτίσθη, ότι είτις δεν βαπτισθή, δεν σώζεται, ως ο ίδιος ορίζει εις το άγιον Ευαγγέλιον ότι εάν τις δεν αναγεννηθή διά του αγίου Βαπτίσματος, εκείνος δεν είναι δυνατόν να εισέλθη εις την Βασιλείαν των Ουρανών. Επειδή λοιπόν μέγα και αναγκαίον είναι το άγιον Βάπτισμα, και διά να μας βεβαιώση τούτο ο Χριστός, δι’ αυτό εβαπτίσθη και όχι διά να καθαρισθή από αμαρτίας. Ιδού συν Θεώ εδιαλύσαμεν το πρώτον ζήτημα.

Δεύτερον ζήτημα είναι’ Διατί δεν εβαπτίσθη εις άλλον ποταμόν, αλλ' εις τον Ιορδάνην; Και λέγομεν εις αυτό, ότι πολλά θαύματα είχον γίνει εις αυτόν τον ποταμόν, και ήτο πλήρης χαρίτων ως ηγιασμένος, διά τούτο όθεν και ο Χριστός επήγεν εις αυτόν. Έγιναν δε εκεί τα εξής θαύματα. Πρώτον θαύμα έγινεν, όταν διήλθε δι' αυτού ο Ιησούς του Ναυή με την κιβωτόν, τούτο δε έγινεν ούτως. Ο μέγας εκείνος Προφήτης Μωυσής, όταν απέθνησκεν, αφήκε διάδοχον της αρχηγίας του τον Ιησούν του Ναυή. Όταν ο Ιησούς του Ναυή επήρε την ηγεσίαν των Εβραίων, πορευόμενος προς την Ιερουσαλήμ, εκυρίευσε τα φρούρια όλα, και τους βασιλείς όσους συνήντα εις τον δρόμον του. Μέλλων δε να υπάγη και εις την Ιεριχώ, έστειλε δυο νέους έμπροσθεν του να υπάγουν εις την Ιεριχώ να την κατασκοπεύσουν. Επήγαν λοιπόν οι στρατιώται εις τον οίκον μιας πόρνης και εκρύβησαν. Οι δε άνθρωποι της πόλεως, όταν τους είδον, εγνώρισαν αυτούς από την ενδυμασίαν, ότι είναι ξένοι και εζήτουν να τους φονεύσουν, η δε πόρνη εκείνη, Ραάβ το όνομα, έδειξεν εις αυτούς οδόν διαφυγής. Δι’ αυτήν την καλωσύνην της είπον οι στρατιώται, ότι ημείς ανάγκη είναι να πάρωμεν το φρούριον αυτό, μόνον βάλε σημείον αναγνωρίσεως εις την οικίαν σου, όταν λεηλατώμεν τας άλλας οικίας, να μη πειράξωμεν την ιδικήν σου, μήτε να πάθης κακόν.

Εξελθόντες της πόλεως κρυφίως οι στρατιώται, επήγαν εις τον Ιησούν του Ναυή και είπον εις αυτόν όσα είδον. Την πρωΐαν εσηκώθησαν από τον τόπον, όπου ήσαν στρατοπεδευμένοι, όστις ωνομάζετο Σαττίν, και επήγαν κοντά εις τον Ιορδάνην, έμειναν δε εκεί τρεις ημέρας. Τότε εξήλθον οι ιερείς των Εβραίων και διεκήρυξαν εις όλον το πλήθος, ότι, όταν ίδητε την Κιβωτόν και την σηκώνουν οι δώδεκα ιερείς, να σταθήτε όλοι οπίσω, μακράν από αυτήν έως δύο χιλιάδας πήχεις, αύριον δε να μη κοιμηθή κανείς με την γυναικά του, μόνον να είσθε καθαρισμένοι, ότι αύριον θέλει δείξει ο Θεός μέγα θαύμα εις όλα τα έθνη. Την πρωΐαν, όταν εξημέρωσεν, εσήκωσαν οι ιερείς την Κιβωτόν εις τον ώμον των, και ο Ιησούς του Ναυή είπε: «Σταθήτε εις τον ποταμόν με την Κιβωτόν, έως ότου να περάσουν όλοι οι Εβραίοι». Τότε εισήλθον εις τον Ιορδάνην οι ιερείς και θαύμα έγινε παράδοξον’ ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, και μόνον τόσον νερόν απέμεινεν, ώστε εβράχησαν οι ιερείς μόνον μέχρι των σφυρών (αστραγάλων). Εκεί λοιπόν εστάθησαν με την Κιβωτόν, έως ότου επέρασε το πλήθος όλον τον Ιορδάνην και δεν εβράχησαν. Τότε εδιαλάλησεν ο Ιησούς εις τον λαόν και είπε: «Θαρσείτε, ότι ο Θεός παρέδωκεν εις τας χείρας μας όλα τα έθνη, τους Χαναναίους. τους Χετταίους τους Φερεζαίους, τους Ευαίους, τους Γεργεσαίους, τους Αμορραίους και τους Ιεβουσαίους' αυτά τα επτά έθνη παρέδωκεν εις ημάς ο Θεός, πλην δώδεκα φυλαί είσθε όλοι' ας πάρη εις άνθρωπος εξ εκάστης φυλής από μίαν πέτραν μεγάλην να τας βάλετε εδώ εις τους πόδας των ιερέων δια να είναι σημείον παντοτεινόν όταν ευρεθή κανείς και σας ερωτήση: Τι είναι αύται αι πέτραι; να είπητε ότι εδώ εστάθησαν οι ιερείς με την Κιβωτόν και δεν εβράχησαν, ο δε Ιορδάνης εγύρισεν εις τα οπίσω, έως ότου επεράσαμεν όλοι οι Εβραίοι. Να πάρετε δε και άλλους δώδεκα λίθους από τον Ιορδάνην να τους έχετε μαζί σας εις την κατοικίαν σας». Έκαμαν λοιπόν οι Εβραίοι καθώς επροστάχθησαν. Αι δε πέτραι εκείναι ευρίσκονται εις τον Ιορδάνην έως την σήμερον. Πρώτον λοιπόν θαύμα έγινεν αυτό εις τον Ιορδάνην ποταμόν.

Δεύτερον θαύμα έγινεν, όταν ο Ηλίας ο Προφήτης επέρασε τον Ιορδάνην με τον Ελισσαίον, ως εις στερεάν, έγινε δε και αυτό ούτως. Ο Προφήτης Ηλίας, όταν έμελλε να αναληφθή, είχεν ένα μαθητή Ελισσαίον το όνομα, και λέγει προς αυτόν «Κάθου αυτού, ότι ο Κύριος με έστειλεν εις άλλον τόπον». Λέγει ο Ελισσαίος' «Να μη το δώση ο Θεός να σε αφήσω, αλλ' έρχομαι και εγώ όπου υπάγεις». Εσηκώθησαν λοιπόν από τα Γάλγαλα και επήγαν εις την Βαιθήλ’ εκεί δε ήσαν τέκνα των Προφητών, και έλεγον εις τον Ελισσαίον «Να ηξεύρης, ότι ο Θεός θέλει να πάρη τον διδάσκαλον σου Ηλίαν». Λέγει ο Ελισσαίος' «Το ηξεύρω και εγώ, μόνον σιωπάτε». Πάλιν είπεν ο Προφήτης Ηλίας εις τον Ελισσαίον’ «Κάθου αυτού, έως ότου να υπάγω παρέκει». Και δεν ήθελεν ο Ελισσαίος να τον αφήση, ότι εφοβείτο να μη αναληφθή και δεν τον ίδη. Και απ' εκεί εσηκώθησαν και επήγαν εις την Ιεριχώ. Είπον δε εις τον Ελισσαίον και εκεί τα τέκνα των Προφητών «Να ηξεύρης, ότι ο Θεός θέλει να πάρη τον διδάσκαλον σου τον Ηλίαν». Και είπε πάλιν προς αυτούς' «Το ηξεύρω και εγώ, μόνον σιωπάτε». Και πάλιν είπε προς αυτόν ο Ηλίας' «Κάθου εδώ, έως ότου να υπάγω εις τον Ιορδάνην». Λέγει ο Ελισσαίος' «Να μη το δώση ο Θεός να σε αφήσω, έρχομαι και εγώ όπου υπάγεις». Τότε εκίνησαν από την Ιεριχώ με τον Ελισσαίον και με άλλους πεντήκοντα ανθρώπους, οίτινες ήσαν τέκνα των Προφητών.

Επήγαν λοιπόν και εστάθησαν εις το πέραν του ποταμού του Ιορδάνου, ο δε Προφήτης Ηλίας είχε μίαν μηλωτήν, και με αυτήν έκρουσε τον Ιορδάνην, και παρευθύς έγινεν οδός εις το μέσον του ποταμού. Και οι μεν άνθρωποι εκείνοι οι πεντήκοντα απέμειναν πίσω του ποταμού, ο δε Προφήτης Ηλίας διήλθε με τον Ελισσαίον αντίπερα και ουδόλως εβράχησαν. Όταν διήλθον τον ποταμόν, λέγει ο Ηλίας προς τον Ελισσαίον «Ζήτησε, τι χάρισμα θέλεις να λάβης πριν αναληφθώ». Και λέγει ο Ελισσαίος' «Θέλω το χάρισμα όπερ έχεις, να έλθη διπλούν εις εμέ». Λέγει ο Ηλίας’ «Πολύ μεγάλον χάρισμα εζήτησες’ πλην εάν με ίδης, όταν αναληφθώ, να λάβης αυτό που ζητείς». Ενώ συνωμίλουν ταύτα, άρμα πύρινον με τέσσαρας ίππους ήρπασε τον Προφήτην Ηλίαν από προσώπου του Ελισσαίου. Ο Ελισσαίος τόσον μόνον ηδυνήθη, ότι ήρπασε την μηλωτήν του Ηλία και εστέκετο και τον εκύτταζε, πως ανέβαινεν ως εις τον ουρανόν. Τότε εγύρισε να περάση μοναχός τον Ιορδάνην, και έκρουσε μίαν φο¬ράν τον Ιορδάνην ποταμόν, και δεν εσχίσθη ως εις τον Ηλίαν. Τότε λέγει' «Πού είναι ο Θεός του πατρός μου του Ηλιού;» Έκρουσε δε δεύτερον, και εσχίσθη ο ποταμός και επέρασε και αυτός αντίπερα χωρίς να βραχή• και το δεύτερον τούτο θαύμα έγινεν εις τον Ιορδάνην.

Τρίτον θαύμα είναι το εξής: Εις την Συρίαν ήτο βασιλεύς τις, ο οποίος είχεν ένα στρατηγόν, Νεεμάν το όνομα, όστις ήτο λεπρός εις το πρόσωπον, είχε δε μίαν δούλην Εβραίαν, ήτις, βλέπουσα αυτόν λεπρόν, είπεν ημέραν τινά προς την κυρίαν της, την γυναίκα του Νεεμάν «Αν ευρίσκετο ο κύριος μου εις την Σαμάρειαν, θα εθεραπεύετο». Η δε γυνή είπεν εις τον άνδρα της τον Νεεμάν, ό,τι είπεν η δούλη. Εσηκώθη λοιπόν ο Νεεμάν και επήγεν εις τον βασιλέα, και είπε προς αυτόν' «Παρακαλώ σε, άφησέ με να υπάγω εις την Σαμάρειαν να ιατρευθώ». Δίδει τότε εις αυτόν ο βασιλεύς δέκα τάλαντα αργύρου, ήτοι χιλίας διακοσίας πεντήκοντα λίτρας άργυρον, έδωκε δε εις αυτόν και εξ χιλιάδας φλωρία, και δέκα ενδυμασίας καινουργείς και γράμ¬ματα βασιλικά προς τον βασιλέα της Σαμαρείας. Τότε εσηκώθη ο Νεεμάν και επήγεν εις την Σαμάρειαν και έδωκε τας επιστολάς εις τον βασιλέα της Σαμαρείας, ως δε τον είδεν εκείνος διέρρηξε τα ιμάτια του, και είπε προς τον Νεεμάν «Μήπως είμαι εγώ θεός, και σε έστειλεν ο βασιλεύς να σε ιατρεύσω;» Είχε δε θλίψιν μεγάλην ο βασιλεύς της Σαμαρείας την ημέραν εκείνην δια τον ορισμόν του βασιλέως της Συρίας. Τότε ήκουσεν ο Προφήτης Ελισσαίος, ότι εστενοχωρήθη ο βασιλεύς και έσχισε τα ιμάτια του’ όθεν εμήνυσε προς αυτόν ταύτα’ «Τι λυπείσαι, βασιλεύ; ας έλθη να τον ιατρεύσω, δια να γνωρίση ότι μέγας Θεός είναι εις το γένος μας».

Εσηκώθη λοιπόν ο άρχων Νεεμάν και επήγεν εις την θύραν του Προφήτου Ελισσαίου, και εστάθη έξω, περιμένων να εξέλθη ο Ελισσαίος να τον προϋπαντήση. Ο δε Ελισσαίος είπε προς αυτόν «Πορεύθητι εις τον Ιορδάνην ποταμόν, και λούσου εκεί επτά φοράς, εάν θέλης να καθαρισθείς». Ως ήκουσε τούτο ο Νεεμάν, εθυμώθη και είπεν «Εγώ ανέμενον να εξέλθη, να με ευλογήσει εις το πρόσωπον, να ιατρευθώ, και αυτός με στέλλει, να υπάγω εις τον Ιορδάνην ποταμόν να λουστώ; μήπως δεν είναι και αλλού ποταμοί καλλίτεροι; Δεν είναι ο Αρβανάς και ο Φαρφάρ, οι δυο ποταμοί της Δαμασκού, καλλίτεροι από τον Ιορδάνην; υπάγω εκεί να λουσθώ». Και εκίνησε να υπάγη εις τον τόπον του. Λέγουν προς αυτόν οι υπηρέται του’ «Ίδε μέγαν λόγον σου είπεν ο Προφήτης, και δεν τον έκαμες! Τι είναι αυτό; «Ύπαγε να λουσθής, τι έχεις να πάθης με τούτο;» Επήγε λοιπόν και ελούσθη επτά φοράς, και παρευθύς εκαθαρίσθη, και έγινε το πρόσωπόν του τρυφερόν ως μικρού παιδιού. Τότε εγύρισεν οπίσω και επήγεν εις την οικίαν του Ελισσαίου, και έδωκεν εις αυτόν από τον άργυρον, αυτός δε δεν τον εδέχθη. Αυτό είναι το τρίτον θαύμα όπερ έγινεν εις τον Ιορδάνην.

Τέταρτον θαύμα ήτο το εξής: Εις τον καιρόν του Ελισσαίου του Προφήτου μετέβησαν τινές εις την όχθην του Ιορδάνου ποταμού να κόψωσι ξύλα, μεταξύ αυτών δε επήγε και ο Ελισσαίος. Εκεί, κόπτοντες τα ξύλα, έπεσε τινος από την λαβήν του εις τον ποταμόν ο πέλεκυς, και εφώναζεν εν μέσω αυτών. Λαμβάνει τότε ο Ελισσαίος την λαβήν και ετοποθέτησεν αυτήν εις το χείλος του ποταμού, και είπε' «Δείξον θαύμα, Θεέ μου». Και παρευθύς ανεπήδησεν ο πέλεκυς και εισήλθεν εις το μέσον της λαβής και εγένετο ως σταυρός. Αυτό το θαύμα ήτο προεικόνισμα του αγίου Βαπτίσματος και του Τιμίου Σταυρού, καθώς το λέγει και ο Άγιος Κοσμάς ο μελωδός εις εν Τροπάριον της Υψώσεως. «Ο βυθώ κολπωσάμενος, τέμνουσαν ανέδωκεν Ιορδάνης ξύλω, τω Σταυρώ και τω Βαπτίσματι, την τομήν της πλάνης τεκμαιρόμενος», ήτοι ο Ιορδάνης ποταμός, όστις εδέχθη εις τα ύδατα του τον σίδηρον, όστις έκοπτε, πάλιν τον έδωκεν οπίσω εις το ξύλον του, και εσημείωσεν, ότι όπως με τον πέλεκυν έκοπτον τα ξύλα, ούτω εκόπη με την δύναμιν του Σταυρού και του αγίου Βαπτίσματος η πλάνη των ειδωλολατρών η πολύθεος.

Δια ταύτα λοιπόν τα θαύματα και δι’ άλλα περισσότερα εβαπτίσθη ο Χριστός εις αυτόν τον ποταμόν. Εν τη Παλαιά Διαθήκη αναφέρονται και άλλα θαύματα και έργα, τα οποία εγένοντο εις τον Ιορδάνην, όπως ο Γεδεών ο Κριτής, όστις τον διήλθε και ο Ιακώβ ο υιός του Ισαάκ, ο αδελφός του Ησαύ, και αυτός τον διήλθε με μίαν ράβδον, την οποίαν είχεν, ως το λέγει μόνος του' «Εν γάρ τη ράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην». Αλλά εγώ τα παρατρέχω, ότι αρκούσιν όσα είπομεν, ίνα βεβαιώσωσι την λύσιν του ζητήματος μας. Έχομεν λοιπόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, και την λύσιν του δευτέρου ζητήματος. Ας προχωρήσωμεν τώρα και εις το τρίτον.

Τρίτον ζήτημα είναι τούτο' Διατί κατέβη το Πνεύμα το Άγιον; Και λέγομεν εις αυτό' Όταν εβαπτίζετο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εσχίσθησαν οι ουρανοί, και ο Πατήρ εμαρτύρησε τον Υιόν ειπών' «Ούτος έστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Επειδή λοιπόν ο Πατήρ εμαρτύρησεν, ενόμιζον οι Εβραίοι, ότι δια τον Πρόδρομον ελαλήθη η φωνή εκείνη, διότι τον εγνώριζον ως Προφήτην και Υιόν Προφήτου, ασκητήν και ερημίτην. Διά να μη λέγωσιν όθεν, ότι τον Πρόδρομον λέγει Υιόν ηγαπημένον, δια τούτο κατήλθε το Άγιον Πνεύμα εν είδει περιστεράς επάνω εις την κεφαλήν του Κυρίου, δείξαν ότι δια τον Χριστόν μαρτυρεί ο Πατήρ άνωθεν. Άλλο δε, ότι επειδή Τριάς αγία είναι ο εις Θεός ο αληθινός, έπρεπε να φανή και εις τον κόσμον όθεν ενώ ο Υιός εβαπτίζετο, ο Πατήρ εμαρτύρησε, και το Πνεύμα έδειξε ποιόν μαρτυρεί ο Πατήρ άνωθεν. Ως θαυμαστός ο Θεός εν τοις έργοις αυτού! Πόσα ωκονόμησε διά την σωτηρίαν μας, και ημείς οι ταλαίπωροι είμεθα αχάριστοι προς Αυτόν!

Πολλοί, πιστεύσατέ με, υπάρχουν σήμερον, οι οποίοι αθετούσι το Άγιον Βάπτισμα, και μάλιστα οι Εβραίοι. Πλην ο Χριστός άνωθεν έλαβε την μαρτυρίαν, και όχι εξ ιδίων ή από οιονδήποτε άνθρωπον, καθώς διηγείται και εις το άγιον Ευαγγέλιον ο Ιωάννης, ότι «Η μαρτυρία η εμή ουκ εστίν εκ του κόσμου τούτου». Και πάλιν αλλού λέγει ότι, «Άλλος εστίν ο μαρτυρών περί εμού». Αν λοιπόν την μαρτυρίαν του Πατρός δεν πιστεύωσιν, αλλά καν εις τα έργα αυτού ας πιστεύωσι, τα οποία έκαμεν.

Τέταρτον ζήτημα είναι’ Διατί κατέβη το Πνεύμα το Άγιον εις είδος περιστεράς; Και λέγομεν εις αυτό μίαν ιστορίαν της Παλαιάς Διαθήκης, την οποίαν όλοι γνωρίζετε και δια τούτο απλώς θα την υπομνήσωμεν. Εις του Νώε τον καιρόν ήσαν όλοι οι άνθρωποι άδικοι και αμαρτωλοί, και ουδόλως εσέβοντο τον Θεόν οι πεπλανημένοι εκείνοι. Μόνον οκτώ ψυχαί ήσαν ευσεβείς εις τον κόσμον όλον, ο Νώε, η γυνή αυτού, τα τρία τέκνα του, ο Σημ, ο Χαμ και ο Ιάφεθ, και αι τρεις γυναίκες των υιών του. Όθεν ο Θεός εβαρύνθη τας αμαρτίας των ανθρώπων εκείνων, και ηθέλησε να τους καταποντίση. Είπε λοιπόν προς τον Νώε’ «Κάμε μίαν κιβωτόν και είσελθε εις αυτήν συ και η γυνή σου, και αι γυναίκες των υιών σου και οι υιοί σου, διότι θέλω καταστρέψει τον κόσμον όλον». Έκαμε λοιπόν ο Νώε μίαν κιβωτόν μεγάλην και έβαλεν εντός αυτής την γυναίκα του και την συνοδείαν του όλην, επήρε δε και από παν είδος ζώων δυο ζεύγη από τα ακάθαρτα, από δε τα καθαρά επήρεν επτά ζεύγη. Όταν δε εισήλθον εις την κιβωτόν, έκλεισε την θύραν. Παρευθύς τότε ο Θεός έβρεξε τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας τόσον, ώστε επνίγησαν τα ζώα όλα, τα θηρία και οι αμαρτωλοί άνθρωποι. Η δε κιβωτός εκείνη έπλεεν επάνω εις τα ύδατα, έως ότου κατήντησεν εις ένα όρος ονομαζόμενον Αραράτ.

Όταν λοιπόν έπαυσεν η μεγάλη βροχή, έστειλεν ο Νώε ένα κόρακα, δια να ιδή αν έπαυσεν ο κατακλυσμός ή όχι. Ο κόραξ εξελθών και ευρών τα πτώματα των ζώων και των ανθρώπων, δεν εγύρισε να δείξη σημείον τι ότι έπαυσεν ο κατακλυσμός. Έστειλε τότε άλλον ένα κόρακα, και ούτε εκείνος εγύρισεν. Ανάμεινε τότε επτά ημέρας, και στέλλει μίαν περιστεράν, η δε περιστερά, ως καθαρά που είναι, δεν ήθελε να καθήση εις την λάσπην. Έλαβε μόνον ένα κλώνον από ελαίαν και επέστρεψε πάλιν οπίσω εις την κιβωτόν. Τότε εγνώρισεν ο Νώε, ότι κατέπαυσεν ο κατακλυσμός. Όπως λοιπόν εκείνη η περιστερά έδειξεν ότι έπαυσεν ο κατακλυσμός, ούτω και το Άγιον Πνεύμα, το οποίον εφάνη εις είδος περιστεράς επάνω της κεφαλής του Κυρίου, έδειξεν, ότι έπαυσεν ο μέγας και πολύς κατακλυσμός των αμαρτιών των ανθρώπων και ότι επειδή ο Χριστός, ο οποίος εχρίσθη υπό του Πατρός με το έλαιον της αγαλλιάσεως, καθώς το λέγει και ο Δαβίδ, βαπτίζεται, ούτω μέλλουσιν οι μεν δαίμονες, οι εχθροί του Θεού, να αφανισθούν από τον κατακλυσμόν, ήτοι τους λόγους του Κυρίου, οι δε δίκαιοι να διαφυλαχθούν και να ελευθερωθούν από τας αμαρτίας των τας πολλάς, ως ο Νώε εσώθη με όλον το οίκον του από τον κατακλυσμόν με την κιβωτόν εκείνην.

Δια τούτο λοιπόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, εφάνη το Πνεύμα το Άγιον εις είδος περιστεράς. Αλλά και δι’ άλλον λόγον εγένετο τούτο. Ότι η περιστερά είναι ακεραία, ήτοι πλέον άκακον από όλα τα πετεινά, καθώς λέγει και το Ευαγγέλιον «Γίνεσθε φρόνιμοι ως οι όφεις, και ακέραιοι ως αι περιστεραί» Ήτοι ο όφις έχει συνήθειαν, όταν τον κτυπούν, να αφήνη το σώμα του να το θανατώσουν, μόνον την κεφαλήν του προφυλάσσει. Ούτω και ημείς οι Χριστιανοί να είμεθα φρόνιμοι, τα πλούτη μας όλα και το σώμα μας να δίδωμεν εις τον θάνατον δια την αγάπην του Χριστού, μόνον την πίστιν μας να φυλάττωμεν από όλα περισσότερον, και να είμεθα ως η περιστερά κατά πάντα άκακοι, να μη κρατώμεν κακίαν και έχθραν κατά τίνος Χριστιανού, ούτε να πονηρευώμεθα εις κάθε λόγον. Επειδή λοιπόν η περιστερά είναι από όλα τα πετεινά καθαρωτέρα και άκακος, δια τούτο το Άγιον Πνεύμα εφάνη εις είδος περιστεράς. Ηκούσατε, ευλογημένοι Χριστιανοί, το τέταρτον ζήτημα. Ας είπωμεν και το πέμπτον και ενθυμείσθε ποιον είναι, ή από την πυκνότητα του λόγου το ελησμονήσατε; Νομίζω ολίγοι να το ενθυμήσθε, πλην να σας το επενθυμίσω.

Πέμπτον ζήτημα είναι’ Πόσα βαπτίσματα υπάρχουν; Και λέγομεν εις αυτό, ότι βαπτίσματα είναι πέντε. Πρώτον βάπτισμα είναι του Μωυσέως, όστις επέρασε τους Εβραίους εις την Ερυθράν θάλασσαν, καθώς το μαρτυρεί ο Άγιος Κοσμάς εις ένα τροπάριον της σημερινής εορτής εις την εβδόμην ωδήν, και λέγει «Θάλασσα δε ην τύπος ύδατος, και νεφέλη του πνεύματος». Ήτοι αντί ύδατος υπήρχεν η θάλασσα η Ερυθρά, και αντί του Αγίου Πνεύματος ήτο η νεφέλη εκείνη, η οποία τους εσκέπαζε την ημέραν, και δεν εκαίοντο από το καύμα του ηλίου. Δεύτερον βάπτισμα είναι το του Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, όστις εβάπτιζε τους Εβραίους, καθώς το λέγει και το Άγιον Ευαγγέλιον το κατά Ιωάννην, ότι «ην δε και Ιωάννης βαπτίζων εν Αινών εγγύς του Σαλείμ, ότι ύδατα πολλά ην εκεί». Σαλείμ ελέγετο η Ιερουσαλήμ. Πλην το βάπτισμα του Ιωάννου μόνον προς μετάνοιαν εγένετο, ήτοι ως προετοιμασία του βαπτίσματος του Κυρίου, διότι αυτό το βάπτισμα Πνεύμα Άγιον δεν εχάριζεν εις τους βαπτιζομένους, καθώς λέγουσιν αι Πράξεις των Αγίων Αποστόλων. «Εγένετο Παύλον διελθόντα τα ανωτερικά μέρη, ελθείν εις Έφεσον' και ευρών μαθητάς τινάς είπε προς αυτούς’ «Ει Πνεύμα Άγιον ελάβετε πιστεύσαντες»; Οι δε είπον. «Αλλ' ουδέ ει Πνεύμα Άγιον έστιν ηκούσαμεν». Είπε δε Παύλος' «Εις τι ουν εβαπτίσθητε»; οι δε είπον' «Εις το Ιωάννου βάπτισμα». Είπε δε προς αυτούς ο Παύλος' «Ιωάννης μεν εβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τω λαώ λέγων εις τον ερχόμενον μετ' αυτόν ίνα πιστεύσωσι, τουτ' εστίν εις τον Κύριον Ιησούν».

Ο Παύλος δηλαδή ο Απόστολος, όταν εκήρυξεν εις τας άνω τοποθεσίας της Ανατολής, κατέβη εις την Έφεσον, εκεί δε εύρε δώδεκα ανθρώπους, οι οποίοι έλεγον, ότι είναι και αυτοί από τους μαθητάς των Αποστόλων, ήτοι Χριστιανοί. Ηρώτησε δε αυτούς ο Παύλος• «Ελάβετε Πνεύμα Άγιον, όταν εβαπτίσθητε και επιστεύσατε εις Χριστόν η όχι;» Και εκείνοι του είπον’ «Ημείς ούτε καν ότι υπάρχει Πνεύμα Άγιον ηκούσαμεν». λέγει προς αυτούς ο Παύλος" «Πως εβαπτίσθητε;» ή «Εις τι βάπτισμα εβαπτίσθητε;» λέγουν εκείνοι, ότι «Εις το βάπτισμα του Ιωάννου εβαπτίσθημεν». Τότε απεκρίθη ο Άγιος Παύλος ο Απόστολος και λέγει προς αυτούς’ «Ο Ιωάννης εβάπτιζε τους ανθρώπους μόνον με ύδωρ και εις μετάνοιαν». Ήτοι, διά να μετανοήσουν και να βαπτισθούν εις το Βάπτισμα, το οποίον έδειξεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Τότε, ως ήκουσαν οι άνθρωποι εκείνο οι δώδεκα, εβαπτίσθησαν εις το Βάπτισμα του Κυρίου Ιησού. Αυτό λοιπόν το αναφέρομεν δια την υμετέραν αγάπην, ευλογημένοι Χριστιανοί, δια να καταλάβετε, ότι βάπτισμα ήτο και το βάπτισμα του Προφήτου Ιωάννου, αλλά μόνον προς μετάνοιαν ήτο.

Τρίτον Βάπτισμα είναι το του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, το οποίον αυτός ούτος ο Κύριος έδειξεν εις ημάς τους Χριστιανούς, και το οποίον γίνεται δια του ύδατος και του Αγίου Πνεύματος, εις το οποίον Βάπτισμα όστις δεν βαπτισθή, δεν είναι Χριστιανός. Τέταρτον Βάπτισμα, είναι το μαρτύριον, πλην είναι από όλα τα Βαπτίσματα τιμιώτερον και καλλίτερον, ότι πλέον δεν φοβείται να μολυνθή από αμαρτίας’ αυτό το Βάπτισμα πρώτος ο Χριστός το έδειξε και εβαπτίσθη εις αυτό, όταν δια τας αμαρτίας ημών των αμαρτωλών ανθρώπων εσταυρώθη και έχυσε το Πανάγιον του Αίμα’ αλλά οι Μάρτυρες όλοι με αυτό το Βάπτισμα εβαπτίσθησαν της Βασιλείας των Ουρανών. Πέμπτον βάπτισμα είναι το των δακρύων, ήτοι το να ενθυμηθή τις τας αμαρτίας του, να κλαύση και να θρηνήση. Τα δάκρυα εκείνα ως νέον Βάπτισμα είναι’ ότι με τα δάκρυα καθαρίζει ο άνθρωπος το πρώτον Βάπτισμα, το οποίον εμόλυνε' πλην είναι κοπιαστικώτερον από όλα, ότι έχει και κόπον περισσότερον από τα άλλα τέσσαρα Βαπτίσματα’ ότι και το μαρτύριον έχει κόπον και πόνον, αλλά μόνον εις μίαν ώραν ή ημέραν ή εβδομάδα’ όμως το δάκρυ θέλει να το έχη ο άνθρωπος εις όλην του την ζωήν, και διά τούτο είναι και κοπιαστικώτερον από όλα τα βαπτίσματα. Είπομεν λοιπόν και πόσα βαπτίσμα¬τα είναι και διελευκάναμεν το πέμπτον ζήτημα.

Έκτον ζήτημα είναι’ Πόσα ονόματα έχει το άγιον Βάπτισμα;
Ας είπωμεν λοιπόν επ' αυτού όσα λέγει ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος. Λέγεται δώρον, διότι, χωρίς να δώσωμεν τίποτε εις τον Θεόν, μας το δίδει. Λέγεται Βάπτισμα, ότι θάπτει την προπατορικήν αμαρτίαν, ήτοι την αμαρτίαν του Αδάμ, την οποίαν έχει κάθε παιδίον, αυτό την εξαφανίζει. Το άγιον Βάπτισμα λέγεται και χρίσμα, ότι τον παλαιόν καιρόν, όταν ήθελον να κάμουν Βασιλέα η Αρχιερέα, τον ήλειφον με έλαιον. Ούτω και ημάς τους Χριστιανούς, επειδή βασιλείς των παθών μας κάμνουν, μας βαπτίζουν με το άγιον Βάπτισμα και μας χρίουν με το άγιον Μύρον εις τους οφθαλμούς, εις τας χείρας και εις το στήθος, δια να μη έχη ο διάβολος χώραν και τόπον εις όλα μας τα μέλη. Εις τους οφθαλμούς μας χρίουν δια να μη δύναται ο διάβολος να μας νικήση με την όρασιν εις κάλλος μάταιον η εις ευτυχίαν άλλου. Εις τας χείρας δε, δια να μη δύναται ο διάβολος να μας νικά εις αρπαγήν, και εις όσας αμαρτίας κάμνουσιν αι χείρες. Εις το στήθος δε, δια να μη ενθυμούμεθα πονηράς ενθυμήσεις’ ότι το επιθυμητικόν του ανθρώπου εις το στήθος ευρίσκεται. Λέγεται φώτισμα, ότι φωτίζει και λαμπρύνει την ψυχήν του ανθρώπου, και την σώζει από το σκότος της αιωνίου κολάσεως. Λέγεται αφθαρσίας ένδυμα, ότι με το άγιον Βάπτισμα εξαλείφονται αι αμαρτίαι του ανθρώπου και ενδύεται ο άνθρωπος αφθαρσίαν, ήτοι δεν φοβείται πλέον ο άνθρωπος εκείνος να κολασθή, αλλά υπάγει εις λουτρόν παλιγγενεσίας, ότι πλύνει και καθαρίζει τον άνθρωπον από τας αμαρτίας του, και το Βάπτισμα εκείνο είναι ως να εδευτερογεννήθη χωρίς αμαρτίας’ λέγεται και σφραγίς, ότι τούτο είναι σημείον της χριστιανωσύνης’ και όπως οι Εβραίοι ήλειψαν εις την Αίγυπτον τα ανώφλια των θυρών με το αίμα του αρνίου και δεν τους ηνώχλησεν ο θάνατος, τοιουτοτρόπως ούτε τους Χριστιανούς δύναται να νικήση ο διάβολος, διότι είναι σεσημειωμένοι με το άγιον Βάπτισμα. Τόσα και ακόμη περισσότερα ονόματα έχει το άγιον Βάπτισμα.

Έβδομον ζήτημα είναι’ Τι ονομάζεται Πνεύμα; Και λέγομεν εις αυτό, ότι κατά πρώτον λόγον Πνεύμα ονομάζεται αυτό τούτο το Πανάγιον Πνεύμα, τον εν πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, περί του οποίου και ο Προφήτης Δαβίδ λέγει’ «Τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν, και τω Πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών». Το δε βιβλίον του Ιώβ λέγει «Πνεύμα Κυρίου το ποιήσαν με, πνοή δε παντοκράτορος η συνέχουσά με». Και πάλιν το Λευιτικόν λέγει’ «Ενέπνευσε Πνεύμα Κυρίου τον Βεσελεήλ». Πνεύμα όμως ονομάζεται και ο Άγγελος, ως λέγει ο Προφήτης Δαβίδ. «Ο ποιών τους Αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα». Και πάλιν, ως λέγει και ο μέγας Παύλος ο Απόστολος’ «Ουχί πάντες εις λειτουργικά πνεύματα προς διακονίαν αποστελλόμενα;». Πνεύμα ονομάζεται και ο δαίμων, ως λέγει και το άγιον Ευαγγέλιον, ότι ο Κύριος επρόσταξεν ένα δαίμονα να εξέλθη από τον άνθρωπον και είπε. «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εκ του ανθρώπου τούτου». Πνεύμα ονομάζεται και ο άνεμος, ως λέγει το βιβλίον του Προφήτου Ιωνά. «Και εξήρε Κύριος πνεύμα μέγα εν τη θαλάσση' ήτοι ήγειρεν ο Θεός άνεμον μέγαν εις την θάλασσαν, όταν ήτο ο Προφήτης Ιωνάς εις το πλοίον και πάλιν ο Προφήτης ο Ησαΐας λέγει’ «Ο στερεών βροντήν και κτίζων πνεύμα». Και ο Δαβίδ' «Πνεύσει το πνεύμα αυτού, και ρυήσεται ύδατα».

Πνεύμα ονομάζεται και η ψυχή, ως το λέγει ο Προφήτης Δαβίδ. «Εξελεύσεται το πνεύμα αυτού, και επιστρέψει εις την γην αυτού», ήτοι η ψυχή του ανθρώπου εξέρχεται από το σώμα, και το σώμα απομένει εις την γην και πάλιν αλλαχού ο αυτός Προφήτης λέγει’ «Ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ και ουχ υπάρξει»’ και πάλιν αλλού’ «Και ηκηδίασεν επ' εμέ το πνεύμα μου». Πνεύμα ονομάζεται και ο νους, ως λέγει ο Κύριος προς την Σαμαρείτιδα' «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν»’ ήτοι ο Θεός είναι νους' πρέπει δε και εκείνοι οι οποίοι τον προσκυνούν, με νουν καθαρόν να τον προσκυνούν και να τον λατρεύουν. Πνεύμα ονομάζεται και η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, ως λέγει ο Προφήτης Ησαΐας’ «Και επαναπαύσεται έπ’ αυτώ επτά πνεύματα, πνεύμα σοφίας» και τα εξής. Πνεύμα ονομάζεται το χάρισμα της υιοθεσίας, και το τούτου εναντίον, ως λέγει ο Απόστολος Παύλος' «Ου γάρ ελάβετε πνεύμα δουλείας, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας». Πνεύμα ονομάζεται και το αντιδιαστελλόμενον εις το γράμμα, τούτο δε μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος λέγων «Το μεν γράμμα αποκτείνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί». Πνεύμα ονομάζεται η γνωστική διάθεσις, ως λέγει ο Προφήτης Ησαΐας’ «Και τότε γνώσονται οι πλανώμενοι τω πνεύματι». Πνεύμα ονομάζεται και η ζωτική δύναμις, ως λέγει ο σοφός Σολομών «Πνεύμα εν τοις πάσιν», ήτοι όλα τα ζώντα έχουν μίαν ζωήν. Αλλά ποιαν να διαλύσω και ποιαν να αφήσω; από την έννοιαν την πολλήν πίπτω εις απορίαν’ ο λόγος με αναγκάζει, και η αγάπη της εορτής με κάμνει να πολυλογώ, πλην να κόψω τον λόγον μου το ταχύτερον και να διαλύσω το όγδοον ζήτημα.

Όγδοον ζήτημα είναι. Τι ονομάζεται Φως; Και λέγομεν εις αυτό. Φως ονομάζεται ο Πατήρ, ο Υιός, και το Άγιον Πνεύμα. Φως ονομάζεται και ο Άγγελος, ότι είναι του πρωταιτίου φωτός της Αγίας Τριάδος μέτοχος, μετέχων από την λάμψιν του Θεού’ Φως ονομάζεται και ο άνθρωπος, διότι έχει την φωνήν, και ό,τι βουληθή το φανερώνει με την φωνήν του’ Φως ονομάζεται και εκείνο που έδιωξε το πρωτόγονον σκότος’ Φως ονομάζεται και η εντολή, πού έδωκεν ο Θεός εις τον Αδάμ, καθώς το λέγει και ο Προφήτης Δαβίδ’ «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου, και Φως ταις τρίβοις μου». Και πάλιν αλλαχού «Διότι φως τα προστάγματα σου»' φως ονομάζεται και ο νόμος που έδωκεν ο Θεός εις τους Εβραίους’ φως ονομάζεται και το πυρ εκείνο, που εφλόγιζε την βάτον, και δεν την έκαιε’ φως ονομάζεται και ο στύλος πυρός, που ωδήγει τους Εβραίους μετά την Ερυθράν θάλασσαν, και επεριπατούσαν την νύκτα’ φως ονομάζεται και εκείνο το πυρ, που ήρπασε τον Προφήτην Ηλίαν' Φως ονομάζεται και εκείνο που εφάνη εις τους ποιμένας, όταν εγεννήθη ο Χριστός εις το σπήλαιον’ Φως ονομάζεται και του αστέρος η λάμψις, που ωδήγει τους Μάγους από την Ανατολήν έως την Βηθλεέμ’ Φως ονομάζεται και εκείνο που έδειξεν ο Χριστός εις το Θαβώριον όρος, και έλαμψεν εμπρός εις τους Μαθητάς' Φως ονομάζεται και η φαντασία εκείνη, που εσκότισε τους οφθαλμούς του Αποστόλου Παύλου’ Φως ονομάζεται και εκείνο, που μέλλουν να λάμψουν οι δίκαιοι εις την δευτέραν Παρουσίαν’ Φως ονομάζεται καθαρώς και καθολικά το Άγιον Βάπτισμα. Ιδού βοηθεία Θεού ελύσαμεν και το όγδοον ζήτημα.

Ένατον ζήτημα είναι’ Διατί γίνεται το Βάπτισμα δι' ύδατος και Αγίου Πνεύματος; Λέγομεν εις αυτό, ότι ο άνθρωπος είναι διπλούς, από το σώμα και από την ψυχήν’ και το μεν σώμα είναι αισθητόν, ως το προείπομεν εις την αρχήν του λόγου, η δε ψυχή είναι νοερά και άϋλος. Ομοίως και το Βάπτισμα γίνεται διά του ύδατος μεν, το οποίον είναι αισθητόν, και του Αγίου Πνεύματος, το οποίον είναι νοητόν και άϋλον. Και ότι το μεν σώμα, όταν θέλωμεν να το καθαρίσωμεν, δι' ύδατος το καθαρίζομεν, την δε ψυχήν το Πνεύμα το Άγιον την καθαρίζει και την λαμπρύνει’ διά τούτο έλεγε και ο Προφήτης Ησαΐας" «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλεσθε τας πονηρίας από των καρδιών υμών απέναντι των οφθαλμών μου»' ήτοι, η μεν πλύσις διά του ύδατος καθαρίζει το σώμα, η δε χάρις του Αγίου Πνεύματος λαμπρύνει την ψυχήν και την ελευθερώνει από τας αμαρτίας. Έχομεν λύσει ούτω και το ένατον ζήτημα. Βούλεσθε τώρα να είπω και το δέκατον ζήτημα η να το αφήσω; Νομίζω, ότι όλοι το καταλαμβάνετε, ως απλούν και φανερόν' διότι, ποίος Χριστιανός είναι, όστις δεν καταλαμβάνει ποίαν χάριν έχει το Άγιον Βάπτισμα, ή τι καλόν δίδει εις τον άνθρωπον; πλην να είπω και περί τούτου ολίγα, διά να μη φανώ ότι αμελώ.

Δέκατον ζήτημα είναι’ Τι δύναται να χαρίση το Βάπτισμα εις τον άνθρωπον; Και λέγομεν εις αυτό: Ο άνθρωπος εξ αρχής αναμάρτητος έγινεν από την γην χειρί Θεού' όμως, όταν παρέβη την εντολήν του Θεού και έφαγε απ' εκείνο το ξύλον της γνώσεως, τότε απέκτησε και την αμαρτίαν, και από τότε όσοι άνθρωποι εγεννώντο μετείχον όλοι της αμαρτίας του Αδάμ. Διά τούτο και δεν ηδύναντο να αναβούν εις την Βασιλείαν των ουρανών, εκεί από όπου εξέπεσεν ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ. Ο Χριστός λοιπόν, ως φιλάνθρωπος και ελεήμων, δεν αφήκε το γένος των ανθρώπων, ήτοι το πλάσμα του, να το κερδήση ο διάβολος, αλλά ήλθε και εβαπτίσθη και μας έδειξε τον τρόπον και την οδόν της σωτηρίας μας, ότι διά του Αγίου Βαπτίσματος θα αξιωθώμεν της Βασιλείας των ουρανών, της πρώτης μας πατρίδος. Είναι λοιπόν το Άγιον Βάπτισμα σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου και ελευθέρωσις από των αμαρτιών. Το Βάπτισμα είναι η κλεις της Βασιλείας των ουρανών. Το Βάπτισμα είναι φωτισμός της ψυχής του ανθρώπου, το Βάπτισμα είναι αγιασμός και λαμπρότης των ανθρώπων το Βάπτισμα είναι ζωή και σωτηρία των Χριστιανών’ το Βάπτισμα είναι ελευθερία από της κολάσεως’ διότι, όστις το φυλάξη καθαρώς, αξιώνεται της Βασιλείας των ουρανών το Βάπτισμα είναι νοητόν, είναι δευτέρα πλάσις του ανθρώπου, διότι όταν βαπτισθή ο άνθρωπος γίνεται αναμάρτητος, καθώς τον έκαμεν ο Θεός εξ αρχής, θέλεις να μάθης την αλήθειαν, τι δύναται να χαρίση το Άγιον Βάπτισμα; Άκουσον πως ορίζει τούτο ο Χριστός εις το κατά Ιωάννην Άγιον Ευαγγέλιον «Ει τις ουκ αναγεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν των ουρανών», ήτοι όστις δεν δευτερογεννηθή από το Άγιον Βάπτισμα, εκείνος δεν εισέρχεται εις την Βασιλείαν των ουρανών, εκείνος δε ο άνθρωπος όστις βαπτισθή πηγαίνει εις την Βασιλείαν των ουρανών. Τι άλλο περισσότερον θέλεις, η τι άλλο χάρισμα ζητείς καλλίτερον από αυτό, που σου δίδει το Άγιον Βάπτισμα;

Διά τούτο, ευλογημένοι Χριστιανοί, όσοι εβαπτίσθημεν εις Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, την Μίαν Αγίαν και σεβάσμιον Τριάδα, ας μη μολυνθώμεν με πράξεις και έργα δαιμονικά. Όσα υπεσχέθημεν εις το Άγιον Βάπτισμα, ας σπουδάσωμεν να τα εκτελέσωμεν, ότι υπεσχέθημεν να υπακούωμεν εις τους λόγους του Ευαγγελίου. Τας παραγγελίας του Χριστού να κάμνωμεν, τας εντολάς του να τηρώμεν, την σωτηρίαν μας να φροντίζωμεν, την Βασιλείαν των ουρανών να ζητώμεν, τον δαίμονα να μισώμεν και να αποστρεφώμεθα τα έργα αυτού, πορνείαν να μη κάμνωμεν, να μη φονεύωμεν, να μη αρπάζωμεν, να μη πλεονεκτώμεν, να μη εχθρευώμεθα αλλήλους, να μη καταδίδωμεν ο ένας τον άλλον, να μη είμεθα ανελεήμονες, να μη είμεθα άσπλαγχνοι, να μη οργιζώμεθα, να μη υπερηφανευώμεθα, να μη κενοδοξώμεν, να μη πράττωμεν κανένα έργον του διαβόλου, αλλά του Χριστού τα έργα να μελετώμεν και να κάμνωμεν. Να έχωμεν παρθενίαν, φιλοξενίαν, αγάπην εις πάντας, πίστιν εις τον Χριστόν, ελπίδα εις τον Θεόν, ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, αγαθωσύνην εις τους εχθρούς μας τους σωματικούς, υπομονήν εις τους πειρασμούς του σώματος, υποταγήν εις τους μεγαλύτερους μας, υπακοήν εις τα βιβλία της Εκκλησίας μας, εγκράτειαν των παθών, αποχήν των κακών και αποφυγήν των αμαρτιών.

Αυτά όλα και περισσότερα αγαθά υπεσχέθημεν, ευλογημένοι Χριστιανοί, να κάμνωμεν. Δια τούτο αυτά ας φυλάξωμεν, αυτά ας κατορθώσωμεν’ μη φανώμεν αχάριστοι και αγνώμονες, ας τιμήσωμεν τον Χριστόν, ας δοξάσωμεν την Δεσποτικήν εορτήν και αγίαν ταύτην ημέραν όχι με θυσίας ειδωλατρικάς ή με απρεπείς και ατάκτους χορούς, η με πολυποσίας και πολυφαγίας’ διότι αυτά ζητούσι τα έθνη, καθώς το λέγει και ο μέγας Παύλος ο Απόστολος’ «Ταύτα γαρ πάντα τα έθνη επιζητεί». Μη νομίζωμεν, ότι με τοιαύτα έργα ευαρεστείται ο Θεός, αλλά εάν νηστεύσωμεν διά τον γευσάμενον όξος και χολήν, τότε ευχαριστείται ο Θεός' εάν υβρισθώμεν διά την αγάπην του Χριστού του υβρισθέντος δι’ ημάς, τότε έχομεν χάριν εκ Θεού εάν ονειδισθώμεν, εάν διωχθώμεν, εάν πειρασθώμεν, εάν φυλακισθώμεν, εάν εξορισθώμεν, εάν κάθε άλλο κακόν πάθωμεν διά την αγάπην του Χριστού, τότε ας χαιρώμεθα, ας ευφραινώμεθα, ότι πολύν μισθόν έχομεν εις την Βασιλείαν των Ουρανών, καθώς λέγει και το κατά Ματθαίον άγιον Ευαγγέλιον «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς».

Ούτω λοιπόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, εάν ποιώμεν, τότε θα δεχθή ο Θεός τας εορτάς μας και τας πανηγύρεις μας. Και εδώ μεν θα μας αξιώση να διέλθωμεν ζωήν ειρηνικήν, ασκανδάλιστον και αναμάρτητον, εκεί δε θα μας καταξιώση της στάσεως των Αγίων Πάντων, της αιωνίου ζωής, της αγήρω μακαριότητος, της τιμής των εκλεκτών, και της Βασιλείας των Ουρανών. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν εν Χριστώ τω Θεώ ημών ω πρέπει δόξα, τιμή, προσκύνησις, αγιωσύνη και μεγαλοπρέπεια, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγάθω και ζωαρχικώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους απέραντους αιώνας των ατελευτήτων αιώνων. Αμήν.

ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

 Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κων/λεως
 Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα. Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί κείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαβαίνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ.
 Στήν γιορτή τῆς θείας Γέννησης ὁ Θεός φάνηκε βρέφος μικρό, νιογέννητο, δείχνοντας ἔτσι τή δική μας νηπιότητα. Σήμερα ὅμως τόν βλέπουμε τέλειο ἄνθρωπο, τέλειο Υἱό, ἀπό τέλειο Πατέρα γεννημένον. Ἐκεῖ φανέρωσε τό θεῖο βρέφος τό ἀστέρι πού ἀνέτειλε ἀπό τήν ἀνατολή, καί ἐδῶ ὁμολογεῖ γι᾿ Αὐτόν ἀπό τόν οὐρανό ὁ Θεός Πατέρας, ἀπό τόν Ὁποῖον γεννήθηκε πρό τῶν αἰώνων. Ἐκεῖ Τοῦ πρόσφεραν -ὡσάν σέ βασιλιά- δῶρα οἱ Μάγοι, πού πεζοπόρησαν ἀπό τήν ἀνατολή. Ἐδῶ ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό φερμένοι Τοῦ πρόσφεραν τή διακονία πού πρέπει μόνο σέ Θεό. Ἐκεῖ τυλίχτηκε μέσα στά σπάργανα καί ἐδῶ λύνει μέ τό βάπτισμα τίς σειρές τῶν παραπτωμάτων καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας μας. Ἐκεῖ ὁ βασιλιάς τῶν οὐρανῶν ντύθηκε σάν βασιλική ἀλουργίδα τόν κόσμο, ἐδῶ ἡ πηγή τῆς ζωῆς ντύνεται ὁλόγυρα τά ποταμίσια κύματα. Ἐλᾶτε λοιπόν νά ἰδεῖτε παράδοξα θαύματα.
 Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης λούζεται στοῦ Ἰορδάνη τά νερά. Ἡ φωτιά βουτάει καί σμίγει μέ τά νερά. Καί ὁ Θεός ἀπ̉ ἄνθρωπο ἁγιάζεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση βροντοφωνάζει καί ἀνυμνεῖ:
 «Εὐλογημένος νά ̉σαι Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου!!» Σύ πού ἔρχεσαι διά τῆς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ ὅλα τά κτίσματά Σου. Σύ πού συντηρεῖς τό ὕψος τοῦ στερεώματος καί ἔντεχνα ὁδηγεῖς σάν ἥμερο ἄλογο μέ χαλινάρι τήν τροχιά τοῦ Ἥλιου. Σύ πού βάζεις σέ τάξη χωρίς διόλου ν᾿ ἀνακατεύονται τά πλήθη τῶν ἀστέρων καί μᾶς κερνᾶς πλούσια ἀγέρα γιά νά ἀναπνέουμε ἀσταμάτητα ζωή. Σύ πού ζεσταίνεις καί ζωογονεῖς τή μάννα γῆ ὥστε νά μᾶς χαρίζει τούς καρπούς της ὁλοχρονίς. Σύ πού δαμάζεις καί σταματᾶς τή πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την ὁλοτρόγυρα μ᾿ ἕνα μικρούτσικο χαλινάρι ἀπό ἀμμοχάλικο. Σύ πού σπρώχνεις τά νερά ἀπό τῆς γῆς τά σπλάχνα καί φτιάχνεις τίς πηγές. Σύ πού καθοδηγεῖς τίς ποταμίσιες ὄχθες νά πορεύονται χωρίς χαμό καί περιπλάνηση ὡς τή θάλασσα. Τοῦτα ὅλα τά θαυμάσια ἀναλογιζόμαστε καί ἀπό τά κατάβαθά μας βγαίνει ἡ κραυγή: «Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου».
 — Πές μας λοιπόν, Ποιός εἶν᾿ Αὐτός, μακάριε Δαυΐδ;
 — Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας πού μᾶς φανερώθηκε μ᾿ ἀνθρώπινη μορφή. Ἀλλά δέν τό λέει αὐτό μόνον ὁ προφήτης Δαυΐδ. Τό λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού συμφωνεῖ μαζί του καί διδάσκει: «Μᾶς φανερώθηκε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού σώζει κάθε ἄνθρωπο καί μᾶς διδάσκει ὅλους μας». Ὄχι μερικούς ἀλλά ὅλους μας. Σ᾿ ὅλους, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες χαρίζει μέ τό βάπτισμα τή σωτηρία καί ὑποδείχνει τό σωτήριο αὐτό λουτρό σάν εὐεργέτημα δοσμένο δωρεάν σέ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή πού τό ζητάει. Ἐλᾶτε νά δεῖτε πρωτόγνωρο κατακλυσμό, πολύ μεγαλύτερον καί δυνατότερον ἀπ᾿ ἐκεῖνον πού γίνηκε τήν ἐποχή τοῦ Νῶε. Ἐκεῖ τό νερό ἔπνιξε τούς ἀνθρώπους καί ἐδῶ τό νερό τοῦ βαπτίσματος, κείνους πού εἶχαν πεθάνει πνευματικά ξαναζωντάνεψε, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ πού σήμερα βαπτίστηκε.
 Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἔφτιαξε κιβωτό στέρεα ἀπό ξύλα καί ἐδῶ ὁ Χριστός ὁ νοητός Νῶε, προσέλαβε ἀπό τήν ἄφθορο παρθένο Μαρία τήν κιβωτό τοῦ σώματος. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἄλοιψε τήν κιβωτό ἐξωτερικά μέ ἄσφαλτο πίσσα. Ἐδῶ ὁ Χριστός δυνάμωσε καί περιφρούρησε τήν κιβωτό τοῦ σώματος μέ τό χρῖσμα τῆς πίστεως. Ἐκεῖ περιστερά πού βάσταζε κλαδί ἐληᾶς προμήνυσε τήν εὐωδιά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἐδῶ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ τή μορφή ὁλόασπρης περιστερᾶς παρουσιάστηκε καί σ᾿ ὅλους φανέρωσε τόν ἐλεήμονα Κύριο. Ἀλλά μέ καταπλήττει ἡ ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Κυρίου. Γιατί δέν ἀρκέστηκε, Αὐτός ὁ γεννημένος τέλειος Υἱός ἀπό τέλειο Πατέρα, νά γεννηθῆ καί ἐπί γῆς τέλειο βρέφος ἀπό τά σπλάχνα μιᾶς γυναίκας.
Δέν ἀρκέστηκε Ἐκεῖνος πού εἶναι σύνθρονος μέ τόν Θεό Πατέρα νά λάβει τή μορφή τοῦ δούλου ἀλλά καί σάν τόν τελευταῖο ἁμαρτωλό προσέρχεται νά βαπτισθεῖ. Ἀλλά ἄς μή γίνει ἡ κοινή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους εὐεργεσία σκάνδαλο γι᾿ αὐτούς πού τούτη τήν ὥρα μέ ἀκοῦνε. Γιατί βαπτίζεται ὁ Δεσπότης πάντων Χριστός ὄχι γιατί ἔχει ἀνάγκη ἀπό ψυχικό καθαρισμό, ἀλλά γιά νά οἰκονομήσει μέ δυό τρόπους τό συμφέρον τῶν ψυχῶν μας, ὥστε καί μέ τό νερό νά μᾶς δωρήσει τήν ἁγιαστική χάρη καί νά προτρέψει τόν καθένα μας νά βαπτιστεῖ. Καθώς μᾶς λέει ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής, ἦρθε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Γαλιλαία στόν Ἰορδάνη ὅπου βρισκόταν ὁ Ἰωάννης γιά νά βαπτιστεῖ ἀπ̉ αὐτόν. Τό τί συνέβηκε τότε ἀδερφοί μου δέν μπορεῖ νά τό χωρέσει νοῦς ἀνθρώπινος. Γιατί ξεπερνᾶνε κάθε θέαμα καί ἄκουσμα ὅσα συνέβηκαν ἐκεῖ. Τρέμει ὁ νοῦς.
Χάνεται ἡ λαλιά μή τολμώντας νά ἐξιστορίσει τά ἀνέκφραστα. Γι‹ αὐτό λοιπόν καί ὅταν εἶδε ὁ Ἰωάννης τόν Δεσπότη μας Χριστό νά τόν πλησιάζει, μέ πολύ καρδιοχτύπι, πέφτοντας καί ἀγκαλιάζοντας τά πόδια Του τοῦ εἶπε παρακλητικά: — Γιατί βιάζει ἐμένα τόν ἀδύνατο ἄνθρωπο ὁ Παντοδύναμος Θεός μου νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Δέν εἶμαι ἐγώ σέ θέση νά ἐπιχειρήσω κάτι τέτοιο. Πῶς νά τολμήσω νά Σέ βαπτίσω; Πότε συνέβηκε νά καθαριστεῖ ἡ φωτιά ἀπό τό ξερό χορτάρι; Πότε ἔπλυνε ἡ λάσπη τήν πηγή; Πῶς νά βαπτίσω Ἐσένα τόν Κριτή τῆς οἰκουμένης ἐγώ ὁ ὑπεύθυνος γιά τόσες ἁμαρτίες; Πῶς νά Σέ βαπτίσω Δέσποτά μου; Δέν βλέπω ἁμαρτία πάνω Σου. Δέν ἔχεις πέσει θῦμα τῆς κατάρας τοῦ προπάτορα Ἀδάμ. Δέν ἔχεις καθόλου λερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἄν καί ἔκλινες οὐρανούς καί κατέβηκες, τίποτα ἀπό τά θελήματα τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν παρέβηκες.
–Τί κάνεις Δέσποτά μου; Γιατί μ᾿ ἀναγκάζεις νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Ποτέ καί τίποτα δέν τόλμησα νά κάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅσα παροργίζουν τήν ἀγαθωσύνη Σου. Σάν δουλικό πιστό γεμάτο ἀγάπη καί σεβασμό γιά τόν ἀφέντη του πρότρεξα καί ἐμήνυσα στόν κόσμο τήν παρουσία Σου. Ἐνῶ βρισκόμουνα ἀκόμη μέσ᾿ τήν κοιλιά τῆς μάννας μου, δανείστηκα τήν γλώσσα της καί Θεό τοῦ κόσμου Σέ ἐκήρυξα. Ὅλους τούς προετοίμασα νά Σέ δεχθοῦν, νά Σ᾿ ἀπαντήσουν. Πές μου λοιπόν Κύριέ μου, πῶς θ᾿ ἀνεχθεῖ νά δεῖ ὁ ἥλιος τόν Παντοκράτορα Θεό ἔτσι νά ἐξευτελίζεται ἀπό τήν τόλμη ἑνός δούλου Του καί δέν θά ρίξει καυτερές φωτοβολίδες νά μέ κατακάψει, ὅπως ἔκανε ἐκείνους τούς καιρούς τούς ἄσωτους Σοδομίτες; Πῶς θά ἀντέξει ἡ γῆ νά δεῖ Ἐκεῖνον πού ἁγιάζει τούς ἀγγέλους, ἀπέριττα νά βαπτίζεται ἀπό χέρι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ καί δέν θ᾿ ἀνοίξει τά σπλάχνα της γιά νά μέ καταπιεῖ, ὅπως ἔκανε τόν Ἀβειρών καί τόν Δαθάν; Πῶς νά βαπτίσω Δέσποτά μου Ἐσένα πού δέν μολύνθηκες ἀπό τής φυσικῆς γέννησης τό λέρωμα; «Ἐξ ἀσπόρου γαστρός, ἄσπορος προῆλθε καρπός». Πῶς λοιπόν ἐγώ ὁ χιλιολερωμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος νά ἁγνίσω τόν Θεό; Θεό ἀναμάρτητο; Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτιστῶ ἀπό Σένα καί Σύ ἔρχεσαι σέ μένα; Μ᾿ ἔστειλες νά βαπτίζω, Κύριέ μου, καί δέν παράκουσα τήν ἐντολή Σου. Πρότρεπα ὅλους πρός τό βάπτισμα καί τούς ἔλεγα: «Ὁμολογῆστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τίς ἁμαρτίες σας, γιατί Αὐτός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός. Αὐτός πού ἔρχεται πίσω μου δέν εἶναι βλοσυρός καί αὐστηρός. Εἶναι ἀγαθός καί Υἱός Πατέρα Ἀγαθοῦ. Δέν φέρεται γιά λίγο μονάχα μ᾿ ἀγαθωσύνη καί ὕστερα νά ἀλλάζει διάθεση γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἀλλά τό ἔλεός Του μένει εἰς τόν αἰώνα. Καί ἐπειδή τό ἔλεός Του εἶναι ἀμέτρητο γι᾿ αὐτό καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀνυμνώντας Τοῦ ἔλεγαν: «Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου».
 Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας μᾶς φανερώθηκε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί διέλυσε τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας πού μᾶς περιέλουζε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ οὐράνιος Τσοπάνης καί ἔδιωξε ἀπό τό κοπάδι τῶν παιδιῶν Του τούς λύκους τοῦ διαβόλου. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός καί χάρισε μέ τό βάπτισμα τήν υἱοθεσία στούς πιστούς. Μᾶς φανερώθηκε ἡ ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί μέ τό θάνατό Του θανάτωσε τόν θάνατο ὡς ἀθάνατος καί ἀξίωσε νά ζήσουν ζωή ἀθάνατη, ἐκεῖνοι πού εἶχαν πέσει στή φθορά καί στό θάνατο.
 Ἀλλά ἐνῶ ἐγίνονταν ὅλα αὐτά, ὁ Θεός Πατέρας ἀγαλώμενος μέ τήν ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ, ἀνοίγει διάπλατα τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί μέ βροντερή φωνή ξεχειλισμένη ἀπό αἰσθήματα πού πλημμυρίζουνε μιά πατρική καρδιά, ἀνακράζει: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Καί γιά νά μήν μπερδευτεῖ ὁ νοῦς ὅσων ἀκούγανε ὅλα τοῦτα -ἄν εἶναι δηλαδή Υἱός ὁ Βαπτιστής ἤ ὁ Χριστός- ἔρχεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, σάν ἄσπρο περιστέρι καί δείχνει Ἐκεῖνον πού βαπτιζόταν καί πού ὁ Θεός Πατέρας τόν μαρτυροῦσε στούς ἀνθρώπους σάν μονογενή Υἱό Του. Σ᾿ Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα, τό κράτος, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση σήμερα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Γ' Η οργάνωση της Ιεραποστολής - Βιβλιογραφία

Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Γ' Η οργάνωση της Ιεραποστολής - Βιβλιογραφία


Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Γ' Η οργάνωση της Ιεραποστολής - Βιβλιογραφία
Η ιεραποστολή στη Ρωσία
Γ’  Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
Το βάπτισμα των Ρως στον Δνείπερο Ποταμό απετέλεσε μια ευτυχή τροπή της ιεραποστολικής προσπάθειας της Κωνσταντινουπόλεως στη Ρωσία, όχι όμως και την τελική κατάληξή της· ο εκχριστιανισμός υπήρξε προοδευτικός και διήρκεσε εκατό ακόμη χρόνια1. Όπως είναι φυσικό, οι βαπτισμένοι Κιεβινοί είχαν λάβει μόνο μία σύντομη κατήχηση προ του αγίου Βαπτίσματος, αλλά στην ύπαιθρο ο εθνισμός διατηρούσε ακόμη την ισχύ του2 και οι ειδωλολατρικές μάζες παρακινούνταν πολλές φορές σε αντίδραση από τους Ρώσους μάγους ανακόπτοντας το έργο της Εκκλησίας3. Υπήρξε λοιπόν η ανάγκη συνδυασμού εσωτερικής και εξωτερικής τρόπον τινά ιεραποστολής μέχρι να εκλείψουν και τα τελευταία ειδωλολατρικά έθιμα, πράγμα το οποίο έγινε μόνον τρεις αιώνες αργότερα4. Η οργάνωση της πρώτης Ρωσικής Εκκλησίας παρουσιάζει κατά ταύτα πολύ ενδιαφέρον για τον τρόπο επίδρασής της στον ρωσικό λαό και φαίνεται ότι εξαρτάται από κάποιες σταθερές μεθόδους εποπτείας στο δημόσιο και ιδιωτικό βίο των λαών που χρησιμοποιούσε η βυζαντινή ιεραποστολή5. 
Πρέπει πρωτίστως να επισημανθεί ότι υπήρχαν κάποια χαρακτηριστικά της ψυχοσυνθέσεως των Ρώσων τα οποία μπορούσαν να βρουν την έκφρασή τους στην Ορθόδοξη Παράδοση, γεγονός το οποίο συνετέλεσε αποφασιστικά στο να κλίνουν οι Ρώσοι στην Ανατολική Εκκλησία6. Τέτοια χαρακτηριστικά ήταν ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατική συνείδηση, που επεξηγούν και την επιλογή της Ανατολικής Εκκλησίας, διοικουμένης συνοδικώς, έναντι του συγκεντρωτικού Παπισμού, διοικουμένου απολυταρχικώς από τον Πάπα7, αλλά και στοιχεία όπως η αγάπη προς το ωραίο, ο ιδιαίτερος δεσμός με τη φύση και ολόκληρη τη δημιουργία, η κοινοτική και ενοριακή συνείδηση, η χαρά για τη ζωή στις εκκλησιαστικές λαμπρές πανηγύρεις8 και η μυστική και ασκητική θεολογία και μοναχική παράδοση της Ανατολής, η οποία άσκησε ιδιαίτερη γοητεία πάνω στους εκ φύσεως μυστικοπαθείς Ρώσους9. Η ιεραποστολή δεν αγνόησε αυτά τα τοπικά δεδομένα, ούτε πάλι κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να εναρμονισθεί προς αυτά, εφ’ όσον όλη η προσπάθεια κατέληγε αβίαστα, χάρη και στη συμμετοχή εντοπίων ιεραποστόλων, προς την εναρμόνιση με τα δεδομένα αυτά. 
Ο χαρακτήρας της ιεραποστολής ήταν εκκλησιαστικός, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τον κυρίαρχο και σχεδόν αποκλειστικό ρόλο που διεδραμάτισε η Ρωσική Εκκλησία σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τον κη’ κανόνα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, οι Μητροπολίτες της Ποντικής, Ασιανής και Θρακικής διοικήσεως και οι Επίσκοποι των διοικήσεων αυτών στα βαρβαρικά έθνη λάμβαναν την χειροτονία από τον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. 
Ο Επίσκοπος λοιπόν της Ρωσικής Εκκλησίας, επειδή «οι Ρώσοι τη Θρακική συμπαράκεινται διοικήσει», χειροτονούνταν από τον Πατριάρχη ΚΠόλεως11 και ελάμβανε τον τίτλο του «Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ρωσίας» με μητροπολιτική έδρα τη μητέρα των ρωσικών πόλεων, Κίεβο12. Πρώτος Μητροπολίτης υπήρξε ο ηγέτης της βυζαντινής ιεραποστολής Μιχαήλ, ο οποίος ετέλεσε το Βάπτισμα του Βλαδιμήρου και των Κιεβινών ως και τον γάμο του Βλαδιμήρου και της Άννας, και ο οποίος αργότερα ανέλαβε ευρύτατη ιεραποστολική δραστηριότητα. Ως δεύτερος Μητροπολίτης Ρωσίας αναφέρεται ο Λεόντιος13. Η ένταξη της νέας Εκκλησίας στη δικαιοδοσία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, καρπός μακραίωνης ιεραποστολικής εμπειρίας, εξασφάλιζε μια συνεχή πνευματική σχέση μεταξύ Μητρός και θυγατρός Εκκλησίας, απαραίτητη για την οικοδομή της τελευταίας14. Η Ρωσική Εκκλησία οργανώθηκε με βάση το συνοδικό σύστημα, κατ’ εξοχήν διοικητικό γνώρισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας· οι Μητροπολίτες Κιέβου, ως διοικητική κεφαλή, συγκαλούσαν τις Συνόδους των Επισκόπων και προήδρευαν σε αυτές, οι οποίες εξέταζαν θέματα σχετικά με τον Κλήρο, την ιεραποστολική δράση, την Πίστη, τη λατρεία και την κανονική τάξη15. Χαρακτηριστικό πάντως του γνησίως εκκλησιαστικού περί Επισκόπου φρονήματος των βυζαντινών ιεραποστόλων, πλην των παραπάνω, είναι και το γεγονός ότι πάντοτε16, και στην περίπτωση της Ρωσίας, προηγούνταν ο εκχριστιανισμός της περιοχής από τους ιεραποστόλους και ακολουθούσε η εγκαθίδρυση Επισκόπου είτε εντοπίου, είτε ξένου που εργάσθηκε ιεραποστολικά στην περιοχή· ποτέ δεν προηγήθηκε η οργάνωση επαρχίας, έναντι της ιδίας της ιεραποστολής. Ο Κλήρος της Ρωσικής Εκκλησίας αποτελούνταν από Έλληνες, Βουλγάρους και Ρώσους ιερείς17. Οι Έλληνες Κληρικοί, και αυτοί ήταν κυρίως Μητροπολίτες, ήταν άνθρωποι επιμελώς επιλεγμένοι με παιδεία και ήθος, μάλιστα μερικοί τύγχαναν και μέλη της Βασιλικής Συγκλήτου. Οι Ρώσοι Κληρικοί, που απετέλεσαν την πλειονότητα των επαρχιακών Επισκόπων και του Πρεσβυτερίου19, εκπαιδεύτηκαν από τη βυζαντινή ιεραποστολή, κατ’ αρχάς στο σχολείο της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου και αργότερα σε άλλες σχολές που ιδρύθηκαν20 για τον σκοπό αυτό. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι από τους εικοσιτρείς Μητροπολίτες Κιέβου της εποχής που εξετάζουμε21, μόνον δύο είναι Ρώσοι (Ιλαρίων, Κλήμης Σμολιάτιτς) αλλά και αυτοί εγκεκριμένοι από τη Μητέρα Εκκλησία22. Όλοι οι υπόλοιποι εξελέγησαν και χειροτονήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και ήταν Έλληνες23. Το μέτρο αυτό, προκλητικό και προσβλητικό της εθνικής φιλοτιμίας των Ρώσων ίσως, συνετέλεσε παρά ταύτα στο να μείνει η Ρωσική Εκκλησία μακριά από τις διαιρέσεις των τοπικών ηγεμόνων και να καταστεί παράγοντας εκκλησιαστικής και πολιτικής ενότητας24. Σε όσες περιπτώσεις το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως υποχώρησε σε πιέσεις Ρώσων ηγεμόνων και χειροτόνησε Ρώσους Μητροπολίτες, αποδείχθηκε πολύ δύσκολο γι’ αυτούς να μείνουν ουδέτεροι στις διαμάχες μεταξύ των ομοφύλων ηγεμόνων, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η ενοποιός παρέμβαση της Εκκλησίας25. Αντιθέτως, οι Έλληνες Μητροπολίτες δεν ανήκαν σε καμμία από τις ανταγωνιζόμενες φατρίες και έτσι αμερόληπτα ασκούσαν το καθήκον του ειρηνοποιού26. Ταυτόχρονα η Εκκλησία Ρωσίας ενισχύθηκε νομικώς και οικονομικώς. Τα διατάγματα του Βλαδιμήρου και του Ιαροσλάβου καθόρισαν τη θέση της Εκκλησίας στη Ρωσία, με την παροχή δικαστικών και άλλων δικαιοδοσιών27. Τα έσοδά της προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από τις δικαιοδοσίες της αυτές, αλλά και από φόρους στα εισοδήματα των ηγεμόνων, από την ακίνητη περιουσία – στην οποία ανήκαν ολόκληρες πόλεις – και από έκτακτες δωρεές των ηγεμόνων28. Η διοικητική, οικονομική – και όσον αφορά στους Μητροπολίτες εθνική - ανεξαρτησία της Ρωσικής Εκκλησίας, διασφάλισε τόσο τη δυνατότητα προτρεπτικής και αποτρεπτικής παρεμβάσεως στους ηγεμόνες της Ρωσίας29 όσο και ουσιαστικώς τη δική της ενότητα και επιβίωση.
Το περιεχόμενο του κηρύγματος των ιεραποστόλων, ο πυρήνας δηλ. του όλου ιεραποστολικού έργου, συνδύαζε την ιερά Κατήχηση με τα ιδιαίτερα θαυμαστά γεγονότα της μεταστροφής του ρωσικού λαού και αυτό φαίνεται πως έγινε και σε όλες τις βυζαντινές ιεραποστολικές προσπάθειες. Η ιερά Κατήχηση περιελάμβανε: α) μία σύντομη ιερά ιστορία από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την Ενανθρώπηση του Κυρίου, την επίγεια δράση, το Πάθος και την Ανάστασή του ως και την ίδρυση της Εκκλησίας· β) την παράθεση του Συμβόλου της Νικαίας – ΚΠόλεως (του «Πιστεύω») ως του κυρίου «μαθήματος» και αναγκαίας «ομολογίας» της Πίστεως για όλους τους χριστιανούς της οικουμένης και γ) τη σύντομη έκθεση της ιστορίας των Οικουμενικών Συνόδων με αναφορά στη διδασκαλία των μεγάλων αιρεσιαρχών και στη συμβολή των Πατέρων για τη διαφύλαξη της Πίστεως. Έπειτα προβάλλονταν τα περιστατικά της μεταστροφής του ηγεμόνα ή του λαού με την επέμβαση του Θεού, η υπεροχή της χριστιανικής Πίστεως έναντι της πατροπαράδοτης ειδωλολατρίας, αλλά και των μονοθεϊστικών θρησκειών που είχαν κάνει ιεραποστολή στην περιοχή (Ιουδαϊσμός, Ισλάμ) με χρησιμοποίηση, ενίοτε, της ειδικότερης βυζαντινής γραμματείας για τη σύγκριση και την υπεροχή της Ορθοδοξίας έναντι των δυτικών εκφράσεων του Χριστιανισμού (λατινικής και φραγκικής) τόσο στο πνευματικό περιεχόμενο της παραδόσεως αλλά και στις πολιτιστικές πραγματώσεις30 Σημ..

Σημ.  Το περιεχόμενο του κηρύγματος αυτού μεταφράστηκε και επηρέασε τη ρωσική θρησκευτική γραμματεία για πολλούς αιώνες31.           

Πολύ σημαντική για τη βυζαντινή ιεραποστολή θεωρήθηκε η μυστηριακή εμπειρία, εφ’ όσον τελικός σκοπός του κηρύγματος ήταν η συμμετοχή των κατηχουμένων στα Μυστήρια του Βαπτίσματος και τα άλλα δύο εισαγωγικά, του Χρίσματος και της Θείας Ευχαριστίας. Για τον λόγο αυτό ευθύς εξ αρχής μεταφράστηκε στα σλαβονικά η βυζαντινή Θεία Λειτουργία, οι ευαγγελικές και αποστολικές περικοπές των Κυριακών και των μεγάλων εορτών, τα οποία απετέλεσαν τα πιο προσφιλή αναγνώσματα32. Ο κατανυκτικός χαρακτήρας των βυζαντινών ακολουθιών33, που είχε προξενήσει εντύπωση στους απεσταλμένους του Βλαδιμήρου34, φαίνεται ότι επηρέασε πολύ τους μυστικοπαθείς Ρώσους, οι οποίοι με ελάχιστες αποκλίσεις από τα βυζαντινά πρότυπα, καλλιέργησαν την εκκλησιαστική τέχνη και δημιούργησαν πολύ εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ως και αυτό το όνομα της Μεγάλης Εκκλησίας της Βασιλευούσης δόθηκε στον Ναό της ρωσικής πρωτεύουσας, την Αγία Σοφία Κιέβου, για να δηλώνει την πνευματική συγγένεια προς τη Μητέρα Εκκλησία35. Και οι ίδιοι οι Ρώσοι αγάπησαν πολύ τη λειτουργική ζωή, όπως φαίνεται από το γεγονός της ιδρύσεως πολλών και λαμπρών Ναών από τον Βλαδίμηρο και τον Ιαροσλάβο (στα 1018, τρία χρόνια μετά την κοίμηση του Βλαδιμήρου υπήρχαν στο Κίεβο 400 ναοί), που κοσμήθηκαν με ιερά Λείψανα και απετέλεσαν το κέντρο της εκπαιδευτικής και κοινωνικής δραστηριότητας36. Το κήρυγμα της βυζαντινής ιεραποστολής και η Θεία Λατρεία απετέλεσαν τελικά συνεκτικό δεσμό μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών της Ανατολικής Παραδόσεως, υπερβαίνοντας τα εθνικά και γλωσσικά κριτήρια37.
Η Εκκλησία φρόντισε νωρίς να προστατεύσει το νέο ποίμνιό της από οποιαδήποτε ετεροδιδασκαλία, όπως φάνηκε και στην έκθεση του περιεχομένου του κηρύγματος. Ήδη από την εποχή της Ισαποστόλου Όλγας, η αποστολή εκ μέρους των Φράγκων εψηφισμένου επισκόπου του ρωσικού έθνους, συνάντησε την αδιαφορία και ψυχρότητα της Όλγας και του λαού38· μάλιστα μερικοι συνοδοί του επισκόπου Αδαλβέρτου στην επιστροφή δυστυχώς φονεύτηκαν39. Ήδη στη διήγηση για το Βάπτισμα του Βλαδιμήρου αναφέρονται οι λατινικές πλάνες περί αζύμων, περί ανευλαβείας προς τις άγιες εικόνες κ.ά. τελετουργικών θεμάτων40. Τέσσερις Μητροπολίτες και άλλοι Κληρικοί και μοναχοί συνέγραψαν έργα αντιλατινικά, όπου επισημαίνονται οι δυτικές αιρέσεις41· γενικώς, υπήρξε πάντοτε άρνηση των Ρώσων να στραφούν προς τη λατινική Δύση και εμμονή τους στην εξάρτηση από την Κων/λη42. Η άρνηση αυτή εξελίχθηκε μάλιστα σε μίσος εναντίον παντός λατινικού, το οποίο δικαιολογείται από το ότι η Ρωσία έγινε πολλές φορές στόχος επιθέσεων από γειτονικά παπικά κράτη43, επιθέσεων που συνδυάζονταν από προσπάθειες προσυλητισμού στον Παπισμό44. Η αντιλατινική αυτή τοποθέτηση της Ρωσίας εξακολούθησε σε όλο το Μεσαίωνα και σφραγίστηκε με την εκδίωξη του λατινόφρονος Μητροπολίτη Ρωσίας Ισιδώρου, του τελευταίου Έλληνα Μητροπολίτη, επειδή προσπάθησε να επιβάλη στη Ρωσία την ψευδο-ένωση της Φερράρας – Φλωρεντίας44α. Παραλλήλως αναπτύχθηκε και αντιϊουδαϊκή γραμματεία· η αντιρρητική αυτή γραμματεία σε συνδυασμό με τη γενικότερη δογματική45 είχε ως αποτέλεσμα την κληρονόμηση του δογματικού θησαυρού αποκλειστικώς της Ανατολικής Εκκλησίας και την προσκόλληση σε αυτόν.
Το ενδιαφέρον της ιεραποστολής περιέλαβε βεβαίως και τον τομέα της παιδείας.· ήδη ο Βλαδίμηρος είχε μεριμνήσει, πλην των άλλων, και για την ίδρυση σχολείων· το έργο του συνέχισε ο Ιαροσλάβος46, αλλά και οι ίδιοι οι βυζαντινοί Κληρικοί, οι οποίοι μάλιστα έστελναν σπουδαστές για μετεκπαίδευση στην ΚΠολη47. Οι σπουδαστές αυτοί, καθώς ανήκαν αρχικώς στην άρχουσα τάξη, απετέλεσαν μία πρόσβαση της Εκκλησίας στον ηγεμόνα και τους συμβούλους του. Οι νέοι αυτοί μυούνταν στην παλαιοσλαβική γλώσσα και την εκκλησιαστική γραμματεία, αλλά και στη βυζαντινή νομοθεσία και τα έργα των αγίων Πατέρων, αργότερα δε στελέχωναν το τοπικό Ιερατείο. Η εκπαιδευτική αυτή δραστηριότητα λειτουργούσε παράλληλα προς την Κατήχηση και τη λατρευτική εμπειρία και αποτελούσε τη σημαντικότερη πνευματική μυσταγωγία για την αμεσότερη μεταφορά των αρχών του βυζαντινού βίου στον νεοφώτιστο λαό48. Η γραμματεία, για την οποία έχει ήδη γίνει λόγος, εισήχθη όχι μόνον από την Κωνσταντινούπολη αλλά και από τη Μοραβία και τη Βουλγαρία, όπου είχαν γίνει μεταφράσεις στη σλαβονική, την οποία χρησιμοποιούσαν και οι Ρώσοι49· η γραμματεία αυτή περιελάμβανε και πολλά θεολογικά, ασκητικά και εξηγητικά έργα που στη ρωσική συνείδηση απέκτησαν την ίδια αυθεντία με την Αγία Γραφή50. Χαρακτηριστικό του ιεραποστολικού πνεύματος είναι ότι τα ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης συμπτύχθηκαν σε μία περιληπτική σύνθεση της ιεράς ιστορίας που ονομάστηκε Παλαιά51 · και αυτό, προφανώς, για να μην αποτελέσουν οι αιματηρές συγκρούσεις της παλαιοδιαθηκικής ιστορίας άσχημο παράδειγμα για τον προ ολίγου αιμοχαρή λαό.
Η Εκκλησία της Ρωσίας συνειδητοποίησε βεβαίως και τη σημασία που είχε ο Ρώσος ηγεμόνας για την Ιεραποστολή, ως υπόδειγμα προς μίμηση για όλους τους υπηκόους. Η απόφασή του για την αποδοχή της χριστιανικής Πίστεως, εξάλλου, εμπεριείχε σχεδόν και την υποχρέωση του λαού να αποδεχθεί την ίδια πίστη52. Για τον λόγο αυτό είχαν φροντίσει να επηρεάσουν τον Βλαδίμηρο με την αποστολή του Φιλοσόφου και στη συνέχεια τόνιζαν πολύ τη μεταστροφή του ηγεμόνα τόσο στο κήρυγμα53, όσο και στα διάφορα Χρονικά54. Η σημασία που είχε η στάση του ηγεμόνα για τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο των νέων χριστιανικών κοινωνιών ωθούσε την Ιεραποστολή, όπως και τη βυζαντινή διπλωματία, στην προβολή της πολιτικής ιδεολογίας της Αυτοκρατορίας περί της πολιτικής και πνευματικής ενότητας της χριστιανικής οικουμένης και των αρχών της συνεργασίας μεταξύ των χριστιανών ηγεμόνων, της αδελφοσύνης, της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ειρηνικής συμβιώσεως και όσων αρχών απέρρεαν από την πνευματική συγγένεια που θεμελιώθηκε με το κοινό Βάπτισμα55. Το ενδιαφέρον αυτό των ιεραποστόλων για την κρατική εξουσία είχε ως αποτέλεσμα τη συμβολή της τελευταίας τόσο στην παιδεία, όσο και στον τομέα του Δικαίου. Η νομοθετική εξουσία του ηγεμόνα στη Ρωσία παραχωρήθηκε κατά μέγα μέρος στην Εκκλησία, οι Κληρικοί της οποίας μπορούσαν ευκολότερα να χρησιμοποιήσουν τον Βυζαντινό Νομοκάνονα και να πραγματοποιήσουν τη σύνδεση του Ρωμαϊκού και του Ρωσικού εθιμικού Δικαίου. Η Εκκλησία απέκτησε δικαστική δικαιοδοσία που υπερείχε κατά πολύ της αντίστοιχης δικαιοδοσίας της Εκκλησίας του Βυζαντίου και με τα νομικά έργα που η ίδια μετέφρασε, συνέβαλε ουσιαστικά στη ρύθμιση των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων σύμφωνα προς την χριστιανική Πίστη56. Η Εκκλησία επέβαλε νέα κοινωνική δομή με τη σύσταση της τάξεως των ανθρώπων της Εκκλησίας, που την αποτελούσαν άνθρωποι οποιασδήποτε κοινωνικής τάξεως, επέδρασε δε βαθειά στο κοινωνικό σύνολο με την νομοθεσία περί γάμου και κληρονομίας βελτιώνοντας με τα μέσα αυτά και με τη διδασκαλία της τις κοινωνικές σχέσεις γενικότερα57.
Τελευταίον, και κάθε άλλο παρά ελάχιστον, αναφέρουμε τον Ορθόδοξο Μοναχισμό, του οποίου η συμβολή υπήρξε τόσο σπουδαία, ώστε να λέγεται πως αυτός επωμίσθηκε το βάρος της Ιεραποστολής58. Και είναι φυσικό αυτό, διότι οι μοναχοί, απαλλαγμένοι κάθε επιγείου δεσμού αφοσιώνονται απερίσπαστα στο έργο της Ιεραποστολής59· η ασκητική τους βιοτή και κυρίως η αυτοθυσία και αγάπη τους αποτελούν την εξοχότερη απόδειξη της δυνάμεως της ευαγγελιζομένης Αληθείας και γι’ αυτό γίνονται δεκτοί πιο εύκολα από τους κατηχουμένους, όπως έγινε με τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο στη Μοραβία60. Η Ρωσία είχε δεχθεί τις πρώτες ιεραποστολικές προσεγγίσεις από τους μοναχούς που είχαν καταφύγει, λόγω της εικονομαχίας, στην Κριμαία61. Αργότερα όμως δέχθηκε ένα Μοναχισμό ακμαίο, νικητή έναντι των εικονομάχων και, όπως πάντα, βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση της Ορθοδόξου Θεολογίας, Λατρείας και εν γένει πνευματικότητας62. Ανάμεσα στους Κληρικούς που συνόδευσαν την πορφυρογέννητη Άννα στο Κίεβο, υπήρχαν πολλοί μοναχοί, εκτός των Επισκόπων και του Μητροπολίτη, οι οποίοι ήταν σαφώς μοναχοί και θα φρόντισαν να διοργανώσουν τα επισκοπεία τους ως μοναστήρια63. Η δημιουργία οργανωμένου Μοναχισμού στη Ρωσία στα μέσα του 11ου αι. οφείλεται σε δύο κυρίως μοναχούς, τους Οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο. Ο πρώτος εκάρη στο Άγιον Όρος, όπου διήλθε και το στάδιο της μοναχικής δοκιμασίας. Ο ηγούμενος του μοναστηριού προείδε με το προορατικό του χάρισμα ότι θα προέλθουν από τον Αντώνιο πολλοί μοναχοί και γι’ αυτό τον απέστειλε πίσω στο Κίεβο· το 1051 εγκαταστάθηκε σε κρύπτη κοντά στο Κίεβο όπου και προσήλθαν πολλοί για να μονάσουν υπό την καθοδήγησή του. Αργότερα εγκατέλειψε την ηγουμενία και έζησε αναχωρητικό βίο μέχρι το θάνατό του. Ο Όσιος Θεοδόσιος, υποτακτικός του Οσίου Αντωνίου και τρίτος κατά σειρά ηγούμενος της Λαύρας, υπήρξε ο εμπνευστής των μοναστικών ιδεωδών της αρχαίας Ρωσίας, στα οποία ο ρωσικός μοναχισμός παρέμεινε πιστός για πολλούς αιώνες· υπήρξε ο πατέρας του ρωσικού μοναχισμού και πρότυπο των μοναχών. Ζήτησε από την ΚΠολη το Τυπικό της Μονής του Στουδίου, το οποίο απετέλεσε έτσι και το Τυπικό της Λαύρας των Σπηλαίων του ΚιέβουΣημ.. Η σημασία της Μονής αυτής υπήρξε τεράστια· από αυτήν προήλθαν πολλοί Άγιοι, περισσότεροι από 50 Επίσκοποι, ηγούμενοι των νέων μοναστηριών που ιδρύονταν, συγγραφείς και ζωγράφοι64. Το μοναστήρι αυτό απετέλεσε επίσης κέντρο χρονογραφικών συγγραφών και συναξαρίων64α, κέντρο μόρφωσης των εντοπίων Κληρικών, που θα αντικαθιστούσαν τους βυζαντινούς, και των αξιωματούχων, αλλά καθώς και τα υπόλοιπα, επίσης ακαδημία επιστημών και πανεπιστήμιο64β. Τον ιβ΄ αι. ο μοναχισμός άνθησε στη Ρωσία· είναι γνωστές εν συνόλω περισσότερες από 88 μονές εκ των οποίων 17 στο Κίεβο και 20 στο Νόβγκοροντ64γ. Η ανάπτυξη του Μοναχισμού διεύρυνε αισθητά τη βάση της εκπαιδευτικής δραστηριότητας της Ιεραποστολής και επετάχυνε τη στελέχωση του μεν Κλήρου με επίλεκτους εντόπιους νέους κληρικούς65, της δε ιεραποστολικής δραστηριότητας με μορφωμένα στελέχη66. Έτσι, η ανάπτυξη του μοναχισμού υπήρξε καθοριστική για την ταχύτερη διείσδυση του Χριστιανισμού στην πνευματική ζωή του ρωσικού λαού και για την αρτιότερη οργάνωση των νέων επισκοπών της Εκκλησίας της Ρωσίας67. Ο μοναχισμός είναι και σήμερα πολύ αγαπητός στον ευσεβή ρωσικό λαό68, ενώ η Πετσέρσκαγια Λαύρα αποτελεί μεγάλο προσκύνημα, με τα άφθαρτα άγια Λείψανα δεκάδων μοναχών που εγκαταβίωσαν και εθεώθηκαν εκεί.
Η οργάνωση της πρώτης Ρωσικής Εκκλησίας και της ιεραποστολής της έθεσε γερά θεμέλια στην ευσέβεια του ρωσικού λαού, τα πνευματικά επιτεύγματα της οποίας αποτελούν σήμερα δικαίωση των κόπων της Μητρός Εκκλησίας και καύχημα της Ορθοδοξίας.

Σημ.  Πλην του Αγίου Όρους και της Μονής Στουδίου υπήρξε στενή επαφή της Ρωσικής Εκκλησίας και με την Ι. Μ. Σινά69.


Επίλογος
Στην μελέτη αυτή έγινε προσπάθεια να δειχθεί το πώς οι Ρως εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της ιστορίας της Ελληνορωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οδηγήθηκαν στον λιμένα της Ορθοδόξου Εκκλησίας από την πρόνοια του Θεού, όπως αυτή εκδηλώθηκε όχι μόνο στις θαυματουργίες Αυτού αλλά κυρίως στην αγάπη και τον ζήλο φωτισμένων προσώπων, Κληρικών και λαϊκών, Πατριαρχών και μοναχών, ηγεμόνων και εμπόρων, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Η αποδοχή της Πίστεως εκ μέρους των Ρως υπήρξε αποτέλεσμα τόσο της δικής τους προαιρέσεως και πνευματικής αναζητήσεως, όσο και της πνευματικότητας που ακτινοβολούσε στη ζωή και τον πολιτισμό των χριστιανών του Βυζαντίου. Το έργο της ελληνικής ιεραποστολής υπήρξε καθαρά εκκλησιαστικό, απηλλαγμένο εθνικών και κρατικών σκοπιμοτήτων και έφερε στη ρωσική ζωή αυτό ακριβώς που οι Ρως επιθυμούσαν: την αληθινή ευσέβεια, την αγάπη, την ενότητα και ένα πολιτισμό που εξυπηρετούσε τις πνευματικές αυτές ανάγκες· τα αποτελέσματα του εκκλησιαστικού αυτού έργου καρποφόρησαν ευθύς αμέσως μάρτυρες και αποστόλους της Πίστεως και συνεχίζουν έως σήμερα να επιβεβαιώνουν την εν αγαθή προαιρέσει αποδοχή και καλλιέργεια της χάριτος του Θεού από τους Ρώσους, με την ανάδειξη από τον, κατά κοινήν παραδοχήν, ευσεβέστατο ρωσικό λαό, μεγάλων πνευματικών φυσιογνωμιών. Η οργάνωση της ιεραποστολικής προσπάθειας στην αρχαία Ρωσία μπορεί και στις ελάχιστές της λεπτομέρειες να αποτελέσει υπόδειγμα για οποιαδήποτε σημερινή προσπάθεια, όσον αφορά στον εκκλησιαστικό της χαρακτήρα, το επιδειχθέν ενδιαφέρον για την Κατήχηση, την Λατρεία, την παιδεία, τη γραμματεία και γενικότερα την τέχνη, για την βαρύτητα στην ιδιάζουσα συμβολή του Μοναχισμού στην Ιεραποστολή.
Δυστυχώς, ως αποτέλεσμα της πνευματικής μας νωθρότητας, των Νεολλήνων, και άλλων παραγόντων, φαίνεται να έχει εκλείψει η μέριμνα του καθενός μας για την πνευματική ακτινοβολία του Γένους, ώστε σήμερα όχι μόνον να μην συνεργεί η πολιτική εξουσία στην Ιεραποστολή – εσωτερική και εξωτερική – αλλά να μεθοδεύει το διαχωρισμό του Κράτους από την Εκκλησία. Ευχή μας είναι να λάμψει από τη Ρωμηοσύνη το φως της Ορθοδοξίας και πάλι, με την ίδια ένταση του χρυσού αιώνα της Ιεραποστολής των Βυζαντινών στους Ρώσους.



Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Γ' Η οργάνωση της Ιεραποστολής - Βιβλιογραφία