Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Β'' Ο χαρακτήρας της Ιεραποστολής και η συμβολή των Ιεραποστόλων

Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Β'' Ο χαρακτήρας της Ιεραποστολής και η συμβολή των Ιεραποστόλων



Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Β'' Ο χαρακτήρας της Ιεραποστολής και η συμβολή των Ιεραποστόλων

Η ιεραποστολή στη Ρωσία

Β’ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

 1. Ο χαρακτήρας της Ιεραποστολής
Έχοντας δεί εν συντόμω την ιστορία του εκχριστιανισμού των Ρώσων είναι χρήσιμο να αξιολογήσουμε τον χαρακτήρα, το πνεύμα δηλαδή που διείπε την ιεραποστολή και τους συμμετέχοντες σε αυτήν, αλλά και την προσωπική συμβολή των ανθρώπων που αφιερώθηκαν σε αυτήν, πλουτίζοντας με τον τρόπο αυτό τις γνώσεις μας περί της ιεραποστολικής δραστηριότητας της Εκκλησίας στην Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία και συνάγοντας χρήσιμα συμπεράσματα για τις τότε παράλληλες ιεραποστολικές δραστηριότητες, αλλ΄ ίσως και για τη δεοντολογία της σημερινής ιεραποστολικής δράσης της Εκκλησίας.
Εν πρώτοις πρέπει να τονισθεί ότι ο εκχριστιανισμός των Ρώσων δεν υπήρξε αποτέλεσμα πολιτικών, οικονομικών ή άλλων πιέσεων από μέρους του Βυζαντίου προς τους Ρως, αλλά επικύρωση από μέρους των τελευταίων μίας πνευματικής ακτινοβολίας την οποίαν ανεγνώριζαν και εκτιμούσαν. Το μεγαλύτερο τότε σλαβικό κράτος βρέθηκε θεληματικά κάτω από την πνευματική κηδεμονία της Κωνσταντινουπόλεως1. Η Βασιλεύουσα, εκτός από στόχος κατά καιρούς στρατιωτικής βίας και οικονομικής απληστίας από μέρους των Ρώσων, ήταν κυρίως το αδιαμφισβήτητο κέντρο του πολιτισμένου χριστιανικού κόσμου2, εντυπωσιακή στον πλούτο και την ιερότητά της, πόλη χωρίς ισάξια αντίπαλο σε Ανατολή και Δύση, η Πόλις των Αυτοκρατόρων3. Ταυτόχρονα οι Ρώσοι βρίσκονταν σε μία διαδικασία αναζήτησης της ταυτότητάς τους4. Η ηθική των Χριστιανών, μία ηθική αγάπης και σεβασμού προς τον Θεό και τον πλησίον5, της οποίας πείρα είχε λάβει και η Όλγα στις περιοδείες που έκανε στην αχανή χώρα της6, έγινε αντιληπτή από τον Βλαδίμηρο και ελκυστική σε αυτόν, όπως και τη γιαγιά του, την Όλγα. Η ειδωλολατρία αποδεικνυόταν για τον Βλαδίμηρο ανίκανη όχι μόνο να βελτιώσει ηθικά τους Ρώσους, αλλά και να συντελέσει ή και να συνυπάρξει με την πολυπόθητη ενότητα του λαού του. Αντιθέτως, η συνοχή και η ειρήνη της Αυτοκρατορίας και ο πολιτισμός που ανέπτυσσαν οι νεοφώτιστοι Βούλγαροι ήταν ενδεικτικά της πνευματικής καλλιέργειας των Χριστιανών7. Αλλά και ο Βλαδίμηρος, του οποίου τη μεταστροφή η εκκλησιαστική συνείδηση αποδίδει στον φωτισμό εκ Θεού και την αγαθή του προαίρεση8, ήθελε και την γνώμη των αξιωματούχων του9 για οποιαδήποτε κίνησή του ως προς τις θρησκευτικές του επιλογές10. Επίσης και η εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία των Ρώσων βλέπει την προσέλευσή τους στον Χριστιανισμό ως ελεύθερη εκλογή11. Εάν σε αυτά αντιτείνει κανείς ότι η Ρωσία αναγκάστηκε για διαφόρους άλλους λόγους να δεχθεί τον Χριστιανισμό, μάλιστα κάτω από την πίεση του Βλαδιμήρου, μπορεί κανείς να ανατρέξει στις τότε συνθήκες και θα διαπιστώσει ότι ο παγανισμός ήταν τόσο καλά ριζωμένος στους Ρώσους12 και η δύναμη του κράτους τους τόσο ισχυρή, ώστε τίποτε δεν θα μπορούσε να τους επιβάλει εξωτερικά την Πίστη. Η αλήθεια είναι ότι οι Ρώσοι αγάπησαν την Εκκλησία, όπως έδειξε και η μετέπειτα εξέλιξη της Ρωσικής Εκκλησίας.
Από την ελληνική πλευρά ο εκχριστιανισμός των Ρώσων δεν υπήρξε αφορμή οιασδήποτε εκμετάλλευσης, αλλά εντάσσεται στο πνεύμα που διείπε τόσο την εκκλησιαστική, όσο και την πολιτική εξουσία της ΚΠόλεως. Η ενότητα του χριστιανικού κόσμου ήταν για την ιδεολογία της Αυτοκρατορίας ενότητα χριστιανικών λαών και για την προοπτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου ενότητα τοπικών εκκλησιών και εξαίρονταν ο ρόλος του Αυτοκράτορα και αυτός του Πατριάρχου στην ενότητα αυτή13, χωρίς να θίγονται όμως τα στοιχεία της πνευματικής κληρονομιάς των λαών (εθνική γλώσσα, κοινωνικές δομές, πολιτικές προοπτικές κ.ά.), σε αντίθεση με την Δύση, όπου καλλιεργείτο η αφομοίωση των εθνοτήτων στην κοινή λατινική παράδοση14. Υπό την έννοια αυτή η ιεραποστολή των Βυζαντινών υπήρξε ανιδιοτελής, αληθινά μία ομολογία Πίστεως, έκφραση του πνευματικού δυναμισμού και της οικουμενικότητας της αποστολής του Πατριαρχείου τους15. Αυτό είναι φανερό εν πρώτοις στη γλώσσα της νεοσύστατης Εκκλησίας· ενώ η Δύση επέβαλλε στην ιεραποστολή της τις τρεις «ιερές γλώσσες» (λατινική, ελληνική, εβραϊκή)16, οι Βυζαντινοί ιεραπόστολοι έκαναν χρήση των επιτοπίων γλωσσών σε κάθε αποστολή, ώστε και το κήρυγμα να γίνεται κατανοητό, και η αποδοχή της Εκκλησίας από τους φωτιζομένους χωρίς καχυποψία, όπως έγινε στην αποστολή των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στη Μοραβία17. Το ίδιο το αλφάβητο, το γλαγολιτικό και το κατοπινό κυριλλικό, έδειξαν πραγματικά πως η βυζαντινή αυτοκρατορία, από παράδοση ανεκτική, θυσίασε τον οικουμενισμό της ελληνικής γλώσσαςΣημ. για να διατηρήσει την παγκοσμιότητα της παιδείας της18 και να προσφέρει στους Ρώσους τη σωτηρία.

Σημ.  Μάλιστα ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος μέμφεται τρόπον τινά το Πατριαρχείο διότι δεν εξελλήνισε τους Σλάβους επί Τουρκοκρατίας20. Έχει ακόμη λεχθεί ορθώς, πως, αν ενδιαφερόταν το Βυζάντιο να εξελληνίσει τους Σλάβους, η εικόνα στα Βαλκάνια θα ήταν σήμερα πολύ διαφορετική21.

Το ίδιο ακριβώς πνεύμα φαίνεται και στην πολιτική ζωή του ρωσικού κράτους. Δεν μπορεί να ισχυρισθή κανείς πως το ενδιαφέρον των βυζαντινών να προσεγγίσουν τους ρώσους ήταν απαλλαγμένο πολιτικών σκοπιμοτήτων· οι λόγοι είναι φανεροί: οι Ρώσοι έλεγχαν την σημαντικότατη εμπορική διαδρομή ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Βαλτική, ήταν φυσικοί ανταγωνιστές των ασιατικών νομαδικών ληστρικών φυλών και επικίνδυνοι για τη Βασιλεύουσα, αν τα αισθήματά τους γίνονταν ποτέ εχθρικά19. Όμως, η εξυπηρέτηση πολιτικών συμφερόντων, σαφώς θεμιτή για τη διατήρηση της ειρήνης και της ενότητας της Αυτοκρατορίας, ποτέ δεν έθεσε στην υπηρεσία των συμφερόντων αυτών την Εκκλησία, αντιθέτως η Εκκλησία χρησιμοποίησε με σύνεση και μετριοπάθεια το πολιτικό σχήμα και την οικουμενική ιδεολογία της Αυτοκρατορίας για να περιφρουρήσει την εσωτερική ενότητα της Εκκλησίας και να προβάλει το χριστιανικό μήνυμα στους λαούς που έρχονταν σε πολιτικές ή οικονομικές σχέσεις με την Αυτοκρατορία22. Ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ είχε περιβληθεί την ιδιότητα του εκκλησιαστικού άρχοντος και υπ’ αυτή πολλές φορές ανελάμβανε την πρωτοβουλία του ιεραποστολικού έργου, το οποίο όμως ενεργούνταν αποκλειστικά από εκκλησιαστικούς ανθρώπους23. Η ανιδιοτέλεια της βυζαντινής ιεραποστολής φαίνεται στο ότι διετήρησε την ενότητα του ρωσικού κράτους. Αν οι Σλάβοι, είτε νότιοι είτε ανατολικοί, αφομοιώνονταν πριν αποκτήσουν εθνική συνείδηση, θα ήταν ακίνδυνοι για την Αυτοκρατορία24, αντιθέτως η σύμπηξη κρατών τούς καθιστούσε απειλητικότερους, διευκόλυνε όμως την ιεραποστολή25. Όμως, η νεοϊδρυθείσα Εκκλησία Ρωσίας έγινε παράγων ενότητας πολιτικής και πνευματικής στη Ρωσία, που είχε διασπασθεί από την πολυαρχία των πολλών ηγεμόνων και τον ειδωλολατρικό πολυθεϊσμό. Η ενιαία πολιτική και εκκλησιαστική διοίκηση και η άριστη μεταξύ τους συνεργασία –σε αντίθεση με ό,τι έγινε στη μεταγενέστερη Δύση- η κοινή γλώσσα, τα κοινά δόγματα, η κοινή λειτουργική παράδοση και το κοινό κοινωνικό δίκαιο, όλα συνετέλεσαν στην ενότητα αυτή26. Η Ρωσική Εκκλησία υπό τη διοίκηση του Πατριαρχείου ΚΠόλεως απετέλεσε τη συνεκτική δομή των ρωσικών ηγεμονιών και τις ενέταξε στην Βυζαντινή Κοινοπολιτεία27. Όμως ο μόνος βυζαντινός αξιωματούχος στη Ρωσία σε θέση ισχύος ήταν ο Μητροπολίτης Κιέβου28, ενώ οι παρεμβάσεις του Αυτοκράτορος αφορούν μόνον εκκλησιαστικά θέματα29. Η Ρωσία χωρίς να αποδεχθεί την πολιτική ιδεολογία της Αυτοκρατορίας ακολούθησε τον δικό της δρόμο30 και δέχθηκε μόνον τη βυζαντινή πολιτική άποψη περί κόσμου και την βυζαντινή πολιτιστική ηγεσία31. Η βεβαιότητα της ελλείψεως πολιτικών σκοπιμοτήτων είχε εμπνεύσει στους Μοραβούς εμπιστοσύνη έναντι των βυζαντινών ιεραποστόλων32. Ο ρόλος της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στην νέα Ρωσία ενέπνευσε στους Ρώσους τον σεβασμό για την Εκκλησία33.
Σαφώς το έργο της βυζαντινής ιεραποστολής υπήρξε πολύπτυχο, θρησκευτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό, όπως φαίνεται στη μέριμνά της για την αποδοχή της Πίστεως, τη στερέωση –εσωτερική και εξωτερική- του ρωσικού κράτους και την εισαγωγή των πολιτισμικών αγαθών σε αυτό (π.χ. της σλαβονικής γλώσσης). Το έργο αυτό υπήρξε η αιτία της θεμελιώσεως και αναπτύξεως της ταυτότητας του ρωσικού λαού34. Όπως ορθώς επισημαίνεται, η γένεση του έθνους των Ρώσων οφείλεται κυρίως στην αποδοχή της Ορθοδοξίας εκ μέρους τους, σημαντική δε υπήρξε η συμβολή της θρησκείας στην καλλιέργεια και διατήρηση της εθνικής συνειδήσεως των Ρώσων35. Στο νέο αυτό έθνος τον πολιτισμό έδωσε εξ αρχής η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και μάλιστα ένα πολιτισμό ακμάζοντα36 που μόλις είχε ξεφύγει τον βαρβαρικό ανεικονισμό37 και την πολεμική κατά του μοναχισμού των εικονοκλαστών Αυτοκρατόρων και τώρα βρισκόταν σε διαρκώς ανιούσα άνθηση38. Με τη στοργική μέριμνα και τις μεγάλες θυσίες της Μητρός Εκκλησίας μεταλαμπαδεύτηκε προοδευτικά στους Ρώσους όλη η πλούσια πνευματική και πολιτιστική παράδοση του Βυζαντίου39. Η μεταφρασμένη στα ρωσικά βυζαντινή γραμματεία περιελάμβανε40 την Αγία Γραφή, βιβλία λειτουργικά, των Πατέρων, ιστορικά, βιβλία δικαίου, δογματικά και αντιρρητικά, αγιολογικά κ.ά. τα οποία υπήρξαν τα θεμέλια της μεταγενέστερης ρωσικής γραμματείας41. Η καλλιτεχνική επίδραση του Βυζαντίου στη Ρωσία υπήρξε τόσο έντονη, ώστε η ρωσική τέχνη να αποτελεί επαρχιακή ποικιλία τής καθαρά βυζαντινής42. Όμως, αφ’ ου προσέλαβε και οικειώθηκε τις νέες τεχνικές43, ανέπτυξε αργότερα (ιε΄ αι.) τον δικό της ρυθμό44. Ο εκπολιτισμός αυτός της Ρωσίας, πάντως, ήταν στενά δεμένος με την εκκλησιαστική διαπαιδαγώγηση των νεοφωτίστων. Όλη η γραμματεία, πλην της ιστορικής, η οποία δεν είχε και μεγάλη έκταση45, απέβλεπε στην πνευματική αλλαγή των Ρώσων, ως ακόμη και η νομική γραμματεία46 (όπως θα δούμε στην οργάνωση της ιεραποστολής).  Η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική εξυπηρέτησαν αρχικά μόνον τη ναοδομία και την αγιογραφία47 και συνέβαλαν σημαντικά στη διαμόρφωση του θρησκευτικού βίου των Ρώσων, δεδομένου ότι οι Ναοί αποτελούν τα σπουδαιότερα κέντρα κοινωνικών και πνευματικών εκδηλώσεων της Ρωσίας48. Μερικοί ιστορικοί49 μέμφονται τους βυζαντινούς ιεραποστόλους, διότι κληρικοί όντες και καχύποπτοι προς την κλασσική παιδεία, δεν μετέφρασαν έργα της κλασσικής φιλοσοφίας, ποιήσεως και ρητορικής στα σλαβονικά, ούτε φρόντισαν ώστε οι Ρώσοι να τα προσεγγίσουν μέσω της ελληνικής γλώσσας, αποδίδουν δε στο γεγονός αυτό την καθυστέρηση της αναπτύξεως του ρωσικού πολιτισμού ως τον ιζ΄ αι. Η εμπειρία, ωστόσο, της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να δικαιολογήσει τη στάση αυτή, που εφύλαξε τη νεοσύστατη Εκκλησία από τα αδιέξοδα που δημιούργησε στη Δύση η κλασσική παιδεία με τη σύγχυση θεολογίας και φιλοσοφίας.
Τελειώνοντας, αξίζει να σημειώσουμε την επιμονή και αυτοθυσία των παραγόντων της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι επέδειξαν μία αδιάκοπη διοικητική δραστηριότητα στη Ρωσία50, σε ένα έργο τεράστιο σε έκταση και απαιτήσεις51 αντιμετωπίζοντας ένα παγανισμό ισχυρά ριζωμένο στη ρωσική ύπαιθρο52 και, όπως θα δούμε παρακάτω, πολύπλοκες έριδες μεταξύ των ηγεμόνων. Για τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της ιεραποστολής μπορεί κανείς να σχηματίσει γνώμη από την οργάνωσή της, όπως αυτή θα εκτεθεί.

2.   Η συμβολή των Ιεραποστόλων

Στην ιστορία της Ιεραποστολής στη Ρωσία εμφανίζονται αξιόλογες ιεραποστολικές μορφές, των οποίων το έργο και η συμβολή στον τελικό εκχριστιανισμό των Ρώσων εντάσσονται στην ευρύτερη ιεραποστολική προσπάθεια της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, είναι δε μεταξύ των διαφόρων προσώπων διαφορετικά, αλλά συμπληρωματικά.
Εδώ πρέπει πρωτίστως να σημειωθεί ότι η ιεραποστολή δεν υπήρξε ποτέ για τους Βυζαντινούς έργο ανθρώπων· η μεταστροφή ενός συγκεκριμένου λαού στη χριστιανική Πίστη ήταν έργο του ιδίου του Θεού, ο Οποίος κατευθύνει την ιστορία της σωτηρίας του κόσμου προς την τελική της τελείωση. Η παρουσία του Θεού γινόταν εμφανής με τα θαύματα που επιτελούνταν, τα οποία για τους Βυζαντινούς ήταν ήδη στοιχείο οργανικό της πνευματικής τους ζωής53. Ο Θεός, ο «συνεπιμαρτυρών σημείοις και τέρασι και ποικίλαις δυνάμεσι» (Εβρ. 2, 4) κατηύθυνε αποτελεσματικά την πορεία της ιεραποστολής στις πιο κρίσιμές της καμπές. Όταν το 860 μ.Χ. οι Ρως έκαναν την εμφάνισή τους για πρώτη φορά μπροστά στην ανυπεράσπιστη, εκείνη την στιγμή, Κωνσταντινούπολη, ο Μέγας Φώτιος έλαβε την Εσθήτα της Θεοτόκου από τον Ναό των Βλαχερνών και βούτηξε την άκρη της στη θάλασσα· η τρικυμία που δημιουργήθηκε όχι μόνον κατέστρεψε τα εχθρικά πλοία, αλλά κατέπληξε τους Ρως και τους παρεκίνησε να ζητήσουν το άγιο Βάπτισμα54. Όταν πάλι ο Βλαδίμηρος απέστειλε πρέσβεις στα θρησκευτικά κέντρα, για να εκτιμήσουν οι ίδιοι την καλύτερη πίστη, εκείνο που κατέπεισε τους απεσταλμένους περί της ανωτερότητας της Ανατολικής Εκκλησίας δεν ήταν απλώς η λαμπρότητα της λατρείας της Μεγάλης Εκκλησίας, αλλά η αγγελοφάνεια που επέτρεψε ο Θεός να δουν στη Μεγάλη Είσοδο, κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας55. Μαρτυρείται ακόμη πως, ενώ ο ίδιος ο Βλαδίμηρος είχε υποσχεθεί να βαπτισθεί αν θα τού έδιναν ως σύζυγο την πριγκίπισσα Άννα, στερεώθηκε πραγματικά στην Πίστη, όταν με το Βάπτισμά του ιατρεύθηκε από την αιφνίδια τύφλωση που τον είχε καταλάβει56. Αλλά και το πλήθος των βαπτιζομένων Κιεβινών έγινε μάρτυς θαύματος· οι κατηχούμενοι, θέλοντας να εξακριβώσουν την αλήθεια του Ευαγγελίου ζήτησαν από τον αρχιερέα να επιτελεσθεί θαύμα για να πιστεύσουν. ζήτησαν δηλαδή να ριφθεί το Ευαγγέλιο στη φωτιά και να μείνει αβλαβές, όπως οι Τρεις Παίδες εν τη καμίνῳ, πράγμα το οποίο έγινε με την προσευχή του Επισκόπου και τη χάρη του Θεού και διέλυσε τους ενδοιασμούς του πλήθους57. Θαύματα δε, αναφέρονται και στις περιοχές της Κριμαίας με θετικό ιεραποστολικό αποτέλεσμα πολύ πριν το 860 μ.Χ.58
Ανάμεσα στους ιεραποστόλους που εκήρυξαν με το παράδειγμά τους, ξεχωριστή θέση κατέχουν οι πρώτοι μάρτυρες της Πίστεως που στόλισαν την Εκκλησία με τα αίματά τους «ως με πορφύραν και βύσσον». Από τους πιο γνωστούς Ρώσους μάρτυρες είναι οι ηγεμόνες του Κιέβου Άσκολντ και Ντιρ, οι οποίοι είχαν πιστεύσει και βαπτισθεί, όπως και όλοι οι Κιεβινοί, μετά το θαύμα στην επιδρομή του 860, και μαρτύρησαν κατά τον διωγμό που κήρυξε ο Όλεγ όταν κατέλαβε το Κίεβο το 882 επικεφαλής των ειδωλολατρών Βαράγγων59. Επίσης γνωστή είναι η περίπτωση του μαρτυρίου του Χριστιανού Θεοδώρου και του υιού του Ιωάννη, καθώς και άλλων Χριστιανών, στα πλαίσια των ανθρωποθυσιών που οργάνωσε ο Βλαδίμηρος στο Κίεβο, πριν μεταστραφεί60. Πρώτοι, όμως, ανακηρυχθέντες Άγιοι της Ρωσικής Εκκλησίας είναι οι υιοί του Αγίου Βλαδιμήρου, Μπόρις και Γκλεμπ, που θανατώθηκαν από τον μεγαλύτερο αδελφό τους Σβιατοπόλκ, επίδοξο σφετεριστή του θρόνου. Το μαρτύριο των δύο αυτών Αγίων εισάγει ένα νέο τύπο μαρτυρίου, όπου την ομολογία της Πίστεως και τον υπέρ αυτής θάνατο αντικαθιστά το καθήκον της υποταγής προς τον πρεσβύτερο αδελφό έως θανάτου και η κοινωνία της θυσίας του Χριστού μέσω της πραότητας, της υποταγής και της νίκης επί της φιλοζωίας και αγάπης του κόσμου. Ενώ τα μαρτύρια αυτά αποδεικνύουν τη στερέωση της Εκκλησίας, η αγάπη προς τους μάρτυρες που εκδηλώθηκε νωρίτερα61 και με μεγάλη ένταση62 σημαίνει τη σιωπηλή κηρυκτική δράση του μαρτυρίου.
Το τελικό αποτέλεσμα του εκχριστιανισμού των Ρως προήλθε από πολλούς ανθρώπους που έδρασαν ιεραποστολικά ο καθένας με τον δικό του τρόπο, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Πλην των εμπόρων της Πόλεως οι οποίοι προετοίμασαν την ιεραποστολή του Πατριαρχείου σε πολλές χώρες63 αλλά και στη Ρωσία64, ένα πλήθος κληρικών «εναρέτων, πάνυ λογιωτάτων και φρονιμοτάτων, έμπλεων της θείας Γραφής και τοις έξω καλώς εξησκημένων», όπως αναφέρουν οι διηγήσεις για τους πρώτους κληρικούς επί Βλαδιμήρου65, αλλά και μοναχών, αρχιτεκτόνων, ζωγράφων, ψαλτών, γραφέων κ.ά. εργάστηκαν με ακαταπόνητη εργατικότητα για πολλές δεκαετίες με κύριο σκοπό τη θεμελίωση σε όλους τους τομείς των βασικών προϋποθέσεων για την οργάνωση και λειτουργία της νεοσύστατης τοπικής Εκκλησίας των Ρώσων66. Χαρακτηριστική είναι η διήγηση των ρωσικών γεροντικών για την ανοικοδόμηση του Ναού της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου και την αγιογράφησή του· και στις δύο περιπτώσεις –που απέχουν αλλήλων δέκα χρόνια περίπου και εντοπίζονται χρονικά έναν αιώνα μετά το Βάπτισμα των Ρως- η ίδια η Θεοτόκος και οι Όσιοι Αντώνιος και Θεοδόσιος εμφανίστηκαν σε Έλληνες τεχνίτες της Βασιλεύουσας και τους μίσθωσαν για την εργασία τους στην Λαύρα, όπου και τους απέστειλαν67. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση οι αγιογράφοι, συγκλονισμένοι από το θαύμα, παρέμειναν ως μοναχοί στη Λαύρα, που απετέλεσε κέντρο της πνευματικής ζωής της Ρωσίας για πολλούς αιώνες.
Εκτός όμως της θαυμαστής πρόνοιας του Θεού για τη στερέωση της ιεραποστολής, σημαντικά συνέβαλαν και μεμονωμένα πρόσωπα, φωτισμένα από τον Θεό και προικισμένα με την κατάλληλη θέση για το έργο που έπρεπε να επιτελέσουν. Αν και για τον Μέγα Φώτιο θα μπορούσαν πολλά να λεχθούν, αρκεί ίσως να λεχθεί για τη Ρωσία ότι απετέλεσε προτεραιότητα του σχεδίου του Μ. Φωτίου η  ιεραποστολική εξόρμηση της Ανατολικής Εκκλησίας προς τα βόρεια, καθώς η Αυτοκρατορία συρρικνωνόταν δυτικά υπό την πίεση των Φράγκων και του Πάπα, ανατολικά από τους Άραβες και τους Τούρκους, στα βόρεια από τους Σλάβους. Έτσι η Ανατολική Εκκλησία απέκτησε πολιτιστικό, πολιτικό και στρατιωτικό αντίβαρο έναντι των πιέσεων αυτών68. Η σύνεση και προορατικότητα του Μ. Φωτίου είχε ως αποτέλεσμα στη δεκαετία 860-870 να γίνουν ιεραποστολικές προσπάθειες ή και βαπτίσεις πληθυσμών στη Ρωσία (860), τη Χαζαρία (860-861) και τη Μοραβία (863) από τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, και στη Βουλγαρία (864)69. Η σημασία της ιεραποστολής αυτής φαίνεται σήμερα, με τη γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού, οπότε οι Σλαβικές Εκκλησίες παίζουν σοβαρό ρόλο στην ευρέως νοουμένη μαρτυρία της Ορθοδοξίας σε διάφορα επίπεδα.
Άξιοι μνείας είναι βεβαίως και οι Ρώσοι ηγεμόνες και ηγεμονίδες οι οποίοι με το έργο και το παράδειγμά τους συνετέλεσαν τα μέγιστα στην αποδοχή του Χριστιανισμού από τον ρωσικό λαό. Η Ισαπόστολος70 Όλγα η σοφή71, πριν τη Βάπτισή της υπήρξε άτεγκτη, όπως αποδεικνύεται από τον τρόπο που χρησιμοποίησε για να εκδικηθεί τη δολοφονία του συζύγου της Ιγώρ, ακολουθώντας τους ειδωλολατρικούς νόμους που επέτρεπαν αδιάλλακτη εκδίκηση72. Η μεταστροφή της, αποτέλεσμα της επικοινωνίας της με τον πρώτο ρωσικό Κλήρο, τη λειτουργική ζωή και το ήθος των Χριστιανών υπηκόων της74, κυρίως όμως η προσωπική της προαίρεση, είχαν σαν αποτέλεσμα και την ενίσχυση της Ρωσικής Εκκλησίας με κληρικούς, λειτουργικά βιβλία, Εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη που έφερε από την Κωνσταντινούπολη μετά τη Βάπτισή της75, κυρίως όμως με την επιρροή της στον υιό της Σβιατοσλάβο, χάρη στην οποία φάνηκε ανεκτικός στους Χριστιανούς76. Το παράδειγμα της ιδίας της Όλγας, Ελένης έπειτα, υπήρξε λαμπρό· επέστρεψε να καταστραφούν οι ειδωλολατρικοί βωμοί και να κτισθούν Εκκλησίες και έλαμψε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες «όπως η σελήνη την νύκτα» με την αρετή, την προσευχή77 και τη φιλανθρωπία της78.
Ο εγγονός της Αγίας Όλγας, Ισαπόστολος Βλαδίμηρος79, παραλληλίστηκε ορθώς με τον Μέγα Κωνσταντίνο, διότι συνέδεσε το Ρωσικό Έθνος με την Εκκλησία, γενόμενος ο ίδιος παράδειγμα της μεταστροφής αυτής80. Πριν τη μεταστροφή του υπήρξε φανατικός ειδωλολάτρης, αλλά και η εν γένει βιοτή του δεν ήταν διόλου ενάρετη. Αφ’ ότου εφόνευσε τον αδελφό του Ιαροπόλκ και κατέλαβε το Κίεβο, θέλησε να δημιουργήσει εκεί ένα πάνθεον εγχωρίων θεοτήτων γύρω από τον Περούν, τον θεό του κεραυνού, στους δε βωμούς των θεοτήτων αυτών προσφέρονταν πολυάριθμα θύματα, ενίοτε ανθρώπινα (μεταξύ των οποίων και χριστιανοί μάρτυρες). Παραλλήλως εξαπέλυσε διωγμούς εναντίον της χριστιανικής Πίστεως, κατά τους οποίους καταστράφηκε και ο Ναός που είχε κτίσει η γιαγιά του η Όλγα και στη θέση του κτίστηκε ο ναός του Περούν81. Μέσα στο κλίμα της πολυγαμίας που επικρατούσε82, ο Βλαδίμηρος ζούσε ακόλαστο βίο, μέχρι τη στιγμή που μετεστράφη. Η επίδραση του περιβάλλοντός του, το παράδειγμα δηλαδή της προμήτορός του Όλγας αλλά και της μητέρας του Μάλουτσας κ.ά. συγγενών, ο συγκλονισμός του από το μαρτύριο των Αγίων Θεοδώρου και Ιωάννου83, αλλά και ο φωτισμός του από το Άγιον Πνεύμα και η προσωπική του προαίρεση, που τονίζονται από τους βιογράφους του84, χωρίς να αποκλειστούν και οι άλλοι πολιτικοί και πολιτιστικοί λόγοι85, έφεραν τον Βλαδίμηρο στην Εκκλησία και μαζί του τον ρωσικό λαό. Μετά τη Βάπτισή του κατέστρεψε τα ειδωλολατρικά ιερά οικοδομώντας στις θέσεις τους Εκκλησίες, έδειξε ενδιαφέρον για τη χριστιανική μόρφωση του Κλήρου και του λαού, τη μετάφραση λειτουργικών κ.ά. απαραιτήτων βιβλίων86. Έγινε πρότυπο χριστιανού ηγεμόνα υπό την καθοδήγηση της συζύγου του Άννας και του νέου Μητροπολίτου Ρωσίας, όπως και οι υιοί του ως τοπικοί ηγεμόνες, συναγωνιζόμενοι τον πατέρα τους87. Έγινε πρότυπο ταπεινώσεως και αγάπης, χαρίζοντας την ελευθερία στους αιχμαλώτους88, καταργώντας τη δίωξη των εγκληματιών89, διδάσκοντας και κατηχώντας άλλους, όπως τους υιούς του90, κυρίως όμως ασκώντας την ελεημοσύνη και φιλανθρωπία· χαρακτηριστικό είναι πως υιοθέτησε και τη βυζαντινή αυτοκρατορική συνήθεια των λεγομένων «κλητορίων» γευμάτων. Στα γεύματα αυτά οι εκλεκτοί προσκεκλημένοι κατανέμονταν σε τρεις τράπεζες: στην πρώτη ο Μητροπολίτης Κιέβου, οι Επίσκοποι, οι μοναχοί και οι Κληρικοί, στη δεύτερη οι πτωχοί και οι ζητιάνοι και στην τρίτη ο Βλαδίμηρος με του βογιάρους και τους άλλους αξιωματούχους, ακολουθώντας κατά γράμμα το βυζαντινό πρωτόκολλο91. Σημαντική επίσης υπήρξε η νομοθετική ενίσχυση που παρέσχε στην Εκκλησία, όπως αναπτύσσουμε παρακάτω.
Η σύζυγος του Βλαδιμήρου Άννα η πορφυρογέννητη συνετέλεσε με τον δικό της τρόπο στην ιεραποστολή στην Ρωσία, ώστε ο γάμος της να θεωρηθεί και να χαρακτηρισθεί ως αποστολή και προβολή της Εκκλησίας και του βυζαντινού πολιτισμού έναντι των βαρβάρων και των ειδωλολατρών92. Η Άννα ήταν η πρώτη πορφυρογέννητη πριγκίπισσα που θα παντρευόταν ξένο ηγεμόνα· για τον λόγο αυτό, αλλά και για προσωπικούς της λόγους, δεν επιθυμούσε τον γάμο της με τον Βλαδίμηρο, όμως τελικά πείσθηκε να γίνη όργανο του θείου σχεδίου για τη μεταστροφή των Ρώσων93. Τόσο η προσωπική της επιρροή στον Βλαδίμηρο όσο και το ενδιαφέρον με το οποίο περιέβαλε την ιεραποστολή και την μεταλαμπάδευση των πολιτιστικών αγαθών από το Βυζάντιο στο Κίεβο, συνετέλεσε πολύ στην επιτυχία της ιεραποστολής.
Το έργο του πατέρα του Βλαδιμήρου συνέχισε ο υιός του Ιαροσλάβος ο Σοφός, με την ενίσχυση των μεταφράσεων εκκλησιαστικών έργων στη σλαβονική, κυρίως δε με τη βάρος που έδωσε στην ανάπτυξη του Μοναχισμού. Με δική του φροντίδα ανηγέρθη ο γνωστός μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας Σοφίας του Κιέβου (1037). Και ο ίδιος όμως φρόντιζε για την προσωπική του πνευματική καλλιέργεια, μελετώντας τα θρησκευτικά τυπικά και τους κανονισμούς, αλλά και άλλα βιβλία, συναναστρεφόμενος δε και τους Κληρικούς και μοναχούς, τους οποίους σεβόταν πολύ94.
Το κύριο έργο της ιεραποστολής σαφώς έφεραν εις πέρας οι Κληρικοί και οι μοναχοί, για τους οποίους όμως δεν σώζονται πολλές πληροφορίες, γι’ αυτό και θα αναφερθούμε σ’ αυτούς διεξερχόμενοι την οργάνωση της ιεραποστολής.
Σημειώσεις τέλους

1.  Ο χαρακτήρας της ιεραποστολής

1.    Οστρογκόρσκυ Γ., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ.Β., Αθήνα 1979, σ. 187
2.    Μέγιεντορφ Ι., ένθ. ανωτ., σ. 26ε    
3.    Ζήσης Θ., ένθ. ανωτ., σ. 23 ε
4.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 25    
5.    βλ. Αυτόθι, σ. 39
6.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 156    
7.    Αυτόθι, σ. 202
8.    Αυτόθι, σ. 183ε    
9.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, σ. 28
10.    βλ. Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σσ. 187-190    
11.    Αυτόθι, σ. 191
12.    βλ. Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 32ε    
13.    Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, έκδ. Γ’, Αθήναι 1991,σ.284
14.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, σ. 51    
15.    Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, ένθ. ανωτ., σ. 281
16.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, σ. 51    
17.    βλ. Ζήσης Θ., Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης, εκδ. Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 13ε
18.    Νυσταζοπούλου Μ., ένθ. ανωτ., σ. 94    
19.    Μέγιεντορφ Ι., ένθ. ανωτ., σ. 33
20.    βλ. Μπουλάκη-Ζήση Χρ., Ιλαρίων Σιναΐτης Μητροπολίτης Τυρνόβου, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 183
21.    Κόλιας Γ., «Ήσκησεν ο αυτοκράτωρ Βαίλειος ο Α’ Εξελληνιστικήν πολιτικήν έναντι των Σλάβων;», Κυρίλλω και Μεθοδίω τόμος εόρτιος, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 237
22.    Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, εκδ. Γ’ Αθήναι 1991, σ. 284
23.    Χρήστου Π., «Επιδιώξεις της αποστολής Κυρίλλου και Μεθοδίου εις την Κεντρικήν Ευρώπην», Κυρίλλω και Μεθοδίω τόμος εόρτιος επί τη χιλιοστή και εκατοστή ετηρίδι, τ. Α’, Θεσσαλονίκη 1966, σ.5
24.    βλ. Γιαννακόπουλος Κ., ένθ. ανωτ., σ. 490    
25.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, ένθ. ανωτ., σ. 45
26.    Ζήσης Θ., Κωνσταντινούπολη, ένθ. ανωτ., σ.50ε  
27.    Μέγιεντορφ Ι., ένθ. ανωτ., σ. 25
28.    Αυτόθι, σ. 39    
29.    Ζήσης Θ., ένθ. ανωτ., σ. 52
30.    Μέγιεντορφ Ι., ένθ. ανωτ., σ. 40    
31.    Αυτόθι, σ. 39
32.    Ζήσης Θ., Θεολόγοι, ένθ. ανωτ., σ. 14    
33.    Ζήσης Θ., Κωνσταντινούπολη, ένθ.ανωτ., σ. 42
34.    βλ. Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, ένθ. ανωτ., σ. 2.    
35.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σσ. 24.25
36.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., Ο εκχριστιανισμός, ένθ. ανωτ., σ. 221
37.    βλ. Baynes – Moss, Βυζάντιο, Εισαγωγή στο βυζάντιο πολιτισμό, Αθήνα 1983, σ. 175
38.    βλ. Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, ένθ. ανωτ., σσ. 94-96    
39.    Αυτόθι, σ. 283
40.    Φειδάς Βλ., Επίτομος, ένθ. ανωτ., σσ. 26 – 34
41.    Αυτόθι, σ. 26
42.    Αυτόθι, σ. 34    
43.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 4
44.    Αυτόθι, σσ. 70.78.85    
45.    Φειδάς Βλ., Επίτομος, ένθ. ανωτ., σ. 27
46.    Αυτόθι, σ. 28    
47.    Αυτόθι, σ. 35
48.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 74    
49.    Γιαννακόπουλος Κ.,  ένθ. ανωτ., σ. 508
50.    Μέγιεντορφ Ι., ένθ. ανωτ., σ. 24    
51.    Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, ένθ. ανωτ., σ. 283
52.    Δεληκωστόπουλος Α.,  ένθ. ανωτ., σσ. 32.33   

2. Η συμβολή των ιεραποστόλων

53.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, ένθ. ανωτ., σσ.25.26    
54.    Βελλιανίτης Θ., «Ρως», ΜΕΕ, Τ. 21, Αθήναι 1957, σ. 351
55.    Ταχιάος Α., Πηγές, ένθ. ανωτ., σσ. 62.63
56.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, ένθ. ανωτ., σ. 2    
57.    Ταχιάος Α., ένθ. ανωτ., σ. 64ε
58.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 140    
59.    Αυτόθι, σ. 144
60.    Μιχαήλωφ Ν., «Βλαδίμηρος», ΝΕΛ, τ. 4, σ. 583. Βλ. Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ’ ανωτ., σ. 181
61.    Βοντώφ Β., «Βόρις και Πιλέμη», ΘΗΕ, τ. Γ’, σ. 962
62.    Μέγιεντορφ Ι., ένθ. ανωτ., σ. 52
63.    Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, ένθ. ανωτ., σ. 281    
64.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, ένθ. ανωτ., σ. 7
65.    Ταχιάος Α., Πηγές, ένθ. ανωτ., σ. 64    
66.    Φειδάς Βλ., Βυζάντιο, ένθ. ανωτ., σ. 281
67.    Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Αθήνα 1992, σσ. 84-95
68.    Βλ. Ζήσης Θ., Κωνσταντινούπολη, ένθ. ανωτ., σ. 22
69.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 137    
70.    Αυτόθι, σ. 151    
71.    Αυτόθι, σ. 156
72.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 31    
73.    Βελλιανίτης Θ., «Όλγα», ΜΕΕ, τ. ιβ’, σ. 792
74.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 156    
75.    Αυτόθι, σ. 159
76.    Βελλιανίτης Θ., ένθ. ανωτ.    
77.    Δεληκωστόπουλος Α.,  ένθ. ανωτ., σ. 32
78.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 159    
79.    Βοντώφ Β., «Βλαδίμηρος», ΘΗΕ, τ. Γ’ σσ. 919-923
80.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 206    
81.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σσ. 30-31
82.    Μιχαήλωφ Ν., ένθ. ανωτ., σ. 582    
83.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 182
84.    Βοντώφ Β., ένθ. ανωτ., σ. 920    
85.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες Βουλγαρίας και  Ρωσίας, έκδ. Υπηρεσίας Δημοσιεύσεων ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 59
86.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., Ο εκχριστιανισμός, ένθ. ανωτ., σ. 207
87.    Αυτόθι, σ. 206    
88.    Αυτόθι
89.    Βοντώφ Β., ένθ. ανωτ., σ. 922    
90.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 20
91.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, ένθ. ανωτ., σ. 252    
92.    Μπουγάτσος, Ν., «Άννα», ΘΗΕ, τ.Β’ σ. 838
93.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., σ. 81    
94.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 216
© 2014 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μή εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:  www.impantokratoros.gr

Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Α' Ιστορικά πλαίσια


Η ιεραποστολή στη Ρωσία - Α' Ιστορικά πλαίσια


Η ιεραποστολή στη Ρωσία -  Α' Ιστορικά πλαίσια
Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ
Α’ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ
1.    Προέλευση και επέκταση των Ρως
Η φυλή των Ρως, όπως διαμορφώθηκε ύστερα από προσμίξεις, κατατάσσεται σήμερα στη σλαβική ομοεθνία και οι ανήκοντες σε αυτήν είναι επίσης γνωστοί ως ανατολικοί Σλάβοι. Η πλειονότητα των ερευνητών, αρχαιολόγων, φιλολόγων και ιστορικών, θεωρούν ως αρχική εστία των Σλάβων, οι οποίοι ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια [1], την περιοχή μεταξύ του ποταμού Βιστούλα και της Βαλτικής Θαλάσσης [2]. Οι πρώτοι Σλάβοι κατοικούσαν σε δασώδεις περιοχές χωρίς ενιαία πολιτική διοίκηση, διεσπασμένοι σε πολλές ανεξάρτητες κοινότητες ή ηγεμονίες [3] με κέντρο ζωής την οικογένεια [4]. Το πολύ χαλαρό κυβερνητικό τους σύστημα και οι έντονες δημοκρατικές τους τάσεις δεν επέτρεπαν τον σχηματισμό κεντρικής οργανώσεως, βασικό βήμα της μετατροπής των μικρών φυλών σε έθνη· η μετατροπή αυτή έγινε με εξωτερική παρακίνηση αργότερα [5]. Τον 5ο μ.Χ. εξαπλώθηκαν νοτίως, προς τον Δούναβη και ανατολικά, ανάμεσα στα Καρπάθια και το λεκανοπέδιο του Ντονέτς. Στην πρώτη περίπτωση είναι γνωστοί ως Σκλαβηνοί. Υπάρχουν περί αυτών μαρτυρίες γραπτές αναγόμενες στον 60 μ. Χ. αι., οι οποίες επίσης πληροφορούν και για τα ανατολικά φύλα, τους Άντες, η σχέση του κράτους των  οποίων και του κράτους των Ρως, που δημιουργήθηκε αργότερα, δεν είναι ιστορικά θεμελιωμένη, παρά τις προσπάθειες που έγιναν [6]. Μετά την επί αιώνες διαμόρφωσή τους οι Σλάβοι διακρίθηκαν από την επιστήμη σε τρεις μεγάλες ομάδες: στους Νοτίους Σλάβους (Σλοβένους, Σέρβους, Κροάτες, εκσλαβισθέντες Βουλγάρους), στους Δυτικούς Σλάβους (Μοραβούς, Πομεριανούς, Τσέχους και Σλοβάκους Πολωνούς) και στους Ανατολικούς Σλάβους (Ρώσους) [7]. 
Ένα από τα Σλαβικά φύλα κινήθηκε προς τα ανατολικά και εγκαταστάθηκε στις στέππες βορείως του Ευξείνου Πόντου [8]. Από τη περιοχή αυτή είχαν περάσει στο παρελθόν πολλοί εισβολείς (Σκύθες, Σαρμάτες, Γότθοι, Ούννοι, Άβαροι, Βούλγαροι) [9],[10]. Οι Άντες ήλθαν σε σύγκρουση με τους Γότθους και τους Ούννους και νικήθηκαν από τους ισχυρότατους Αβάρους. Όμως τα σλαβικά φύλα πέτυχαν να διεισδύσουν στην περιοχή αυτή είτε διά μέσου των δασών αφομοιώνοντας τις φιννικές και βαλτικές φυλές, είτε κατά μήκος των ποταμών Δνειπέρου, Ντβίνα, Λόβατ, Βολχώβ [11] κ.ά. ιδρύοντες αξιόλογα εμπορικά κέντρα, μεταξύ των οποίων το Κίεβο (στ’ αι.) και το Νοβγκορόντ (ζ’ αι.) [12]. Εκτός των ελληνικών αποικιών των παραλίων του Ευξείνου Πόντου, το πρώτο αξιόλογο κράτος της περιοχής υπήρξε αυτό των Χαζάρων, λαού τουρκικού [13], ο οποίος εγκαταστάθηκε στην περιοχή τον ζ’ αι. με κέντρο την πρωτεύουσα του χαγανάτου Ιτήλ, στον Κάτω Βόλγα[14]. Λαός με υψηλότερο πολιτισμό [15] και σε θέση ευνοϊκότατη για την ανάπτυξη του εμπορίου [16] επιβλήθηκαν στα σλαβικά φύλα μέχρι και τον Ι’ αι., οπότε δύο νέα νομαδικά τουρκικά φύλα, οι Ούγγροι και οι Πετσενέγοι, διετάραξαν τις σχέσεις Χαζάρων και ανατολικών Σλάβων [17]. Η παρουσία των Χαζάρων, εκτός του ότι προωθούσε τον ισλαμικό πολιτισμό [18], είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση διχονοιών και αταξίας ανάμεσα στα σλαβικά φύλα [19]. Την εποχή αυτή κάνουν την εμφάνισή τους οι Σκανδιναβοί στα παράλια της Βαλτικής [20]. 
Σχετικά με την εμφάνιση των Σκανδιναβών αυτών (ή αλλιώς Νορμανδών)[21] έχει δημιουργηθεί ιστορικό πρόβλημα το οποίο δίχασε τους ιστορικούς σε δύο σχολές, την «νορμαννική» και «αντινορμαννική» που υποστηρίζουν αντιστοίχως τη νορμανδική ή σλαβική καταγωγή των Ρως και του πρώτου ρωσικού κράτους, του κιεβινού [22]. Τελικώς η έρευνα κατεστάλαξε στη συμμετοχή και των δύο λαών στην δημιουργία του πρώτου ρωσικού κράτους [23]. Σύμφωνα με τη διήγηση του Χρονικού του Νέστορος τα σλαβικά φύλα αποφάσισαν να προσκαλέσουν τους Σουηδούς Βαράγγους (Βίκινγκς) που ονομάζονταν Ρως για να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας και να επιβάλουν ομόνοια και ευταξία [24]. Σύμφωνα με το ίδιο Χρονικό οι Ρως, που είχαν εκδιωχθεί αρχικά από τους Σλοβένους του Νοβγκορόντ, τους Κριβίτσες του Σμολένσκ και τους Φίννες του Άνω Βόλγα, δέχθηκαν τώρα την πρόσκληση. Ο ηγέτης τους Ρούρικ, Σουηδός ή κατ’ άλλους Δανός [25], εγκαταστάθηκε στο Νόβγκοροντ και οι δύο αδελφοί του στις πόλεις Μπιελόζερο και Ιζμπόρσκ [26]. Δύο άνδρες της ακολουθίας του Ρούρικ, οι Άσκολντ και Ντιρ, του ζήτησαν να τους επιτρέψει να επιτεθούν κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Βαδίζοντας όμως νοτίως αντίκρυσαν το Κίεβο, το οποίο εξηρτάτο από τους Χαζάρους, και στο οποίο παρέμειναν οι δύο άνδρες ως ηγεμόνες του σλαβικού φύλου των Πολιάνων. Έτσι από τα μέσα του 9ου αι. [27], έχουμε δύο ηγεμονίες ρωσικές, του Νόβγκοροντ και του Κιέβου [28]. Οι Σλάβοι προσέφεραν στα κράτη αυτά τη γλώσσα, τη λαϊκή βάση [29], όπως και μία οργάνωση στηριγμένη σε σλαβική αριστοκρατία γαιοκτημόνων και σε μια εμπορική τάξη [30], ενώ οι Ρως προσέφεραν το όνομά τους, τη νέα κρατική οργάνωση [31] και δι’ αυτής την ενότητα των μεμονωμένων σλαβικών φυλών [32]. Οι Σκανδιναυοί που απετέλεσαν την ιθύνουσα τάξη αφομοιώθηκαν και τελικώς εκσλαβίσθηκαν [33]. 
Ο Όλεγ, διάδοχος του Ρούρικ στην ηγεμονία του Νόβγκοροντ, κατέλαβε το 882 μ.Χ. το Κίεβο από τους Άσκολντ  και Ντιρ και έτσι έθεσε τέρμα στη χαζαρική κατοχή σ’ αυτό, ενώ ταυτόχρονα επεξέτεινε την κυριαρχία του στις γειτονικές ανατολικές σλαβικές φυλές [34]. Παρ’ ότι αυτός θεωρείται ο πραγματικός ιδρυτής του κράτους του Κιέβου, πρώτος αξιόλογος ιστορικά ηγεμών αυτού θεωρείται ο διάδοχος και ανεψιός του, Ιγώρ. 
Η σύζυγός του, Όλγα, συνδέεται με το πρώτο σημαντικό βήμα στη μεταστροφή των Ρώσων στον Χριστιανισμό [35].    

2. Σύντομο ιστορικό του εκχριστιανισμού των Ρως

 Η ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας χωρίζεται, όπως έχει επικρατήσει στους Ρώσους ιστορικούς, σε έξη μεγάλες περιόδους (α) από το Βάπτισμα των Ρώσων μέχρι τη μογγολική κατάκτηση (989–1240), (β) από τη μογγολική κατάκτηση μέχρι την διαίρεση της Μητροπόλεως Ρωσίας (1240-1462), (γ) από τη διαίρεση της Μητροπόλεως Ρωσίας μέχρι την ίδρυση του Πατριαρχείου (1462–1589), (δ) στην περίοδο του Πατριαρχείου Μόσχας (1589-1700), (ε) στη συνοδική διοργάνωση της Εκκλησίας της Ρωσίας (1700-1917) και (στ) στην περίοδο υπαγωγής της υπό το σοβιετικό καθεστώς (1917-1990). Η περίοδος που θα εξετασθή είναι η πρώτη, η οποία περιλαμβάνει πλην της ιεραποστολής και την εδραίωση της πρώτης Ρωσικής Εκκλησίας· αναφορές θα γίνουν και στην προ αυτής περίοδο, της πρώτης δηλαδή γνωριμίας των Ρώσων με τον Χριστιανισμό [36]. 
Πρέπει εδώ να επισημανθεί η έντονη προσπάθεια Ρώσων ιστορικών [37] να αποδείξουν, βασιζόμενοι σε σχετική αναφορά του Χρονικού του Νέστορος, ότι ιδρυτής της Ρωσικής Εκκλησίας είναι ο Απόστολος Ανδρέας και ότι «η ιερωσύνη ενός εκάστου Ρώσσου ποιμένος ανατρέχει εις τον απόστολον Ανδρέαν» [38]. Πράγματι, το Χρονικό αναφέρει πως ο Απ. Ανδρέας μεταβαίνοντας από τη Σινώπη στη Ρώμη πέρασε από το Κίεβο και το Νόβγκοροντ και προεφήτευσε πως θα δημιουργηθεί εκεί πόλη με πολλούς ναούς. Η περί του Απ. Ανδρέου παράδοση αυτή υποστηρίχθηκε [39] στα πλαίσια της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης», που άρχισε να αναπτύσσεται τον 16ο αι. και συνεχίζεται ως σήμερα [40], με απώτερο σκοπό την απόρριψη της μεσολάβησης του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στον εκχριστιανισμό των Ρώσων. Όμως η παράδοση αυτή δεν προσφέρεται ιστορικώς, διότι οι ελληνικές πόλεις της Κριμαίας και της Σκυθίας τις οποίες επισκέφθηκε ο Απ. Ανδρέας δεν ανήκαν τότε στη ρωσική κρατική οντότητα, που δημιουργήθηκε αργότερα, αλλά ούτε καν Σλάβοι υπήρχαν στην περιοχή εκείνη. Το Κίεβο εκείνη την εποχή ήταν ακατοίκητο, ούτε ακόμη μαρτυρείται συνεχής ύπαρξη εκκλησιαστικής κοινότητος στην περιοχή. Η αναφορά του Χρονικού στον Απ. Ανδρέα πρέπει να συνδεθεί με την ίδρυση της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως από αυτόν, στην οποία υπαγόταν αρχικά η Εκκλησία Ρωσίας, αλλά και με την ανάγκη να τονισθεί η ιερότης του Κιέβου (χωρίς και να απορρίπτεται η αλήθεια της διηγήσεως) [41]. Άλλωστε και στη συνείδηση της Ρωσικής Εκκλησίας ως ισαπόστολος και ιδρυτής της υμνείται ο Βλαδίμηρος [42]. Παραλλήλως υπάρχουν και άλλες θεωρίες, περί αυτόνομης ιεραποστολικής δράσεως του ρωσικής καταγωγής επισκόπου Χερσώνος Αναστασίου, περί βουλγαρικής ή ρωμαϊκής ή πολυεθνικής ιεραποστολής, με στόχο την απόρριψη της ελληνικής μεσολάβησης[43],[44]. 
Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων του Κιέβου και των ανατολικών Σλάβων ευρύτερα, αποτελεί συνέχεια και εξέλιξη του εκπολιτιστικού έργου των ελληνικών πόλεων του Ευξείνου Πόντου, οι οποίες προετοίμασαν το έδαφος του προγραμματισμένου σχεδίου του Μεγάλου Φωτίου για τον εκχριστιανισμό των Σλάβων τον 9ο αι.[45]. Οι ιστορικές πηγές και η παράδοση της Εκκλησίας δέχονται ως χώρο ιεραποστολικής δράσης του Απ. Ανδρέα, εκτός της Θράκης, της Μ. Ασίας και της Αχαΐας –όπου και μαρτύρησε- και την περιοχή γύρω από τον Εύξεινο Πόντο[46]. Στις πόλεις της χερσονήσου της Κριμαίας Σινώπη και Χερσώνα μαρτυρείται ύπαρξη χριστιανικών κοινοτήτων από τον α’ μ.Χ. αι., μάλιστα η πρώτη παρουσιάζεται ως κέντρο των ιεραποστολικών εξορμήσεων του Απ. Ανδρέα στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας[47]. Η εκκλησιαστική οργάνωση της περιοχής είναι εμφανής και στο πλήθος των συνόδων που έγιναν στην περιοχή αυτή[48]. Στη διάδοση του Χριστιανισμού στην περιοχή συνέβαλαν και οι χριστιανοί αιχμάλωτοι, οι έμποροι και οι ιθαγενείς μισθοφόροι του αυτοκρατορικού στρατού[49]. Η περιοχή, υπό την πνευματική εποπτεία της Κωνσταντινουπόλεως, η θέση της οποίας είχε ανυψωθεί με τον γ’ κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, έγινε επί του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου κέντρο συστηματικής ιεραποστολικής δράσεως στους λαούς της περιοχής[50], πολύ δε περισσότερο με τον κη’ κανόνα της Δ’ Οικ. Συνόδου που ενέτασσε τις Εκκλησίες Πόντου, Ασίας και Θράκης στη δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις Εκκλησίες των βαρβαρικών εθνών[51]. Η διάδοση του Χριστιανισμού στην περιοχή διευκολύνθηκε από την άφιξη των μοναχών που οι εικονομάχοι είχαν εξορίση, με αποτέλεσμα η Χερσώνα να γίνη το κέντρο της ιεραποστολικής δράσης στην περιοχή, όπως και όλη η Κριμαία[52],[53],[54]. 
Το 860 μ.Χ. οι Ρώσοι του Κιέβου υπό την αρχηγία των Άσκολντ και Ντιρ, οδήγησαν στόλο από διακόσια (200) πλοιάρια στο Βόσπορο και πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Αυτοκράτωρ και το στρατός ήσαν απόντες σε εκστρατεία στη Μ. Ασία[55]. Η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου που εντυπωσίασε τους Ρώσους, ταυτόχρονα δε τα εμπορικά προνόμια που υποσχέθηκε η βυζαντινή διπλωματία στους Κιεβινούς, αν βαπτίζονταν[56], είχαν ως αποτέλεσμα να αποστείλουν οι Κιεβινοί πρέσβεις ζητώντας ιερείς για να τους βαπτίσουν. Οι δύο ηγεμόνες Άσκολντ και Ντιρ βαπτίσθηκαν, μαζί με ένα μέρος του λαού. Το βάπτισμα αυτό θεωρείται δικαίως το πρώτο ομαδικό και επίσημο βάπτισμα των Ρώσων και απαρχή της συστηματικής ιεραποστολικής προσπάθειας του Βυζαντίου σε αυτούς[57]. Πριν την αποδοχή του Χριστιανισμού από τους Κιεβινούς ο Μέγας Φώτιος είχε αποστείλει τους αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο στη Χαζαρία, ώστε να ελκύσουν τους Ιουδαίους και Ισλαμιστές Χαζάρους στην Πίστη και να συνάψουν συμμαχία εναντίον των Ρώσων[58]. Παρ’ όλο που η έκβαση της αποστολής στους Χαζάρους δεν ήταν η αναμενόμενη, η διπλωματική αυτή περικύκλωση των Ρώσων είχε ως αποτέλεσμα να επισπεύσουν την προσέλευσή τους στην Εκκλησία[59],[60]. Σε εγκύκλιο επιστολή του προς τους πατριάρχες της Ανατολής το 867 ο Μέγας Φώτιος ανακοινώνει με χαρά ότι οι Ρως είχαν δεχθή «επίσκοπον και ποιμένα» [61]. Η προσπάθεια αυτή συνεχίστηκε και με τον επόμενο Πατριάρχη, άγιο Ιγνάτιο, ο οποίος απέστειλε στο Κίεβο αρχιεπίσκοπο το 874, ενώ υπογράφηκε νέα συνθήκη μεταξύ των Ρώσων και του Βυζαντίου[62]. 
Το πρώτο αυτό βάπτισμα των Κιεβινών δεν σήμαινε και τον οριστικό εκχριστιανισμό των Ρώσων, διότι η κατάληψη του Κιέβου από τους ειδωλολάτρες Βαράγγους Ολέγ και Ιγώρ και η συρροή του ειδωλολατρικού βαραγγικού στοιχείου εξάρθρωσε το ιεραποστολικό έργο που είχε επιτελεσθεί [63], καθώς κηρύχθηκε διωγμός εναντίον του νεοπαγούς εκεί Χριστιανισμού με πρώτα θύματα τους Κιεβινούς ηγεμόνες Άσκολντ και Ντιρ [64]. Η νέα ηγεσία του κράτους του Κιέβου επεξέτεινε το κράτος του Κιέβου εις βάρος των Χαζάρων και ανέπτυξε εμπορικές συναλλαγές με την Κωνσταντινούπολη. Οι συναλλαγές αυτές κατοχυρώθηκαν με τρεις συνθήκες (911, 945, 971) που υπήρξαν αποτέλεσμα ισαρίθμων ρωσικών επιδρομών κατά της Βασιλευούσης [65]. Στα κείμενα των δύο πρώτων συνθηκών παρατηρείται μία αξιοπρόσεκτη διαφορά. Στην πρώτη συνθήκη, του 911, με μία προκαταρκτική συνθήκη του 907 [66], καθορίζονται οι όροι της εμπορικής δραστηριότητας των Ρώσων αλλά και οι υποχρεώσεις τους έναντι της Αυτοκρατορίας, θεσμοθετείτο δε και η υπηρεσία τους στον αυτοκρατορικό στρατό. Στη συνθήκη αυτή, που έγινε επί της ηγεμονίας του Όλεγ, οι Βαράγγοι αντιπρόσωποι ορκίσθηκαν στους ειδωλολατρικούς τους θεούς [67]. Στην δεύτερη συνθήκη, του 945, που ακολούθησε την ήττα του Ιγώρ, ορκίζονται πλέον όχι μόνον ειδωλολάτρες, αλλά και Χριστιανοί αντιπρόσωποι στον Τίμιο Σταυρό, μέσα στον Ναό του Προφήτη Ηλιού στο Κίεβο [68]. Είναι φανερό ότι οι Ρώσοι έμποροι, που λόγω των φορολογικών απαλλαγών της συνθήκης του 911 είχαν δοσοληψίες με την Βασιλεύουσα και την εκεί παροικία τους του Αγίου Μάμαντος, ασπάζονταν τον Χριστιανισμό και τον μετέφεραν στην Ρωσία [69]. Το ίδιο συνέβαινε και με τους εμπόρους των ελληνικών πόλεων της Κριμαίας και του Καυκάσου[70]. Ταυτόχρονα, ο πρώτος πυρήνας, η πρώτη χριστιανική κοινότητα του Κιέβου εξακολουθούσε να υφίσταται [71] όπως και πολλές άλλες χριστιανικές κοινότητες με ελεύθερη δημόσια λατρεία[72]. 
Σημαντικός σταθμός στη διάδοση του Χριστιανισμού στη Ρωσία υπήρξε η βάπτιση της ηγεμονίδος Όλγας, συζύγου του δολοφονηθέντος Ιγώρ, που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη το 957 [73]. Η Όλγα, συγκινημένη από τη χριστιανική λατρεία στο Κίεβο[74] αλλά και το υψηλό ήθος των Χριστιανών στη χώρα της [75], σε επίσκεψή της στην Κωνσταντινούπολη για λόγους πολιτικούς και οικονομικούς, περισσότερο όμως για το Άγιο Βάπτισμα, βαπτίστηκε ως ηγεμονίς από τον ίδιο τον Πατριάρχη, τον κορυφαίο ιεράρχη, στην κορυφαία πόλη, τη Βασιλεύουσα, το ξακουστό και ελκυστικό στους Ρώσους «Τσάριγκραντ» [76]. Στο γυρισμό της ενίσχυσε ποικιλοτρόπως την υπάρχουσα Εκκλησία της Ρωσίας [77] και παρ’ όλη την αποτυχία της να πείσει τον υιό της Σβιατοσλάβο να ασπασθεί τον Χριστιανισμό [78], εν τούτοις κατόρθωσε να εξασφαλίση την ανοχή του έναντι αυτού [79]. 
Μετά το θάνατο του Σβιατοσλάβου από τους Πετσενέγους, που ακολούθησε την ήττα του από τον Ιωάννη Τσιμισκή στην Βουλγαρία το 971 [80], οι υιοί του Ιαροπόλκος, Βλαδίμηρος και Ολέγκ ανέλαβαν την ηγεμονία των πόλεων Κιέβου, Νόβγκοροντ και Ντέρεβο αντιστοίχως. Διαμάχη μεταξύ του Ιαροπόλκου και του Ολέγκ είχε ως συνέπεια τον θάνατο του δευτέρου και τη φυγή του Βλαδιμήρου στη Σκανδιναβία. Με ισχυρό σώμα Βαράγγων ο Βλαδίμηρος επέστρεψε στο Νοβγκορόντ, οργάνωσε τον αγώνα εναντίον του Ιαροπόλκου και κατέλαβε το Κίεβο [81]. Ενώ ο φονευθείς αδελφός του διέκειτο φιλικά προς τους χριστιανούς και ήταν νυμφευμένος με Ελληνίδα, η επικράτηση του Βλαδιμήρου και των Βαράγγων ενίσχυσε στο Κίεβο την ειδωλολατρία [82]. Ο Βλαδίμηρος, όμως, είχε προφανώς πνευματικές ανησυχίες· για το λόγο αυτό ζήτησε από τα θρησκευτικά κέντρα αποστολή πρέσβεων για να του εκθέσουν τις δικές τους πίστεις. Από τις αποστολές των Μωαμεθανών Βουλγάρων, των Εβραίων Χαζάρων, των Χριστιανών Γερμανών και των Χριστιανών της Κωνσταντινουπόλεως, περισσότερο τον εντυπωσίασε η τελευταία, γι’ αυτό και κράτησε κοντά του για εκτενέστερη συζήτηση τον απεσταλμένο φιλόσοφο μοναχό Κωνσταντίνο [83]. Αργότερα απέστειλε ο ίδιος πρεσβεία σε όλα τα παραπάνω θρησκευτικά κέντρα πλην των Ιουδαίων, διότι είχε πεισθεί από τον Έλληνα απεσταλμένο περί της λανθασμένης πίστης του Ιουδαϊσμού [84]. Οι αντιπρόσωποι του Βλαδιμήρου έμειναν έκθαμβοι μπροστά στη λαμπρότητα και ομορφιά της ελληνικής λατρείας [85] και στο θαύμα που τούς συνέβη μέσα στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως [86]. Όμως την αφορμή για τη στροφή του στον Χριστιανισμό την έδωσε η εξέγερση των Βάρδα Φωκά και Βάρδα Σκληρού εναντίον του Αυτοκράτορος Βασιλείου Β’, το 986. Ο Βασίλειος απευθύνθηκε στο Βλαδίμηρο για βοήθεια, και ο δεύτερος υποσχέθηκε να στείλη στρατιωτική ενίσχυση στην Κωνσταντινούπολη και να εκστρατεύσει εναντίον της Χερσώνος, εάν θα τού έδιναν ως σύζυγο την αδελφή του Αυτοκράτορος Άννα. Οι Βυζαντινοί έδωσαν την υπόσχεση δεσμεύοντας το Βλαδίμηρο να δεχθεί το Χριστιανισμό. Μετά από τρίμηνη κατήχηση ο Βλαδίμηρος βαπτίσθηκε και, όπως και η προμήτωρ του Όλγα μετονομάστηκε σε Ελένη, έτσι και ο ηγεμών ονομάστηκε Βασίλειος. Μόλις έλυωσαν οι πάγοι της Μαύρης Θάλασσας, απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη σώμα 6.000 πολεμιστών, οι οποίοι συνέβαλαν αποφασιστικά στην καταστολή της στάσης. Συγχρόνως ανεχώρησε για το Κίεβο η αντιπροσωπεία με την πριγκίπισσα Άννα. Το Πάσχα ή την Πεντηκοστή του 988 έλαβε χώρα το ομαδικό Βάπτισμα των κατοίκων του Κιέβου στον Δνείπερο και ακολούθησε ο γάμος του ηγεμόνος, ο πρώτος γάμος ξένου ηγεμόνος με πορφυρογέννητη πριγκίπισσα της Ρωμανίας [87]. Ο Βλαδίμηρος θέσπισε το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία [88] και συνέβαλε αποφασιστικά στη διάδοσή του, πρωτίστως με το προσωπικό του παράδειγμα [89]. 
Η Εκκλησία της Ρωσίας διοργανώθηκε εξ αρχής ως μία των Μητροπόλεων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, συμφώνως προς τον κη’ κανόνα της Δ’ Οικ. Συνόδου, παρ’ όλες τις άλλες θεωρίες Ρώσων και Παπικών που θέλησαν αντιστοίχως να ανεξαρτητοποιήσουν ή να προσεταιρισθούν την ίδρυση της Ρωσικής Εκκλησίας [90]. Με πρώτους Μητροπολίτες τους Μιχαήλ και Λεόντιο η Εκκλησία ανέλαβε ευρύ ιεραποστολικό έργο αμέσως μετά το Βάπτισμα στο Κίεβο, φθάνοντας περί τα μέσα του ιγ’ αι. τον αριθμό των 16 επισκοπών [91]. Η δε εν γένει συμβολή της Κωνσταντινουπόλεως και κυρίως της Εκκλησίας της, στη νεοπαγή Εκκλησία δημιούργησε την χρυσή ηλικία της Ρωσικής Εκκλησίας [92]. Δυστυχώς, η μογγολική κατάκτηση του 1240 ανέκοψε την πολιτιστική πρόοδο και διέλυσε τις ηγεμονίες και την Μητρόπολη της Ρωσίας, δημιουργώντας πλήθος εσωτερικών προβλημάτων [93].
 
Σημειώσεις τέλους
 
1. Προέλευση και επέκταση των Ρως

1.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 36
2.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., αυτόθι, σ. 37(υποσημ.)    
3.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., αυτόθι, σ. 38
4.    Γιαννακόπουλος Κ., Μεσαιωνικός Δυτικός Πολιτισμός, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 490
5.    Γιαννακόπουλος Κ., αυτόθι    
6.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., 636
7.    Αυτόθι, 38    
8.    Φειδάς Βλ., Επίτομος Εκκλησιαστική Ιστορία της Ρωσίας, Αθήναι 1967, σ. 5
9.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σσ. 33.34
10.    Γιαννακόπουλος Κ., ένθ. ανωτ., σ. 498    
11.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., σ. 5
12.    Φειδάς Βλ., αυτόθι
13.    Γιαννακόπουλος Κ., ένθ. ανωτ., σ. 498
14.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., σσ. 5.6    
15.     Φειδάς Βλ., αυτόθι, σ. 5
16.    Γιαννακόπουλος Κ., ένθ. ανωτ., σ. 499    
17.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., σ. 6
18.    Φειδάς Βλ., αυτόθι    
19.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 122
20.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., σ. 6    
21.    Νυσταζοπούλου Μ., «Η ανόρθωση 802-945» ΙΕΕ, τόμ. Η’, Αθήνα 1979, σ. 76    
22.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 119 εε
23.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., αυτόθι, σ. 123    
24.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., αυτόθι, σ. 122
25.    Γιαννακόπουλος Κ., ένθ. ανωτ., σ. 499    
26.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., σ. 6
27.    Νυσταζοπούλου Μ., ένθ. ανωτ., σ. 76    
28.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 122
29.    Νυσταζοπούλου Μ., ένθ. ανωτ., σ. 76    
30.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 123
31.    Νυσταζοπούλου Μ., ένθ. ανωτ., σ. 76    
32.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 124
33.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 177    
34.    Γιαννακόπουλος Κ., ένθ. ανωτ., σ. 502
35.    Αυτόθι, σ. 503

2. Σύντομο ιστορικό του εκχριστιανισμού των Ρως

36.    Φειδάς Βλ., Επίτομος, σ. 3    
37.    Δεληκωστόπουλος Α., Οι Σάλπιγγες της Ιεριχούς και τα τείχη του Κρεμλίνου, Αθήνα 1993, σ. 26
38.    Ζήσης Θ., Κωνσταντινούπολη και Μόσχα, Θεσσαλονίκη 1989, σσ.  15-26
39.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., Ο εκχριστιανισμός, σ. 68
40.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ.215 εε
41.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σσ. 71-77    
42.    Ζήσης Θ., αυτόθι σ. 27
43.    Ζήσης Θ., αυτόθι, σ. 27
44.    Βλ. Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ.Β’, Αθήναι 1994 σ. 247 εε.
45.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ. σ.19    
46.    Αυτόθι, σ. 51
47.    Αυτόθι, σ. 81ε    
48.    Αυτόθι, σ. 85    
49.    Αυτόθι, σ. 87
50.    Βλ. Αυτόθι, σσ. 101-105    
51.    Αυτόθι,  σ. 106ε    
52.    Ομπολένσκυ Δ., «Η Αυτοκρατορία και οι βόρειοι γείτονές της», Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τ. Α’, Αθήνα 1979, σ. 362
53.    βλ. Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σσ.112.176    
54.    Ομπολένσκυ, Δ., ένθ. ανωτ., σσ. 387, 362
55.    βλ. Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σσ.132-134    
56.      Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, σ. 71 ε.
57.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 134    
58.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., σ.47 ε
59.    Ομπολένσκυ Δ., ένθ. ανωτ., σ. 366    
60.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 135
61.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., 72    
62.    Ομπολένσκυ Δ., ένθ. ανωτ., σ. 366
63.    Φειδάς Βλ., Επίτομος, σ. 7    
64.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 144
65.    Φειδάς Βλ., ένθ. ανωτ., 7    
66.    Νυσταζοπούλου Μ., ένθ. ανωτ., σ. 77
67.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 148    
68.    Αυτόθι, σ. 150
69.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 28    
70.    Ζήσης Θ., ένθ. ανωτ., σ. 24
71.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 29 ε    
72.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 153 ε
73.    βλ. Φειδάς Βλ., Επίτομος, σ. 10    
74.    Βελλιανίτης Θ., «Όλγα», ΜΕΕ τ. 18 σ. 792
75.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 156    
76.    Αυτόθι, σ. 157    
77.     Αυτόθι, σ. 159
78.    Βελλιανίτης Θ., ένθ. ανωτ., σ. 799    
79.    Φειδάς Βλ., Επίτομος, σ. 10
80.    Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, σ. 78 ε    
81.    Αυτόθι, σ. 79
82.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 180    
83.    Δεληκωστόπουλος Α., ένθ. ανωτ., σ. 43 ε
84.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ., σ. 188    
85.    Αυτόθι, σ. 189
86.    Ταχιάος Α., Πηγές Εκκλησιαστικής Ιστορίας των Ορθοδόξων Σλάβων, τ.Α., Θεσσαλονίκη 1984, σ. 63
87.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ. σ. 196    
88.    Μέγιεντορφ Ι., Βυζάντιο και Ρωσία, Αθήνα 1988, σ. 27
89.    Μπουλάκη-Ζήση Χρ., ένθ. ανωτ. σ. 206    
90.    βλ. Φειδάς Βλ., Επίτομος, σσ. 14 – 23
91.    βλ. αυτόθι, σ. 22ε    
92.    Αυτόθι, σ. 39
93.    Βλ. Φειδάς Βλ., Εκκλησιαστική, σ. 260εε
© 2014 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μή εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:  www.impantokratoros.gr

ΤΟ 2009 ΣΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΣΥΝΕΒΗ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΣΥΝΑΜΑ ΓΕΓΟΝΟΣ.


ΤΟ 2009 ΣΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΣΥΝΕΒΗ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΣΥΝΑΜΑ ΓΕΓΟΝΟΣ.






 «Γίνεσθέ μοι μάρτυρες...»
(Ήσ.43,10)

Το 2009, λίγο χρονικό διάστημα πριν από την τελετή Άγιοκατάταξης του Αγίου Φιλουμένου στο προσκύνημα : του Φρέατος του Ιακώβ, συνέβη ένα παράδοξο και θαυμαστό συνάμα γεγονός.
Κάποια μέρα μετέβη στον χώρο μία μεγάλη ομάδα αρχιερέων και ιερομόναχων, οι όποιοι τέλεσαν στον ναό τη Θεία Λειτουργία. «Μετά το πέρας της ακολουθίας», διηγείται ό Ηγούμενος του Μοναστηριού π. Ιουστίνος, «κατέβηκα κάτω, για να επιμεληθώ τον ναό.

 Μπήκα στο ιερό και, καθώς τακτοποιούσα τις στολές πού χρησιμοποιήθηκαν, πρόσεξα ότι σε μία από τις βιτρίνες υπήρχε κάτι παράξενο. Ήταν ένα μάκτρο ανασηκωμένο, σαν να βρισκόταν από κάτω του ένα πολύ μικρό Άγιο Ποτήριο. Παραξενεύτηκα! Κανείς άλλος έκτος από μένα δεν είχε μπει στο σκευοφυλάκιο, οι βιτρίνες ήταν όλες κλειδωμένες και τα κλειδιά τα κρατούσα εγώ. Άνοιξα με περιέργεια τη βιτρίνα, ανασήκωσα το μάκτρο και είδα από κάτω ένα μικρό ασημένιο ποτήριο, στο όποιο αναγράφονταν τα έξης:


«Ποτήριον αίματος μαρτυρίου έκχυθέν υπέρ οίκου Κυρίου του Αγίου Ίερομάρτυρος Φιλουμένου του Κυπρίου, 16 Νοεμβρίου 1979. Το ποτήριον, o εγώ πίνω, πίετε».


Το μικρό ασημένιο ποτήριο περιείχε ψήγματα από το αίμα του Αγίου, το έκχυθέν κατά την ώρα του μαρτυρίου του στον χώρο του Φρέατος του Ιακώβ. Ή θαυμαστή ανεύρεση του ήταν αναμφιβόλως μία μεγάλη ευλογία του Θεού για το προσκύνημα, ιδιαιτέρως κατά τις μέρες πού άκολούθησαν. Ή αναγραφόμενη όμως σε αυτό επιγραφή επέκτεινε τη θεϊκή αυτή ευλογία πέρα από το προσκύνημα, πέρα από τούς Αγίους Τόπους, στα πέρατα της οικουμένης καλώντας όλους εμάς, αλλά και τούς μετά από εμάς, σέ συμμαρτυρία συμμετοχή δηλαδή στο μαρτύριο και τη μαρτυρία τού Άγιου Φιλουμένου.
Ό αγωνοθέτης Κύριος επί πολλά έτη προετοίμαζε τον ταπεινό δούλο Του για τον στέφανον τού μαρτυρίου και αυτός φάνηκε όντως αντάξιος της θεϊκής κλήσεως. Ό Άγιος Φιλούμενος υποκινούμενος από τη θεία αγάπη και τον πόθο της αιώνιας ζωής διήλθε τη ζωή του ως μία συνεχή μαρτυρία Χριστού με κορύφωση το μαρτύριο του αίματος, το όποιο και τον οδήγησε στον κατ' εξοχήν χώρο της Αγάπης, στη Βασιλεία τού Θεού. Εκεί όπου βρίσκονται οι ψυχές των άγιων μαρτύρων, «των πεπελεκισμένων διά την μαρτυρίαν' Ιησού και διά τον λόγον τού Θεού» (Άποκ. 20,4).


Τέτοιοι άνθρωποι, οι όποιοι δόθηκαν ολοκληρωτικά στον Χριστό, επισφραγίζοντας με το μαρτυρικό τους αίμα την πίστη τους σ' Αυτόν, υπήρχαν και θα υπάρχουν έως της συντέλειας των αιώνων. Θα υπάρχουν για να υπενθυμίζουν σέ όλους εμάς ότι πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το μαρτύριο. Και το εν Χριστώ μαρτύριο βιώνεται ποικιλοτρόπως: Βιώνεται ως υπομονή στις θλίψεις και τις ασθένειες, ως αγώνας σκληρός προς τα πάθη πού μάς πολεμούν, ως μετάνοια για τα λάθη και τα πάθη μας, ως αυτοθυσία, ως απάρνηση τού ιδίου του εαυτού μας, ως ακλόνητη ομολογία της πίστεως μας έργω και λόγω. Αλλά στην υψηλότερη έκφραση του πραγματώνεται διά τού μαρτυρίου του αίματος, μ' ένα θάνατο πού καταργεί το βασίλειο του θανάτου, για να θριαμβεύσει ή Ζωή, ή όντως Ζωή, ό Χριστός!


Το βράδυ της 28ης προς την 29η Νοεμβρίου τού 2012 στο χωριό καταγωγής τού Άγιου Φιλουμένου, την Όρούντα, συνέβη ένα θαυμαστό γεγονός διά του όποιου ό ίδιος ό Άγιος επιβεβαίωσε το αμετάκλητο αυτής της κλήσεως μας. Το γεγονός συνέβη κατά την προς τιμήν του Άγιου αγρυπνία στον Ιερό Ναό Αποστόλου Λουκά.


Ή αγρυπνία, ή οποία τελείται κάθε χρόνο την ήμερα της μνήμης του Άγιου, είχε αρχίσει από νωρίς. Στο κέντρο τού ναού ήταν τοποθετημένη ή μεγάλη προσκυνηματική εικόνα τού Άγιου Φιλουμένου, ένα επιτραχήλιο του, καθώς και τεμάχιο του Ιερού του λειψάνου. Καθ' όσον ψάλλονταν οι αίνοι, τόσο οι κληρικοί όσο και οι παριστάμενοι πιστοί άρχισαν να προσκυνούν κατά τάξη την εικόνα και το λείψανο του Άγιου, χριόμενοι από τον εφημέριο με λάδι από το κανδήλι πού ήταν αναμμένο εκεί.


Ανάμεσα στους πιστούς παρών ήταν και ένας νέος, ό όποιος έδώ και κάποια χρόνια δοκιμαζόταν με την επώδυνη ασθένεια τού καρκίνου, ό Γιώργος Ραουνάς από την Κακοπετριά, Ό Γιώργος, απόφοιτος της Σχολής Σωματικής Αγωγής της Ελλάδος, ήταν νυμφευμένος με τη Στέλλα Κακουρίδου από το Άκάκι, με την όποια απέκτησε τέσσερα παιδιά. Αγαπούσε ιδιαίτερα την άσκηση της προσευχής και τις ιερές ακολουθίες στις όποιες μετείχε τακτικά. Ευλαβείτο επίσης πολύ τον Άγιο Φιλούμενο, τον όποιο παρακαλούσε ιδιαιτέρως να τον ενδυναμώνει στη δοκιμασία πού περνούσε. Πάντοτε όμως έλεγε: «Ότι θέλει ή αγάπη τού Θεού! Ότι θέλει ή αγάπη τού Κυρίου!»


Όταν, λοιπόν, έφθασε και ή σειρά του να προσκυνήσει την εικόνα τού Άγιου, κάποιος από τούς παριστάμενους, είδε τον Άγιο Φιλούμενο να εξέρχεται ολοζώντανος από την ιερά του εικόνα και να εναγκαλίζεται τον Γιώργο. Έπειτα τον συνόδευσε μέχρι το στασίδι του κι έφυγε.


Το θαυμαστό αυτό γεγονός το ανέφερε συγκλονισμένος, αμέσως μετά το πέρας της αγρυπνίας, ό απλός αυτός άνθρωπος στον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.

Το τεμάχιο του λειψάνου παραχωρήθηκε από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην Ιερά Μονή Άγιου Νικολάου Όρούντας με την προοπτική να αποτεθεί στον μελλοντικό Ναό του Άγιου Φιλουμένου, ό όποιος θα ανεγερθεί σέ χώρο της Μονής. Βλ.Επίμετρο, «Επιστολή Πατριαρχείου Ιεροσολύμων», σελ. 211.
Νεόφυτο, ό όποιος προΐστατο της πανηγυρικής ακολουθίας. Τότε, ή εμφάνιση αυτή τού Άγιου Φιλουμένου θεωρήθηκε ως σημείο, ότι διά πρεσβειών του ό Γιώργος θα θεραπευόταν. Στη συνέχεια, όμως, ή πορεία της υγείας του επιδεινώθηκε επιφέροντας του πόνους μαρτυρικούς, μέσα στους όποιους έτελειώθη εν Κυρίω στις 8 Ιουλίου τού 2013.


Το μαρτυρικό τέλος τού Γιώργου μαζί με την ακλόνητη του πίστη, την καρτερία και την υπομονή του ερμήνευσαν τελικώς το βαθύ πνευματικό νόημα της θαυμαστής εκείνης παρουσίας τού Ίερομάρτυρος Φιλουμένου. Ό Άγιος τον ενίσχυσε, ώστε να υπομείνει έως τέλους το μαρτύριο της ασθένειας του, προσλαμβάνοντας τον μαζί του στην αιωνιότητα ως συμμάρτυρα ενώπιον τού θρόνου τού Θεού! Γιατί το μαρτύριο δεν είναι μόνο το μαρτύριο τού ρίματος για την αγάπη και πίστη τού Χριστού είναι και του ολόψυχη αποδοχή -με ευχαριστία και δοξολογική διάθεση- όποιας δοκιμασίας επιτρέψει ό Κύριος ως θεϊκής επισκέψεως για τη σωτηρία της αθάνατης ψυχής μας.
«Ό Κύριος δέ μάς λησμονεί. Δίνει τη δύναμη και τη Χάρη Του σε ανθρώπους, ώστε και σήμερα να είναι αδιάκοπη ή μαρτυρική συνείδηση της Εκκλησίας μας, ώστε να μην ξεχνούμε και εμείς ότι ως μέλη της έχουμε κοινή υποχρέωση να μαρτυρούμε περί τού Φωτός, δηλαδή γι' αυτό πού είδαν τα μάτια μας, πού άκουσαν τα αυτιά μας και ψηλάφησαν τα χέρια μας: τη μόνη Αλήθεια πού λέγεται Χριστός...» . 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ