Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Αγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Γιά τή λύπη καί τήν ἀθυμία

Αγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Γιά τή λύπη καί τήν ἀθυμία
κεῖνοι πού κατηγοροῦνται δέν πρέπει νά καταλαμβάνονται ἀπό φόβο καί ἀγωνία. Ἀντίθετα, ἀπό αὐτά τά συναισθήματα πρέπει νά διακατέχονται ὅσοι κατηγοροῦν τούς ἄλλους. Γιατί δέν πρόκειται νά δώσουν οἱ πρῶτοι λόγο γιά ὅσες κατηγορίες τούς φόρτωσαν, ἀλλά θά δώσουν λόγο ὅσοι κατηγοροῦν. Αὐτοί θά λογοδοτήσουν γιά ὅλες τίς κατηγορίες πού ξεστόμισαν γιά τούς συνανθρώπους τους.


λος ὁ κίνδυνος ἀπό τίς συνέπειες τῆς κατηγορίας κρέμεται πάνω στά κεφάλια ἐκείνων πού ἀνοίγουν τό στόμα τους καί κατηγοροῦν.

Συνεπῶς, ὅσοι βρίσκονται στή θέση τοῦ κατηγορούμενου, πρέπει νά ζοῦν ἀμέριμνοι. Γιατί αὐτοί δέν εὐθύνονται γιά ὅσα κακά ξεστόμισαν οἱ ἄλλοι ἐναντίον τους. Ὅσοι ὅμως καταφέρθηκαν ἐναντίον ἄλλων, πρέπει νά ἀγωνιοῦν καί νά τρέμουν. Γιατί αὐτοί πρόκειται νά συρθοῦν στό φοβερό δικαστήριο τοῦ Θεοῦ καί θά κριθοῦν γιά ὅ,τι κακό εἶπαν.

Γ
ι᾿ αὐτό, ἄς μήν πονᾶμε ὅταν καταφέρονται οἱ ἄλλοι ἐναντίον μας. Τότε μόνο πρέπει νά πονᾶμε, ὅταν δηλαδή αὐτά πού μᾶς καταλογίζουν εἶναι ἀληθινά. Γιατί ἄν ζοῦμε στήν ἁμαρτία, ἀκόμα καί ἄν δέν βρίσκεται κανείς νά μᾶς κατηγορήσει, εἴμαστε χειρότεροι ἀπό τόν καθένα. Ἄν ὅμως εἴμαστε ἐνάρετοι, ἀκόμα καί ἄν ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη μᾶς κατηγορεῖ, τότε εἴμαστε οἱ πιό ἀξιοζήλευτοι ἀπό ὅλους.

ν λοιπόν ὁ λογισμός μας πορεύεται κατ᾿ αὐτό τόν τρόπο, ἀκόμα κι ἄν χίλιες βαρυχειμωνιές ξεσηκώνονται ὁλόγυρα ἐναντίον μας, ἐμεῖς θά παραμένουμε σταθερά εἰρηνικοί καί ἀναπαυμένοι στό λιμάνι. Ἄν ὅμως δέν λειτουργεῖ σωστά ὁ λογισμός μας, ἀκόμα κι ἄν ὅλα μᾶς ἔρχονται δεξιά, ἐμεῖς θά αἰσθανόμαστε χειρότερα κι ἀπό τούς θαλασσοπνιγμένους.

Ὠδή στό ἐφήμερο
Ἡ Λύπη κατά τούς Πατέρες
Αγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Γιά τή λύπη καί τήν ἀθυμία

Γεροντικό - Εἶμαι στά χέρια τοῦ Θεοῦ

Γεροντικό - Εἶμαι στά χέρια τοῦ Θεοῦ
tTόν καιρό πού οἱ Λογγοβάρδοι λυμαίνονταν τίς ἐπαρχίες τῆς Βορείου Ἰταλίας, ἔπιασαν αἰχμάλωτο ἕνα Διάκονο κι εἶχαν ἀποφασίσει νά τόν βασανίσουν.

Ὁ Σάγκτουλος, ἕνας Χριστιανός Λογγοβάρδος, πού οἱ συμπατριῶται του τόν σέβονταν σάν ἅγιο, γιά τήν πολλή εὐλάβεια καί τή μεγάλη ἀρετή του, ἔκανε πολλά διαβήματα στούς ἀρχηγούς, γιά νά σώση τή ζωή τοῦ αἰχμαλώτου. Μά δέν κατώρθωσε τίποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπό τή χάρη νά μείνη αὐτός φρουρός κοντά στόν μελλοθάνατο, τήν τελευταία νύκτα. 

- Μεῖνε, τόν προειδοποίησε ὁ Ἀρχηγός, ἀλλ᾽ ἄν ξεφύγη, νά ξέρης πώς θά βασανιστῆς ἐσύ στή θέσι του.

Ὁ Σάγκτουλος συμφώνησε κι ἔτσι κάθησε φρουρός. Τά μεσάνυχτα ὅμως, ὅταν ὅλο τό στρατόπεδο ἦταν βυθισμένο στόν ὕπνο, ξύπνησε τόν Διάκονο καί τοῦ εἶπε νά σηκωθῆ νά φύγη, ὅσο μποροῦσε πιό γρήγορα. Τοῦ εἶχε ἕτοιμο κι ἕνα γοργό ἄλογο.

- Ἀδύνατον, ἀδελφέ μου, ἔλεγε ὁ μελλοθάνατος.
Ἄν ἐγώ γλιτώσω, ἐσύ εἶναι ἀδύνατο νά γλιτώσης ἀπό τά χέρια τους. Πῶς λοιπόν νά γίνω αἰτία νά πεθάνης μ᾽ ἕνα τόσο σκληρό θάνατο;

- Μή σέ μέλει γιά μένα, ἔλεγε ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ Σάγκτουλος. Ὁ Θεός θά μέ σκεπάση. Ἔτσι τόν ἔπεισε νά φύγη.
Τήν ἄλλη ἡμέρα, οἱ Λογγοβάρδοι ζήτησαν τόν αἰχμάλωτο.

- Ἔφυγε, τούς εἶπε μέ ἀπάθεια ὁ φρουρός του.

- Κι ἐσύ θά ξέρης βέβαια πολύ καλά τόν τρόπο.

- Ναί, ἀποκρίθηκε θαρρετά ὁ Σάγκτουλος.

- Ἐπειδή εἶσαι καλός ἄνθρωπος, δέ θέλω νά σέ βασανίσω, εἶπε ὁ Ἀρχηγός, πού θαύμαζε, χωρίς νά τό δείχνη, τό θάρρος του. Διάλεξε μόνος σου τόν τρόπο πού προτιμᾶς νά πεθάνης.

- Εἶμαι στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀποκρίθηκε ἀτάραχος ὁ Χριστιανός στρατιώτης. Τόν θάνατο πού θά παραχωρήσηἘκεῖνος, θά τόν δεχθῶ μέ εὐχαρίστησι.

Τελικά ἀποφάσισαν νά τοῦ κόψουν μέ πέλεκυ τήν κεφαλή του κι ἀνέθεσαν τή δουλειά αὐτή σ᾽ ἕνα μεγαλόσωμο καί χειροδύναμο στρατιώτη.
Ὁ Σάγκτουλος γονάτισε, εἶπε τήν προσευχή του κι ἔσκυψε καρτερικά τό κεφάλι νά δεχθῆ τό χτύπημα. Ἡ ψυχή του ἀγαλλίαζε στή σκέψι πώς σέ λίγο θά βρισκόταν κοντά στόν Χριστό. Ὁ δήμιος σήκωσε ὁρμητικά τόν φονικό πέλεκυ γιά νά ξεμπερδέψη μιά καί καλή μ᾽ αυτή τή δουλειά. Τά χέρια του ὅμως ἔμειναν ἀκίνητα στόν ἀέρα, σάν νά τά ἔσφιγγε μυστηριώδης δύναμις. Ἔνιωσε πόνους φοβερούς κι ἄρχισε νά μουγκρίζη σάν πληγωμένο θηρίο. Οἱ ἄλλοι γύρω τρόμαξαν.

- Τί πᾶμε νά κάνωμε; ἔλεγαν μεταξύ τους, νά τά βάλωμε μέ τόν ἅγιο αὐτόν ἄνθρωπο, πού ἔχει τόν Θεό μαζί του;

Ἄρχισαν, λοιπόν, νά παρακαλοῦν τόν Σάγκτουλο, πού ἔμενε ἀκόμη μέ τό κεφάλι γερμένο, νά γιατρέψη τόν στρατιώτη, πού ἐξακολουθοῦσε νά φωνάζη μέ τά χέρια κρατημένα ψηλά.

- Δέν μπορῶ νά ζητήσω τέτοια χάρι γι᾽ αὐτόν ἀπό τόν Κύριό μου, ἄν δέν ὑποσχεθῆ πρῶτα πώς δέ θά ξανασηκώση τό χέρι του νά κτυπήση Χριστιανό, εἶπε ὁ Σάγκτουλος.

- Ὑπόσχομαι, φώναξε ὁ στρατιώτης τρέμοντας ἀπό τό φόβο του.

- Κατέβασε λοιπόν τά χέρια σου, πρόσταξε ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ.
Μέ τόν λόγο, τά χέρια παρευθύς κινήθηκαν γιά νά πετάξουν πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα μακριά τό φονικό ὄργανο.
Κατάπληκτοι οἱ Λογγοβάρδοι γιά ὅσα ἔγιναν ἐκεῖνο τό πρωΐ μπροστά στά μάτια τους, χάρισαν τή ζωή στό Σάγκτουλο, πού ἔγινε ἀπό τότε,Ἱεραπόστολος ἀνάμεσά τους.
Ἀπό τό ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

Περιοδική Ἔκδοσις
Ἱεραποστολικοῦ Φιλανθρωπικοῦ Mορφωτικοῦ Συλλ όγου «METAMOPΦΩΣIΣ TOY ΣΩTHPOΣ»
34 TEYXOΣ

Τα είδη της αμαρτίας - Άγιος Ισαάκ ο Συρος


Τα είδη της αμαρτίας - Άγιος Ισαάκ ο Συρος

Ένα είδος αμαρτίας που γίνεται, είναι όταν ο αγωνιστής φροντίζει για την αρετή κα επιμένει στην εργασία της μέρα και νύχτα, αλλά δεν τα καταφέρνει και πέφτει σε κάποια αμαρτία. Μπορεί δηλ. από άγνοια, ή από διάφορες αιτίες, αντίθετες στο δρόμο της αρετής, ή από τα κύματα των παθών που ξεσηκώνονται στα μέλη του κάθε τόσο, ή από την πνευματική παράλυση που ενδέχεται να του συμβεί για να δοκιμασθεί η ελεύθερη θέλησή του, να γείρει λίγο η ζυγαριά στον αριστερό ζυγό, οπότε έλκεται από την αδυναμία της σάρκας σε κάποια αμαρτία, και λυπάται και ανησυχεί κα στενάζει με πόνο ψυχής για την ταλαιπωρία του αυτή.

Άλλο είδος αμαρτίας είναι, όταν ο άνθρωπος αποχαυνωθεί και αμελήσει την εργασία της αρετής, και εγκαταλείψει πέρα για πέρα το σωστό δρόμο της, και τρέχει σαν υπάκουος δούλος στην απόλαυση των αμαρτιών, και δείχνει ζήλο πως να εφεύρει καινούργιους τρόπους για την πλήρη απόλαυση της ηδονής. Κάνοντας αυτά, είναι έτοιμος, σαν τον αιχμάλωτο δούλο, να κάνει με ιδιαίτερη φροντίδα το θέλημα του εχθρού του, και να προσφέρει τα μέλη του σώματός του όπλα στις διαταγές του διαβόλου. Και δε θυμάται ο δύστυχος καθόλου τη μετάνοια, ούτε περνάει από το νου του να αφήσει τον καταστρεπτικό δρόμο του και να γυρίσει στην αρετή.
Το πρώτο είδος της αμαρτίας, που ανέφερα, είναι όταν ο άνθρωποςγλιστρήσει και πέσει, ενώ βαδίζει στο δρόμο της αρετής και τηςδικαιοσύνης. Αυτό εννοούν οι Πατέρες, όταν λένε ότι, στο δρόμο του Θεού, συναντάμε και πεσίματα, και εναντιώσεις από τον εχθρό, καικαταναγκασμούς και τα παρόμοια. Ενώ το δεύτερο είδος της αμαρτίας,που ανέφερα, είναι να πέσει η ψυχή, και να χαθεί και να εγκαταλείψειτελείως τον αγώνα.

Αγιος Ισαάκ ο Σύρος - Ανθολόγιο
Εκδόσεις «Όρθόδξος Κυψέλη»
  Σπαρτάκου 6, Συκιές

ΜΑΡΤΥΡΕΣ


Πώς υπέμεναν οι Μάρτυρες τα βασανιστήρια και πώς αντιμετώπιζαν το θάνατο

Η ανθρώπινη λογική αδυνατεί να αποδεχθεί γεγονότα, που έρχονται σε αντίθεση με τον ορθό λόγο. Έτσι είναι φυσικό, ο σημερινός άνθρωπος, που επιδιώκει την άνεση και τον εύκολο τρόπο ζωής και αποφέυγει τον κόπο, τον πόνο και τη θυσία, να δυσκολεύεται να πιστέψει όλα αυτά τα μαρτύρια, που είδαμε ότι αντιμετώπιζαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας.
Και προβάλλουν δύο βασικα ερωτήματα:
  1. Οι απλοί εκείνοι άνθρωποι σαν τον Κόνωνα τον κηπουρό, πού εύρισκαν τις σοφές απαντήσεις, που απήυθυναν στους δικαστές του;
  2. Πώς μπορούσαν να αντέξουν οι άνθρωποι εκείνοι τα φρικτά βασανιστήρια  και μάλιστα με τόση ειρήνη ψυχής, ακόμα και με  χαρά, τα οποία εμείς και μόνον όταν τα διαβάζουμε υποφέρουμε;
Την απάντηση στο πρώτο ερώτημα τη βρίσκουμε στα λόγια του Κυρίου μας: «Όταν σας σύρουν στα δικαστήρια, μην αγωνιάτε για το τί θα πείτε ή πώς θα το πείτε. Ο Θεός θα σας φωτίσει εκείνη την ώρα τί να πείτε, γιατί δεν θα είστε σείς που θα μιλάτε, αλλά το Άγιο Πνεύμα που θα μιλάει από μέσα σας» (Ματθ. 10,19). Αυτό συνέβαινε και με τους ολιγογράμματους αλλά φωτισμένους από το Άγιο Πνεύμα Αποστόλους και όλους τους Ομολογητές και Μάρτυρες της πίστεως, όταν τους καλούσαν σε απολογία στα δικαστήρια.

Στο δέυτερο ερώτημα ο πλέον κατάλληλος να μας απαντήσει είναι ο ιστορικός Ευσέβιος[1], ο οποίος έζησε κατά την περίοδο των τελευταίων 48 χρόνων των διωγμών και περιέγραψε ως αυτόπτης μάρτυρας τα μαρτύρια των χριστιανών και πώς τα αντιμετώπιζαν οι Μάρτυρες.

Ανθρωπίνως είναι αδύνατον να εξηγηθεί, πώς ευρισκαν τη δύναμη αθώα πρόσωπα, άνθρωποι ακόμα και ασθενικοί ή υπερήλικες ή νεαρά παιδιά όχι μόνον να αντέχουν τα βασανιστήρια αλλά και να αντιμετωπίζουν τον θάνατο με τον τρόπο με τον οποίον τον αντιμετώπιζαν. Το φαινόμενο παραμένει «υπεράνω πάσης εξηγήσεως»[2]. Μόνον με τη δύναμη της πίστεως μπορεί να εξηγηθεί.

Οι Μάρτυρες μπροστά στους βασανιστές τους συμπεριφέρονται με τόση ψυχραιμία και ηρεμία, ώστε να σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι δεν γνωρίζουν πως αυτοί είναι οι μέλλοντες να υποστούν το μαρτύριο.

Όταν ρίχνονται στο αμφιθέατρο, για να κατασπαραχθούν από τα πεινασμένα άγρια θηρία, προχωρούν προς αυτά με προθυμία. Και όταν εκείνα αδρανούν οι Μάρτυρες τα ερεθίζουν να αρχίσουν το έργο τους. Μπροστά στη φωτιά δεν περιμένουν οι Μάρτυρες να τους ρίξουν οι δήμιοι, αλλά οι ίδιοι, με γαλήνιο πρόσωπο, προχωρούν προς τις αναμμένες φλόγες. 

Επίσης καταπληκτική είναι η απάθεια με την οποία αντιμετώπιζαν τα θανατικά όργανα και η ψυχραιμία με την οποία δέχονταν τα μαρτύρια, όχι μόνον χωρίς βογγητά και κραυγές  πόνου, αλλά με ευχαριστίες και δοξολογίες στον Θεό. Το πρόσωπό τους έλαμπε από αγαλλίαση, σαν να μην ήταν αυτοί βασανιζόμενοι Μάρτυρες, αλλά νικηφόροι αθλητές, που έχαιραν για τη νίκη τους, «σκιρτώντες και υπεραγαλλόμενοι».[3]

Ποια άλλη δύναμη, εκτός από την πανίσχυρη δύναμη της πίστεως, ήταν δυνατόν να καταστήσει τους μάρτυρες ικανούς, να υφίστανται με τέτοιον τρόπο τα βασανιστήρια; Φαίνονταν ότι κατά τις σκληρές εκείνες ώρες των βασάνων τους δεν αισθάνονταν καν αίσθημα πόνου.[4] Έδιναν την εντύπωση ότι είχαν αποδημήσει από το σώμα και ότι πλέον ήσαν άγγελοι.[5] Πράγματι, όσα υπέφερε το σώμα των Μαρτύρων ΄σαν ξένα γι' αυτούς, διότι η ψυχή τους βρισκόταν πλέον στον ουρανό.[6]

Βεβαίως οι Μάρτυρες προτού υποβληθούν στα βασανιστήρια γνώριζαν καλά ότι χρειάζονταν θάρρος και μεγάλη αντοχή, για να υπομείνουν όσα θα συνέβαιναν. Άλλωστε είναι ιδεί τα βασανιστήρια άλλων χριστιανών.[7] Από τους πνευματικούς τους πατέρες και διδασκάλους είχαν ακούσει ότι μπροστά στα φοβερά βασανιστήρια υπήρχε ο κίνδυνος να αισθανθούν, προς στιγμήν, λιποψυχία αλλά να μην δειλιάσουν. Για να ενισχύσει η Εκκλησία αποτελεσματικά τους Μάρτυρες στους σκληρούς αγώνες τους, προσπαθούσε με κάθε τρόπο και μέσα στα δεσμωτήρια να μεταφέρει τα άια και ζωοποιά Μυστήρια και να τους κοινωνεί με το Άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου «εις πίστην ακαταίσχυντον», «εις αγιασμόν και ρώμην, εις εφόδιον ζωής αιωνίου και αρραβώνα της μελλούσης ζωής και σωτηρίας».[8] Είναι συγκινητική η προσπάθεια του νεαρού Ταρσίζου (+257) [9] να μεταφέρει τη θεία Ευχαριστία στους φυλακισμένους ετοιμοθάνατους Μάρτυρες. Βαδίζοντας προς τη φυλακή λιθοβολήθηκε από τους ειδωλολάτρες και προστέθηκε στη χορεία των Μαρτύρων. Τη λαχτάρα που είχαν οι Μάρτυρες να μεταλάβουν τα άχραντα Μυστήρια φανερώνει και η πράξη τους ιερέα της Εκκλησίας της Αντιοχείας Λουκιανού.[10] Επειδή ήταν αδύνατο ο Επίσκοπος να βρεί τρόπο να κοινωνήσει στη φυλακή, ο έγκλειστος επίσης ιερέας Λουκιανός τέλεσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, χρησιμοποιώντας το στήθος του ώς Αγία Τράπεζα. έτσι μπόρεσαν να κοινωνήσουν όλοι οι φυλακισμένοι, οι οποίοι στη συνέχεια έλαβαν τα στεφάνια του Μαρτυρίου.

Με το ακαταμάχητο εφόδιο των Αχράντων Μυστηρίων οι Μάρτυρες αναδεικνύονταν νικητές. Ο Αγωνοθέτης Κύριος, που έφεραν μέσα τους, τους παρείχε πολλά δείγματα της αγάπης Του. Τους ενίσχυε με ουράνια φωνή. Με Αγγέλους Του θεράπευε τα τραύματά τους. Έσβηνε τη φωτιά στην οποία τους είχαν ρίξει. Και με ποικίλους άλλους τρόπους τους βεβαίωνε ότι είναι κοντά τους

Σε πολλές περιπτώσεις ο Κύριος ενίσχυε τους Μάρτυρες, με όράματα, όπως τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον.[11] Αυτά τα θεία οράματα αποτελούσαν τον αντικατοπτρισμόν του Αγίου Πνεύματος, την ζώσαν μετά του Θεού επικοινωνία, την οποίαν αισθάνονταν τόσο βεβαία, ώστε να δίνει σ' αυτούς τη θαυμαστή εκείνη σταθερότητα και τη δύναμη να αντιμετωπίζουν θαρραλέα και τις σατανικές ακόμη εφευρέσεις των διωκτών τους.[12]

Οι άγιοι Μάρτυρες,[13] γνώριζαν ότι χωρίς τη δύναμη του Θεού δεν θα μπορούσαν τίποτε να επιτύχουν. Γι' αυτό δεν έπαυαν, μαζί με τις ευχαριστίες τους, να ζητούν και τη βοήθεια του Κυρίου στον τραχύ αγώνα τους, ώστε να μείνουν πιστοί μέχρι θανάτου και να αξιωθούν της ουρανίου βασιλείας Του. Κατά την ώρα αυτή δεν προσεύχονταν με αγωνία, αλλά με αισιοδοξία και χαρά. Ήταν βέβαιοι για την τελική νίκη της αληθινής πίστεως. Και αυτή η προσευχή τους ήταν συνεχής και αδιάλειπτη, μέχρι τη στιγμή που παρέδιδαν το πνεύμα τους στα χέρια του Κυρίου, όπως και ο Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος, του οποίου τα τελευταία λόγια ήταν «Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου».[14]

Κάτι ακόμα (που διαφοροποιεί τους Μάρτυρες της πίστεως από τους οπαδούς οποιασδήποτε ιδεολογίας, που θυσιάστηκαν για τις ιδέες τους) που συγκλόνιζε τους διώκτες των χριστιανών ήταν οι προσευχές τους γι' αυτούς, να τους συγχωρήσει ο Θεός για τα εγκλήματά τους.[15] Ακολουθούσαν και στο σημείο αυτό τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, που πρόλαβε ενώ τον λιθοβολούσαν, να ολοκληρώσει την προσευχή του κράζοντας με φωνή μεγάλη: «Κύριε μη στήσης αυτοίς την αμαρτία ταύτην, και τόυτο ειπών εκοιμήθη».[16]

Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα και πολλοί από τους ειδωλολάτρες, που παρακολουθούσαν σε δημόσιους χώρους τα μαρτύρια των χριστιανών, αλλά ακόμη και οι δήμιοι να αναφωνούν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών». Πίστευαν στον Χριστό και ζητουσαν να κατηχηθούν και βαπτισθούν. Υπήρχαν και κάποιοι εκείνη την ώρα που ομολογούσαν την πίστη τους στον Χριστό, ως τον μόνον αληθινόν Θεόν, συλλαμβάνονταν και συνόδευαν στο μαρτύριο τους άλλους. Έτσι λάβαιναν το Άγιο Βάπτισμα του αίματος, το οποίο η Εκκλησία αναγνώριζε όπως και το κανονικό, στο Βαπτιστήριο και μάλιστα του προσέδιδε ακόμη μεγαλύτερη αξία.

Κατόπιν αυτών η Εκκλησία, αντί να σμιρύνεται με τη θανάτωση εκατομμυρίων μελών της, παρουσίαζε καταπληκτική εξάπλωση σε όλες τις χώρες του γνωστού τότε κόσμου. Άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης, ακόμα και από τα περιβάλλοντα των ρωμαίων αυτοκρατόρων, γίνονταν χριστιανοί.

Έτσι, οι όποιοι καλόπιστοι σημερινοί «λογικοι» προβληματισμοί για το μεγαλειώδες «περικείμενον ημίν νέφος Μαρτύρων»[17] της Εκκλησίας μάς, καταλήγουν σίγουρα στη νικητήρια διαπίστωση: «Τίς Θεός μέγας ώς ο Θεός ημών!».

1. Ο Ευσέβιος γεννήθηκε το 265 δτην Καισάρεια της Παλαιστίνης και απέθανε το 339 ή 340. Κατά τον μεγάλο διωγμό, που άρχισε επι Διοκλητιανού και συνεχίσθηκε μέχρι το 311, περιέγραψε άγριες σκηνές μαρτυρίου, όχι μόνον στην Παλαιστίνη, αλλά και στη Φοινίκη και την Αίγυπτο, Την 15 Νοεμβρίου 307 φυλακίστηκε με άλλους χριστινούς στην Καισάρεια. Διασώθηκε από τον διωγμό και το 313 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Καισάρειας. Έγραψε την πρώτη συστηματική Εκκλησιαστική Ιστορία σε 10 βιβλία από της εποχής του Ιησού Χριστού μέχρι τον θάνατο του Μαξιμίνου (313). Μεταξύ των πολλών άλλων έργων του συγκαταλέγονται ακόμη και τα βιβλία του: «Αρχαίων Μαρτύρων Συναγωγή» (Πράξεις Μαρτύρων προ του διοκλητιανείου διωγμού) και «Περί των εν Παλαιστίνη μαρτυρησάντων», το οποίο γράφτηκε το 313. (Θ.Η.Ε. Τομ. 5ος σελ. 1081). 
2. Ευσεβ. Ιστ. V 1, 16. 
3. Ευσεβ. Ιστ. Ευσεβ. Μάρτ. Παλ. VΙ 26. Σημ. Οι πλείστες παραπομπές στα έργα του Ευσεβίου προέρχονται από εξαίρετη επιστημονική εργασία του τ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Ιερώνυμου (Α΄) Κοτσώνη, «Το ενθουσιαστικόν στοιχείον εις την Εκκλησίαν των Μαρτύρων», από την οποία αντλήσαμε πολύτιμα στοιχεία για τη σύνταξη αυτού του κεφαλαίου. 
4. Ευσεβ. Ιστ. V, 1, 55 «Μηδέ αίσθησιν έτι των συμβαινόντων έχουσα δια την ελπίδα και εποχήν των πεπιστευμένων και ομιλίαν προς τον Χριστόν». 
5. Ευσεβ. Παλ. Μαερτ. ΧΙ, 12 «Άσαρκος δ' ώσπερ και ασώματος ουδ' επαϊεν δοκών αλγηδόνων» 
.6. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. V, 1 
7. Οπ. ανωτ. V!!!, 8-10 
8. Ευχαί Θ. Μεταλήψεως 
9. Θ.Η.Ε. Τομ. 11ος σελ. 687 
10. Συναξάριον του Αγ. Ιερομάρτυρος Λουκιανού Πρεσβυτέρου της εν Αντιοχεία Εκκλησίας, 15ης Οκτωβρίου. 
11. «Ατενίσας εις τον ουρανόν (ο Στέφανος) είδε δόξαν Θεού, και Ιησούν εστώτα εκ δεξιών του Θεού, και είπεν, ιδού, θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους και τον Υιόν του ανθρώπου εκ δεξιών εστώτα του Θεού». (Πραξ. ξ΄ 55-56). 
12. Ιερων. Αρχ. σελ. 56-57 
13. Οπ. αν. σελ. 5514. Πραξ. 7, 59 
15. Ευσεβ. ΙΣτ. V, 2. Οι μάρτυρες «κατηγόρουν ουδενός, έλυον με άπαντας, εδέσμευον δι' ουδένα και υπέρ των τα δεινά διατιθέντων ηύχοντο καθάπερ Στέφανος ο τέλειος μάρτυς». 
16. Πραξ. 7, 60. 
17. Εβρ. 12, 1.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΤΡΑΜΠΑ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΙΣΙΔΙΑΣ
ΑΘΛΗΤΕΣ ΣΤΕΦΑΝΗΦΟΡΟΙ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΣ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Προσποιητή υπομονή και υποκριτική τήρηση του Ευαγγελικού λόγου


Προσποιητή υπομονή και υποκριτική τήρηση του Ευαγγελικού λόγου

Κεφάλαιο 18: Μερικοί δείχνουν ότι κάνουν υπομονή, αλλά με τη σιωπή τους προκαλούν το θυμό του αδελφού τους.

...
Κατά τον ίδιο τρόπο, σε τίποτε δεν εξυπηρετεί η σιωπή μας την ώρα της αντιδικίας, αν αυτή παίρνει τη θέση της βρισιάς και της αντιλογίας ή αν τη συνδυάζουμε με κάποιες χειρονομίες, οι οποίες θα εξοργίσουν ασφαλώς περισσότερο αυτόν που προσπαθούμε να κατευνάσουμε και έτσι θα γίνουμε η αιτία της καταστροφής του.
...



Κεφάλαιο 20: Για την προσποιητή υπομονή μερικών, οι οποίοι στρέφουν το πρόσωπό τους για να τους χτυπήσουν και στο άλλο μάγουλο.

Συναντούμε όμως συχνά σε ορισμένους αδελφούς και ένα άλλο είδος ανόητης συμπεριφοράς με τη μορφή μιας επιτηδευμένης υπομονής.

Αυτοί δεν σταματούν τη λογομαχία, την οποία έχουν ξεκινήσει με τα προκλητικά τους λόγια, αλλά συνεχίζουν να εξοργίζουν τους αδελφούς τους μέχρι που να τους αναγκάσουν να αντιδράσουν έντονα ή και να τους επιτεθούν. Αν μάλιστα συμβεί και δεχθούν στη συνέχεια ένα ελαφρό ράπισμα, γυρίζουν κι από την «άλλη σιαγόνα» για να τους χτυπήσουν και εκεί, σαν να εφαρμόζυν μ' αυτό τον τρόπο την τελειότητα της Ευαγγελικής εντολής, που λέει: «Αν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, γύρισέ του και το άλλο» (Ματθ. 5, 39). Δεν καταλαβαίνουν όμως αυτοί οι άνθρωποι, ούτε και στο ελάχιστο, το νόημα της και το σκοπό αυτού του κειμένου. Νομίζουν ότι μ' αυτή τη συμπεριφορά τους εφαρμόζουν την υπομονή που μας συστήνει το ιερό Ευαγγέλιο, ενώ στην πραγματικότητα είναι δέσμιοι του πάθους της οργής. Το νόημα όμως του Ευαγγελικού αυτού χωρίου είναι εντελώς διαφορετικό. Ο Κύριος θέλει να ξεριζώσει ολοσχερώς αυτό το πάθος. Γι' αυτό δεν αρκείται στο να απαγορεύσει απλώς την εφαρμογή του νόμου της ανταπόδοσης και της βιαιοπραγίας, αλλά μας παραγγέλει, να καταπραϋνουμε αυτόν που μας χτυπά -τη στιγμή ακριβώς που δεχόμαστε απανωτές προσβολές και χτυπήματα- με την πραότητα και την υπομονή μας.


Κεφάλαιο 21: Πώς γίνεται και, ενώ τηρούμε αυτή την εντολή του Θεού, δεν οδηγούμαστε προς την τελειότητα;

ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΜΑΝΟΣ: 
Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται αξιόμεμπτος εκείνος που τηρεί την εντολή του Ευαγγελίου; Αυτός που όχι μόνο δεν ανταποδίδει κακό στο κακό, αλλά που είναι έτοιμος να υπομείνει και ενδεχόμενη νέα προσβολή;


Κεφάλαιο 22: Ο Κύριος δεν βλέπει μόνο την πράξη, αλλά αξιολογεί και την προαίρεση.

ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ: 
Αναφέρθηκα σ' αυτό πριν από λίγο. Δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας μόνο αυτό που κάποιος έκανες, αλλά επίσης και την πνευματική του διάθεση και την πρόθεσή του. Παρατηρήστε τα συναισθήματα που υποκινούν τις ανθρώπινες πράξεις και εξετάστε από ποιες κινήσεις τις καρδιάς πηγάζουν. Σίγουρα τότε θα δείτε ότι δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να αποκτήσει την αρετή της υπομονής ένα αντίθετο πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα της ανυπομονησίας και της οργής. Ο Κύριος και Λυτρωτής μας θέλησε να μας διδάξει αυτή τη μεγάλη αρετή και να μας τη μεταδώσει, έτσι ώστε να αξιωθούμε να τη ζήσουμε, όχι ως απλή γνώση, αλλά ως βίωμα και ως κίνηση της καρδιάς. Ο Κύριος λέει: «Αν κάποιιος σε ραπίσει στο δεξί μάγουλο, γύρισέ του και το άλλο» (Ματθ. 5, 39). Αυτή η φράση μας δίνει με δύο λόγια όλη την τελειότητα της χριστιανικής ζωής. Λέγοντας ο Κύριος «την άλλη διαγόνα», εννοεί ασφαλώς «τη δεξιά». Και αυτό το «άλλο» το δεξί μάγουλο, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από τη «βαθειά καρδιά» του ανθρώπου. Ο Κύριος λοιπόν θέλει να ξεριζώσει από τις πιο κρυφές πτυχές της ψυχής την εστία της οργής. Θέλει επίσης να μας διδάξει ότι, όταν ο εξωτερικός άνθρωπος δέχεται ένα χτύπημα στο δεξιό μάγουλο από έναν άδικο και επίβουλο συνάνθρωπο, τότε θα πρέπει και ο «έσω άνθρωπος» να προσφέρει επίσης τη δεξιά του παρειά για χτύπημα. Θα πρέπει δηλαδή και ο «έσω άνθρωπος» να συγκαταβεί ταπεινά στην προσβολή που του έγινε και να πονέσει μαζί με τον εξωτερικό άνθρωπο, προσφέροντας και παραδίδοντας κατά κάποιο τρόπο και το δικό του σώμα στην προσβολή.

Βλέπετε λοιπόν τώρα, πόσο απέχουν αυτοί που προαναφέρατε από την χριστιανική τελειότητα. Το θερό Ευαγγέλιο μας διδάσκει να διατηρούμε την υπομονή και όχι μόνο να μην αντιδρούμε εξωτερικά, αλλά και να παραμένουμε μέσα μας ειρηνικοί. Να μένουμε δηλαδή «αναλλοίωτοι» την ώρα της αντιδικίας και της σύγκρουσης.

Δεν αρκεί βέβαια το να μείνουμε, κατά την ώρα της προσβολής, μόνο εμείς ατάραχοι και ειρηνικοί. Οφείλουμε επιπλέον, με την πραότητα και τον υποχωρητικό τρόπο μας, να βοηθήσουμε και τους άλλους, -οι οποίοι ευθύνονται για την αναταραχή που προηγήθηκε, καθώς ξέσπασαν πάνω μας το πάθος τους- να ξεπεράσουν το θυμό του και να ηρεμήσουν. Θα πρέπει κι εμείς να μην υποχωρήσουμε στην πρόκληση, αλλά και με τη δύναμη της πραότητας να καταστείλουμε παράλληλα και την έκρηξη του πάθους του άλλου. Έτσι θα αφερμόσουμε τον αποστολικό λόγο που λέει: «Μην αφήσεις να σε νικήσει το κακό, αλλά να νικάς το κακό με το αγαθό» (Ρωμ. 12, 21).

Δεν μπορούν όμως να συμπεριφερθούν έτσι εκείνοι που, όπως πραναφέραμε, μιλούν γλυκά και εκφράζονται ταπεινόσχημα και υποκριτικά. Γιατί μ' αυτό τον τρόπο, αντί να σβήσουν μέσα τους την πυρκαϊά του θυμού, τη συνδαυλίζουν. Ρίχνουν μάλιστα προσανάμματα, όχι μόνο στη φωτιά της δικής τους καρδιάς, αλλά και σ' εκείνη του αδελφού τυς. Ακόμα και αν πετύχαιναν ποτέ αυτοί οι άνθρωποι να διατηρήσουν την πραότητα και την ειρήνη τους, και τότε πάλι δε θα είχαν το δίκιο με το μέρος τους. Κι αυτό γιατί αυτοί θέλησαν α αποκτήσουν τη δόξα της υπομονής, βάζοντας σε δοκιμασία την ψυχή του αδελφού τους. Αυτού του είδους οι άνθρωποι παραμένουν ξένοι από εκείνη την αγάπη που εννοεί ο Απόστολος, όταν λέει: «Η αγάπη δεν επιδιώκει το δικό της συμφέρον» (Α΄ Κορ. 13, 5), αλλά την ωφέλεια των άλλων. Γιατί ο άνθρωπος που έχει αυτή την αγάπη, δεν επιδιώκει να πλουτίσει επιβαρύνοντας τους άλλους ανθρώπους, ούτε επιθυμεί να κερδίσει οφέλη, αδιαφορώντας και εξουθενώνοντας τον αδελφό του.


ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ
ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ 
ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ
ΤΑ ΟΚΤΩ ΒΑΣΙΚΑ ΠΑΘΗ
ΤΟΜΟΣ Β΄
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Στέργιος Ν. Σάκκος - Ανεπίκαιροι οι πατέρες;

Στέργιος Ν. Σάκκος - Ανεπίκαιροι οι πατέρες;
Οἱ Οἰκουμενιστές διακηρύττουν ὅτι ἀγαποῦν καί τιμοῦν τούς πατέρες. Δυστυχῶς ὅμως δέν ἀκολουθοῦν τήν τακτική ἐκείνων, διότι τούς θεωροῦν ἀνεπίκαιρους. Σήμερα, λένε, οἱ ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν ἐπιβάλλουν νά συμμορφωθοῦμε μέ τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς. ᾿Αλλά τό πέρασμα τοῦ χρόνου δέν ἀλλοιώνει σέ τίποτε τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. ῾Η πίστη δέν παλιώνει οὔτε χρειάζεται ἐκσυγχρονισμό ἤ βελτίωση. Τροποποιοῦνται καί ἐκσυγχρονίζονται τά ἀνθρώπινα δημιουργήματα ὄχι τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Οἱ προσπάθειες τῶν ἐπιστημόνων π.χ. στρέφονται γύρω ἀπό τό πῶς θά ἀξιοποιήσουν τήν ἡλιακή ἐνέργεια, κανείς δέν σκέφθηκε νά βελτιώσει τόν ἥλιο. Πολύ περισσότερο δέν ἔχουμε δικαίωμα νά «ἀνακαινίσουμε» τήν ἀλήθεια πού ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης μᾶς ἔχει ἀποκαλύψει.


Καί γιά νά θυμηθῶ τόν μεγάλο δογματικό τῆς ᾿Εκκλησίας μας ᾿Ιωάννη Δαμασκηνό ἡ θέση τῶν ᾿Ορθοδόξων στόν σύγχρονο κόσμο εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τήν διασάφησε ἐκεῖνος· «Πάντα τοίνυν τά παραδεδομένα ἡμῖν διά τε νόμου καί προφητῶν καί ἀποστόλων καί εὐαγγελιστῶν δεχόμεθα καί γινώσκομεν καί σέβομεν, οὐδέν περαιτέρω τούτων ζητοῦντες... Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν, καί ἐν αὐτοῖς μείνωμεν, μή μεταίροντες ὅρια αἰώνια, μηδέ ὑπερβαίνοντες τήν θείαν παράδοσιν».

Φυσικά καθόλου δέν συνάδουν μέ τήν «θείαν παράδοσιν» οἱ διαθρησκειακές συναντήσεις καί συμπροσευχές (πρβλ. Καμπέρα, ᾿Ασσίζη κτλ), ὅπου συμμετεῖχαν καί ἐκπρόσωποι τῶν ᾿Ορθοδόξων. «Προσχήματι ἀγάπης» σέρνουμε τήν ἄσπιλη ᾿Ορθοδοξία στόν κυκεώνα τῶν νόθων δογμάτων. ῎Ετσι καταντοῦμε περίγελως ἀκόμη καί τῶν μαρτύρων τοῦ ᾿Ιεχωβᾶ. Εἶδα σέ κάποιο ἀπό τά βιβλία τους φωτογραφία μιᾶς τέτοιας διαθρησκειακῆς συμπροσευχῆς μέ δηκτικά σχόλια.

῾Η νέα ἐποχή θέλει μία ἐκκλησία οἰκουμενιστική, δηλαδή ἕνα συνονθύλευμα ὅλων τῶν «χριστιανικῶν» ὁμολογιῶν καί αἱρέσεων -γιατί ὄχι- καί ὅλων τῶν θρησκειῶν, πού ὁμολογοῦν ἕνα Θεό εἴτε αὐτός λέγεται Τριαδικός εἴτε ᾿Αλλάχ εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο! Πρόσφατα ἀκούσθηκαν καί μάλιστα ἀπό ἐπίσημα χείλη ἀπόψεις ὅπως· «Κατά βάθος μία ἐκκλησία ἤ ἕνα τέμενος ἀποβλέπουν στήν ἴδια πνευματική καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου»! ᾿Ακόμη, ὅτι «Ρωμαιοκαθολικοί (δηλαδή παπικοί) καί ᾿Ορθόδοξοι, Προτεστάνται καί ῾Εβραῖοι, Μουσουλμάνοι καί ᾿Ινδοί, Βουδισταί καί Κομφουκιανοί... θά πρέπει νά συντελέσωμε ὅλοι μας στήν προώθηση τῶν πνευματικῶν ἀρχῶν τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἀδελφωσύνης καί τῆς εἰρήνης. Τοῦτο ὅμως θά μπορέσει νά γίνει μόνον ἐάν εἴμεθα ἡνωμένοι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ἑνός Θεοῦ». Μέ τό πρόσχημα τῆς ἀγάπης αὐτή ἡ οἰκουμενιστική ἀδελφωσύνη καί εἰρήνη, ἐξαφανίζει τίς διαφορές μεταξύ ὁμολογιῶν καί θρησκειῶν, σχετικοποιεῖ τήν πίστη καί ἐπιβάλλει τό νόθον δόγμα. Θέτει ἐκτός ζωῆς καί ἐνδιαφέροντος τόν Χριστό καί τό Εὐαγγέλιο, ἀπωθεῖ στά ἀζήτητα τήν μία ἀληθινή ᾿Εκκλησία.

-Απόσπασμα από το Στέργιος Ν. Σάκκος, Κίνδυνος Οικουμενισμού (4)
(Στέργιος Σάκκος, ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)

Περί υπάκοής

Περί υπάκοής
Παρόμοια και εκείνος ο αδελφός που τον έστειλε ο Γέροντάς του για διάφορες απαραίτητες εργασίες στον «αποκρισάριό» του στην πόλη, όταν κατάλαβε ότι η κόρη του «αποκρισάριου» ήθελε να τον παρασύρει στην αμαρτία, λέγοντας μόνο: «Θεέ μου, με τις ευχές του Γέροντά μου, γλύτωσέ με» [1], αμέσως βρέθηκε στο δρόμο που οδηγούσε  στο Γέροντά του; [2] Πόση βοήθεια παίρνει κανείς και με μόνη την επίκληση των ευχών του Γέροντά του; Για να πει: «Θεέ μου, με τις ευχές του Γέροντά μου, γλύτωσέ με», αμέσως βρέθηκε στο δρόμο. Κατανοείτε και των δυο την ταπείνωση και την ευλάβεια. Βρίσκονταν σε ανάγκη, και ήθελε ο Γέροντας να στείλει τον αδελφό του στον «αποκρισάριόι» του, και δεν του είπε: «Πήγαινε». Αλλά του είπε: «Θέλεις να πας»; Παρόμοια και ο αδελφός δεν είπε: «Θα πάω», αλλά του είπε: «Θα κάνω όπως θέλεις». Γιατί και τους πειρασμούς που θα συναντούσε φοβόταν, και το να κάνει παρακοή στο Γέροντά του. Κατόπιν μόλις δυσκολεύτηκαν περισσότερο, του λέει ο Γέροντας: «Σήκω, πήγαινε» και δεν του είπε:« Ελπίζω ότι ο Θεις θα σε σκεπάσει», αλλά του λέει:«Ελπίζω ότι, με τις ευχές του Γέροντά μου, ο Θεός θα σε σκεπάσει». Παρόμοια και ο αδελφός, όταν βρέθηκε στην πειρασμό, δεν είπε:« Θεέ μου, γλύτωσέ με», αλλά: «Θεέ μου, με τις ευχές του Γέροντά μου, γλύτωσέ με». Και καθένας τους είχε την ελπίδα στις ευχές του Γέροντά του.
[1] «Δι' ευχών του Γέροντος».
Συνηθισμένη έκφραση των μοναχών. Φανερώνει την απουσία βιωμάτων παρρησίας προς το Θεό. Ξεκινάει από τη θεωρητική παραδοχή της ταπεινόφρονης αυτοκατακρίσεως, προχωρεί στην πρακτική αναγνώριση της εμπάθειας και της αδυναμίας του υποτακτικού και οδηγεί στην πραγματική βίωση της ταπεινώσεως με τη μορφή της Χριστομίμητης και Χριστοκεντρικής κενώσεως.
Ο μοναχός (ο υποτακτικός) διώχνει κάθε ίχνος αυτοσεβασμού, αυτοδικαιώσεως ή αυτοαγωγής και αυτοπεποιθήσεως. Την έκβαση του αγώνα για τον αγιασμό και τη σωτηρία τουτην αποθέτει στην προσωπικότητασ του Γέροντα, όχι γιατί δε μπορεί να καλλιεργήσει άμεσα Χριστοκεντρικά βιώματα, αλλά γιατί θέλει να ελεγχει κάποιος, πιο προοδευμένος και πιο ασφαλής, και αυτόν ακόμα τον Χριστοκεντρισμό των βιωμάτων του.
Έτσι σ' όλη του τη ζωή ο μοναχός πορεύεται, διακονεί, προσεύχεται, ασκείται και πολλές φορές θαυματουργεί «δι' ευχών του Γέροντος» και ταπεινούμενος φυλάσσει την ταπεινοφροσύνη και ταπεινόφρων ανέρχεται στις έσχατες βαθμίδες της «υψοποιού ταπεινώσεως», ώστε να φτάνει να εύχεται και να ζητάει το έλεος του Θεού «δι' ευχών όλου του κόσμου».
 [2] «Αδελφός ήλθεν από Σκήτεως προς τον Αββάν Αμμούν και λέγει αυτώ. Πέμπει με ο Πατήρ μου εις διακονίαν, και φοβούμαι την πορνείαν. Λέγει αυτώ ο γέρων, οίαν ώραν έρχεταί σοι πειρασμός, ειπέ: Ο Θεός των δυνάμεων, ευχαίς του Πατρός μου, εξελού με. Εν μιά των ημερών έκλεισε παρθένος την θύραν επάνω αυτού, και βοήσας φωνή μεγάλη είπεν, Ο Θεός του Πατρός μου, εξελού με. Και ευθέως ευρέθη εις την οδόν της Σκήτεως.» (Αβ. Αμμούν P.G. 65, 128 D.)
 Αbβά Δωρόθεου
Έργα Ασκητικά 
ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ (σελ. 107)