Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ μας

Ἡ ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ μας
http://HristosPanagia3.blogspot.com
Ὁ Χριστός ζητᾶ ἀπό μᾶς τά πάντα.

1) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας, λέγοντάς μας: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».  
Δηλ. «Ὅποιος θέλει νά γίνει δικός Μου, πρέπει νά ἀπαρνηθεῖ τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό του, νά σηκώσει τόν Σταυρό του, πού σημαίνει νά νεκρωθεῖ ὡς πρός τήν ἁμαρτία, ὡς πρός τόν κόσμο (νά ἀποβάλει τό κοσμικό φρόνημα), νά ἀπαρνηθεῖ τόν διάβολο καί νά μέ ἀκολουθήσει τηρώντας ὅλα ὅσα λέω». Ἄν ἀληθινά θέλουμε νά εἴμαστε μαθητές Ἐκείνου, πρέπει νά ξεχάσουμε τελείως τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό μας, νά ἀπορρίψουμε καί νά μισήσουμε κάθε ἁμαρτία· ἀκόμη, θά πρέπει νά κάμνουμε καί τό καλό, νά τηροῦμε ὅλες τίς ἐντολές καί νά νεκρωθοῦμε ὡς πρός τό κοσμικό φρόνημα, τήν ἁμαρτία καί κάθε πάθος.  
Δέν πρέπει νά ἀφήσουμε ἀνεξάλειπτη καμμία ἁμαρτία, ἀκόμη καί ἄν εἶναι πολύ μικρή, διότι μπορεῖ αὐτή νά μᾶς παρασύρει κατόπιν σέ μεγαλύτερο κακό.

Ἐπιθυμοῦμε τήν αἰώνια ζωή... Θέλουμε νά κερδίσουμε τόν Παράδεισο. Ὅμως, τίποτε δέν κερδίζει κανείς χωρίς κάποιο τίμημα. Θέλουμε νά χτίσουμε τήν οὐράνια κατοικία μας, πού θά διαρκέσει αἰώνια. 
Ἄν γιά νά χτίσουμε τήν ἐπίγεια, τήν προσωρινή, κατοικία μας καταβάλλουμε τόσους κόπους καί κάνουμε τόσα ἔξοδα, πόσο μᾶλλον θά πρέπει νά κοπιάσουμε γιά νά οἰκοδομήσουμε τήν αἰώνια κατοικία μας. Χρειάζεται νά θυσιάσουμε, νά «χάσουμε», κάποια πράγματα, τά ὁποῖα βέβαια εἶναι μηδαμινά μπροστά στήν αἰώνια χαρά καί μακαριότητα τοῦ Παραδείσου. 
Γι' αὐτό λέει καί ἡ Ἀγία Γραφή: «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». Δέν εἶναι τίποτα τά παθήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς μπροστά στήν δόξα πού πρόκειται νά μᾶς ἀποκαλυφθεῖ στήν αἰωνιότητα.

Ὡστόσο, ὁ Χριστιανός φαίνεται ὅτι χάνει πολλά πράγματα:


α) Τήν ἄνεσή του. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν». Χρειάζεται νά πάρουμε διαζύγιο ἀπό τήν ἄνεση καί τήν καλοπέραση, ἀπό τήν τήν τεμπελιά καί τήν ἀνεμελιά.
Ἀπαιτεῖται νά ἀσκήσουμε κάποια πίεση στὀν ἑαυτό μας. «Σκάμμα ἐστίν ὁ παρών βίος», λέει ὁ Ἄγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
Ἡ ἐκκλησία ἔχει δύο Ἑνότητες μελῶν: τήν ἐπίγεια ἤ στρατευομένη καί τήν Οὐράνια ἤ Θριαμβεύουσα. Ἐμεῖς ἀνήκουμε στήν ἐπίγεια. Τό ὄνομα στρατευομένη δέν εἶναι τυχαῖο. Ὑποδηλώνει ὅτι βρισκόμαστε σέ κατάσταση ἐκστρατείας, σέ πολεμικές ἐπιχειρήσεις. Γι’ αὐτό καί ἀπαιτεῖται ἐπαγρύπνηση, νήψη, ἀπάρνηση τῆς ἄνεσης. Ἡ μάχη εἶναι διαρκής, χωρίς ἐλπίδα ἀνακωχῆς. Οἱ ἐνέδρες τοῦ ἐχθροῦ πολλές. Δέν χωράει τεμπελιά, ἀμέλεια καί ἀπροσεξία.

β) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τίς ἁμαρτωλές ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς.
Ὄχι ὅλες τίς ἀπολαύσεις, ἀλλά μόνον τίς ἁμαρτωλές, αὐτές πού τελικά ἀποδεικνύονται μάταιες καί μᾶς κάνουν νά βιώνουμε τήν δυστυχία, τήν ἀηδία καί τόν θάνατο. Γι’ αὐτό λέει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Πάντων ἀπόλαυσον, μόνον ἁμαρτίας ἀπόστηθι».

γ) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τό κοσμικό μέλλον μας, ἴσως καί τήν καρριέρα μας.
Παραδείγματα πολλά ἀπό τήν ζωή τῶν ἁγίων, τῶν μαρτύρων ἀλλά καί τῶν συγχρόνων Χριστιανῶν, π.χ. Μακρῆς (πόλεμος ἀπό Μασωνία), σύγχρονοι Ρῶσοι χριστιανοί ἐπιστήμονες (ἅγιος Λουκᾶς Κριμαίας, ὁ ἰατρός).

δ) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τήν ἀναγνώριση τοῦ κόσμου, τῶν συγγενῶν καί τῶν φίλων μας.
Γεύεται κάποτε καί τόν διωγμό, ἀκόμη καί ἀπό τούς λεγόμενους δικούς του ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος μᾶς τό εἶπε:
«Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζεῖν διωχθήσονται». Κάνει ἐντύπωση τό «Πάντες».

Θά τολμούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἄν δέν ἔχουμε διωγμό θά πρέπει νά ἀνησυχοῦμε γιά τήν ποιότητα τοῦ χριστιανισμοῦ μας. Πάλι, ὁ Κύριος μᾶς εἶπε: «Ἀλλοίμονο ἄν σᾶς ποῦν καλά (σᾶς ἀποδεχθοῦν καί σᾶς ἐπαινέσουν) ὅλοι οἱ ἄνθρωποι» Αὐτό σημαίνει ὅτι συμβιβαζόμαστε μέ ὅλους, πᾶμε ὅπως φυσάει ὁ ἄνεμος. 
Ἀντιθέτως, εἴμαστε μακάριοι ὅταν μᾶς ὀνειδίσουν, μᾶς διώξουν, μᾶς συκοφαντήσουν, μᾶς περιφρονήσουν, διότι θέλουμε νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό καί νά τηρήσουμε τό εὐαγγέλιο. Ἡ σύγκρουση μέ τόν κόσμο (τό κοσμικό πνεῦμα) εἶναι ἀναπόφευκτη. 
Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, ἡ πόλωση εἶναι πολύ ἔντονη. Τεράστια ἀπόσταση χωρίζει τήν κατά Χριστόν ζωή ἀπό τήν ζωή τοῦ κόσμου.

2) Ὁ Χριστός μας δέν θέλει νά διχαζόμαστε.

Μᾶς εἶπε:
«Κανείς δέν μπορεῖ νά δουλεύει σέ δύο κυρίους. Δέν μπορεῖτε νά δουλεύετε ταυτόχρονα στόν Θεό καί στόν Μαμωνᾶ.(στόν Θεό καί στόν Διάβολο)»
Ἄν κανείς περπατᾶ ταυτόχρονα σέ δύο δρόμους, θά σχιστεῖ στή μέση, τελικά θά αὐτοδιαλυθεῖ.
Εἶναι σχιζοφρενική συμπεριφορά, πού ὑποδηλώνει διπλῆ προσωπικότητα, ἐσωτερική διάσπαση τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, ἐπανάλειψη τοῦ προπατορικοῦ λάθους. Εἶναι πνευματικός ἀλλοιθωρισμός. 
Ἐνῶ ὁ Θεός εἶναι τό Πᾶν, ἐμεῖς Τόν ἀφήνουμε καί ἀκολουθοῦμε τόν προαιώνιο ἐχθρό. Προσπαθοῦμε νά φτάσουμε στήν Θέωση, ἐμπιστευόμενοι στόν ἑαυτό μας· δέν δινόμαστε ἀπόλυτα στόν Χριστό. Διχαζόμαστε ἐσωτερικά, μέ ἀποτέλεσμα νά πλησιάζουμε διστακτικά, γεμᾶτοι φοβίες καί ἀναστολές. 
Ἡ πίστη μας εἶναι ὑποτονική καί τρεμοσβήνει. Ἡ θέρμη τῆς ἀγάπης μας: πολύ περιορισμένη. Ἡ χλιαρότητα κυριαρχεῖ.

Καί ὁ Λόγος φοβερός:
«Τούς χλιαρούς θά τούς ἐμέσω», λέει ὁ Κύριος στήν Ἀποκάλυψη. «Ἔπρεπε νά εἶσαι», γράφει ὁ Θεός στόν ἐπίσκοπο τῆς Λαοδικείας, «ἤ ψυχρός ἤ θερμός». Δηλ. θά ἔπρεπε νά εἶσαι ἀκέραιος καί ὁλόκληρος, ὄχι διχασμένος καί μεσοβέζικος. 
Ὁ ψυχρός ἔχει τήν ἐλπίδα κάποτε νά συναισθανθεῖ τήν παγωνιά τῆς ἁμαρτίας καί νά μετανοήσει. Ὁ θερμός εἶναι μακάριος, διότι ἀπολαμβάνει τή γλυκειά θαλπωρή τῆς κατά Χριστόν ζωῆς. 
Ὁ χλιαρός ὅμως κάνει, θά λέγαμε, τόν Θεό νά ἀηδιάζει. Δέν μετανοεῖ, διότι νομίζει ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη μετανοίας. Εἶναι ὑποκριτής καί ἀποκοιμίζει τή συνείδησή του τηρώντας κάποια ἐξωτερικά πράγματα. Ἡ καρδιά του ὅμως εἶναι διχασμένη. Εἶναι κατά ἕνα ποσοστό δοσμένη στόν Χριστό καί κατά τό ὑπόλοιπο δοσμένη στόν Ἀντίχριστο.

Ὁ χριστιανός, ἀντίθετα, εἶναι ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος. Μέλος τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι «πολίτης αὐτοῦ τοῦ κόσμου».

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ κόσμου εἶναι «χίλια κομμάτια μέσα του», γεμᾶτος ἄρρωστες προσκολλήσεις, ἐξαρτήσεις καί ἐπιθυμίες. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἑνοειδής», ἑνοποιημένος καί ἀληθινά ἐλεύθερος. 
Ὅλες του οἱ ψυχικές δυνάμεις εἶναι ἑνωμένες καί κατευθύνονται πρός τόν Θεό. Νοῦς, λόγος καί πνεῦμα, διά τῆς ἀδιάλειπτης νοερᾶς προσευχῆς, ἔχουν γίνει «ἕνα» στόν ἀληθινά ἐκκλησιαστικοποιημένο ἄνθρωπο. Τέτοιοι πρέπει νά γίνουμε ὅλοι, εἴτε εἴμαστε λαϊκοί στόν κόσμο εἴτε μοναχοί.

Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ σωστά, καί ψυχικά καί σωματικά. Δέν εἶναι διχασμένη προσωπικότητα, ὅπως συμβαίνει μέ τόν ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, πού κατά βάθος «δέν ξέρει τί θέλει».

Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, εἴτε ζοῦν μέσα σ’ ἕνα μοναστήρι εἴτε μέσα σέ μία κοσμική ἐνορία, εἶναι ἄνθρωποι πού ἀνήκουν στόν Χριστό καί ὄχι στόν κόσμο. Εἶναι «μέλη Χριστοῦ» καί ὄχι «μέλη τοῦ κόσμου».

Ὅταν ἕνας ἀσκητής βγαίνει ἀπό τό Μοναστήρι του γιά νά βοηθήσει πνευματικά τούς χριστιανούς πού ζοῦν στόν «κόσμο», δέν «βγαίνει στόν κόσμο», ὅπως συνήθως λέγεται. Ἀντίθετα, πηγαίνει στήν Ἐκκλησία καί συναντᾶ τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς του, πού ζοῦν «ἐν τῷ κόσμῳ» ἀλλά δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου». Ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Κοινότητα τῆς Ἐρήμου μεταβαίνει στήν Ἐκκλησιαστική Κοινότητα τοῦ κόσμου.

3) Ὁ Χριστός ζητάει ὁλόκληρη τήν καρδιά μας, ὁλόκληρο τό ἐσωτερικό μας.

Μᾶς λέει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου,...».
Μᾶς ζητάει ὅλη τήν καρδιά μας, ὅλο τόν νοῦν μας, ὅλη τήν δύναμή μας. Ὅλα αὐτά νά Τοῦ τά δώσουμε ἀγαπώντας Τον. Ζητάει ὅλη τήν ὕπαρξή μας. 
Ὄχι γιά τόν ἐαυτό Του, ἀλλά γιά μᾶς. Διότι θέλει νά σώσει τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, θέλει νά μᾶς ζωοποιήσει καί νά μᾶς ἁγιάσει. Ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει ἄν δέν τοῦ δοθοῦμε ὁλόκληροι. 
Πρέπει ὅλη τήν ἀγάπη μας νά τήν δίδουμε στόν Χριστό. Ὅλες οἱ σκέψεις μας νά εἶναι γιά τόν Θεό, καί ὅλο τό συναίσθημα καί τά πάντα γιά τόν Θεό.
Ὁ Θεός μᾶς θέλει ἀπόλυτα δικούς Του.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα «ἐπιποθεῖ», σφόδρα ἐπιθυμεῖ, νά ἑνωθεῖ μαζί μας. Θέλει τήν καρδία μας ὁλόκληρη. Τήν θέλει καθαρή. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀγαπᾶ «ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας καί διανοίας τόν Κύριο»[1]. Ἄν ἔχει καί ἄλλες ἀγάπες, τότε εἶναι «ἄπιστος», ἔχει καταλύσει τήν ἕνωση μέ τόν Κύριο.

Ὁ Κύριος εἶναι «Θεός ζηλωτής»[2] δηλ. «ζηλότυπος». Μᾶς θέλει ἀποκλειστικά δικούς του. Δέν μπορεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα νά μείνει μέσα στόν ἄνθρωπο πού εἶναι διχασμένος. Μιά καρδιά μοιρασμένη σέ πολλές κοσμικές ἀγάπες εἶναι μιά καρδιά μολυσμένη, τυφλή, ἀκατάλληλη νά δεχτεῖ τόν Κύριο.

Ἄν δώσουμε ἔστω καί κάτι στόν ἐχθρό, αὐτό μπορεῖ νά γίνει αἰτία τῆς ἀπώλειάς μας. Ὅπως ἕνας πολεμιστής, πού ἐκθέτει ἕνα τμῆμα τοῦ σώματός του ἀφύλακτο στόν ἐχθρό, μπορεῖ σ' ἐκεῖνο τό σημεῖο νά δεχθεῖ καίρια τήν πληγή ἀπό τό ἐχθρικό βέλος καί νά ἀποθάνει. 
Ὅπως μιά πόλη, πού ἔχει κενά στήν ἀμυντική της γραμμή, κινδυνεύει ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἁλωθεῖ ἀπό τούς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά εἰσέλθουν στήν πόλη διά μέσου ἐκείνου τοῦ ἀδυνάτου σημείου.
Διά τοῦτο...

4) Ὁ Κύριος μᾶς ζητάει νά τηροῦμε ὅλες τίς ἐντολές καί καμμία νά μήν καταφρονοῦμε

Μετά τήν ἀνάσταση εἶπε στούς Ἀποστόλους:
«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν».
Κάνει ἐντύπωση ἡ λέξη «πάντα», δηλ. ὅλα, ὅλες τίς ἐντολές πρέπει νά τηρήσουμε. Ὁ Κύριος, μαζί μέ τήν ὀρθή πίστη γιά τήν Ἁγία Τριάδα, συνέζευξε καί τήν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν. Εἶναι ἀδύνατον νά σωθεῖ ὁ βαπτισθείς, ἄν δέν ἔχει καί τά δύο αὐτά.

Διά τοῦτο καί ὁ Δαβίδ ἔλεγε:
«Πρός πάσας τάς ἐντολάς σου κατωρθούμην· πᾶσαν ὁδόν ἄδικον ἐμίσησα», διότι ἐναντίον κάθε ἄδικης ὀδοῦ μᾶς ἔχει καί μιάν ἀντίστοιχη θεϊκή ἐντολή. Ἄν παραλειφθῆ ἡ τήρηση κάποιας ἀπό τίς ἐντολές, τότε ἀντεισάγεται ἡ ἀντικείμενη σ' αὐτήν ὁδός τῆς κακίας. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε καί τήν δύναμη ὥστε νά εἶναι κατορθωτή ἡ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν, μέ τό νά μᾶς πεῖ:
«...ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.».
Αὐτήν τήν δύναμη καί ἐξουσία ἀφοῦ ἔλαβε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ»· καί πάλιν «οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ τήν σάρκαν ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις»· καί πάλιν «ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται, κἀγώ τῷ κόσμῳ». Ὅλες δέ οἱ ἐντολές, ἄν καί εἶναι πολλές, ἀνακεφαλαιώνονται σ' ἕναν λόγο, στό νά «ἀγαπήσεις τόν Κύριο καί Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Ἐκεῖνος ἑπομένως πού ἀγωνίζεται, ἄν τηρεῖ αὐτόν τόν λόγο, κατορθώνει ὅλες μαζί τίς ἐντολές.

5) Ὁ Χριστός ζητάει ὁλόκληρη τήν ζωή μας.

Γι’ αὐτό μᾶς εἶπε: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».

Δέν εἶναι κάτι διαφορετικό ὁ Χριστός καί ἡ ζωή μας. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ζωή μας. Δέν ὑπάρχουν ὧρες τοῦ Χριστοῦ καί ὧρες τοῦ διαβόλου. Αὐτός πού μετανόησε ἀληθινά δέν ἔχει ὧρες πού ὀφείλει νά κάνει τό καλό καί ὦρες πού πρέπει νά ἀσωτεύει οὔτε ἔχει καιρό εὐσεβείας καί καιρό παρανομίας.

Ὁ Χριστός μᾶς ζητάει ὅλο τόν χρόνο μας, ὅλη τήν ζωή μας. Ζητάει καί τήν ἐργασία μας καί τήν βόλτα μας καί τήν ὥρα τῆς ἀνάπαυσής μας.Γιατί ὅλα πρέπει νά δοθοῦν στόν Χριστό καί ὅλα νά εἶναι γεγονότα μέ πνευματική σημασία. Ὅλα νά εἶναι γιά Ἐκεῖνον… Γεγονότα πού θά μᾶς ἑνώνουν μαζί Του.

Μία βόλτα εἶναι ἄραγε πνευματικό γεγονός;
Εἶναι.
  • Ὅλα εἶναι πνευματικά. 
  • Ὅλα ἔχουν πνευματική σημασία. 
  • Ὅλα ἤ μᾶς πλησιάζουν ἤ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό. 
  • Ὅλα ἤ μᾶς προσθέτουν Θεία Χάρη ἤ μᾶς ἀφαιροῦν.
  • Ὅλα ἤ ἐνεργοποιοῦν τήν Βαπτισματική Θεία Χάρη ἤ τήν ἀπενεργοποιοῦν.
  • Ὅλα ἤ μᾶς ὑψώνουν ἤ μᾶς κατεβάζουν. 
  • Ὅλα ἤ μᾶς ὁδηγοῦν στόν Χριστό μας ἤ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό μας. 
  • Τίποτε δέν εἶναι οὐδέτερο.
  • Τίποτε δέν εἶναι χωρίς σημασία. 
  • Τίποτε δέν εἶναι ἀδιάφορο. 
  • Ὅλα εἴτε μᾶς οἰκοδομοῦν πνευματικά εἴτε μᾶς γκρεμίζουν. Ὁ ἄνθρωπος κάθε στιγμή εἶναι ἤ Χριστολάτρης ἤ Χριστομάχος.
Ὁ Κύριος μᾶς τό εἶπε ξεκάθαρα: «Ὁ μή ὤν μετ’ Ἐμοῦ κατ’ Ἐμοῦ ἐστίν».   
Καί πάλι μᾶς εἶπε: «Ὁ μή συνάγων μετ’ Ἐμοῦ σκορπίζει». 
Ὅποιος δέν συγκεντρώνει μαζί Μου, σκορπίζει.
Ὅποιος δέν χτίζει μαζί μου, γκρεμίζει· ὅποιος δέν  θησαυρίζει μαζί Μου, σπαταλάει· ὅποιος δέν δημιουργεῖ μαζί Μου, καταστρέφει.

«Κάθε ἄνθρωπος…εἶναι ἢ Χριστόφιλος ἢ Χριστομάχος», μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία του στὸ Α´ Ἰω. δ´ 3).

Ἄν στήν βόλτα σου δέν εἶσαι μαζί μέ τόν Χριστό, τότε εἶσαι ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. 
Θά πεῖς ἴσως: «Μά δέν κάνουμε κάτι κακό».
Καί ὅμως, κάνουμε. Παραβαίνουμε τήν Α΄ Ἐντολή. 
Κάνουμε κάτι πού δέν ἔχει σχέση μέ τό ἀληθινό κάλλος καί τόν «κάλλει Ὡραῖο» Κύριο, ὁ Ὁποῖος μᾶς ζητάει τά πάντα:
  • Ὅλο τόν χρόνο μας, 
  • ὅλη τήν σκέψη μας, 
  • ὅλη τήν ἐνεργητικότητά μας,
  • ὅλη τήν ἀγάπη μας, 
  • ὅλη τήν βούλησή μας, 
  • ὅλα τά θελήματά μας, 
  • ὅλη τήν ψυχή μας, 
  • ὅλο τό σῶμα μας,
  • ὅλην τήν ψυχοσωματική μας ὑπόσταση. 
Τά ζητάει ὅλα, γιά νά τά κάνει ὅλα ἕνα μ’ Αὐτόν τόν Ἴδιο, καί ἔτσι νά τά σώσει.
-Πῶς μᾶς τά ζητάει; Μήπως ὑπερβάλλουμε;
-Καθόλου.
Μᾶς τά ζητάει ἀκριβῶς μέσῳ τῆς Α΄ Ἐντολῆς:
«Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου».

Ζητάει καί κάθε τι πού κάνουμε. Θέλει ὅλα νά ξεκινοῦν ἀπό Αὐτόν καί νά καταλήγουν σέ Αὐτόν.
Ἡ ἀφορμή γιά κάθε τι νά εἶναι Αὐτός.

Ἐπίσης, τό τέλος, ὁ σκοπός γιά κάθε τί, νά εἶναι πάλι ὁ Χριστός μας.
Ξεκάθαρα μᾶς τό εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι τό Α καί τό Ω, ἡ ἀρχή καί τό τέλος». 
Ὅ,τι δέν ἔχει ἀρχή Ἐμένα, δέν ἔχει ὕπαρξη. 
Εἶναι μή ὄν, εἶναι ἀνυπόστατο, εἶναι κακό (τό κακό πράγματι εἶναι ἀνυπόστατο).

Μόνο ὅ,τι ἀρχίζει ἐξ αἰτίας τοῦ Χριστοῦ μας καί σκοπεύει στόν Χριστό μας, στήν εὐαρέστησή Του, εἶναι εὐλογημένο, εἶναι ἀληθινά ὡραῖο καί ἔχει πραγματική ὀντότητα.
Μόνο ὅ,τι ἔχει Χριστό, 
μόνο ὅ,τι ἔχει τήν Θεία Χάρη, 
μόνο ὅτι ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπό τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ καί ἔχει προσφερθεῖ πάλι ἀγαπητικά στόν Χριστό, 
μόνο αὐτό ὐπάρχει στήν πραγματικότητα καί στήν αἰωνιότητα.

Διότι μόνο ὁ  Χριστός εἶναι ὁ Ὤν (ὁ ἀληθινά ‘Υπάρχων). 
Μόνο  ὅ,τι εἶναι δικό Του ὑπάρχει ἀληθινά καί εἶναι ἀληθινά καλό. 
Μόνο ὅ,τι συνδέεται μαζί Του ἀποκτᾶ ἀληθινό κάλλος.   
Κάθε πρόσωπο,
πρᾶγμα,
τέχνη, 
πράξη, 
σκέψη, 
πολιτισμός, 
«δημιουργία», χωρίς Χριστό εἶναι:
κακή, 
ἀνυπόστατη, 
χωρίς κάλλος,
χωρίς ὀντότητα, 
χωρίς Πνεῦμα.
Ἑπομένως κάθε γεγονός,
κάθε σκέψη, 
κάθε φαντασία, 
κάθε κίνηση, 
κάθε πράξη μας 
ἔχει πνευματικές διαστάσεις, 
ἔχει πνευματική ἐπίδραση, 
ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν πνευματική μας ζωή.
Ἐπηρεάζει τόν πνευματικό μας ἀγῶνα, ἐπιδρᾶ εἴτε θετικά εἴτε ἀρνητικά στήν προσπάθειά μας γιά τήν «ἐν Χριστῷ» σωτηρία μας.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι σέ κοινωνία μέ τόν ἄκτιστο Τριαδικό Θεό, τότε ζεῖ καί σώζεται.
Ὅταν ἡ ἀγαπητική κοινωνία μέ τόν ἐν Τριάδι Θεό διακόπτεται, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, τότε ὁ ἄνθρωπος βαδίζει τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας.
Κάθε τί πού λειτουργεῖ ὡς ἐμπόδιο στήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἶναι βλαβερό, εἶναι σκάνδαλο, καί πρέπει νά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ζωή τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου.

Ἁπλούστερα καί πιό συγκεκριμένα θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι κάθε τί πού ἐμποδίζει τήν προσευχή, 
τήν ἐν Χριστῷ ἄσκηση, 
τήν ταπείνωση, 
τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη –τά ψυχικά καί τά σωματικά–
εἶναι σκάνδαλο 
καί πρέπει νά ἀπομακρύνεται ἀπό τή ζωή τοῦ ἀγωνιστοῦ ὀρθόδοξου Χριστιανοῦ.

Ὁ Χριστιανός δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλοτε δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε δοῦλος τοῦ διαβόλου, ἀλλά πάντοτε εἶναι ὁ ἴδιος.
Ἐκεῖνος πού κάνει τήν ἁμαρτία, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, καί ἐκεῖνος πού εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας δέν μπορεῖ νά ὑπηρετεῖ ταυτόχρονα καί τόν Θεό, ὅπως μᾶς τό ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος: «οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» καί ὁ Ἀπόστολος: «Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός βελίαρ; τίς δέ συγκατάθεσις Ναῷ Θεοῦ μετά εἰδώλων;» Γι’αὐτό καί μᾶς προτρέπει τό Ἅγιο Πνεῦμα: «καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, καί τότε ἐπιτελοῦμεν ἁγιωσύνην ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ», δηλ. κάθε καλό ἔργο. Διότι ἐκεῖνος πού ἀπέφυγε τά περισσότερα ἀπό τά ἁμαρτήματα, ὅμως κυριεύεται ἔστω καί ἀπό ἕνα, ἔστω καί ἀπό τό πιό ἐλάχιστο καί τυχαῖο, δέν εἶναι ἐλεύθερος· διότι «ᾧ τις ἥττηται, τούτῳ καί δεδούλωται». Εἶναι ἀδύνατον νά νικήσει κανείς τά μεγάλα πάθη, ἄν πρῶτα δέν κυριαρχήσει στά μικρά.
Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὅλη δοσμένη στόν Χριστό. Οἱ μικρές ὑποχωρήσεις εἶναι αἰτίες ἀποξένωσης ἀπό τόν Χριστό καί ἀπενεργοποίησης τῆς Βαπτισματικῆς Θείας Χάρης.
Ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου: Μείνατε ἐν Ἐμοί, ἀντηχεῖ συνεχῶς στήν καρδιά αὐτῶν πού θέλουν νά εἶναι Χριστόφιλοι-Χριστολάτρες καί ὄχι Χριστομάχοι.
6) Ὅ,τι δίνουμε στόν Χριστό ἀξιοποιεῖται στόν μέγιστο βαθμό. Ὅτιδήποτε προσφέρει ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό (ἀπό ὅσα τοῦ χάρισε Ἐκεῖνος, π.χ. τάλαντα, χαρίσματα, γνώσεις, χρόνο, δύναμη, ἀγάπη) δέν τό χάνει ἀλλά τό κερδίζει 30 ἤ 60 ἤ 100 φορές παραπάνω. Δέν ἔχουμε τίποτε παρά μόνο ἐκεῖνα πού δίνουμε στόν Χριστό.

Ἐπίλογος

Ὁ κόσμος –σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά– ξέρει τί σημαίνει ἄνεση, καλοπέραση ἀλλά καί τί σημαίνει ἐσωτερικό κενό, ἀνασφάλεια ,ἀβεβαιότητα, ἄγχος, μοναξιά. Ἡ ἁμαρτία ὁδηγεῖ στόν θάνατο (ψυχικό καί σωματικό). Ἡ ἁμαρτία δέν δίνει χαρά. Καί πῶς νά δώσει; ἀφοῦ ἡ χαρά εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Δέν πρόλαβες, καρδιά μου, νά χαρεῖς...», ὁμολογεῖ ἕνας τραγικός σύγχρονος ποιητής πού αὐτοκτόνησε (Λαπαθιώτης).

Δέν κατάλαβε ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ὅτι μέσα ἀπό τά ὄχι τοῦ Θεοῦ βγαίνει σ' ἕνα ξέφωτο ἀληθινῆς κατάφασης καί ζωῆς.

Τό μέλλον διαγράφεται ἀβέβαιο καί ἀμφίβολο, ἄν δέν πιστεύουμε στόν Χριστό. Ἡ ζωή μας περνάει πολύ γρήγορα. Ἐπιτέλους ἄς μήν χρονοτριβοῦμε. Ἄς μήν μᾶς τρώει τό τί θά πεῖ ὁ κόσμος, τό ἄν θά μᾶς εἰρωνευτεῖ ἤ θά μᾶς ἀπορρίψει. Ὁ Κύριος μᾶς τό εἶπε ξεκάθαρα: «Ὅλοι θά σᾶς μισήσουν». «Καί ἔσεσθε μισούμενοι ὑπό πάντων» . Ἀλλά οὐσιαστικά τίποτε δέν θά πάθουμε «Καί θρίξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μή ἀπόλλυται». Ἄς ἀπορρίψουμε –μιά γιά πάντα– τόν νοῦ τοῦ κόσμου, διότι «ἡμεῖς οἱ πιστοί νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» Δέν ζοῦμε πιά ἐμεῖς, ἀλλά ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός

Οἱ σημερινοί ἄνθρωποι θέλουν νά τά συμβιβάσουν ὅλα. Δέν τολμοῦν νά ἀρνηθοῦν τήν ἀλήθεια, ἀλλά καί οὔτε ἔχουν διάθεση νά τήν δοῦν κατάματα Δέν εἶναι ἕτοιμοι νά τήν ὑπερασπιστοῦν μέχρι τέλους, ὅ,τι καί ἄν τούς κοστίσει.

Ὅπως ἔλεγε ὁ Καμύ:
«Εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ περίπου». Περίπου ἐπιστήμονες, περίπου χριστιανοί, περίπου ἱεραπόστολοι, περίπου γονεῖς, περίπου συγγραφεῖς, περίπου ἱεραπόστολοι.
Ἀλλά τό περίπου, τό μισό, τό χλιαρό, εἶναι κόλαση!

Ἀντίθετα, ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν καί μᾶς θέλει τελείως δικούς Του καί ὄχι περίπου δικούς Του. «Τά πάντα εἶμαι ἐγώ γιά σένα καί ἐσύ τά πάντα γιά μένα. Τί περισσότερο θέλεις;» λέει ὁ Κύριος μέ τό στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Ὁ χριστιανός καλεῖται νά ζήσει μέσα στόν κόσμο ὄχι γιά νά συμβιβαστεῖ μαζί του ἀλλά γιά νά τόν ἀλλάξει, νά τόν μεταποιήσει. Ὁ χριστιανός ἀνατέμνει τήν κοινωνική ζωή καί χτυπᾶ τίς σάπιες δομές ξεκινώντας ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

Ἐπιτέλους ἄς τό καταλάβουμε: Ὁ ἄνθρωπος μακρυά ἀπό τόν Θεό ὑποφέρει πολύ χειρότερα πράγματα, καί τελικά δέν ἀπολαμβάνει τίποτα.

Ὁ Θεός νά δώσει γιά ὅλους μας ἕνα ἀποφασιστικό ξεκίνημα γιά ἕνα ὁλοκληρωτικό δόσιμο. Στό χέρι μας εἶναι, ἀρκεῖ νά τό θελήσουμε πραγματικά.

Συμπερασματικά: 
Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ είναι ΑΠΟΛΥΤΗ.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ, ΜΑΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΥ ΔΟΘΟΥΜΕ 100%. 
ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΙΧΑΖΟΜΑΣΤΕ.
ΔΕΝ ΜΑΣ ΘΕΛΕΙ ΛΙΓΟ ΚΟΣΜΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ. ΔΕΝ ΜΑΣ ΘΕΛΕΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΜΕ... ΜΕΤΡΟ!

ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ, ΜΕ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ, ΜΕ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΝΟΙΑ (ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ), ΜΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΥΠΑΡΞΗ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ Α΄ ΕΝΤΟΛΗ.


ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!

Νεο-Ἱερομάρτυς Δανιήλ Συσόγιεφ. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του για κάθε συμβουλή που του έδιναν οι γονείς του, ζητούσε αιτιολόγηση από την Αγία Γραφή. Εάν αυτό γινόταν εκπλήρωνε ότι του ζητούσαν οι γονείς του χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σ' αυτό φαίνεται ότι από τότε επιθυμούσε παντού και πάντοτε να εκπληρώνει το θέλημα του Θεού. (http://www.pistos.gr/orthodoxia/ierapostolh/i-dolofonia-tou-ierokiruka-daniil-sisogief-video)
Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ


ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

Τι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας

Επιμέλεια: Θεόδωρος Ρηγινιώτης, εκπαιδευτικός

Πατέρες και πατερικότητα της χριστιανικής θεολογίας

Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας (ή, εν συντομία, απλώς Πατέρες της Εκκλησίας) ονομάζουμε τους χριστιανούς ιερείς όλων των βαθμίδων1 (αλλά και μερικούς που δεν ήταν ιερείς) που αναγνωρίστηκαν ως πνευματικοί διδάσκαλοι και αναδείχθηκαν ως συγγραφείς διατυπώνοντας, οριοθετώντας και υπερασπιζόμενοι το χριστιανικό δόγμα2.
Κατά το δυτικό σχολαστικισμό, δηλαδή τη φιλοσοφική θεολογία που αναπτύχθηκε στη δυτική Ευρώπη μετά το Σχίσμα του 1054 και έφτασε στην ακμή της κατά το μεσαίωνα, η πατερική εποχή σταματά στον 6ο αιώνα μ.Χ. για τη δυτική Εκκλησία (τελευταίος δυτικός Πατέρας ο άγιος Ισίδωρος Σεβίλλης) και στον 8ο αιώνα για την ανατολική (τελευταίος ανατολικός Πατέρας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός). Η νεώτερη ιστορική και φιλολογική έρευνα, που αναπτύχθηκε στη δύση και υιοθέτησε τα κριτήρια του σχολαστικισμού, υιοθέτησε και αυτή την ιδέα και διαχωρίζει την «πατερική γραμματεία» (τα έργα των Πατέρων μέχρι τον 8ο αιώνα) από τη «βυζαντινή γραμματεία», δηλαδή τα έργα των Βυζαντινών συγγραφέων μετά τον 8ο αιώνα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως θεωρεί ότι η θεολογία της είναι πάντα πατερική και μόνο στο βαθμό που συνεχίζει να είναι πατερική μπορεί να είναι επίσης έγκυρη και αληθής. Έτσι, διακρίνει φορείς του πατερικού της πνεύματος σε όλους τους χριστιανικούς αιώνες, από το 2ο (πρώτη μετά τους αποστόλους γενιά, άγιοι Κλήμης Ρώμης, Πολύκαρπος Σμύρνης, Ιγνάτιος Αντιοχείας ο Θεοφόρος κ.ά.) μέχρι τους υστεροβυζαντινούς χρόνους (π.χ. άγιοι Γρηγόριος Παλαμάς, 14ος αι., Μάρκος Ευγενικός, 15ος αι.) αλλά και μετά το Βυζάντιο (άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, 18ος-19ος αι., οι Ρώσοι άγιοι του 19ου αι. Ιγνάτιος Μπραντσιανίνωφ και Θεοφάνης ο Έγκλειστος, Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ κ.ά.), ενώ και σήμερα διαφαίνονται έντονα αρκετοί αυθεντικοί φορείς του πατερικού πνεύματος της εκκλησιαστικής θεολογίας, κάποιοι από τους οποίους έχουν αναγνωριστεί επίσημα ως άγιοι [π.χ. οι άγιοι Νεκτάριος Πενταπόλεως, Λουκάς ο Ιατρός, Ιωάννης της Σαγκάης (Μαξίμοβιτς), Νικόλαος Αχρίδος (Βελιμίροβιτς) κ.ά.], ενώ άλλοι, αν και δεν έχουν αναγνωριστεί «επίσημα», με εκκλησιαστική «απόφαση» οποιουδήποτε είδους, αναγνωρίζονται στην πράξη ως τέτοιοι, όπως π.χ. οι άγιοι διδάσκαλοι Ιουστίνος Πόποβιτς, Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Φιλόθεος Ζερβάκος κ.ά.
Η εμμονή της Εκκλησίας στην πατερικότητα της θεολογίας της οφείλεται στο ότι θεωρεί τους Πατέρες αγίους, δηλαδή ανθρώπους με αυθεντική, χριστιανικώς εννοούμενη, σχέση με την άκτιστη (θεϊκή) πραγματικότητα, και ως εκ τούτου αξιόπιστους εκφραστές της δογματικής διδασκαλίας της, στην εγκυρότητα της οποίας υπεισέρχεται και ο παράγοντας της «θεοπνευστίας». Το χριστιανικό δόγμα εκφράζεται με το «φωτισμό του Αγίου Πνεύματος» (δηλ. του ίδιου του Θεού) και όχι με διανοητικούς συλλογισμούς –αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη θεολογία.
Για την Εκκλησία, βέβαια, η διαφορά αυτή έγκειται όχι στην επίκληση «αγιοπνευματικού φωτισμού», δηλαδή «θρησκευτικής αυθεντίας», αλλά στην πραγματική ύπαρξη του υπερβατικού αυτού στοιχείου, αλλιώς (αν έχουμε και στις δυο περιπτώσεις οντολογικά και σωτηριολογικά συστήματα κατασκευασμένα με ανθρώπινες διανοητικές διεργασίες, που απλώς επικαλούνται, για λόγους κύρους, κάποια επαφή με το θεϊκό Επέκεινα) αντικειμενική διαφορά μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας ουσιαστικά δεν υπάρχει3.

 
Πατέρες και φιλοσοφία

Σημειωτέον ότι το πατερικό έργο δεν εξαντλείται στην οριοθέτηση του χριστιανικού δόγματος, αλλά και αναπτύσσεται σε πλήθος ζητημάτων, που αφορούν στη διερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, ιδίως της ψυχής, και τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, το συνάνθρωπο, τον κόσμο και το Θεό, δηλαδή στη θεραπεία των συνεπειών του προπατορικού αμαρτήματος για κάθε άνθρωπο, για την ανθρωπότητα και για όλη την κτίση. Επίσης το πατερικό έργο βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τη φιλοσοφία και την επιστήμη της εποχής του (κάθε φορά). Κατά τούτο έχει νόημα η εξέταση των πατερικών συγγραμμάτων και από φιλοσοφικής απόψεως, καθώς αποτελούν ένα από τα πιο γόνιμα κεφάλαια της παγκόσμιας διανόησης. Δυστυχώς η επιστήμη της ιστορίας της φιλοσοφίας αγνοεί τη συμβολή τους, αν και σήμερα, μετά τις προσπάθειες Ελλήνων ερευνητών (όπως ο Κ. Δ. Γεωργούλης, ο Βασίλειος Τατάκης, ο επίσκοπος Περγάμου π. Ιωάννης Ζηζιούλας, ο Χρήστος Γιανναράς, ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος κ.ά.), η συμβολή τους αρχίζει να βγαίνει στο φως.
«Ένας ορθόδοξος νους στέκεται στο σημείο όπου συναντιούνται όλοι οι δρόμοι. Κοιτά προσεκτικά κάθε δρόμο και, από τη μοναδική του πλεονεκτική θέση, παρατηρεί τις συνθήκες, τους κινδύνους, τις χρήσεις και τον τελικό προορισμό κάθε δρόμου. Εξετάζει κάθε δρόμο από την πατερική σκοπιά, καθώς οι προσωπικές του πεποιθήσεις έρχονται σε πραγματική, όχι υποθετική, επαφή με την περιβάλλουσα κουλτούρα» (Ιβάν Κιρεγιέφσκι, ορθόδοξος Ρώσος συγγραφέας, παράθεμα από το βιβλίο "Η ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος" του π. Σεραφείμ Ρόουζ).
Οι Πατέρες της αρχαίας Εκκλησίας έχουν στο οπλοστάσιό τους ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία, άλλωστε είναι οι ίδιοι και φιλόσοφοι. Μόνο που εκείνοι δεν ενδιαφέρεται να «ερμηνεύσουν τον κόσμο» ή να περιγράψουν τους φυσικούς νόμους και τη λειτουργία τους –φευ για τη σύγχρονη υλιστική μας επιστήμη– αλλά για τη θέωση, που τη θεωρούν απαραίτητη προϋπόθεση για την πλήρη γνώση του κόσμου, δηλαδή σχέση με τον κόσμο. (Φυσικά αυτό για τη σύγχρονη επιστήμη φαίνεται χωρίς νόημα, γιατί είναι μια επιστήμη κατακτητική, όχι αγαπητική. Πώς ν’ αγαπήσεις αυτό που πρέπει να κατακτήσεις; Όλος ο πολιτισμός μας –ο δυτικός, που επιβλήθηκε πλέον παγκόσμια– είναι κατακτητικός. Ακόμη και οι μεγάλοι θαλασσοπόροι «εξερευνητές» ακολουθήθηκαν από επιδρομείς κονκισταδόρες, ενώ η εξερεύνηση του διαστήματος ονομάζεται κοινώς «κατάκτηση του διαστήματος»).
Σημειωτέον ότι η Εξαήμερος του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου π.χ. και το Περί κατασκευής του ανθρώπου του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, που συνεχίζει την Εξαήμερον, συνοψίζουν επίσης την επιστημονική γνώση της εποχής. Ιδίως ο άγ. Γρηγόριος επιστρατεύει φυσιολογία, ιατρική, ψυχολογία, κάνει λόγο περί ονείρων κ.τ.λ. Και ερμηνεύουν ορθολογικότατα, απορρίπτοντας την αστρολογία και τις λοιπές ανορθόλογες μορφές θρησκευτικότητας.
Ας έχουμε υπόψιν ότι, πριν την εγκληματική μεσαιωνική του διαστρέβλωση, ο χριστιανισμός εκπροσωπούσε τη λογική και την πρόοδο και η ειδωλολατρία τον ανορθολογισμό. Η Εκκλησία, όταν ιδρύθηκε, εναντιώθηκε ανοιχτά στη δεισιδαιμονία του ρωμαϊκού κόσμου θεωρώντας την παράλογη –την αστρολογία, την αστρολατρία, την αγγελολατρία, τη μαγεία, τη μαντεία, την υποταγή στο πεπρωμένο…

 
Οι Πατέρες είναι αλάθητοι;

Εδώ πρέπει να πούμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας, αν και άγιοι, δεν θεωρούνται αλάθητοι. Όμως εφαρμόζεται σ’ αυτούς ο λόγος του Κυρίου «ευλογημένοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό» (Ματθ. 5, 8), γίνονται «διδακτοί Θεού» (Ιω. 6, 45), γι’ αυτό η γνώμη τους είναι πιο έγκυρη από ενός οποιουδήποτε «επιστήμονα» θεολόγου (τη δική μου π.χ.), που δεν είναι καθαρός στην καρδιά. Τέτοιος έγκυρος ερμηνευτής –άγιος– μπορεί να είναι κι ένας ταπεινός και αγράμματος άνθρωπος (άντρας ή γυναίκα, ή και παιδί), αν η καρδιά του είναι αρκετά καθαρή. Το «μέγα μυστήριο της ευσεβείας» (Α΄ Τιμ. 3, 16) κατανοείται με την κάθαρση της καρδιάς, όχι με τη λογική (καρδιά δεν είναι ο χώρος των συναισθημάτων, αλλά ο τόπος όπου εγκαθίσταται το Άγιο Πνεύμα, αν είναι καθαρή, ή το κακό πνεύμα –μη γένοιτο– αν είναι γεμάτη πάθη, βλ. προς Γαλάτας 4, 6, Λουκ. 22, 3).
Αν και δεν είμαι τέλειος γνώστης της πατερικής γραμματείας και, πολύ περισσότερο, δεν είμαι καθόλου άγιος (ώστε να μπορώ να μιλήσω έγκυρα για τους αγίους), τολμώ να πω το εξής: Μερικοί Πατέρες, μέσα στο σύνολο των σπουδαίων συγγραμμάτων τους, υποστήριξαν και κάποιες διδασκαλίες που, κατά την ορθόδοξη θεολογία, είναι λάθος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο άγιος Αυγουστίνος, όμως υπάρχουν και άλλα παραδείγματα, όπως οι Σύριοι άγιοι Πατέρες Αφραάτης και Ισαάκ, που υποστήριξαν ότι η κόλαση θα είναι προσωρινή (επειδή την εξέλαβαν ως τιμωρία από το Θεό και γνώριζαν ότι ο Θεός της αγάπης δε μπορεί να τιμωρεί κάποιους αιώνια) κ.ά. Έτσι οι άγιοι Πατέρες καλό είναι να διαβάζονται στα πλαίσια της συνολικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και να μην απολυτοποιούνται οι απόψεις ενός ή δύο απ’ αυτούς. Κάτι το δεχόμαστε ως σωστό, όταν υποστηρίζεται από το σύνολο των αγίων της Εκκλησίας, έστω κι αν ένας δυο Πατέρες συμβεί να έχουν άλλη άποψη [ανάλυση του προβλήματος αυτού βλ. και στο βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ (ενός, ας τολμήσω να πω, Αμερικανού σύγχρονου Πατέρα της Εκκλησίας) Η ψυχή μετά το θάνατο – Οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της Ορθόδοξης διδασκαλίας, εκδ. Μυριόβιβλος].

 
Μερικοί Πατέρες

Μπορούμε να αναφέρουμε πρόχειρα και από μνήμης μερικούς από τους εκατοντάδες Πατέρες της Εκκλησίας:
  • Αποστολικοί Πατέρες (1ου αι.):(Κλήμης Ρώμης, Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Πολύκαρπος Σμύρνης),
  • Απολογητές (2ος αι.): άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, Αθηναγόρας ο Αθηναίος φιλόσοφος, Κοδράτος επίσκοπος Αθηνών, Θεόφιλος Αντιοχείας κ.ά.
  • Επόμενοι Πατέρες (2ος αι.): Ειρηναίος της Λυών, 3ος αι. Διονύσιος Ρώμης, Διονύσιος Αλεξανδρείας, Κυπριανός Καρχηδόνας κ.ά., 4ος αι. Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Αμβρόσιος Μιλάνου, Μαρτίνος της Τουρ, 4ος-5ος αι. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κ.π.ά., 5ος αι. Ιερός Αυγουστίνος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, 6ος αι. «Διονύσιος Αρεοπαγίτης», Λεόντιος ο Βυζάντιος, 7ος αι. Μάξιμος Ομολογητής, Ισαάκ ο Σύρος (συριακά), 8ος αι. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Βονιφάτιος της Γερμανίας, 9ος αι. Θεόδωρος ο Στουδίτης, Μ. Φώτιος … 15ος αι. Γρηγόριος Παλαμάς, 16ος αι. Μάρκος Ευγενικός κ.ά.

 
Ιδιαίτερες ομάδες Πατέρων

Μια ιδιαίτερη ομάδα Πατέρων της Εκκλησίας είναι εκείνοι που δεν άφησαν συγγράμματα, αλλά συνέβαλαν στη διατύπωση της ορθόδοξης θεολογίας με τη συμμετοχή τους σε τοπικές και, κυρίως, οικουμενικές συνόδους, όπως οι μεγάλοι άγιοι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου Σπυρίδων και Νικόλαος. Γενικά οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων τιμώνται συλλήβδην ως άγιοι, αφού όχι με βάση πολιτικά συμφέροντα και αυτοκρατορικές οδηγίες, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (που δέχτηκαν στην καθαρή καρδιά τους) διατύπωσαν τους όρους και τις διδασκαλίες των Συνόδων.
Υπάρχουν επίσης οι Νηπτικοί Πατέρες (δηλαδή δάσκαλοι της νήψης, της ορθόδοξης «ασκητικής επιστήμης» –αν και όλοι οι Πατέρες είναι και νηπτικοί): Μακάριος ο Αιγύπτιος (4ος αι.), Κασσιανός ο Ρωμαίος, Βενέδικτος της Νουρσίας, Διάδοχος της Φωτικής, Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ, 6ος αι.), Συμεών Νέος Θεολόγος (10ος-11ος αι.), Γρηγόριος ο Σιναΐτης, Νικήτας Στηθάτος (11ος αι.), Νικόλαος Καβάσιλας, Νικηφόρος ο Μονάζων κ.λ.π. (βλ. τη μνημειώδη συλλογή Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών, που συνέταξαν κατά την Τουρκοκρατία οι άγιοι Πατέρες Μακάριος Νοταράς και Νικόδημος ο Αγιορείτης και μετέφρασε στα ρώσικα ο Ρώσος Πατέρας άγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ).
Μια άλλη ιδιαίτερη ομάδα Πατέρων της Εκκλησίας είναι οι Υμνογράφοι Πατέρες: π.χ. οι άγιοι Ρωμανός ο Μελωδός (Χαιρετισμοί της Παναγίας κ.ά., κυρίως κοντάκια), Εφραίμ ο Σύρος (στα συριακά), Ανδρέας Κρήτης («Μέγας Κανών» κ.ά.), Ιω. Δαμασκηνός (κανόνας της νύχτας του Πάσχα κ.ά.), Κοσμάς ο Μελωδός (κανόνας των Χριστουγέννων κ.ά.), Ιωσήφ Υμνογράφος (αμέτρητοι κανόνες), Θεοφάνης και Θεόδωρος οι Γραπτοί (λέγονται έτσι γιατί τους σημάδεψαν το μέτωπο με πυρωμένο σίδερο κατά την Εικονομαχία), Θεόδωρος Στουδίτης, Κασσιανή η Υμνογράφος («Τροπάριο της Κασιανής» [δηλ. δοξαστικό Μ. Τρίτης], μέρος κανόνα Μ. Παρασκευής κ.ά.) κ.π.ά. Σύγχρονος υμνογράφος Πατέρας ήταν ο Αγιορείτης όσιος γέροντας Γεράσιμος από τη Μικρά Αγία Άννα (=Μικραγιαννανίτης).
Υπάρχουν επίσης οι Πατέρες της Ερήμου, που είναι ερημίτες και μοναχοί. Κάποιους τους έχουμε ήδη αναφέρει. Ας δούμε και μερικούς ακόμη. Ας σημειωθεί ότι οι περισσότεροι ήταν απλοί μοναχοί, χωρίς κανένα εκκλησιαστικό «αξίωμα», ούτε καν ιερείς. Επίσης πολλοί δεν άφησαν γραπτά κείμενα, αλλά η προφορική διδασκαλία τους –καθώς και ο βίος τους, που ήταν ίσως πιο σημαντικός κι από τα λόγια τους– καταγράφτηκε από άλλους Πατέρες σε συλλογικά έργα όπως το Λαυσαϊκόν του αγίου Παλλαδίου Ελενουπόλεως, το Λειμωνάριον του αγίου Ιωάννου Μόσχου, τα Αποφθέγματα Πατέρων κ.λ.π.
Αρχαίοι: Αντώνιος ο μέγας («καθηγητής της ερήμου»), Παχώμιος ο μέγας, Σισώης ο μέγας, Ποιμήν ο μέγας, Αρσένιος ο μέγας, Παμφούτιος, Νείλος, Δανιήλ της Σκήτης, Πιτηρούμ, Ζωσιμάς, Ιωάννης ο Πέρσης, Αμμώνιος, Ιωάννης ο Κολοβός, Θεόδωρος της Φέρμης, Αβραάμ ο Ίβηρας, Μωυσής ο Αιθίοπας «ο από ληστών» (πρώην ληστής), Σαρματάς, Παμβώ, Βιαρέ, Ονούφριος ο Αιγύπτιος, Πίωρ, Απφύ, Μάρκος ο Αθηναίος, Θεοδόσιος Κοινοβιάρχης κ.π.ά.
Νεότεροι: Ρώσοι: Σέργιος του Ραντονέζ, Σεραφείμ του Σάρωφ («βρες την ειρήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα ειρηνεύσουν μαζί σου»), Αγαπητός ο Ιαματικός, Αλέξανδρος του Σβιρ, Κύριλλος της Λευκής Λίμνης, Νικόδημος της Λίμνης Κόζα, Ιωάννης ο Πολύαθλος, Ιώβ του Ποτσάεφ, Νείλος Σόρσκυ, οι Γέροντες της Όπτινα (Ανατόλιος, Ιωσήφ, Αμβρόσιος, Μωυσής, Βαρσανούφιος, Νεκτάριος κ.ά.), Σεραφείμ της Βίριτσα κ.π.ά. (βλ. γι’ αυτούς έργα όπως το Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου, η Θηβαΐδα του Βορρά κ.ά.), Άγιο Όρος: Σιλουανός και παπά Τύχων (Ρώσοι), Παΐσιος, Άνθιμος Αγιαννίτης, Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Ιωσήφ Ησυχαστής ή Σπηλαιώτης, Εφραίμ Κατουνακιώτης κ.ά., Δράμα: Γεώργιος Καρσλίδης, Κρήτη: Ευμένιος και Παρθένιος Κουδουμά (Ηράκλειο), Ιωακειμάκι Κουδουμά (από Ρούπες Μυλοποτάμου), Γεννάδιος Ρεθύμνης, Ευμένιος Ρουστίκων κ.π.ά., Ρουμανία: Κλεόπας Ελίε, Αρσένιος Μπόκας, Παΐσιος Ολάρου, Ιωάννης του Χοζεβά, Ενώχ ο Απλός (Άγιο Όρος) κ.λ.π.

 
Μητέρες της Εκκλησίας

Εκτός από τους Πατέρες, υπάρχουν και οι αγίες Μητέρες της Εκκλησίας, που εντάσσονται κυρίως στην τελευταία ομάδα, των διδασκάλων που δεν έγραψαν οι ίδιοι, αλλά ο βίος και τα λόγια τους καταγράφτηκαν και μας μεταφέρθηκαν από άλλους. Τέτοιες μεγάλες διδασκάλισσες της ορθοδοξίας, ανάμεσα σε εκατοντάδες, ήταν:

  • η αγία μεγαλομάρτυς Αικατερίνα, που, ενώ ήταν ήδη κρατούμενη για την πίστη της, έφερε στο χριστιανισμό 150 ειδωλολάτρες φιλοσόφους και 500 στρατιώτες με το διοικητή τους (όλοι αυτοί εκτελέστηκαν και είναι άγιοι της Εκκλησίας μας),

  • η αγία Μακρίνα, γιαγιά του Μ. Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης,

  • η εγγονή της, αγία Μακρίνα επίσης, η «θεολόγος, διδασκάλισσα και φιλόσοφος» (κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης), που έπεισε τη μητέρα της, την αγία Εμμέλεια, να δώσει ίσα δικαιώματα στις υπηρέτριες και τις δούλες της και τελικά να τις απελευθερώσει,

  • η αγία Μαρία η Αιγυπτία (πλούσια κοπέλα, που ζούσε ως πόρνη για την ηδονή, όχι για τα χρήματα. Πηγαίνοντας να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα, έκανε έρωτα με όλους τους άντρες που ταξίδευαν στο ίδιο πλοίο. Όταν όμως έφτασε εκεί, μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να πλησιάσει τον Τίμιο Σταυρό –τότε έφυγε για τα βάθη της ερήμου, όπου και έζησε μέχρι που την ανακάλυψε από θεϊκό όραμα ο άγιος Ζωσιμάς, ο οποίος την κοινώνησε, και αργότερα, με τη βοήθεια ενός λιονταριού, την έθαψε),

  • η αγία Μελάνη, που, μαζί με τον άντρα της, σκόρπισε την περιουσία της απελευθερώνοντας αιχμαλώτους και κατέληξε πνευματική μητέρα της γυναικείας μοναστικής αδελφότητας, που είχε ιδρύσει στα Ιεροσόλυμα η πρώτη αγία Μελάνη, η γιαγιά της,

  • η αγία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου, που υψωνόταν στον αέρα όταν προσευχόταν και λύγιζαν τα κυπαρίσσια,

  • η αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα, που έζησε στη Χίο το 15ο αιώνα και τέλεσε αμέτρητα θαύματα και εν ζωή και μετά την κοίμησή της,

  • οι επίσης μεγάλες ασκήτριες αγίες Συγκλητική, Αναστασία η πρώην πατρικία (έζησε σε μια σπηλιά που τη γνώριζε μόνον ο άγιος Δανιήλ της Σκήτης, τον 6ο αιώνα), Θεοκτίστη της Λέσβου, Σάρρα και Θεοδώρα, Γενεβιέβη του Παρισιού, Ούρσουλα της Γερμανίας, η αγία Γουλινδούχ η Περσίδα (Μαρία μετά τη βάφτισή της),

  • οι μεγάλες αγίες της φιλανθρωπίας Φιλοθέη η Αθηναία (1589) και Ελισάβετ η Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας (1918), που δαπάνησαν όλη τους την περιουσία για την ίδρυση νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και τελικά έδωσαν και το αίμα τους (η πρώτη θανατώθηκε από τους Τούρκους και η δεύτερη από τους κομμουνιστές),

  • οι αγίες της Ρωσίας Δωροθέα και Άννα του Κασίν, Παρασκευή του Πινέγκα, Αθανασία Λογκάτσεβα, οι διά Χριστόν σαλές αγίες Πελαγία Ιβάνοβνα, Ξένη της Πετρούπολης, κ.π.ά.

  • οι σύγχρονες αγίες Μητέρες Μεθοδία της Κιμώλου (1908), Πελαγία της Καλύμνου, Σοφία η «ασκήτισσα της Παναγιάς» (1974, Καστοριά), Ταρσώ η διά Χριστόν σαλή (Κερατέα Αττικής 1989), Γαβριηλία Παπαγιάννη (1993) κ.π.ά.

Σημειώσεις

1 Οι βαθμοί της χριστιανικής ιεροσύνης είναι τρεις, ο διάκονος, ο πρεσβύτερος και ο επίσκοπος. Αν και οι περισσότεροι Πατέρες της Εκκλησίας έφεραν το βαθμό του επισκόπου, υπάρχουν όμως και Πατέρες με το βαθμό του διακόνου (π.χ. Εφραίμ ο Σύρος –έγραψε στα συριακά) και του πρεσβυτέρου (π.χ. Ιωάννης Δαμασκηνός) ή και απλοί μοναχοί.
2 Ο ορισμός από τον καθηγητή Γ. Ζωγραφίδη, «Βυζαντινή Φιλοσοφία» στο Κ. Ιεροδιακόνου-Σ. Βιρβιδάκης (επιμ.), Ελληνική Φιλοσοφία, Αθήνα, Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 1999. Βλ. αναλυτικότερα στο Στυλιανού Παπαδόπουλου, Πατρολογία Α΄, Εισαγωγή, Β΄ και Γ΄ αιώνες, Αθήναι 1977, εισαγωγή.
3 Βλ. αναλυτικά Στυλιανού Παπαδόπουλου, μνημονευθέν έργο, εισαγωγή.