Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Η θεραπευτική-νηπτική παράδοσή μας στις πηγές της

Η θεραπευτική-νηπτική παράδοσή μας στις πηγές της

Του π. Ιερόθεου Βλάχου
μητροπολίτη Ναυπάκτου.
Απόσπασμα από εδώ

Εισαγωγική διευκρίνιση (από εδώ):
Μιλώντας για την ορθόδοξη νήψη [=>νηπτική παράδοση] εννοούμε την εγρήγορση και την ετοιμότητα του ανθρώπου να κρατά τον νου του καθαρό από διαφόρους λογισμούς και εικόνες που νεκρώνουν την εσωτερική του ελευθερία και καθαρότητα και τον αποσπούν από την κοινωνία με τον Θεό που συνιστά την γνώση του Θεού. Η νήψη αυτή χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας και ιερά ησυχία. Επειδή υπάρχει ολόκληρο κίνημα ησυχαστικό, γι' αυτό και θα χρησιμοποιήσω περισσότερο την λέξη ησυχία.
Έτσι, λοιπόν, ησυχία εννοούμε κυρίως την μέθοδο εκείνη που χρησιμοποίησαν όλοι οι θεούμενοι για να ενωθούν με τον Θεό και να υπερβούν τον θάνατο, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα υπαρξιακά, αλλά και βιολογικά προβλήματα του ανθρώπου. Θα αναφέρω μερικά χωρία Πατέρων της Εκκλησίας, από τον τεράστιο πλούτο της πατερικής μας παραδόσεως.

Η νηπτική παράδοση και η Αγία Γραφή

Το νόημα της νηπτικής-ησυχαστικής παραδόσεως περί της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως ανευρίσκεται μέσα στην Αγία Γραφή –Παλαιά και Καινή Διαθήκη– όταν ερμηνεύεται με ορθόδοξες προϋποθέσεις και όχι μέσα από την ερμηνευτική της προτεσταντικής θεολογίας.
Στα κατά καιρούς εκδοθέντα βιβλία μου παρέθεσα άφθονο υλικό για το θέμα αυτό, αλλά εδώ θα αρκεσθώ σε μερικά παραδείγματα.
Οι μακαρισμοί του Χριστού, που είναι η πρώτη διδασκαλία Του, δείχνουν τι ακριβώς είναι η πνευματική ζωή και διασώζουν όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νηπτικής-ησυχαστικής παραδόσεως της Εκκλησίας.
Σε αυτούς γίνεται λόγος για την πτωχεία του πνεύματος, ως προϋπόθεση της Βασιλείας του Θεού· για το κατά Θεόν πένθος που οδηγεί στην παράκληση· για την πραότητα ως προϋπόθεση κληρονομήσεως της γης· για την πείνα και την δίψα· για την δικαιοσύνη του Χριστού που φέρνει πνευματικό χορτασμό· για την ελεημοσύνη που αποσπά το έλεος του Θεού· για την καθαρότητα της καρδιάς, δια της οποίας βλέπει κανείς τον Θεό· για την ειρηνοποιΐα, γιατί έτσι γίνεται κανείς υιός του Θεού· για τον διωγμό για την δικαιοσύνη του Θεού και τον ονειδισμό ένεκέν Του, γιατί έτσι αποκτάται η χαρά και η αγαλλίαση και ο μισθός στους ουρανούς (Ματθ. ε, 1-13).
Μελετώντας κανείς προσεκτικά τους μακαρισμούς αυτούς, οι οποίοι στην πραγματικότητα συνιστούν τον αληθινό εκκλησιαστικό τρόπο ζωής, βλέπει ότι προτρέπονται οι Χριστιανοί να τηρούν τις εντολές του Χριστού, αλλά κυρίως παρατηρεί ότι όλα τα μεγάλα αγαθά, η όραση του Θεού, η μέθεξη της Βασιλείας του Θεού, η βίωση της υιοθεσίας είναι προϋπόθεση της ασκητικής ζωής, που είναι η ταπείνωση, το πένθος, η πραότητα, η κάθαρση της καρδιάς, ο διωγμός και το μαρτύριο για την δόξα του Χριστού. ["Νεκρός": Ασκητική ζωή καλούμαστε να ζούμε κι εμείς οι λαϊκοί, όχι μόνο οι μοναχοί. Όταν αντιστέκεσαι στα πάθη σου (δηλ. τις πνευματικές και σωματικές εξαρτήσεις που έχουμε όλοι μας), αυτό είναι ασκητική ζωή. Λίγες λεπτομέρειες εδώ. Οι μοναχοί απλά κινούνται σε άλλο επίπεδο, για το οποίο δες λίγα εδώ και εδώ].


Στην συνέχεια, αν μελετήση κανείς το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού στο όρος Θαβώρ και την μέθεξη της δόξης του ακτίστου Φωτός από τους τρεις Μαθητές (Ματθ. ιστ, 28 - ιζ,1-8), σε συνδυασμό με την φανέρωση του Αναστάντος Χριστού και την βίωση του μυστηρίου της Πεντηκοστής, τότε καταλαβαίνει σε τι συνίσταται η πνευματική ζωή.
Ο Απόστολος Πέτρος στις καθολικές του επιστολές αναφέρεται σε όλην αυτήν την ησυχαστική ζωή που πρέπει να ζουν οι Χριστιανοί: 
«Ως πάντα ημίν της θείας δυνάμεως αυτού τα προς ζωήν και ευσέβειαν δεδωρημένης δια της επιγνώσεως του καλέσαντος ημάς δια δόξης και αρετής, δι ών τα τίμια ημίν και μέγιστα επαγγέλματα δεδώρηται, ίνα δια τούτων γένησθε θείας κοινωνοί φύσεως αποφυγόντες της εν κόσμω εν επιθυμία φθοράς» (Β' Πέτρ. α , 3-4).
Πρέπει κανείς να απομακρύνεται από την κοσμική νοοτροπία και να φθάση στην κοινωνία με τον Θεό. Στην συνέχεια αναφέρεται στην πίστη που συνδέεται με την αρετή, την γνώση, την εγκράτεια, την υπομονή, την ευσέβεια, την φιλαδελφία, την αγάπη.
Με αυτά φθάνει ο άνθρωπος στην επίγνωση του Χριστού. Εκείνος που δεν έχει αυτά «τυφλός εστι, μυωπάζων, λήθην λαβών του καθαρισμού των παλαιών αυτού αμαρτιών» (Β' Πέτρ. α, 5-9).
Προτρέπει τους Χριστιανούς να αγωνίζωνται για να επιτύχουν τον σκοπό τους·
«διο μάλλον, αδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν υμών την κλήσιν και εκλογήν ποιείσθαι· ταύτα γαρ ποιούντες ου μη πταίσητέ ποτε. ούτω γαρ πλουσίως επιχορηγηθήσεται υμίν η είσοδος εις την αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού» (Β' Πέτρ. α , 10-11).
Προσδιορίζοντας δε τι είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού αναφέρεται στην φανέρωση της δόξης του Θεού στο Όρος Θαβώρ, που διακρίνεται σαφέστατα από την φιλοσοφία, η οποία είναι «σεσοφισμένοι μύθοι»: 
«ου γαρ σεσοφισμένοις μύθοις εξακολουθήσαντες εγνωρίσαμεν υμίν την του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δύναμιν και παρουσίαν, αλλ επόπται γενηθέντες της εκείνου μεγαλειότητος.
Λαβών γαρ παρά Θεού πατρός τιμήν και δόξαν φωνής ενεχθείσης αυτώ τοιάσδε υπό της μεγαλοπρεπούς δόξης, ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εις ον εγώ ευδόκησα, και ταύτην την φωνήν ημείς ηκούσαμεν εξ ουρανού ενεχθείσαν, συν αυτώ όντες εν τω όρει τω αγίω. και έχομεν βεβαιότερον τον προφητικόν λόγον, ω καλώς ποιείτε προσέχοντες ως λύχνω φαίνοντι εν αυχμηρώ τόπω, έως ου ημέρα διαυγάση και φωσφόρος ανατείλη εν ταις καρδίαις υμών» (Β’ Πέτρ. α , 5-19).
Στο αποστολικό αυτό κείμενο φαίνεται σαφέστατα ποιά είναι η κλήση των Χριστιανών, τι είναι η Βασιλεία του Θεού, πως αξιώνεται κανείς αυτής της θεωρίας [=όρασης] και, βεβαίως, ότι πρόκειται για εμπειρία της ακτίστου δόξης [=Φωτός του Θεού] που διακρίνεται από κάθε φιλοσοφία, πλατωνική και νεοπλατωνική.
Η ησυχαστική παράδοση φαίνεται στο πρώτο κεφάλαιο της Α’ Καθολικής επιστολής του Αποστόλου Πέτρου. Εκεί προτρέπονται όλοι οι Χριστιανοί να περιζώσουν την διάνοιά τους, να είναι νήφοντες, να ελπίσουν τελείως «επί την φερομένην υμίν χάριν εν αποκαλύψει Ιησού Χριστού», ως τέκνα της υπακοής να μη συσχηματίζονται με τις επιθυμίες που είχαν κατά τον χρόνο της άγνοιας, πριν το Βάπτισμα, αλλά να ζουν σύμφωνα με την κλήση του Αγίου Θεού, να γίνουν και αυτοί άγιοι, σε κάθε αναστροφή (Α’ Πέτρ. α , 13-17).
Και εδώ η βίωση των μεγάλων αγαθών προϋποθέτει την συγκέντρωση της διανοίας, την νήψη, την ελπίδα της απολαύσεως του Θεού, δηλαδή της θεοπτίας, και με αυτό τον τρόπο γίνονται άγιοι.
Η αγιότης δεν είναι κάτι δεδομένο που δίνεται μηχανικά και μαγικά, αλλά προϋποθέτει την ενέργεια του Θεού και την συνέργεια του ανθρώπου.
Αυτά είναι μερικά παραδείγματα από την Καινή Διαθήκη, αλλά υπάρχει πληθώρα τέτοιων χωρίων που δείχνουν όλη την προοπτική της καθάρσεως της καρδιάς, του φωτισμού του νου και της θεοπτίας, ώστε να μην χρειάζεται να προσλάβουν οι Πατέρες αυτήν την διδασκαλία από τον πλατωνισμό και τον νεοπλατωνισμό. Πλούσιο υλικό μπορεί κανείς να βρη στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, όπως το έκανα σε ένα κείμενό μου με τίτλο «Η ησυχία και η θεοπτία στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου» [απόσπασμα εδώ].
Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι άγιοι Πατέρες

Την ησυχαστική παράδοση συναντάμε σε όλα τα πατερικά κείμενα. Δεν υπάρχει Πατέρας της Εκκλησίας, που είχε εμπειρίες πνευματικής ζωής, και δεν αναφέρεται στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση.
Δεν πρόκειται για επηρεασμό από την πλατωνική και νεοπλατωνική φιλοσοφία, αλλά για την έκφραση της εμπειρίας τους, μέσα από τους όρους της εποχής τους.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο Ευάγριος ο Ποντικός, στο σημείο αυτό κατέγραψε την ησυχαστική παράδοση την οποία βρήκε στους μοναχούς της Παλαιστίνης.
Έτσι, είναι βλάσφημο να θεωρήση κανείς τους Πατέρας σαν ανώριμους πνευματικά, ώστε να επηρεάζωνται από την νεοπλατωνική φιλοσοφία. Και αν ακόμη επηρεάσθηκαν εξωτερικά, φραστικά, στην πραγματικότητα με τις λέξεις που προσέλαβαν, διετύπωσαν την όλη ησυχαστική-νηπτική παράδοση της Εκκλησίας.


Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρεται πολλές φορές στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Προηγουμένως αναφέρθηκαν μερικά χωρία του στα οποία φαίνεται ότι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση είναι ο απαραίτητος τρόπος ορθοδόξου θεολογίας και έξω από αυτές τις προϋποθέσεις ενυπάρχει ο κίνδυνος της αιρέσεως.
Εδώ πρέπει να αναφερθή ο λόγος του περί της ιερωσύνης, που δικαιολογεί γιατί, όταν του ετέθη το θέμα της ιερωσύνης, την απέφυγε και έφυγε για τον Πόντο. Μεταξύ των άλλων λέει ότι ήλθε μέσα του «έρως του καλού της ησυχίας και της αναχωρήσεως· ης εραστής γενόμενος εξ αρχής».
Στην συνέχεια κάνει λόγο για το ότι επιδίωκε την κάθαρση και την έλλαμψη, επειδή το έργο της ιερωσύνης είναι μεγάλο, γιατί «καθαρώ μόνον απτέον του καθαρού και ωσαύτως έχοντος», και πρέπει να λαμπρύνη τον λόγο «τω φωτί της γνώσεως», αλλά και τον νουν και την ακοή.
Είναι επικίνδυνο να θεολογήση κανείς, αν δεν καθαρισθούν τα τρία αυτά «ή ουκ ενελάμφθη νους, ή λόγος ησθένησεν, ή ουκ εχώρησεν ακοή μη κεκαθαρμένη».
Το καταπληκτικότερο δε από όλα είναι ότι ο λόγος αυτός του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, εκτός του ότι αναφέρεται στην κάθαρση, την έλλαμψη και την θεοπτία, που είναι απαραίτητα γνωρίσματα όχι μόνον της ορθοδόξου θεολογίας, αλλά και της διακονίας της ιερωσύνης, κάνει ευρύτατα λόγο για την θεραπεία του ανθρώπου.
Δηλαδή, την κάθαρση, την έλλαμψη και την γνώση του Θεού την χαρακτηρίζει ως θεραπεία του ανθρώπου. Τον ιερέα τον θέλει θεραπευτή, η θεραπεία γίνεται μέσα στην Εκκλησία διά των Μυστηρίων και της ασκήσεως, και το όλο έργο της θείας ενανθρωπήσεως απέβλεπε στην θεραπεία του ανθρώπου. Και όταν κάνη λόγο για θεραπεία, την εντοπίζει στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, την καρδιά.
«Ημίν δε περί τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον η πάσα θεραπεία τε και σπουδή, και προς τον ένδοθεν ημίν αντιπολεμούντα και αντιπαλαίοντα η μάχη, ος ημίν αυτοίς όπλοις καθ’ ημών χρώμενος, το δεινότατον, τω της αμαρτίας θανάτω δίδωσι».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας την αρετή, παρουσιάζει ως τύπο τελείου ανθρώπου τον Προφήτη Μωϋσή
Έτσι, στο έργο του «Εις βίον του Μωϋσέως» κάνει λόγο για την ησυχαστική παράδοση, η οποία είναι απαραίτητη για την θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στην πνευματική κατάσταση του ανθρώπου αυτό που έγινε στην Παλαιά Διαθήκη, κατά την εμφάνιση του Θεού στο όρος Σινά.
Δηλαδή, ο Θεός έδωσε εντολή στον Μωϋσή να καθαρισθή ο λαός από κάθε ρύπο, να απομακρυνθούν και αυτά τα άλογα ζώα από το όρος και να ανέλθη επάνω σε αυτό μόνον εκείνος. Πρόκειται για την κάθαρση της ψυχής και του σώματος, αλλά και την απομάκρυνση ακόμη και των δερματίνων χιτώνων, που είναι η θνητότητα και φθαρτότητα.

Ο προφήτης Μωυσής

Κάνοντας λόγο για την ανύψωση του ανθρώπου στην θεωρία [=όραση] του Θεού γράφει: 
«οδός δε αυτώ προς την τοιαύτην γνώσιν η καθαρότης γίνεται, ου του σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισίν αφαγνισθέντος, αλλά και των ενδυμάτων πάσης κηλίδος αποκλυσθέντων τω ύδατι».
Η καθαρότητα αναφέρεται στην ψυχή και το σώμα. 
«Τούτο σε εστι το δια πάντων καθαρεύσαι δει τον μέλλοντα προσβαίνειν τη των νοητών θεωρία, ως και ψυχή και σώματι καθαρόν είναι και ακηλίδωτον τον εν εκατέρω ρύπον καταλλήλως αποκλυσάμενον, ως αν καθαροί και τω το κρυπτόν ορώντι φανείημεν…».
Εξηγεί ότι εκείνος που θέλει να ανέλθη στην θεωρία πρέπει προηγουμένως να καθάρη τον τρόπο από κάθε αισθητική και άλογη τάση και να πλύνη από τον νου του κάθε γνώμη που του δημιουργήθηκε από κάθε προκατάληψη και να χωρισθή από την σύνοικό του αίσθηση και αφού γίνη καθαρός από αυτήν, τότε να τολμήση να ανέβη στο όρος της θεοπτίας, όπως έκανε ο Μωϋσής.
Συνεχίζοντας αυτήν την ερμηνεία λέγει ότι «ο κεκαθαρμένος νους και οξύς την ακοήν της καρδίας», αφού ακούση τον ήχο της θείας δυνάμεως από την θεωρία των όντων, εισέρχεται στην αχειροποίητη σκηνή, αποκτά την θεία γνώση, την οποία στην συνέχεια δείχνει σε εκείνους που βρίσκονται κάτω «δια της υλικής μιμήσεως», δηλαδή δια της χειροποιήτου σκηνής.
Σαφέστατα εδώ γίνεται λόγος για την θεοπτία των αρρήτων ρημάτων, ύστερα από την κάθαρση και την έλλαμψη και την διατύπωση αυτών των αρρήτων ρημάτων με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα.


Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής [έργα του εδώ] ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ζωή της Εκκλησίας, είπε έναν σημαντικό λόγο: «δαιμόνων θεολογία η δίχα πράξεως γνώσις».
Αυτό σημαίνει ότι η θεολογία είναι καρπός του φωτισμού του νου και της θεωρίας του Θεού, όταν ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό του στους θεουμένους, σε αυτούς που πέρασαν μέσα από την κάθαρση της καρδιάς. Κατά συνέπεια μια θεολογία που δεν είναι καρπός και απαύγασμα της πράξεως, της πρακτικής ζωής που είναι η κάθαρση από τα πάθη είναι θεολογία της φαντασίας, που οπωσδήποτε είναι δαιμονική.
Μέσα σε αυτήν την προοπτική ο άγιος Μάξιμος, ερμηνεύοντας τα συγγράμματα του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, κάνει λόγο για τις τρεις διαβαθμίσεις των πιστών, ήτοι τις τρεις κατηγορίες των σωζομένων.
Πρόκειται για την ασκητική διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού την οποία συναντάμε σε όλα τα κείμενά του, η οποία αναφέρεται στην προσωπική προσοικείωση της σωτηρίας και την χωρίζει σε τρία μέρη, ήτοι την «πρακτική φιλοσοφία» ή πράξη, την «φυσικήν θεωρίαν» ή απλώς θεωρία, και την «μυστικήν θεολογίαν» ή απλώς θεολογία.
Η πρακτική φιλοσοφία, που έχει αρνητική και θετική πλευρά, αφού καθαρίζει τον άνθρωπο από τα πάθη και τον κοσμεί με τις αρετές, η φυσική θεωρία, που φωτίζει τον νου του ανθρώπου με την αληθινή γνώση, και η μυστική θεολογία στεφανώνει τον άνθρωπο με την ύψιστη εμπειρία, την οποία αποκαλεί έκσταση.
Έτσι, η διδασκαλία του αγίου Μαξίμου αναφέρεται στις τρεις βαθμίδες του χριστιανικού ασκητικού βίου, δηλαδή, του πρακτικού, του θεωρητικού και του μυστικού-θεολογικού. Επίσης, τους σωζομένους Χριστιανούς στις τρεις διαιρέσεις τους, άλλοτε τους αναφέρει ως πιστούς, εναρέτους και γνωστικούς, και άλλοτε ως δούλους, μισθωτούς και υιούς.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Πατέρας του ακτίστου φωτός ["Νεκρός": εννοεί Πατέρας της Εκκλησίας που έγραψε πολλά για το άκτιστο φως] ο οποίος φωτιζόταν από την εμπειρία της ουράνιας Βασιλείας, την θεωρία του ακτίστου Φωτός, αναφαίρεται συχνά στα έργα του για την πορεία του ανθρώπου από την κάθαρση, στον φωτισμό και την θέωση.

 
Μάλιστα ένα κείμενό του, στο οποίο παρουσιάζει συνοπτικά την όλη θεολογία του, το επιγράφει «κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά», αφού η πράξη είναι η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη και η θεολογία αναφέρεται στον φωτισμό του νου και την θεωρία του ακτίστου φωτός.
Σε ένα χαρακτηριστικό χωρίο του λέγει ότι η πίστη, ο φόβος του Θεού και η τήρηση των εντολών προξενεί τους μισθούς «κατά την αναλογίαν της καθάρσεως». «Καθόσον γαρ καθαιρόμεθα κατά τοσούτον εις αγάπην Θεού από του φοβείσθαι αναγόμεθα» και έτσι από τον φόβο του Θεού, «κατά προκοπήν» μεταβαίνουμε στο να αγαπάμε τον Θεό.
Τότε, ο Χριστός και ο Πατήρ μας αγαπά «προοδοποιούντος του Πνεύματος δηλαδή και την οικίαν προευτρεπίζοντος», οπότε «ως εν μια συνόδω των υποστάσεων μόνην γίνεσθαι ημάς Πατρός και Υιού και αγίου Πνεύματος».
Σε μια άλλη ομιλία στους μοναχούς του εκφράζει την χαρά του επειδή βλέπει την προκοπή στον βίο τους «επί το κρείττον εν πίστει, εν αγνεία, εν φόβω Θεού, εν ευλαβεία, εν κατανύξει, και δάκρυσι, δι’ ων ο έσω καθαίρεται άνθρωπος και πληρούται φωτός θείου και όλος Πνεύματος Αγίου γίνεται και συντετριμμένω ψυχής και καταβεβλημένω φρονήματι, και η χαρά η εμή γίνεται εις ευλογίαν υμών και προσθήκην ανωλέθρου και μακαρίας ζωής εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών».


Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το μεγάλο αυτό αστέρι της Εκκλησίας, με την θεολογία του ανέδειξε όλη την ησυχαστική παράδοση ως προϋπόθεση για την πνευματική εμπειρία του Θεού, για την θεογνωσία.
Αυτό φαίνεται στο έργο του «υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», στο οποίο συνέτριψε όλα τα επιχειρήματα του δυτικού σχολαστικισμού, τον οποίο επρέσβευε ο Βαρλαάμ, αλλά και τα επιχειρήματα όλων των δια μέσου των αιώνων βαρλααμιτών, που θέλουν να ανατρέψουν την εκκλησιολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως και την θεολογία και την εκκλησιολογία των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.
Το εκπληκτικό δε είναι ότι όταν έγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε όλη αυτήν την ιερά ησυχαστική παράδοση στις ομιλίες του που εξεφώνησε στο ποίμνιό του.
Υπάρχει πλούσιο υλικό πάνω στο θέμα αυτό, το οποίο εξέθεσα σε άλλα κείμενά μου και παρέλκει η καταγραφή του εδώ. Και το σπουδαιότερο είναι ότι η ησυχαστική και θεοπτική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά κατοχυρώθηκε από τις Συνόδους που έγιναν στην εποχή του, κυρίως την Σύνοδο του 1351, που εκλαμβάνεται και θεωρείται ως η Θ’ Οικουμενική Σύνοδος.
Γίνεται φανερό ότι όλοι οι ανωτέρω μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, και πολλοί άλλοι, κάνουν λόγο για την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση, για την ιερά ησυχία ως απαραίτητη προϋπόθεση του ορθοδόξως θεολογείν, γι’ αυτό και υβρίζονται με τις απόψεις των στοχαζομένων και προτεσταντιζόντων θεολόγων ότι δήθεν επηρεάσθηκαν από νεοπλατωνικές θεωρίες και αλλοίωσαν την προγενέστερή τους παράδοση.
Όλοι αυτοί οι Πατέρες αισθάνονταν ότι είναι διάδοχοι των αγίων Πατέρων στο φρόνημα και την ζωή.
Βεβαίως, φαίνεται μια εξωτερική ομοιότητα στην ορολογία μεταξύ των Πατέρων και των νεοπλατωνικών, αλλά υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους. Στην διδασκαλία των πλατωνικών και των νεοπλατωνικών γίνεται λόγος για τον Θεό που δεν έχει έρωτα για τον άνθρωπο, αφού ο έρωτας είναι η επιθυμία επιστροφής της φύσει αθανάτου ψυχής στον αγέννητο κόσμο των ιδεών από όπου εξέπεσε, ενώ στους Πατέρας γίνεται λόγος για την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο.
Στην θεωρία των πλατωνικών και των νεοπλατωτικών γίνεται διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος, που σημαίνει ότι η ψυχή ανήκε προηγουμένως στον αγέννητο κόσμο των ιδεών και εξέπεσε από αυτόν, οπότε περικλείσθηκε στο σώμα για να τιμωρηθή. Ευρισκομένη δε στο σώμα αναζητά να ελευθερωθή και επανέλθη στον κόσμο των ιδεών.
Έτσι, κατά τους πλατωνικούς και νεοπλατωνικούς, η κάθαρση της ψυχής είναι η απαλλαγή της από το σώμα, ο φωτισμός της ψυχής είναι η γνώση των αρχετύπων των όντων, των ιδεών και η σωτηρία της ψυχής είναι η έκσταση και η απελευθέρωσή της από το σώμα.
Η νεοπλατωνική αυτή άποψη δεν έχει καμμιά σχέση με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, κατά τους οποίους η ψυχή είναι δημιούργημα του Θεού, που δημιουργήθηκε εξ ουκ όντων, αμέσως με την δημιουργία του σώματος· το σώμα δεν είναι φυλακή της ψυχής, αλλά το θετικό δημιούργημα του Θεού· ο φωτισμός είναι η νοερά καρδιακή προσευχή, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που γίνεται μέσα στην καρδιά, δηλαδή στο σώμα· η έκσταση δεν είναι η έξοδος της ψυχής από το σώμα, αλλά η απελευθέρωσή της από το σαρκικό φρόνημα, και η θέωση δεν είναι η επαναφορά της ψυχής στον αγέννητο κόσμο των ιδεών, αλλά η κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, η θεοπτία.
Στην εμπειρία των νεοπλατωνικών δεν συμμετέχει το σώμα του ανθρώπου στην πορεία της ψυχής προς τον Θεό. Γίνεται και εκεί λόγος για εμπειρία φωτός, αλλά είναι φως παρυφιστάμενο, που είναι έξω από τον άνθρωπο, έχει χώρο και χρώμα και τελικά είναι φως διαβολικό.
Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας, όμως, η έλλαμψη και η θεοπτία είναι εμπειρία του ακτίστου Φωτός, είναι μέθεξη και σύγκραση με το θείο Φως, και μεταμορφώνεται όχι μόνον η ψυχή, αλλά και το σώμα του ανθρώπου.
Έπειτα, η εμπειρία των στωϊκών και των νεοπλατωνικών συνδέεται με την έκσταση, ως έξοδο του νου «από τον χρόνο, τα διαστήματα, την αλληλοδιαδοχική σκέψη». Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας η εμπειρία αυτή είναι δαιμονική, όπως λέγει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης.
Δηλαδή, η προσπάθεια των νεοπλατωνικών είναι να απαλλαγούν από τα ελαττώματα της ανθρώπινης σκέψης, από τα κτιστά και από τα μεταβλητά, ενώ κατά την θεολογία των Πατέρων στην εμπειρία της θεώσεως μετέχει όλος ο άνθρωπος.

Έτσι, όταν στον Ευάγριο τον Ποντικό γίνεται λόγος για ανίδεο και αφάνταστο νου, κατά την προσευχή, δεν εννοείται η αφαιρετική θεολογία των πλατωνικών και των νεοπλατωνικών, αλλά ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό αναιρείται η θεωρία των πλατωνικών και νεοπλατωνικών για τον λεγόμενο κόσμο των ιδεών και την επάνοδο της ψυχής σε αυτόν και την γνώση των αρχετύπων των όντων.
Και όταν στον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο γίνεται λόγος για επάνοδο του νου στην καρδιά του ανθρώπου από την διάχυσή του στον κόσμο των αισθητών, πράγμα που αναπτύχθηκε θεολογικά από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, έγινε για να αναιρεθούν οι θεωρίες των πλατωνικών και των νεοπλατωνικών για το φύσει θνητό σώμα, ως φυλακή της φύσει αθανάτου ψυχής, και να δείξουν ότι το σώμα είναι θετικό δημιούργημα του Θεού που και αυτό θεώνεται μαζί με την ψυχή και θα αναστηθή κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Επομένως, είναι άδικο, αντιεπιστημονικό και ανορθόδοξο να ταυτίζεται η διδασκαλία περί του ανίδεου και αφάνταστου νου, και περί της επανόδου του στην καρδιά, με τις θεωρίες των πλατωνικών και νεοπλατωνικών, αφού με την διδασκαλία των Πατέρων αναιρούνται αυτές οι απόψεις. Φαίνεται καθαρά ότι οι Πατέρες και οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν μια τέτοια ορολογία για να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις απόψεις των αιρετικών.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναπτύσσοντας την ησυχαστική και νηπτική παράδοση της Εκκλησίας και αντιμετωπίζοντας την σχολαστική νοοτροπία του Βαρλαάμ, λέγει ότι η ανθρώπινη σοφία-φιλοσοφία είναι αντίθετη με την πνευματική γνώση, μάλιστα δε ισχυρίζεται ότι από την ανθρώπινη σοφία και γνώση, την θύραθεν σοφία, προήλθαν όλες οι αιρέσεις.
«Καν εξετάσης, ίδοις αν πάσας η πλείστας των δεινών αιρέσεων εντεύθεν λαβούσας τας αρχάς». Οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν τις αρχές της φιλοσοφίας, ενώ οι άγιοι Πατέρες θεολογούσαν από την κατά Θεόν εμπειρία τους, δηλαδή ενεδυναμώθηκαν από την άκτιστη Χάρη του Θεού και έβλεπαν τον Θεό, και όχι κτίσματα και δαιμονικές φαντασίες.
Βέβαια, οι Πατέρες για να εκφράσουν την εμπειρία τους χρησιμοποίησαν την ορολογία της εποχής τους, αλλά προσέδωσαν σε αυτήν άλλη έννοια και σημασία. Γι’ αυτό γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: 
«Καν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω φθέγγηται, αλλ’ επί των ρημάτων μόνον· επί δε των νοημάτων, πολύ το μεταξύ· νουν γαρ ούτοι, κατά τον Παύλον, έχουσι Χριστού, εκείνοι δε, ει μη τι και χείρον, εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». 
Και υπενθυμίζει τον λόγο του Προφήτου Ησαΐου (Ησ. κεφ. 55, 9): 
«καθόσον δε απέχει ο ουρανός από της γης, κατά τοσούτον απέχει η διάνοιά μου από των διανοιών υμών».
Στο χωρίο αυτό φαίνεται ότι όταν βλέπουμε ίδια ορολογία στους Πατέρες και τους φιλοσόφους, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι λένε τα ίδια πράγματα, αλλά το κοινό φαίνεται μόνον στο ρήμα, την λέξη, ενώ το νόημα είναι πολύ διαφορετικό.
Και αυτό είναι φυσικό, γιατί οι Πατέρες έχουν νου Χριστού, ενώ οι άλλοι ομιλούν στην καλύτερη περίπτωση από την ανθρώπινη διάνοιά τους, στην χειρότερη δε περίπτωση («ει μη τι και χείρον») ομιλούν από την σατανική-δαιμονική ενέργεια.
Ο λόγος αυτός του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, είναι καταπέλτης εναντίον εκείνων που ισχυρίζονται ότι δήθεν οι Πατέρες αλλοίωσαν «την αρχέγονη εκκλησιολογία», και ότι δήθεν εκφράζουν την νεοπλατωνική παράδοση.
Όποιος μεταδίδει τέτοιες ανόητες θεωρίες αποδεικνύεται ότι δεν γνωρίζει την διδασκαλία των Πατέρων, αλλά έχει μια εξωτερική επιφανειακή γνώση ή τους παρερμηνεύει ενσυνειδήτως και κατά τρόπο προτεσταντικό, οπότε και βλασφημεί όχι μόνο τους Πατέρας, αλλά και ολόκληρη την Εκκλησία που υιοθέτησε την διδασκαλία τους συνοδικώς και λατρευτικώς.
Εδώ πρέπει να προστεθή και ένας άλλος σημαντικός λόγος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Αναφερόμενος ο άγιος στα τρία είδη της αθεΐας, στο ένα από αυτά συγκαταλέγει τους θεολόγους εκείνους που αρνούνται ή υποτιμούν την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, και γράφει: «τούτ' εστιν αληθής ευσέβεια, το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν».
Υπενθυμίζει την διδασκαλία του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, τον οποίο αποκαλεί μέγα, και τις διδασκαλίες του Μ. Αθανασίου, του Μ. Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και επισημαίνει: 
«και γαρ των προειρημένων αγίων αι θεολογίαι όρος εστι θεοσεβείας αληθούς και χάραξ, ώσπερ εκάστη τον οιονεί φραγμόν και το περιτείχημα της ευσεβείας, καν περιέλη τις μίαν γουν αυτόν, εκείθεν ο της κακονοίας των αιρετικών εσμός εισρυήσεται πολύς».
Στο κείμενο αυτό γίνεται λόγος για την αληθινή ευσέβεια-θεοσέβεια, η οποία συντονίζεται απόλυτα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, των οποίων οι θεολογίες είναι όρος αληθινής θεοσέβειας και χάρακας και φραγμός.
Επίσης, λέγεται ότι, όταν κάποιος αφαιρέση μία διδασκαλία των Πατέρων, τότε εισέρχεται «ο της κακονοίας των αιρετικών εσμός».
Επομένως, η αμφισβήτηση της διδασκαλίας του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και των μεταγενεστέρων αγίων συνιστά ασέβεια και απόκλιση από την Ορθόδοξη Παράδοση και καταλήγει στην αθεΐα, γιατί συνιστά άρνηση του Θεού των Πατέρων ημών.
 
Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι Οικουμενικές Σύνοδοι

Η ησυχαστική παράδοση υιοθετήθηκε από τις αποφάσεις των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων και είναι δεδομένη θεολογία της Εκκλησίας. Τα δόγματα είναι η καταγραφή της εμπειρίας της Αποκαλύψεως, και οι κανόνες είναι εκείνοι που αναφέρονται στην συγκρότηση της ενότητος της Εκκλησίας, αλλά και σηματοδοτούν τις προϋποθέσεις για την βίωση της Αποκαλύψεως, ιδιαιτέρως οι κανόνες εκείνοι που αναφέρονται στο πώς κανονίζεται η μετάνοια.
Όλη η θεολογία των Τοπικών και των Οικουμενικών Συνόδων φαίνεται στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, ιδιαιτέρως στον «προσφωνητικόν λόγον» και τους α’ και ρβ’ κανόνες της.
Έπειτα, οι ησυχαστικές Σύνοδοι του 14ου αιώνος (1341, 1347, 1351, 1368), στις οποίες πρωταγωνίσθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και η ησυχαστική του θεολογία, που είναι η πεμπτουσία της ορθοδόξου θεολογίας όλων των αγίων Πατέρων, κατοχύρωσαν τον ησυχασμό, ως προϋπόθεση της αγιότητος, της θεώσεως, αλλά δογμάτισαν και για την θεολογία περί της μεθέξεως της ακτίστου θεοποιού ενεργείας του Θεού.
Και όταν σκεφθή κανείς ότι οι Σύνοδοι αυτές, κυρίως του έτους 1351 που αποδέχθηκε και τις αποφάσεις των προηγουμένων Συνόδων (1341, 1347), έχει όλες τις προϋποθέσεις να χαρακτηρισθή ως Θ’ Οικουμενική Σύνοδος, τότε καταλαβαίνει την μεγάλη αξία της ησυχαστικής νηπτικής παραδόσεως της Εκκλησίας, ως γνησίας ευαγγελικής και εκκλησιαστικής ζωής.
Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τα Πρακτικά και τον Συνοδικό Τόμο της Συνόδου του 1351, διακρίνει σαφώς ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της Οικουμενικής Συνόδου, μεταξύ των οποίων ότι ασχολήθηκε με ένα σοβαρό δογματικό θέμα, ως συνέχεια της Δ’ και της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου, ότι οι Αυτοκράτορες υπέγραψαν τα Πρακτικά, αλλά και οι ίδιοι οι Πατέρες της Συνόδου την αποκαλούν «θεία και ιερά σύνοδον».
Μάλιστα γι’ αυτό και έχει χαρακτηρισθή ως Θ’ Οικουμενική Σύνοδος. Κυρίως στα Πρακτικά της Συνόδου αυτής φαίνονται ευδιάκριτα τα εξής σημεία:
Πρώτον, στην Σύνοδο αυτήν συμπεριελήφθησαν οι συνοδικοί τόμοι των ετών 1341 και 1347 και απέκτησαν έτσι οικουμενικό κύρος. Γράφεται στα Πρακτικά της Συνόδου του 1351: «..και ακριβή και προσήκουσαν την περί των προκειμένων σκέψιν και εξέτασιν ποιησάμενοι, και τους πρώην επί τούτοις συνοδικούς τόμους ως ευσεβεστάτους επικυρούντες, μάλλον δε και τούτοις επόμενοι….».
Επομένως, όλες αυτές οι Σύνοδοι θεωρούνται ως μία Σύνοδος και, βεβαίως, με αυτές τις Συνόδους κατεδικάσθηκαν οι απόψεις του Βαρλαάμ, αλλά και των μαθητών του, των βαρλααμιτών, ήτοι του Ακινδύνου και του Γρηγορά.
Δεύτερον, θεωρεί τον εαυτό της ως συνέχεια των προηγουμένων Οικουμενικών Συνόδων, ιδίως δε της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία αποφάνθηκε ότι ο Χριστός είχε δύο θελήσεις, θεία και ανθρώπινη, γι’ αυτό και μνημονεύεται ο συνοδικός τόμος της: 
«και απεδείχθη και τούτο υπό των αγίων εναργώς κηρυττόμενον· ων κεφάλαιον η αγία και Οικουμενική Σύνοδος, καθώς ανωτέρω δια των κατά μέρος προτεθέντων αυτής ρητών μάλιστα ικανώς αποδέδεικται».
Μάλιστα, ο Βαρλαάμ και οι ομόφρονές του, που μιλούν για την κτιστή ενέργεια του Θεού, χαρακτηρίζονται ως χειρότεροι και από τους Μονοθελήτες: «Καντεύθεν και αυτοί φανερώς αναδείκνυνται· χείρους δε εκείνων πολλώ», «χείρους και ατοπώτεροι», γιατί εκείνοι υπεστήριζαν ότι στον Χριστό υπάρχει μία θέληση και μία ενέργεια, αλλά την θεωρούσαν ως άκτιστη και όχι κτιστή, ενώ οι βαρλαμίτες θεωρούν ότι στον Χριστό υπάρχει ένα θέλημα και μία ενέργεια, αλλά την δέχονται φανερώς ως κτιστή.
Τρίτον, καταγράφει τις αιρετικές απόψεις του Βαρλαάμ, του Ακινδύνου και του Γρηγορά, που αναφέρονται στην άκτιστη ενέργεια και την μέθεξη της ακτίστου ενεργείας από τους θεουμένους αγίους.
Το σημαντικό είναι ότι η Σύνοδος του έτους1351 επικύρωσε και τους προηγούμενους συνοδικούς τόμους που αναφέρονται και στον ιερό ησυχασμό, που είναι απαραίτηση προϋπόθεση για την όραση της ακτίστου ενεργείας του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις αυτές δεν αναφέρονται μόνον στην φύση του ακτίστου φωτός, αλλά και στον ιερό ησυχασμό, την απαραίτητη προϋπόθεση οράσεως του ακτίστου Φωτός.
Γράφεται εκεί ότι ο Βαρλαάμ καταφερόταν εναντίον των ιερών Πατέρων, οι οποίοι «δια των εντολών του Θεού κεκαθαρμένοι τας καρδίας» δέχονται μυστικώς και απορρήτως θείες ελλάμψεις, καθώς επίσης καταφερόταν «κατά των καθ’ ησυχίαν ζώντων μοναχών».
Ο Βαρλαάμ εγγράφως διέστρεψε και κατηγόρησε «πολλά και των της ησυχίας εθίμων», και μάλιστα επιτέθηκε και εναντίον της συνηθισμένης προσευχής στους ησυχαστές, αλλά και σε όλους τους Χριστιανούς, στην προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με».
Αναφέρεται μάλιστα στην σχέση μεταξύ ησυχίας, προσευχής και θεωρίας του ακτίστου Φωτός, που είναι αυτή η ίδια η Βασιλεία του Θεού. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα: 
«Μήτηρ γαρ προσευχής η ησυχία. Προσευχή δε θείας δόξης εμφάνεια. Όταν γαρ τας αισθήσεις μύσωμεν και εαυτοίς και τω Θεώ συγγενώμεθα, και της έξωθεν του κόσμου περιφοράς ελευθερωθέντες εντός εαυτών γενώμεθα, τότε τρανώς εν εαυτοίς την του Θεού βασιλείαν οψόμεθα. "Η βασιλεία γαρ των ουρανών, ήτις εστι Βασιλεία Θεού, εντός ημών εστιν", Ιησούς ο Θεός επεφθέγξατο».
Οπότε, γίνεται φανερό ότι η όραση της Βασιλείας του Θεού και η εσχατολογική βίωση από την ζωή αυτή συνδέεται άρρηκτα με τον ησυχασμό. Ο ησυχασμός δεν είναι κάτι που ήλθε στην ζωή της Εκκλησίας μεταγενέστερα, κατά επίδραση των νεοπλατωνικών και δήθεν παρέκαμψε την εκκλησιολογία της πρώτης Εκκλησίας που στηριζόταν στην θεία Ευχαριστία και την αίσθηση της Βασιλείας του Θεού, αλλά είναι η προϋπόθεση της θέας του ακτίστου Φωτός, όπως σαφώς κατοχύρωσε και η «θεία και ιερά Σύνοδος» του 1351.
Ο Βαρλαάμ αντί να ακολουθή την διδασκαλία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, στηριζόταν περισσότερο στην φιλοσοφία, θεωρώντας το Φως της θεότητος που έλλαμψε στο όρος Θαβώρ ότι δεν ήταν απρόσιτον και κατά αλήθεια Φως θεότητος ούτε ήταν ιερώτερο και θειότερο των αγγέλων, «αλλά και χείρον και κατώτερον και αυτής της ημετέρας νοήσεως». Δηλαδή, ο Βαρλαάμ θεωρούσε ότι «πάντα τα τε νοήματα και νοούμενα σεμνότερά εστι του φωτός εκείνου».
Τέταρτον, τεκμηριώνει όλη αυτήν την θεολογία στα κείμενα της Αγίας Γραφής –Παλαιάς και Καινής– στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, όπως του Μ. Αθανασίου, του Μ. Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αγίου Διαδόχου του Φωτικής, του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του αγίου Ανδρέου Κρήτης κ.α.
Τα αποσπάσματα των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων αναφέρονται στην ιερά ησυχία, την νοερά καρδιακή προσευχή, την νήψη του νοός, την κάθαρση της καρδιάς, την σύνδεση της ιεράς ησυχίας με τα Μυστήρια της Εκκλησίας, την θεωρία του ακτίστου Φωτός, την μέθεξη της Βασιλείας του Θεού.
Με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύεται περίτρανα ότι η μόνη εσχατολογική βίωση της Βασιλείας του Θεού είναι η δια της ιεράς ησυχίας μέθεξη της ακτίστου δόξης του Θεού, της θεωρίας του ακτίστου Φωτός.
Πέμπτον, η Σύνοδος του έτους 1351 επικύρωσε τα δίκαια αναθέματα που επεβλήθησαν στον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνον από τις προηγούμενες συνόδους, αφού δεν μετενόησαν, στους δε «ομόφρονάς» τους «και απλώς όσοι της συμμορίας αυτών», τους τιμώρησε «ως αποκηρύκτους τε και αποβλήτους της καθολικής και αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας», εάν δεν μεταμεληθούν.
Επίσης, επέβαλε και το ανάθεμα της ακοινωνησίας και απογύμνωσε τους Κληρικούς «πάσης ιερατικής λειτουργίας», όταν κοινωνούν εν γνώσει τους με τους αιρετικούς αυτούς. Ακόμη, καταδικάζονται και όσοι θα καταφερθούν στον μέλλον εναντίον των ησυχαστών και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Για το θέμα αυτό που μας ενδιαφέρει με τον Συνοδικό τόμο του έτους1351 επικυρώνεται η προηγούμενη καταδίκη:
«Αλλ’ και ει τις έτερος των απάντων τα αυτά ποτέ φωραθείη ή φρονών ή λέγων ή συγγραφόμενος κατά του ιερωτάτου Θεσσαλονίκης (στον τόμο του 1347 γράφεται: «του ειρημένου τιμιωτάτου ιερομονάχου κυρού Γρηγορίου του Παλαμά και των συν αυτώ μοναχών») μάλλον δε κατά των ιερών θεολόγων και της Εκκλησίας αυτής, τα αυτά και κατ’ αυτού ψηφιζόμεθα και τη αυτή καταδίκη καθυποβάλλομεν (καθαίρεση και ακοινωνησία), είτε των ιερωμένων είη τις, είτε των λαϊκών».
Στο απόσπασμα αυτό φαίνεται ότι η Εκκλησία συνοδικώς υιοθέτησε πλήρως την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και των ησυχαστών περί της ακτίστου ενεργείας του Θεού, του θαβωρείου Φωτός, αλλά και περί του ιερού ησυχασμού. Οπότε, δεν πρόκειται για διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά για διδασκαλία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων και αυτής της ίδιας της Εκκλησίας.
Έτσι, όχι μόνον τότε, αλλά και στο μέλλον («ποτέ») όποιος φρονεί η λέγει η γράφει εναντίον αυτών των θεμάτων, όποιος αρνείται τον ιερό ησυχασμό, την θεοπτία, και την άκτιστη ενέργεια του Θεού, είτε είναι ιερωμένος είτε λαϊκός δέχεται τον ίδιο αφορισμό και ακοινωνησία, που δέχθηκαν οι σύγχρονοι του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αντιησυχαστές.
Από τα Πρακτικά αυτά φαίνεται σαφέστατα ότι όσοι ισχυρίζονται ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας από τον 3ο αιώνα και μετά επηρεάσθησαν από μια άλλη «(νεο)πλατωνική εκκλησιολογία» την οποία δήθεν ανεκάλυψαν και παρουσίασαν ο Ευάγριος ο Ποντικός και ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, οι οποίοι και επηρέασαν τους μεταγενέστερους Πατέρες, οπότε εκδιώχθηκε και παραθεωρήθηκε η «αρχέγονη εκκλησιολογία» της Ευχαριστίας και της Βασιλείας, στην πραγματικότητα εκφράζουν την καταδικασμένη αίρεση του Βαρλαάμ, του Ακινδύνου, του Γρηγορά, και σαφώς είναι βαρλααμίτες με φοβερές συνέπειες.
 
Η παράδοση της Φιλοκαλίας
Μετά τις ησυχαστικές Συνόδους του 14ου αιώνος χρειάσθηκε να γίνη μια κωδικοποίηση όλης της ησυχαστικής παραδόσεως, την οποία επικύρωσε η Εκκλησία συνοδικώς και κατοχύρωσε ως την αυθεντική ευαγγελική, εκκλησιαστική και πατερική ζωή.
Έτσι, άρχισαν να συγκροτούνται μερικά κείμενα και τελικά απαρτίσθηκε η Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, η οποία δεν παραθεώρησε τα Μυστήρια, αλλά κατέγραψε τις πραγματικές εκκλησιαστικές προϋποθέσεις μεθέξεως της Χάριτος δι’ αυτών [δες τη Φιλοκαλία εδώ - σχετική μελέτη του επισκόπου Κάλλιστου Ware εδώ].
Η Φιλοκαλία απαρτίσθηκε και δημοσιεύθηκε από τους αγίους Μακάριο Νοταρά, Επίσκοπο πρώην Κορίνθου, και Νικόδημο τον Αγιορείτη. Στον πρόλογο, τον οποίο συνέγραψε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, φαίνεται η μεγάλη αξία της Φιλοκαλίας, που περιέχει κείμενα τα οποία δείχνουν στον άνθρωπο τον τρόπο να ανακαλύψη την Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος και του Χρίσματος που υπάρχει μέσα στην καρδιά του βαπτιζομένου, η οποία τώρα σε πολλούς Χριστιανούς καλύπτεται από τα πάθη.

Ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης
Μια μικρή περίληψη αυτού του προλόγου θα δείξη την μεγάλη αξία και της Φιλοκαλίας, αλλά και της πνευματικής ζωής, μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, δια της οποίας ο άνθρωπος ανέρχεται στο ύψος της θεοπτίας.
Ο Θεός, κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, δημιούργησε τον άνθρωπο για να είναι «επόπτης της αισθητής Κτίσεως και μύστης της νοουμένης», με την εντολή να λάβη «την ενυπόστατον της θεώσεως χάριν», να γίνη θεός και να λάμπη στους αιώνας μέσα στο ακραιφνέστατο φως.
Όμως, με τον φθόνο του διαβόλου ο άνθρωπος αποχωρίσθηκε από την θεία δόξα και διέκοψε την εκπλήρωση της προαιώνιας βουλής του Θεού.
Στην συνέχεια ενηνθρώπησε ο Χριστός με την ευδοκία του Πατρός και την συνέργεια του Αγίου Πνεύματος, ενηνθρώπησε, θέωσε την προσληφθείσα ανθρώπινη φύση, και με το άγιο Βάπτισμα μας έδωσε την τέλεια Χάρη του Παναγίου Πνεύματος «οιονεί σπέρμα θείον εγκατασπείρας εν ταις καρδίαις ημών».
Συγχρόνως, μας έδωσε εντολή, με την τήρηση των εντολών Του, όταν πολιτευόμαστε κατά τις πνευματικές μεθηλικώσεις ["Νεκρός": δηλ. ακολουθούμε πνευματικά, βήμα-βήμα, τη ζωή του Χριστού], δηλαδή την συναύξηση μαζί με τον Χριστό –την συσταύρωση, την συνταφή, την συνανάσταση και την συνανάληψη– να διαφυλάξουμε άσβεστη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και να γίνουμε τέκνα Θεού, να θεωθούμε. Αυτή είναι η περίληψη της θείας οικονομίας.
Εμείς, όμως, με την άγνοια και με τις βιοτικές μέριμνες τυφλωθήκαμε και συνεχώσαμε αυτήν την Χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά, οπότε το φως του Βαπτίσματος κινδυνεύει να σβησθή. Στην πραγματικότητα αυτή η Χάρη του αγίου Βαπτίσματος καλύπτεται από τα πάθη.
Για να αποφευχθή αυτό, το Άγιον Πνεύμα σόφισε [=φώτισε, τους έδωσε σοφία] τους Πατέρες να μας διδάξουν τον τρόπο που υποδείχθηκε και από τον Χριστό να ασχοληθούμε με την νήψη, την φυλακή του νοός, την αδιάλειπτη προσευχή του ονόματος του Χριστού στα χείλη, τον νου και στο βάθος της καρδιάς, με το να τηρούμε την διάνοια «ασχημάτιστον όλως και άχροον», ώστε να αποκαλύψουμε την Χάρη του Θεού που βρίσκεται μέσα στην καρδιά, που είναι η Βασιλεία του Θεού.
Εξασκούμενοι σε αυτήν την πνευματική εργασία, δηλαδή στην νοερά προσευχή, που συνδέεται και με την τήρηση των εντολών του Χριστού, αναπτύσσεται μια ενέργεια μέσα στην καρδιά, μια θερμότητα, και με αυτήν την ενέργεια «τα μεν πάθη καταναλίσκονται» και ο νους και η καρδία «κατ’ ολίγον καθαίρονται και προς εαυτά ενούνται».
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να τηρούνται με μεγάλη ευχέρεια οι εντολές του Χριστού και να ανατέλλουν οι καρποί του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, ανακαλύπτουμε την τέλεια Χάρη του αγίου Βαπτίσματος που μας δόθηκε από την αρχή, η οποία σαν κάποια σπίθα ήταν συγκεχωμένη στα πάθη, και έτσι «τηλαυγώς αναλάμψασαν αυτήν, κατοπτεύσαι και φωτισθήναι νοερώς και επομένως τελειωθήναι και θεωθήναι κατάλληλα».
Αυτήν την μέθοδο μας την περιέγραψαν οι άγιοι Πατέρες και την παρέδωκαν σε μας τα πνευματικά τους παιδιά «καθάπερ τινα πατρικήν κληρονομίαν». Πρόκειται για την «καθαρτικήν», «φωτιστικήν» και «τελειωτικήν» Χάρη, όπως την ονομάζει ο άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης, και τα νηπτικά συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας που κάνουν λόγο «περί προσοχής και νήψεως» και έχουν σκοπό «το θεουργήσαι τον άνθρωπον».
Αυτά τα πατερικά συγγράμματα, λόγω της παλαιότητος και της μη εκδόσεώς τους παρέμειναν άγνωστα.

Ο άγιος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ (1896-1993), ένας από τους ΠΟΛΛΟΥΣ σύγχρονους "εργάτες" της νοεράς προσευχής, που έγραψε αναλυτικά γι' αυτήν. Δες ολόκληρα βιβλία του εδώ.
Δυστυχώς, αυτή η ιερά εργασία παραμένει άγνωστη και σε αυτούς ακόμη τους μοναχούς, που ασχολούνται μόνον με τα εργαλεία των αρετών και δεν γνωρίζουν τα σχετικά με την φυλακή του νοός και την καθαρά προσευχή.
Έτσι, «κινδυνεύει την τοιαύτην σύντομον και γλυκυτάτην εργασίαν τέλεον εκλίπειν· αμαυρωθήναι τε εντεύθεν και αποσβεσθήναι την χάριν» και βεβαίως κινδυνεύουμε να εκπέσουμε από την προς τον Θεό ένωση και θεουργία.
Λόγω της απώλειας αυτής της εργασίας που οδηγεί στην θέωση είναι δυσεύρετη η ύπαρξη ακόμη και μοναχών που αγαπούν την ησυχαστική ζωή, εξέλειψαν ακόμη και «οι εν αγιότητι διαπρέποντες». Γιατί, χωρίς την θέωση του νου, δεν μπορεί ο άνθρωπος όχι μόνον να αγιάση, αλλά ούτε και να σωθή, αφού «ταυτόν γαρ εστι σωθήναι και θεωθήναι κατά την των θεοσόφων εκφαντορίαν».
Επειδή στερούμαστε τέτοιων βιβλίων και τα σημαντικά αυτά νηπτικά κείμενα παραμένουν στο σκοτάδι και σε κάποια γωνιά «ακλεή και σητόβρωτα και τήδε κακείσαι παρερριμμένα τε και διεσπαρμένα», εκδίδεται η Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών.
Αυτό το βιβλίο είναι 
«το της νήψεως ταμιείον· το του νοός φυλακτήριον· το μυστικόν διδασκαλείον της νοεράς προσευχής. Βιβλίον, της πρακτικής την εξαίρετον υποτύπωσιν· της θεωρίας την απλανή οδηγίαν· τον των Πατέρων Παράδεισον· των αρετών την χρυσήν σειράν.
Βιβλίον το πυκνόν του Ιησού αδολέσχημα, την ανακλητικήν της Χάριτος σάλπιγγα και, συνελόντι φάναι, αυτό δη το της θεώσεως όργανον, χρήμα είπέρ τι άλλο μυριοπόθητον, και προ πολλών ετών μελετώμενον μεν και ζητούμενον, αλλ’ ουχ ευρισκόμενον».
Είναι φανερόν ότι η Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών περιέχει την μέθοδο της ορθοδόξου ευσεβείας, που είναι ο ιερός ησυχασμός, η οποία μέθοδος συνδέεται στενά με τα Μυστήρια της Εκκλησίας –το Βάπτισμα, το Χρίσμα, την θεία Ευχαριστία– και δείχνει στον άνθρωπο τον τρόπο με τον οποίο φθάνει στην θέωση. Επομένως, Μυστήρια και ησυχασμός συνδέονται στενότατα μεταξύ τους.
Οπότε, όποιος υποτιμά την Φιλοκαλία και ομιλεί περιφρονητικώς και υβριστικώς γι’ αυτήν, στην πραγματικότητα υπονομεύει όλην την ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως κατοχυρώθηκε συνοδικώς.
 
Η νηπτική θεολογία, τα Μυστήρια και η λατρεία της Εκκλησίας
Όλη η ησυχαστική παράδοση πέρασε μέσα στις ευχές [=προσευχές] των Μυστηρίων της Εκκλησίας, τις ιερές ακολουθίες και την λατρεία της. Είναι γνωστόν ότι η Εκκλησία έβαλε όλη την θεολογία της για τα Μυστήρια μέσα στις ευχές που λέγονται κατά την διάρκειά τους.
Στις ευχές αυτές φαίνεται καθαρά ποιός είναι ο σκοπός των Μυστηρίων και ποιές είναι οι προϋποθέσεις για την βίωση αυτού του σκοπού. Ο σκοπός είναι ο αγιασμός, η θέωση, η όραση του Φωτός και οι προϋποθέσεις είναι η μετάνοια και η όλη ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας.


Όταν διαβάση κανείς την ακολουθία «εις το ποιήσαι κατηχούμενον» καταλαβαίνει ποιός είναι ο σκοπός της κατηχήσεως: 
«Εξέλασον απ' αυτού παν πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα, κεκρυμμένον και εμφωλεύον αυτού τη καρδία». «Απόδυσον αυτού την παλαιότητα και ανακαίνισον αυτόν εις την ζωήν την αιώνιον, και πλήρωσον αυτόν της του Αγίου σου Πνεύματος δυνάμεως, εις ένωσιν του Χριστού σου».
Εδώ γίνεται λόγος για απομάκρυνση του διαβόλου, με την Χάρη του Θεού, από το βάθος της καρδιάς του ανθρώπου, και την πλήρωσή του από την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ώστε να ενωθή ο βαπτιζόμενος με τον Χριστό και να γίνη μέλος του αναστημένου Σώματός Του.
Οι ευχές του Βαπτίσματος αναφέρονται στην μεγάλη κλήση του Χριστού και υπενθυμίζουν την διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου: 
«και δος μεταποιηθήναι τον εν αυτώ βαπτιζόμενον, εις το αποθέσθαι μεν τον παλαιόν άνθρωπον, τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης, ενδύσασθαι δε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν».
Στην ευχή που ευλογείται το νερό μέσα στο οποίο θα βαπτισθή ο κατηχούμενος για να γίνη Χριστιανός γράφεται και το εξής σημαντικό για τον Χριστιανό που θα βαπτισθή: 
«Και φυλάξας την δωρεάν του Αγίου σου Πνεύματος, και αυξήσας την παρακαταθήκην της χάριτος, δέξηται το βραβείον της άνω κλήσεως, και συγκαταριθμηθή τοις πρωτοτόκοις τοις απογεγραμμένοις εν ουρανώ».
Και στις ευχές της απολούσεως λέγεται: 
«Αυτός Δέσποτα Κύριε, τον φωτισμόν του προσώπου σου εν τη καρδία αυτού εναυγάζειν διαπαντός ευδόκησον».
Αυτές και άλλες δεήσεις προς τον Θεό προϋποθέτουν αγώνα σε όλη την ζωή μέσα στην ησυχαστική-νηπτική παράδοση της Εκκλησίας. Ο Τριαδικός Θεός με το άγιον Βάπτισμα μας δίνει «την μακαρίαν κάθαρσιν» και με το ζωοποιό Χρίσμα μας δίνει «την σφραγίδα της δωρεάς του αγίου και παντοδυνάμου και προσκυνητού Πνεύματος».
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από την ευχή που διαβάζεται σε εκείνον που επιστρέφει στην αληθινή πίστη μετά από την άρνηση του Χριστού:
«Καταύγασον αυτού την διάνοιαν τη δυνάμει και ενεργεία του Αγίου σου Πνεύματος, ώστε τον εναποκείμενον τη ψυχή αυτού σπινθήρα του σωτηριώδους Βαπτίσματος ταις αύραις της Χάριτος νοητώς εξαφθήναι· και την ενσημανθείσαν αυτώ Σφραγίδα εκτυπώτερον επιφαίνεσθαι εν τη καρδία αυτού και τοις λογισμοίς, δια της σημειώσεως του Σταυρού του Χριστού σου, την εις σε ελπίδα και την της αληθείας επίγνωσιν, ίνα γινώσκη και προσκυνή σε τον μόνον Θεόν και Πατέρα, και τον μονογενή σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και το Πνεύμά σου το Άγιον».
Είναι πολύ εκφραστική η ευχή που διαβάζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης και με την οποία αγιάζεται το άγιο Μύρον με το οποίο τελείται το μυστήριο του χρίσματος: 
«Κατάπεμψον το Άγιόν Σου Πνεύμα και αγίασον το Μύρον τούτο. Και ποίησον αυτό μύρον αγαλλιάσεως Πνεύματος Αγίου, μύρον αναγεννήσεως, αγιασμού χρίσμα, βασιλικόν ένδυμα, θώρακα δικαιοσύνης, εις αποτροπήν πάσης διαβολικής ενεργείας, σφραγίδα ανεπιβούλευτον, αγαλλίαμα καρδίας, ευφροσύνην αιώνιον. Ίνα οι τούτου χρισμένοι εκλάμποντες ως οι φωστήρες του ουρανού τη φαιδρότητι, μη έχοντες σπίλον ή ρυτίδα, καταδεχθώσιν εις τας αιωνίους αναπαύσεις, και δέξωνται το βραβείον της άνω κλήσεως».
Αυτό το απόσπασμα είναι σαφέστατο ότι σημαίνει εσωτερική νοερά προσευχή, όπως παρουσίαζαν τις εκδηλώσεις και τα αποτελέσματά της οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας.
Το μυστήριο του Χρίσματος που γίνεται με το άγιο μύρο συνδέεται με την αναγέννηση του ανθρώπου, είναι βασιλικό ένδυμα, αποτροπή κάθε σατανικής ενεργείας, σφραγίδα ανεπιβούλευτη, αγαλλίαμα της καρδίας, και που φωτίζει την ψυχή του ανθρώπου και του δίνει το βραβείο της άνω κλήσεως.
Ακόμη είναι σημαντικές οι ευχές για την καθιέρωση του ιερού Θυσιαστηρίου. Αφού ο Αρχιερεύς προσεύχεται στον Θεό για τον εγκαινιασμό του Ιερού Ναού συγχρόνως δέεται προς τον Θεό και για τον εγκαινιασμό των ανθρώπων μέσα στον χώρο της καρδιάς: 
«και κατάπεμψον το πανάγιόν σου Πνεύμα εφ’ ημάς, και επί την κληρονομίαν σου, και κατά τον θείον Δαυίδ, εγκαίνισον εν ταις καρδίαις ημών πνεύμα ευθές, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξον ημάς».
Σε άλλη ευχή παρακαλεί για τον ανακαινισμό του ναού ώστε μέσα σε αυτόν να γίνουν οι πιστοί μέτοχοι του Αγίου Πνεύματος, και να τελούνται μέσα στο βάθος της καρδιάς οι νοερές θυσίες, δια της καθάρσεως του νου: 
«...φυλάττων αυτόν (τον Ναόν) έως της των αιώνων συντελείας, και τω Πνεύματί σου τω Αγίω τούτον εγκαινίσης, ως αν εν αυτώ τας αναιμάκτους θυσίας, προσφέροντές σοι, μέτοχοι γενώμεθα του Αγίου Πνεύματος, εγκαινισθέντος εν τοις εγκάτοις ημών, και το της διανοίας ημών ηγεμονικόν στηρίζοντος, και παρέχοντος μυστικώς τας νοεράς θυσίας, δια της καθάρσεως του νοός, προσφέρειν σοι τω Δεσπότη Θεώ».
Εδώ σαφέστατα γίνεται λόγος για την πνευματική ιερωσύνη, για την ιερουργία του νοός στην καρδιά, με την κάθαρση της καρδιάς, πράγμα που είναι η ουσία της νηπτικής θεολογίας.

 
Διαβάζοντας ακόμη κανείς τις ευχές της μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, που συμπεριλαμβάνονται μέσα στις ευχές της θείας Λειτουργίας, αλλά και στην ακολουθία της Μεταλήψεως συναντά όλην την ησυχαστική πράξη ως προϋπόθεση της θείας Κοινωνίας.
Είναι χαρακτηριστική η ευχή: 
«καταξίωσον ημάς μεταλαβείν των επουρανίων σου και φρικτών Μυστηρίων ταύτης της ιεράς και πνευματικής Τραπέζης, μετά καθαρού συνειδότος, εις άφεσιν αμαρτιών, εις συγχώρησιν πλημμελημάτων, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις Βασιλείας ουρανών κληρονομίαν, εις παρρησίαν την προς σε, μη εις κρίμα, η εις κατάκριμα».
Η κάθαρση του συνειδότος δεν είναι στιγμιαία, δηλαδή δεν γίνεται εκείνη την στιγμή, αλλά προϋποθέτει αγώνα καθάρσεως και αυτό είναι απαραίτητο για την θεία Κοινωνία για να μη γίνη «εις κρίμα ή κατάκριμα», αλλά «εις Πνεύματος Αγίου Κοινωνίαν, εις Βασιλείας ουρανών κληρονομίαν».
Είναι χαρακτηριστική η ευχή [=προσευχή] προ της θείας Κοινωνίας του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου ["Νεκρός": Περιλαμβάνεται στην Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως, που βρίσκεται στο βιβλίο Ιερά Σύνοψη, βιβλίο προσευχών για λαϊκούς (όχι ιερείς). Αναζητήστε το]. Προηγείται η ταπείνωση, ο κόπος της ασκήσεως και έπειτα ζητά την άφεση των αμαρτιών, ώστε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού να ενεργήσουν την θέωση και τον αγιασμό:
 
«Ίδε την ταπείνωσίν μου,
ίδε μου τον κόπον όσος,
και τας αμαρτίας πάσας
άφες μοι, Θεέ των όλων·
ίνα καθαρά καρδία,
περιτρόμω διανοία
και ψυχή συντετριμένη
των αχράντων σου μετάσχω
και πανάγνων μυστηρίων,
οις ζωούται και θεούται
πας ο τρώγων σε και πίνων
εξ ειλικρινούς καρδίας».

Σε όλη την ευχή εκφράζονται η μετάνοια, τα δάκρυα, η συντετριμμένη ψυχή, αλλά συγχρόνως ο προσευχόμενος προσβλέπει και στην φιλανθρωπία του Θεού.
Ζητά το έλεος του Θεού, γιατί γνωρίζει ότι η θεία Κοινωνία ενεργεί ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, ήτοι καθαρίζει, λαμπρύνει (φωτίζει) και θεοποιεί:
«Αλλ’ ελαίω συμπαθείας
τους θερμώς μετανοούντας
και καθαίρεις και λαμπρύνεις
και φωτός ποιείς μετόχους,
κοινωνούς Θεότητός σου
εργαζόμενος αφθόνως,
και, το ξένον και αγγέλοις
και ανθρώπων διανοίαις,
ομιλείς αυτοίς πολλάκις
ώσπερ φίλοις σου γνησίοις».

Όλην αυτήν την ασκητική την βλέπουμε στην λατρεία της Εκκλησίας. Μελετώντας κανείς, για παράδειγμα, τα απολυτίκια [επίσημα τροπάρια προς τιμήν αγίων] σε διαφόρους [αγίους, που ήταν] Ιεράρχες [επίσκοποι, πατριάρχες κ.τ.λ.] βλέπει ποιος είναι ο σκοπός και το έργο των Αρχιερέων.
Ένα χαρακτηριστικό απολυτίκιο λέγει το εξής: 
«και τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος, των αποστόλων γενόμενος, την πράξιν εύρες θεόπνευστε, εις θεωρίας επίβασιν, δια τούτο τον λόγον της αληθείας ορθοτομών και τη πίστει ενήθλησας μέχρις αίματος ιερομάρτυς Πολύκαρπε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών».
Παρατηρώντας προσεκτικά το απολυτίκιο αυτό, βλέπουμε ότι ο πραγματικός Πατέρας της Εκκλησίας δεν είναι μόνον διάδοχος του θρόνου των Αποστόλων, αλλά και μέτοχος του τρόπου ζωής των Αποστόλων.
Ο αποστολικός τρόπος ζωής είναι το να ανέβη κανείς στην θεωρία του Θεού με την πράξη, που είναι η κάθαρση και ο φωτισμός. Έτσι, ο άγιος Πατέρας έφθασε στην θεωρία και έγινε διδάσκαλος «αλιευτικώς, ουχ αριστοτελικώς», δηλαδή με την εμπειρία του και όχι με την φιλοσοφία και τον δικό του στοχασμό.
Και επειδή χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο και είναι πραγματικός διάδοχος των Αποστόλων, όχι απλώς με την αποστολική διαδοχή, αλλά και την αποστολική εμπειρική θεολογία, γι’ αυτό ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας και οδηγείται ακόμη και στο μαρτύριο, που είναι καρπός της θεωρίας του Θεού.
Με αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να πρεσβεύη στον Θεό για μας, προκειμένου να σωθούν οι ψυχές μας, αφού ακολουθήσουμε και εμείς την ίδια πορεία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε την ζωή και την διδασκαλία όλων των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.
Ακόμη, διαβάζοντας κανείς τα τροπάρια της Εκκλησίας που ψάλλονται στις καθημερινές ακολουθίες, βρίσκει άφθονο υλικό για την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την θέωση.
Θα αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον κανόνα [μουσικό-ποιητικό (υμνογραφικό) έργο που ψάλλεται στην Εκκλησία] της Πεντηκοστής, που είναι έργο του μεγάλου Θεολόγου του 8ου αιώνος, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
«Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω, ερητόρευσε τον θεόγραφον νόμον· ιλύν γαρ εκτινάξας όμματος νόου, ορά τον Όντα και μυείται Πνεύματος γνώσιν γεραίρων ενθέοις τοις άσμασιν».
Στο τροπάριο αυτό φαίνεται όλη η ακραιφνής θεολογία της Εκκλησίας μας. Ο Μωϋσής, και ο κάθε θεόπτης Πατέρας της Εκκλησίας, αξιώθηκε να καλυφθή από τον θείο γνόφο και να δη τον Όντα, τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο, τον άσαρκο Λόγο –ο Οποίος είναι ο πραγματικός θεολόγος– αφού εκτινάχθηκε από τον οφθαλμό του νου του «κάθε ακαθαρσία των παθών και κάθε γήϊνον φρόνημα».
Ακολουθώντας αυτήν την πράξη και την θεωρία μυείται την μυστική από τους πολλούς γνώση του Πνεύματος και στην συνέχεια ρητορεύει τον θεόγραφον νόμον, καίτοι είναι από την φύση βραδύγλωσσος, και δοξάζει τον Θεό με ένθεα άσματα.
Αυτό συμβαίνει και σε κάθε θεόπτη άγιο. Μέσα σε αυτήν την προοπτική εντάσσεται η Ορθόδοξη θεολογία, η προσευχή και η ποιμαντική.
Έπειτα, όλο το συναξαριακό υλικό, δηλαδή οι βίοι των αγίων, ασκητών, μαρτύρων και γενικά αγίων, δείχνει ότι οι άγιοι ακολούθησαν τον ασκητικό, φιλοκαλικό τρόπο ζωής, με την μετάνοια, την πίστη, την καθαρότητα της καρδιάς, τον φωτισμό του νου, την αγάπη προς τον Θεό, και δέχθηκαν το μαρτύριο ως καρπό θεωρίας κλπ.
Οι καθημερινές ευχές [=προσευχές] της Εκκλησίας διαγράφουν [=ζωγραφίζουν] αυτήν την πορεία του ανθρώπου από την κάθαρση, στον φωτισμό και την θέωση, που είναι η πραγματική θεραπεία του ανθρώπου.
Το εκπληκτικό είναι ότι η Εκκλησία θέλει ο πιστός να ζη την νήψη όχι μόνο τότε που βρίσκεται σε εγρήγορση, αλλά και κατά την διάρκεια του ύπνου.
Έτσι, στην ευχή του αποδείπνου ο πιστός παρακαλεί τον Θεό να στείλη την Χάρη Του, ώστε να παύση τις ορμές των παθών και να δώση «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ύπνον ελαφρόν και πάσης σατανικής φαντασίας απηλλαγμένον».
Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία θέλει τον πιστό να έχη εγρήγορση, καθαρότητα καρδίας και καρδία νήφουσα, ακόμη και κατά την διάρκεια του ύπνου. Δηλαδή ο Χριστιανός πρέπει να ζη την ησυχαστική παράδοση και κατά την ώρα που αναπαύεται και το σώμα του. Πόσο μάλλον αυτό πρέπει να γίνεται κατά την διάρκεια της ημέρας.

Δες και:
Η Εκκλησία ως θεραπευτική επιστήμη
Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας

Αγιορείτες Νεοησυχαστές Πατέρες (1ο μέρος)

Αγιορείτες Νεοησυχαστές Πατέρες (1ο μέρος)
15 Νοεμβρίου 2011

Θρησκεία / Αγιολογία   Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης



Μετά την αναγέννηση του 18ου αιώνος, με τη δράση του νεοησυχαστικού κινήματος των λεγομένων Κολλυβάδων, και πρωτεργάτες τους οσίους Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (+1794), ο οποίος ως άλλος Γρηγόριος Σιναΐτης (+1346) εργάζεται μεταφραστικά και Ιεραποστολικά σε όλα τα Βαλκάνια· Νικόδημο τον Αγιορείτη (+1809), τον σοφό διδάσκαλο και νέο Γρηγόριο Παλαμά (+1359)· Μακάριο Νοταρά και πρώην Κορίνθου (+1805), τον άλλο Ιερό Φώτιο (+899)· και Αθανάσιο Πάριο (+1813), τον ακαταμάχητο υπερασπιστή των ορθών δογμάτων, ως άλλο άγιο Μάρκο τον Ευγενικό (+1445), έχουμε μία χορεία ενάρετων φίλων της νοεράς προσευχής. Με πρώτους τους εξόριστους Ιεροπρεπείς Κολλυβάδες πού εργάσθηκαν πλούσια σε νησιά του Αιγαίου και άλλους τόπους και μετέφεραν σε πολλά λαϊκά στρώματα την ευωδία του αθωνικού αρώματος, πού λέγεται νοερά άθληση, νοερά προσευχή, ευχή του Ιησού, δηλαδή ή επανάληψη του ονόματος· Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, και με μερικές μικρές παραλλαγές. Παρακάτω θα δούμε μερικούς Αγιορείτες νεοησυχαστές πατέρες.
Το 1851 συγγράφεται η «Νηπτική θεωρία» περιέχουσα «λόγους είκοσιν Ανωνύμου τινός αγιορείτου Απελπισμένου επικληθέντος, εν οις ακριβώς, αφ’ ων διά της πείρας έμαθε και έπαθε, τον τρόπον της ενάρξεως και οδηγίαν της προοδεύσεως και απλανή τελείωσιν της ατελούς νοεράς εργασίας, τής, παρά των θεσπέσιων Οσίων Πατέρων άνωθεν παραδομένης, καλούμενης νοεράς προσευχής, ίνα εκ προχείρου έχωσιν οι ποθούντες εισελθείν εις τον ιερόν αγώνα ταύτης της συντόμως (δι΄ αγώνων) εισαγούσης εν τη επουρανίω Χρίστου του Θεού Βασιλεία». Με τον απλό αλλά γλαφυρό τρόπο του, ο αφιλόδοξος, ταπεινός, ανώνυμος συγγραφέας -μερικοί τον ταυτίζουν με τον διάσημο ησυχαστή παπα Χαρίτωνα τον ερημίτη (+1906)- θέλει να βοηθήσει τους εργάτες της προσευχής και λέγει πώς θα προετοιμασθούν γι΄ αυτή: «Η παντοτινή νηστεία, η άμετρος κακοπάθεια και ταλαιπωρία του σώματος, η υπερβολική ταπείνωσις». Ο ταπεινός, συνεχίζει να λέει και να επιμένει, «έχει την καρδίαν του τεταπεινωμένην και συντετριμμένην από την βίαν της ευχής, ευθύς οπού ήθελεν εμβή μέσα εις την εκκλησίαν, πάραυτα τον αρπάζει και τον περικυκλώνει μία αληθινή και ζωηρά ευλάβεια εις τον Θεόν και εις τα θεία· και τόσον τον περικυκλώνει η θεϊκή ευλάβεια, ώστε οπού και αυτός ο ίδιος καταλαμβάνει την ενέργειάν της, διότι του φαίνεται πλέον και είναι πεπεισμένος ότι στέκεται όχι εις την επίγειον ταύτην εκκλησίαν, αλλά του φαίνεται από την χαράν του ότι στέκεται εις την άνω Ιερουσαλήμ».
 
Ο ιερομόναχος Αρσένιος ο Πνευματικός (+1846) ήταν από τη Ρωσία κι έζησε μία εικοσιπενταετία με αυστηρότατη άσκηση σε κελλιά της μονής Ιβήρων και αλλού. Τετάρτη και Παρασκευή είχε τέλεια ασιτία και τις υπόλοιπες ήμερες μονοφαγία και για πολλά έτη το φαγητό του ήταν αλάδωτο. Ο νυκτερινός ύπνος του ήταν πολύ ολιγόωρος και κοιμόταν καθιστός. Ασκούσε επιμελημένα τη νοερά προσευχή. Οι θείες λειτουργίες του ήταν πάντα ένδακρεις. Αγαπούσε να μιλά, αν ποτέ μιλούσε, μόνο για την προσευχή. Προτιμούσε να δίνει παρά να παίρνει. Υπέφερε πραγματικά όταν τον τιμούσαν οι άνθρωποι. Τον ίδιο τρόπο ζωής και ασκήσεως είχε και ο υποτακτικός του Νικόλαος (+1840). Οι μαθητές του δεν άντεχαν τη μεγάλη του φτώχεια. Το μόνο πού επέμενε ήταν η τήρηση του κανόνος της προσευχής, η συνεχής μνήμη του Θεού, η επίκληση του αγίου ονόματος του. Η κοίμηση του ήταν οσιακή.
 
Ο Γέροντας Ιωάννης (+1843) ήταν κι αυτός Ρώσος στην καταγωγή. Μαθήτεψε για ένα διάστημα στον διάσημο στάρετς όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ στη μονή Νεάμτς της Μολδαβίας, πού είχε περίπου χίλιους μοναχούς. Ο στάρετς δεχόταν όσους υπέμεναν τις στερήσεις μαζί του, μόνο και μόνο για ν΄ αυξάνονται τα στόματα πού θα υμνούσαν προσευχόμενα τον Θεό. Κύριο έργο του στάρετς, καθώς λέγει ο Γέροντας Ιωάννης, ήταν η διδασκαλία της καθαρότητος της καρδιάς και του νου, διά της αδιάλειπτου ευχής του Ιησού. Ο Ιωάννης έκοψε το δάκτυλο του, για να μη τον χειροτονήσουν και χάσει την ηρεμία της αγαπημένης του προσευχής. Έζησε επί έτη στην αθωνική έρημο εργοχειρώντας και προσευχόμενος. Να πώς περιγράφει την κατάσταση του ο ίδιος: «Την καρδιά μου επλημμύρισε ανέκφραστη χαρά και η προσευχή άρχισε να ενεργεί μόνη της. Τόσο με γλύκανε, πού δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Κοιμόμουν μία ώρα καθημερινώς και μάλιστα καθιστός· και πάλι σηκωνόμουν, σαν μη μου χρειαζόταν ο ύπνος· «εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί» … Γεννήθηκαν μέσα μου ανέκφραστη αγάπη και δάκρυα· αν θέλω, μπορώ να κλαίω ασταμάτητα … Συχνά το βράδυ σηκώνομαι να διαβάσω το ψαλτήρι, λέγω την προσευχή του Ιησού και πέφτω σε έκστασι. Δεν γνωρίζω που βρίσκομαι· είμαι στο σώμα η εκτός του σώματος δεν ξεύρω· μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Όταν συνέρχομαι ήδη χαράζει».
 
Ο Γέροντας Δανιήλ (+1879) έζησε σ’ ερημικά μέρη του Αγίου Όρους με Γέροντα σκληρό και δύσκολο και με πολλές στερήσεις, στον οποίο έκανε άκρα υπακοή. Στους ελάχιστους επισκέπτες του, μετά την τελευτή του Γέροντα του, έλεγε: «Μόνον ελπίζω στο έλεος του Θεού και στις προσευχές του Γέροντα. Με τί άλλο θα μπορούσα να δικαιωθώ;». Αυτό έλεγε συχνά: «Ζητώ μόνον το έλεος του Θεού και σ’ αυτό αποκλειστικώς ελπίζω». “Οσοι επέμεναν να τον συμβουλεύονται τους έλεγε: «Όταν ο άνθρωπος ευρίσκεται σε δυσκολία, στρέφεται με δάκρυα στον Θεό κι εκείνος τον παρηγορεί…». Άλλοτε έλεγε: «Όποιος δοκίμασε τους καρπούς της ησυχίας μπορεί να μείνη στην αυτοσυγκέντρωσι και στην προσευχή περισσότερο από τρεις ήμερες…»
Ο ιερομόναχος Ευστράτιος ο Τραπεζούντιος οκταετής προσήλθε να μονάσει στη μονή Σουμελά του Πόντου. Μετά εικοσαετή εκεί παραμονή κι αφού χειροτονήθηκε ιερέας και επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα ήλθε στο Άγιον Όρος στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το τυπικό του ήταν: τρεις χιλιάδες μετάνοιες κάθε νύχτα και η ευχή αδιάλειπτη. Το τυπικό του αυτό ήταν ισόβιο. Η σπηλιά πού ζούσε έμοιαζε με τάφο, σκοτεινή και κλειστή, για να επιμηκύνει τη νύχτα και να καλλιεργεί την προσευχή. Κοιμόταν μία ώρα την ήμερα, σχεδόν όρθιος. Λειτουργούσε καθημερινά. Νήστευε συνέχεια. Σ’ ένα των μαθητών του, πού ζούσαν πλησίον του, αλλά σε άλλον τόπο, πριν τον θάνατο του είπε, πώς του δόθηκε τέτοια προσευχή, ώστε και κατά την ώρα του ύπνου η καρδιά του προσεύχεται. Ο Γέροντας προσευχόταν καθιστός η όρθιος, έκλινε την κεφαλή λίγο προς το στήθος και πρόφερε σιγά, με κατάνυξη και προσοχή την ευχή, προσηλώνοντας το νου στα λόγια της ευχής και συγκρατώντας την αναπνοή, ώστε αυτή να εναρμονίζεται με την κίνηση του νου. Τον κοσμούσε και το διορατικό χάρισμα. Προσευχόμενος είχε κι ένα μεγάλο μανδήλι, για τα πολλά και θερμά του δάκρυα και βρισκόταν σε κατάσταση πνευματικής ανυψώσεως.
 
Ένας σπουδαίος εργάτης της νοεράς προσευχής υπήρξε ο Γέροντας Βαρνάβας Αγιοβασιλειάτης (+1905). Οι αγρυπνίες του ήταν συχνές και ολονύκτιες και μόνο με το κομποσχοίνι. Ακόμα μεγαλύτερος βιαστής ήταν ο Γέροντας του Ναθαναήλ. Σε συμβουλές του προς μοναχό ησυχάζοντα κατά μόνας, μεταξύ άλλων σπουδαίων, γράφει: «Όταν ενεργήσει η ευχή, έρχονται τα δάκρυα, η χαρά, η κίνησις και ο ανακαινισμός της καρδίας. Αλλά μη τα έχης διά τίποτε, ούτε να τα καταφρονής, αλλά με απλότητα λέγε «Κύριε Ιησού Χριστέ…» καθότι φωτισμός είναι ο Θεός … Όταν δε κάθησαι εις την ευχήν και ο νους σου φεύγει και δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, σήκω από το κάθισμα σου και μη λυπηθής πώς δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, αλλά μάλιστα να είσαι χαρούμενος. Εάν πάλιν το πονηρόν πνεύμα σε δέση και δεν δύνασαι να κάμης διόλου ευχήν, κάμε άλλην πνευματικήν εργασίαν, και εάν δεν δύνασαι κάμε σωματικήν υπηρεσίαν, και να έχης προσοχήν εις τον εαυτόν σου και να μη συγχύζεσαι ποτέ, πάντοτε χαρούμενος να είσαι και όχι λυπημένος, διότι όλοι οι άγιοι με την πραότητα εβάδισαν. Διάβαζε και εξακολούθησον καθώς σε είπον και θέλει περνά η ημέρα σου χωρίς να την καταλαμβάνης…».
 
Μεγάλος αγωνιστής υπήρξε και ο Γέροντας του γνωστού παπα Σάββα του Πνευματικού του Μικραγιαννανίτη (+1908) Γέρων Ιλαρίων ο Γκουρτζής (+1864), πού από μικρός ήταν ασκητής στην πατρίδα του την Γεωργία. Στο Άγιον Όρος έζησε στις μονές Ιβήρων και Διονυσίου και στην έρημο. Πολλές σπηλιές έγιναν κατοικία του. Πότιζε τα βράχια με δάκρυα και τηρούσε ακριβή σιωπή. Είχε πολλές δαιμονικές επιθέσεις, οι όποιες όμως τον άφησαν απτόητο. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Οι μακρές νηστείες του τον άφηναν ημιθανή. Αγαπούσε πολύ την ησυχία και την αδιάλειπτη προσευχή και με την ευλογία του Πνευματικού, για ένα μεγάλο διάστημα διετέλεσε έγκλειστος. Στα γεράματα του χρησιμοποιούσε αλυσίδες ως κρεμαστήρες για τις πολύωρες αγρυπνίες του. Οι επιθανάτιοι λόγοι του ήταν: «Δόξα τω Θεώ! Ήθελα μαρτυρικό θάνατο, αλλά ο Κύριος δεν με αξίωσε. Μου έστειλε όμως ασθένεια, πού μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μαρτύριο, αν την υπομείνω με καρτερία και πίστη στο θείο θέλημα». Μετά την εκταφή του τα οστά του ευωδίασαν.
Ο όσιος Αντίπας ο Μολδαβός (+1882) από νέος είχε θείες εμπειρίες στην προσευχή του και έτσι αποφάσισε να γίνει μοναχός, διερχόμενος από μεγάλους και πολλούς πειρασμούς. Με τις συμβουλές αγίων Γερόντων και διάφορους ασκητικούς πόνους καλλιέργησε συστηματικά τη νοερά προσευχή. Έζησε για τρία έτη στη μονή Εσφιγμένου και μετά αποσύρθηκε στην βαθύτατη έρημο. Είχε Ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία, όπως κι όλοι οι ησυχαστές. Ο ζήλος του ήταν πάντοτε συνετός. Το αθωνικό τυπικό διατήρησε σ΄ όλη του τη ζωή κι όταν βρέθηκε μακρυά από το προσφιλές του Άγιον Όρος. Καρπός της νήψεώς του ήταν μία γλυκύτητα πού πάντα είχε, κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο. Αγαπούσε τη μόνωση, την ησυχία, τη σιωπή και την ευχή κι όταν ήταν μετοχάρης στον κόσμο. Τις αποφάσεις και τις μετακινήσεις του προετοίμαζε με μεγαλύτερη άσκηση και προσευχή. Καταλήγοντας στη μονή Βαρλαάμ δόθηκε όλος στη φίλη του προσευχή. Την απερίσπαστη προσευχή του συνόδευαν πυκνά και θερμά δάκρυα. Η ταπείνωση, η αυτομεμψία, η υπομονή, η ανεξικακία τον στόλιζαν και τον χαρίτωναν. Μόνη του περιουσία η αθωνίτικη εικόνα της Παναγίας. Αναχώρησε της παρούσης ζωής προσευχόμενος στη Θεοτόκο.
 
Ο διάσημος ασκητής του Άθωνα Χατζηγιώργης (+1886) ο Καππαδόκης από μικρός κι αυτός αγάπησε εγκάρδια την άσκηση και την προσευχή, όπως και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία πολύ τον βοήθησε. Στο Άγιον Όρος πρωτοήλθε στη μονή Γρηγορίου. Αργότερα πήγε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, υπό την έμπειρη διδαχή του συμπατριώτη του πνευματικού Νεοφύτου (+1860), ο οποίος του έδωσε κανόνα να ζει παρά την σπηλιά του οσίου Νήφωνα. Κατόπιν πήγαν στην Κερασιά και καθιέρωσαν συνεχή, πολυετή, αυστηρή νηστεία με παντοτινό αλάδωτο φαγητό. Η σιωπή, η υπακοή, η ασιτία, η ευχή, η ταπείνωση, η αγάπη, τον κοσμούσαν. Για ν΄ αποφεύγεται η φλυαρία στη συνοδεία του, όταν ήταν όλοι μαζί σε κάποιο διακόνημα, έλεγε δυνατά την ευχή. Η ζωή τους ήταν μια συνεχόμενη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η χαρμολύπη τους χαρακτήριζε. Η διακριτική αγάπη του Χατζηγιώργη βοήθησε πολλούς. Φάρμακα είχαν τα θεία μυστήρια. Η αλουσία του, τα βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα του έκρυβαν μία καθαρή καρδιά, πού αγαπούσε τη νήψη. Εκοιμήθη μόλις μετέλαβε των άχραντων μυστηρίων.
 
Ο μακάριος παπα Χαρίτων ο Πνευματικός (+1906) έγινε μοναχός στα Μετέωρα, κατόπιν πήγε στο Σινά και μετά στην έρημο του Αγίου Όρους. Κοιμόταν λίγο και στο στασίδι, έτρωγε μια φορά την ήμερα, και λάδι μόνο το Σαββατοκύριακο. Αγαπητοί του τόποι τα σπήλαια των αγίων της μείζονος περιοχής των Καυσοκαλυβίων. Επρόκειτο για ησυχαστή, σιωπηλό, φιλήσυχο, εγκρατή, ταπεινό και φιλομαθή. Μελετητής και μιμητής αγίων, υμνογράφος και συναξαριογράφος. Έγραφε: «Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν, δάκρυα, εύχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην, γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε, μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος». Ο πόλεμος του πειρασμού νικιόταν με την επίκληση της Παναγίας. Σπάνια εξήρχετο στα τέλη του βίου του του κελλιού του. Έχοντας διαρκή τη μνήμη του θανάτου, τη μνήμη του Θεού, αναχώρησε για το ανεπίστροφο ταξείδι των ουρανών, καθώς έγραφε, προσευχόμενος.
 
 
πηγή: Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος β΄, Τεύχος 24ο, σελ. 57-71,  Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 1999

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς - Δεν υπάρχει τέλος προς το ατέλευτο

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς - Δεν υπάρχει τέλος προς το ατέλευτο


Με την ευλογία του Θεανθρώπου το «ον» τους διαδόθηκε και «επεκτάθηκε» σε «παν-όν» και αυτοί πλέον με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και των θαυματουργικών δυνάμεων Του, μόνιμα αισθάνονται τον «εαυτό» τους ένα με όλους τους ανθρώπους και με όλα τα δημιουργήματα.

Δηλαδή αισθάνονται ένα με όλες τις «θλίψεις», τα «βάσανα» και «στενοχώριες» των ανθρώπων στη γη, αλλά και με όλες τις «χαρές» τις «εκστάσεις» και «μακαριότητες» των αγγέλων στον ουρανό. Αυτοί είναι θεοειδείς παν-αισθανόμενοι και παν-συναισθανόμενοι.

Η καρδιά τους σαν παν-καρδιά, αισθάνεται όλες τις χαρές όλων των όντων σαν δικές της και όλα τα βάσανα σαν δικά της και όλους τους θανάτους σαν δικούς της και όλες τις αμαρτίες σαν δικές της και όλα τα μαρτύρια σαν δικά της.

Η ψυχή τους σαν παν-ψυχή, διαπερνάει όλα τα όντα και όλα τα δημιουργήματα και καθένα απ’ αυτά τα αισθάνεται σαν δικό της και διαμέσου όλων αυτών προσεύχεται για ολόκληρο το σύμπαν και για όλα που βρίσκονται σ’ αυτό.

Ο οφθαλμός τους είναι παν-οφθαλμός, η συνείδησή τους παν-συνείδηση, ο νους τους παν-νους, η ζωή τους παν-ζωή. Γιατί σ’ αυτούς όλα αυτά τα δίνει και όλα αυτά τα ενεργεί ο μεγαλύτερος θαυματουργός όλων των κόσμων, η εκκλησία του Χριστού.

Αυτή, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και την αγάπη του Κυρίου Ιησού Χριστού, τον «νου» τους τον μεταμορφώνει σε «καθολικό» νου της εκκλησίας, τη ψυχή τους σε «καθολική» ψυχή της εκκλησίας, τον οφθαλμό τους σε «καθολικό» οφθαλμό της εκκλησίας και αυτοί πλέον «ατελεύτητοι» με όλες τις θεανθρώπινες «ατελευτότητες» της εκκλησίας του Σωτήρος, ζουν με την καθολική «παν-ψυχή» της εκκλησίας. Και εξαιτίας όλων αυτών, αυτοί αισθάνονται με την «καθολική παν-καρδιά» της εκκλησίας, με την αθάνατη και αιώνια καθολική «παν-ψυχή» της εκκλησίας και εξαιτίας όλων αυτών, αυτοί πραγματικά ζουν, και σκέπτονται και αισθάνονται και βλέπουν και διαλογίζονται και πράττουν με τη χάρη του τρισηλίου Θεού και Κυρίου «εκ του πατρός, διά του υιού, εν Αγίω πνεύματι».

Από πού προέρχεται αυτό; Από εκεί που ο «Θαυμαστός» και «Θαυματουργός» φιλάνθρωπος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός σύνδεσε τον εαυτό Του με ό,τι είναι δικό τους. Σύνδεσε «διά της χάριτος» την καρδιά τους με ό,τι είναι στους ουρανούς και με ό,τι είναι στη γη. Και πριν απ’ αυτό, σύνδεσε αυτούς με τον εαυτό Του. Με τον Πανάγαθο, τον Πανοικτίρμονα, τον Παν-ελεήμονα, τον Παντογνώστη, τον Παν-ορώντα και Παντεπόπτη, τον Παν-αισθάνοντα και Παν-συναισθάνοντα Θεό και Κύριο. Φόρεσε αυτούς στον Εαυτό του με το Άγιο βάπτισμα και αυτοί ενδύθηκαν «εν Αυτώ». Τους «πλήρωσε»-γέμισε με τον εαυτό Του, με κάθε «πλήρωμα» Θεϊκό διαμέσου της θείας κοινωνίας και των λοιπών αγίων μυστηρίων και των αγίων αρετών. Και αυτοί ακούραστα «αυξάνουν» την «αύξησιν του Θεού» σε όλες τις θεανθρώπινες «ατελευτότητες», σε όλες τις χωρίς όρια τελειότητες Αυτού.

Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει για την τελειοποίηση τους ποτέ κανένα τέλος. Ὀ,τι έγινε στο παρελθόν το λησμονούν και προχωρούν πάντα μπροστά «τα μεν οπίσω επιλανθανόμενοι τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι» (Φι-λιπ, 3,14), γιατί σε αυτούς αξίζει (και ενδιαφέρει) να φτάσουν «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσ. 4,13), έχοντες πάντοτε μπροστά στα μάτια τους τη ψυχή και απέναντι στα ακούσματα της «υπάρξεώς» τους τον τέλειο σκοπό των χριστιανικών αγώνων και αρετών. «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος έστιν» (Ματθ. 5,48). Η τελειότητά τους δεν θα έχει τέλος ευαγγελίζεται ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, γιατί η διακοπή στην «ανάπτυξη» θα σήμαινε και τέλος των δεσμών με τον ατελεύτητο.

Δεν υπάρχει τέλος στο δρόμο αυτών που πηγαίνουν προς τον ατελεύτητο. Πες μου πώς αυτοί μπορούν να φτάσουν στο τέλος του «ατελεύτητου»; Αυτό είναι παντελώς αδύνατο και απραγματοποίητο. Τέτοια σκέψη δεν μπορεί να περάσει από τη διάνοια των «αγίων» (δηλ. χριστιανών) ούτε εδώ στη γη, όσο ακόμη είναι στο σώμα, ούτε εκεί στον ουρανό, όταν μεταφερθούν κοντά στο Θεό. Θα είναι «σκεπασμένοι» από το φως της «θεϊκής δόξας», θα είναι καταυγασμένοι απ’ αυτήν, θα φεγγοβολούν και θα τέρπονται μέσα σ’ αυτήν και σίγουρα ξέρουν, με πλήρη και τέλεια πεποίθηση ότι η τελειοποίηση τους θα είναι χωρίς τέλος και η «πρόοδος» τους στην «δόξα» θα είναι αιώνια.
«Προς Εφεσίους επιστολή του Απ. Παύλου»

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς



ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2013/07/agiou-ioustinou-popovits.html#ixzz2a86LS3Tl

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Ο Άγιος Αντώνιος και η αναχωρητική ζωή

Ο Άγιος Αντώνιος και η αναχωρητική ζωή
17 Ιανουαρίου 2012
Θρησκεία / Θεολογία    Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ

Ο «Βίος τον Αντωνίου» (Vita Antonii) δεν είναι μόνο μια πλούσια πηγή για τη ζωή του Αγ. Αντωνίου, δεν είναι μόνο μια πλούσια πηγή για τις αρχές του μοναχισμού, αλλά είναι και η αρχαιότερη μοναστική βιογραφία που έχουμε. Κατά την παράδοση η συγγραφή της έχει αποδοθεί στον Αγ. Αθανάσιο. Αυτό είναι ένα αμφισβητούμενο θέμα. Εντούτοις, δεν υπάρχει ακόμα σοβαρός λόγος για να αποκλείσουμε το να έχει γράψει ο Άγ. Αθανάσιος ένα αρχικό σχετικό κείμενο, η ένα μέρος ενός αρχικού κειμένου, στο οποίο άλλοι αργότερα έχουν ίσως κάνει προσθήκες. Οπωσδήποτε, δεν έχει τόση σπουδαιότητα το ποιος έγραψε αυτό το βιβλίο, όσο το περιεχόμενο του. Ο Αγ, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός έγραψε ότι ο «Βίος του Αντωνίου» μας δίνει την εικόνα, τη μορφή, το χαρακτήρα της πρώτης μοναστικής ζωής. Ο «Βίος» αποκαλύπτει ένα δυναμισμό στην πνευματική ζωή του μοναχισμού, μια μέθοδο που γεννά όλο και πιο βαθιά πνευματική ανάπτυξη η οποία τελικά καταλήγει στη μορφή μιας πνευματικής «πατρότητας».
Ο συγγραφέας γράφει ότι του ζήτησαν να «περιγράψει τον τρόπο ζωής του μακαρίου Αντωνίου». Αυτοί που του ζήτησαν αυτή την περιγραφή ήθελαν να μάθουν «αν αυτά που ειπώθηκαν γι’ αυτόν είναι αληθινά». Υπήρχε μια επιθυμία «να μιμηθούν» τον τρόπο ζωής του αγ. Αντωνίου και ο συγγραφέας συμφωνεί ότι «η ζωή του Αντωνίου είναι ένα επαρκές υπόδειγμα πειθαρχίας (discipline)» -πραγματικά η ελληνική λέξη που χρησιμοποιείται στο «Βίο» για την «πειθαρχία» είναι η λέξη «άσκησις». Ο συγγραφέας τους συμβουλεύει να πιστέψουν αυτά που άκουσαν και τους ενθαρρύνει επιπλέον να ανακαλύψουν περισσότερα για τη ζωή του «αλλά σκεφθείτε μάλλον ότι σας έχουν πει μόνο λίγα πράγματα, γιατί οπωσδήποτε αυτοί δύσκολα μπορούσαν να σας έχουν δώσει λεπτομέρειες για τόσο σπουδαία γεγονότα. Και επειδή Εγώ, με δική σας παράκληση, έχω κληθεί να θυμηθώ μερικά γεγονότα σχετικά με αυτόν, και θα στείλω όσα μπορώ να πω σ’ ένα γράμμα, μην αμελήσετε να ρωτήσετε εκείνους που αποπλέουν από εδώ: γιατί πιθανόν, όταν όλοι θα έχουν αφηγηθεί ό,τι γνωρίζουν γι’ αυτόν, η περιγραφή να μην είναι ανάλογη προς τα κατορθώματα του». Ο συγγραφέας γράφει ότι «είχε διακαή πόθο να μάθει οποιαδήποτε νεότερη πληροφορία» όταν έλαβε το αίτημα τους, και ήθελε να στείλει ορισμένους μοναχούς που είχαν γνωρίσει καλά τον Αντώνιο να ρωτήσουν για τη ζωή του. Αλλά η «εποχή για θαλασσινά ταξίδια έφθανε στο τέλος της» και ο συγγραφέας «βιαζόταν να γράψει … ό,τι ο ίδιος γνωρίζει, αφού τον είχε δει πολλές φορές». Ο συγγραφέας βεβαιώνει ότι ήταν «ακόλουθος για πολύν καιρό» του Αντωνίου. Ο συγγραφέας είναι συνετός και συμβουλεύει ότι αυτοί θα έπρεπε να έχουν ως αντικειμενικό τους σκοπό την αλήθεια, «ώστε κανένας τους να μην δυσπιστήσει επειδή θα ακούει περισσότερα, ούτε πάλι να καταφρονήσει του ανδρός επειδή θα ακούει λιγότερα του δέοντος».
Η περιγραφή της πρώτης ζωής του Αντωνίου και ό,τι τον οδήγησε στη «δοκιμασία» του μεταφέρει μια ρεαλιστική εικόνα του ασκητισμού εκείνης της εποχής. «Ο Αντώνιος … ήταν εκ καταγωγής Αιγύπτιος. Οι γονείς του ήταν από καλή οικογένεια και είχαν σημαντική περιουσία (στην Κόμα της Μέσης Αιγύπτου, κατά τον Ιστορικό Σωζόμενον). Αφού οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, ο Αντώνιος ανατράφηκε στην ίδια πίστη». Ο συγγραφέας γράφει ότι ο Αντώνιος δεν αγαπούσε το σχολείο «δεν ανεχόταν να μάθει γράμματα». Ο λόγος που δίνεται είναι ασαφής «μη ενδιαφερόμενος να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά». Το κείμενο υπονοεί ότι ο Αντώνιος ήταν, τρόπον τινά, από τον χαρακτήρα του, επιρρεπής στη μοναξιά και την απομόνωση. Ο Αντώνιος παρακολουθούσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες κανονικά «με τους γονείς του πήγαινε στον οίκο του Κυρίου, και ούτε σαν παιδί ήταν οκνηρός ούτε όταν μεγάλωσε τις καταφρονούσε». Ήταν «προσεκτικός» στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και «φύλαγε ό,τι διαβαζόταν μέσα στην καρδιά του». Τονίζεται ότι ήταν υπάκουος γιος. Ο συγγραφέας έχει άμεσα απεικονίσει τον χαρακτήρα του: είχε τάση προς απομόνωση, ενδιαφερόταν σοβαρά για τη θρησκεία του και ήταν υπάκουος. Η στάση του Αντωνίου έναντι της οικονομικής ανέσεως της οικογενείας του είναι σπουδαία «αν και ως παιδί μεγάλωσε μέσα σε αρκετή οικονομική άνεση, δεν ταλαιπώρησε τους γονείς του ζητώντας τους ποικίλα και πολυτελή φαγητά, ούτε αυτά ήταν γι’ αυτόν πηγή ευχαριστήσεως».
Ύστερα ήρθε ο θάνατος και των δυο γονιών. «Έμεινε μόνος με μια μικρή αδελφή: η ηλικία του ήταν περίπου δεκαοκτώ η είκοσι ετών, και έπεσε πάνω του η φροντίδα του σπιτιού και της αδελφής του. «Έξι μήνες ύστερα από το θάνατο των γονέων του ο Αντώνιος ήταν, ως συνήθως, στον οίκο του Κυρίου «συγκεντρωμένος στον εαυτό του και σκεπτόμενος». Σκεφτόταν «πως οι Απόστολοι άφησαν τα πάντα και ακολούθησαν το Σωτήρα (Ματθαίος 4:20), και πως οι πρώτοι Χριστιανοί πούλησαν τα υπάρχοντα τους και τα έφεραν και τα έθεσαν στα πόδια των Αποστόλων για να διανεμηθούν στους φτωχούς (Πράξεις 4:35)». «Αναλογιζόμενος αυτά τα πράγματα μπήκε στην Εκκλησία και συνέβη να διαβάζεται το ευαγγέλιο και άκουσε τον Κύριο να λέγει στον πλούσιο, αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντα σου και μοίρασε τα στους φτωχούς, και ακολούθησε με, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό’ (Ματθαίος 19:21). Ο Αντώνιος, σαν να τον είχε βάλει ο Θεός να θυμηθεί τους αγίους, και σαν να είχε διαβαστεί η περικοπή γι’ αυτόν, βγήκε αμέσως από την Εκκλησία και έδωσε όλα τα κτήματα των προγόνων του στους χωρικούς -αυτά ήταν τριακόσια στρέμματα («άρουραι») «παραγωγικής και πολύ καλής γης». Ο συγγραφέας γράφει ότι το έκανε αυτό «ώστε αυτά να μην είναι πια βάρος σ’ αυτόν και την αδελφή του». Μερικοί ερμηνεύουν αυτό με μια έννοια που υπάρχει στο γράμμα η στο πνεύμα του κειμένου ότι το έκανε αυτό για να αποφύγει τους φόρους. Ο Αντώνιος ύστερα μάζεψε τα υπόλοιπα «κινητά υπάρχοντα», τα πούλησε, και τα έδωσε στους φτωχούς, «κρατώντας λίγα για την αδελφή του».
Και πάλι στην Εκκλησία, ο Αντώνιος ακούει την ευαγγελική προτροπή «Μη μεριμνάτε λοιπόν για την αυριανή ημέρα» (Ματθαίος 6:34). «Φαίνεται ότι αυτό ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να δώσει, ό,τι είχε απομείνει στους φτωχούς και να ξεκινήσει για τη «δοκιμασία» του. Από το κείμενο γίνεται φανερό ότι υπήρχε ήδη ένας καθιερωμένος θεσμός για την άσκηση, ιδιαίτερα για τις παρθένες. «Αφού ανέθεσε την αδελφή του σε γνωστές και πιστές παρθένες, και βάζοντας την σ’ ένα σπίτι για παρθένες «εις παρθενώνα» για να την μεγαλώσουν, ο ίδιος αφιερώθηκε εκείνο τον καιρό σε άσκηση έξω από το σπίτι του, αδιαφορώντας για τον εαυτό του και ασκώντας τον με υπομονή». Ο συγγραφέας ύστερα προσθέτει τη σημαντική δήλωση «επειδή δεν υπήρχαν τότε ακόμα τόσο πολλά μοναστήρια στην Αίγυπτο, και κανένας απολύτως μοναχός δεν ήταν γνωστός στην μακρινή έρημο». Το κείμενο καθίστα σαφές ότι υπήρχε ήδη μια ασκητική παράδοση για παρθένες και μια μη συστηματικά οργανωμένη μοναστική ζωή. «Όλοι όσοι ήθελαν να προσέξουν τον εαυτό τους ησκούντο μόνοι τους κοντά στο χωριό τους».
Ο Αντώνιος μιμήθηκε τη ζωή «ενός γέροντος» σ’ ένα γειτονικό χωριό. Όποτε ο Αντώνιος άκουγε «για έναν καλό άνθρωπο οπουδήποτε, σαν σοφή μέλισσα, πήγαινε και τον αναζητούσε». Αν και η λέξη «όρκος» δεν χρησιμοποιείται (στο κείμενο) φανερά, είναι φανερό ότι ο Αντώνιος είχε ήδη πάρει αποφάσεις που εμπίπτουν μέσα στο πνεύμα του όρκου. Μια τέτοια απόφαση η ένας τέτοιος «όρκος» είναι ότι «επιβεβαίωσε την απόφαση του να μην γυρίσει στο πατρικό του σπίτι ούτε να θυμάται τους συγγενείς του, αλλά να διαθέσει όλη την επιθυμία και την ενέργεια του στην τελειοποίηση της ασκήσεώς του». Εκείνο που θα ευχαριστούσε το Λούθηρο και τον Καλβίνο, τουλάχιστον μερικώς, είναι ότι ο Αντώνιος «εργαζόταν με τα χέρια του, γιατί είχε ακούσει, αυτός που είναι οκνηρός, να μην τρώει» (Β΄ Θεσ. 3:10). Τα χρήματα που ο Αντώνιος έπαιρνε από την εργασία του τα χρησιμοποιούσε για να αγοράζει ψωμί, και τα υπόλοιπα «τα έδινε στους φτωχούς» (Ματθαίος 5:7). Την ώρα που ο Αντώνιος εργαζόταν, συνέχιζε την πνευματική ζωή της προσευχής: «Προσευχόταν συνεχώς, γιατί ήξερε ότι ο άνθρωπος έπρεπε αδιαλείπτως να προσεύχεται κατ’ ιδίαν» (Α’ Θεσ. 5:17).
Ύστερα στο κείμενο περιγράφεται το ιδεώδες της εν αγάπη πνευματικής αδελφότητας. Ο Αντώνιος «ηγαπάτο από όλους». Πρόσεχε τις ιδιαίτερες περιοχές «του ζήλου και της ασκήσεως» όπου άλλοι ήταν πιο προχωρημένοι από αυτόν. «Έβλεπε τη φιλανθρωπία του ενός· την ακατάπαυστη προσευχή του άλλου- μάθαινε την απαλλαγή κάποιου από την οργή και την αγαθότητα ενός αλλού. Πρόσεχε κάποιον καθώς αγρυπνούσε, και άλλον καθώς μελετούσε· τον έναν τον θαύμαζε για την υπομονή του, τον άλλον για τη νηστεία του και για το ότι κοιμόταν στο έδαφος· την πραότητα του ενός και τη μακροθυμία του άλλου τις παρατηρούσε με προσοχή, ενώ πρόσεχε την προς τον Χριστό ευσέβεια και την αμοιβαία αγάπη που εμψύχωνε όλους».
Το κείμενο του «Βίου του Αντωνίου» τονίζει επίσης ότι ο Αντώνιος θυμόταν τις Αγιογραφικές περικοπές που διαβάζονταν στην Εκκλησία «κανένα από όσα ήταν γραμμένα δεν άφηνε να πέσει στο έδαφος, αλλά τα θυμόταν όλα, κι ύστερα η μνήμη του, του χρησίμευε ως βιβλίο». Το κείμενο μιλά αλλού για το σεβασμό του προς το διάβασμα. Εκείνο που συχνά παραλείπεται από μερικούς σχολιαστές του Αντωνίου είναι η ζωή της προφορικής παραδόσεως. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πολύ συχνά σκλάβος του γραπτού κειμένου, ξεχνά πολύ συχνά ότι οι κοινωνίες ήκμαζαν κάποτε στηριζόμενες μόνο στον προφορικό λόγο. Οι άνθρωποι της αρχαιότητας μπορούσαν να απομνημονεύσουν τεράστια τμήματα του παραδοσιακού τους πνευματικού πολιτισμού. Είναι απλώς το φαινόμενο του γραπτού λόγου που επέτρεψε στο σύγχρονο άνθρωπο να υποδουλωθεί, τρόπον τινά, σ’ αυτόν, να διαβάζει μάλλον ένα κείμενο παρά να το ακούει και να το απομνημονεύει. Ένας συγγραφέας γράφει ότι «ένας αριθμός Αγιογραφικών χωρίων ήταν γνωστός (στον Αντώνιο), αλλά για μια συνεχόμενη και βαθειά γνώση της Αγίας Γραφής από αυτόν, η από αυτούς γενικά τους αναχωρητές, δεν έχουμε ίχνη». Μια τέτοια εκτίμηση δεν είναι ακριβής και βασίζεται πάνω στη σύγχρονη προσέγγιση της αναλύσεως της Αγίας Γραφής ως γραπτού λόγου. Ο Αντώνιος — και γενικά οι πρώτοι μοναχοί γνώριζε την περισσότερη, αν όχι όλη την Καινή Διαθήκη «από στήθους». Επιπλέον, η γνώση τους, για την Αγία Γραφή επεκτεινόταν και στην Παλιά Διαθήκη, μεγάλα τμήματα της οποίας απομνημόνευαν. Το ότι αυτός δεν ήταν ικανός να «συνδέει λογικά» τα διάφορα τμήματα της Αγίας Γραφής, είναι μια κρίση που δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα και προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να δομεί ή να συνδέει λογικά υλικό που απομνημονεύεται «εν τη καρδία».
Το επόμενο βήμα του Αντωνίου για την οδό της «δοκιμασίας» του ήταν να «αγωνιστεί να ενώσει τις ιδιότητες του καθενός». Το ιδεώδες της ασκητικής αναζητήσεως είναι να προοδεύει χωρίς ζηλοτυπία για τους άλλους και χωρίς να προκαλεί τη ζηλοτυπία των άλλων. Αυτό το ιδεώδες αποτυπώνεται καθαρά μέσα στο «Βίο τον Αντωνίου». «Και αυτό το έκανε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη θίξει τα αισθήματα κανενός, και τους έκανε να χαίρονται γι’ αυτόν. Έτσι όλοι σ’ εκείνο το χωριό και οι καλοί άνθρωποι με τους όποιους σχετιζόταν, όταν έβλεπαν ότι ήταν άνθρωπος αυτού του είδους, συνήθιζαν να τον ονομάζουν Αγαπημένο του Θεού (‘θεοφιλή’). Και μερικοί τον υποδέχονταν σαν γιο, και άλλοι σαν αδελφό».
Ο «Βίος του Αντωνίου» αποκαλύπτει ότι η αντίθεση προς την ασκητική και μοναστική ζωή αρχίζει από τις εισηγήσεις του διαβόλου, ο οποίος αγωνίζεται πάντα να εμποδίσει αυτήν την οδό, αυτήν τη «δοκιμασία». Τα δαιμονικά μέσα με τα οποία επιχειρείται να εμποδιστεί αυτή η οδός μπορεί να είναι άλλοτε λεπτά και άλλοτε χονδροειδή, και πάντοτε υποβάλλουν στον υποψήφιο ασκητή την αμφιβολία για την ορθότητα της οδού, πάντοτε υποβάλλουν τη σκέψη ότι αυτή μπορεί να μην είναι λογική. Η προσπάθεια του διαβόλου είναι «να του ψιθυρίσει την ανάμνηση του πλούτου του, την φροντίδα για την αδελφή του, τις απαιτήσεις των συγγενών, την αγάπη του χρήματος, την αγάπη της δόξας, τις διάφορες ευχαριστήσεις του τραπεζίου και τις άλλες ανέσεις της ζωής». Και ύστερα έρχονται οι υπομνήσεις «της δυσκολίας της αρετής και των κόπων που αυτή απαιτεί, της αδυναμίας του σώματος, και του μάκρους της ζωής». Αυτό, διακηρύσσει ο «Βίος του Αντωνίου», δεν απέδωσε, ακριβώς εξαιτίας του «καθορισμένου σκοπού» του Αντωνίου.
Ύστερα ακολουθεί η περιγραφή του πνευματικού αγώνα του Αντωνίου κατά της προσπάθειας του διαβόλου να αποτρέψει τον Αντώνιο από την οδό της «δοκιμασίας» του φέρνοντας τον αντιμέτωπο με την αδυναμία της σάρκας, και με τον σεξουαλικό πειρασμό. «Γιατί αυτά είναι η πρώτη παγίδα για τους νέους αυτός επιτίθεται κατά του νέου, (του Αντωνίου), ενοχλώντας τον τη νύχτα και βασανίζοντας τον την ημέρα, έτσι ώστε ακόμα και οι θεατές είδαν τον αγώνα που γινόταν μεταξύ τους. Ο διάβολος του υπέβαλε αχρείες σκέψεις και ο Αντώνιος τις αντιμετώπιζε με προσευχές. Ο διάβολος του άναβε τη λαγνεία και ο Αντώνιος, κοκκινίζοντας από ντροπή, οχύρωνε το σώμα του με πίστη, προσευχές και νηστείες. Και μια νύχτα ο διάβολος … μεταβλήθηκε ακόμα και σε γυναίκα και μιμείτο όλα τα φερσίματα της μόνο και μόνο για να παγιδεύσει τον Αντώνιο. Αλλά ο Αντώνιος, έχοντας γεμάτο το νου του με τον Χριστό και με την ευγένεια που εμπνέεται από το Χριστό, και σεβόμενος την πνευματικότητα της ψυχής του, έσβησε τον αναμμένο άνθρακα της απάτης του διαβόλου. Και πάλι ο εχθρός του υπέβαλε ‘το λείον της ηδονής’. Αλλά ο Αντώνιος, γεμάτος θλίψη και οργή, έστρεψε τις σκέψεις του στο απειλούμενο πυρ και τον κατατρώγοντα σκώληκα … και πέρασε μέσα από τον πειρασμό αβλαβής». Το σχόλιο μέσα στο «Βίο του Αντωνίου» γι’ αυτόν τον αγώνα είναι οπωσδήποτε του Αθανασίου. «Γιατί ο Κύριος εργαζόταν μαζί με τον Αντώνιο, ο Κύριος που για μας έγινε σαρξ και έδωσε στο σώμα τη νίκη κατά του διαβόλου, ώστε όλοι όσοι αληθινά πολεμούν να μπορούν να λένε: όχι εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου (Α’ Κορινθίους 15:10)». Εδώ ο «Βίος του Αντωνίου» όχι μόνο εκφράζει τη συνεργιστική οδό δηλώνοντας ότι «ο Κύριος συνεργούσε με τον Αντώνιο», αλλά το υποστηρίζει καθαρά αυτό από τον Απ. Παύλο, από ένα χωρίο που μίλα για την προτεραιότητα της χάριτος του Θεού. Αυτό το χωρίο δεν πρέπει να λησμονείται όταν κανείς συναντά τον πνευματικό αγώνα στην Ανατολική και Βυζαντινή ασκητική και μοναστική πνευματικότητα. Η ουσία του οράματος, η ουσία του αγώνα, πάντα γνωρίζει για την πρωτοβουλία του Θεού και για την προτεραιότητα της χάριτος, ανεξάρτητα από το πόσο τα κείμενα μπορεί συχνά να τονίζουν την πλευρά της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Ο «Βίος του Αντωνίου» ύστερα περιγράφει πως παρουσιάστηκε ο διάβολος στον Αντώνιο ως παιδί -παίρνοντας ένα ορατό σχήμα «σύμφωνα με το νου του» και μιλώντας σ’ αυτόν «με ανθρώπινη φωνή». «Είμαι ο φίλος της πορνείας και έχω πάρει μαζί μου για τους νέους διεγερτικά που οδηγούν σ’ αυτήν. Ονομάζομαι πνεύμα πορνείας». Οι λέξεις του κειμένου που σχολιάζουν τις προηγούμενες προτάσεις είναι σπουδαίες. Ο Αντώνιος έχει θριαμβεύσει κατά του διαβόλου στην πρώτη συμπλοκή που είχε μαζί του. Εν τούτοις το κείμενο εξηγεί: «Αυτή ήταν η πρώτη πάλη του Αντωνίου κατά του διαβόλου, ή μάλλον αυτή η νίκη ήταν του Σωτήρος εν τω Αντωνίω». Σ’ αυτήν τη δήλωση βρίσκεται η ουσία της βασικής και θεμελιώδους θεολογικής κατανοήσεως της πνευματικής «δοκιμασίας» στην Ανατολική και Βυζαντινή ασκητική και μοναστική σκέψη. Το δεύτερο μέρος του σχολίου προστίθεται σχεδόν παρενθετικά. Πράγματι, σε πολλά κείμενα της ασκητικής και μοναστικής γραμματείας αυτό αργότερα θα παραλείπεται. Αλλά εάν παραλείπεται, παραλείπεται γιατί αυτό αποτελεί προφανή προϋπόθεση ολόκληρης της Χριστιανικής ζωής, ολόκληρης της πνευματικής «δοκιμασίας». Αυτός είναι ο αυθεντικός συνεργισμός της Ανατολικής και Βυζαντινής παραδόσεως και ο Αντώνιος «εργάζεται» και ο Θεός «εργάζεται», όμως είναι σαφές ότι όλα προέρχονται από τον Θεό, ότι ακόμα και στην πνευματική «δοκιμασία» του ανθρώπου το έργο, η ενέργεια, η δύναμη, και η νίκη προέρχονται από τον Κύριο μας, είναι στ’ αλήθεια το έργο του Κυρίου μας. Ο συγγραφέας ύστερα παραθέτει το χωρίο Ρωμαίους 8:3-4.
Αλλά η «δοκιμασία» συνεχίζεται. Η πνευματική ζωή δεν σταματά ποτέ, όπως ολοφάνερα διευκρινίζεται από την Καινή Διαθήκη. «Αλλά ούτε ο Αντώνιος, αν και ο πονηρός δαίμονας είχε νικηθεί, σταμάτησε στο εξής την προσπάθεια του … , ούτε ο εχθρός, αν και ηττήθηκε, σταμάτησε να στήνει παγίδες στον Αντώνιου. Και πάλι ο συγγραφέας επικαλείται τη γνώση της Καινής Διαθήκης από τον Αντώνιο. «Αλλά ο Αντώνιος, έχοντας μάθει από τις Γραφές (Εφεσίους 6:11) ότι οι μέθοδοι (αι μεθοδείαι) του διαβόλου είναι πολλές, συνέχιζε με ζήλο την άσκησή του, κατανοώντας ότι, αν και ο διάβολος δεν μπόρεσε να απατήσει την καρδιά του με την ηδονή του σώματος, θα προσπαθούσε να τον δελεάσει με άλλα μέσα». Ο Αντώνιος αποφάσισε να αυξήσει την καταστολή «του σώματος» για να το κρατήσει «σε υποταγή» (Α’ Κορινθίους 9:27). «γι’ αυτό σχεδίαζε να συνηθίσει τον εαυτό του σ’ έναν αυστηρότερο τρόπο ζωής». Ο σκοπός αυτής της αυστηρότερης μορφής ασκήσεως είναι να εξασθενίσει το σώμα για να έλθει το αποτέλεσμα των λόγων του Αγ. Παύλου: «όταν ασθενώ, τότε είμαι ισχυρός» (Β΄ Κορινθίους 12:10). Ο Αντώνιος έλεγε ότι «ο τόνος της ψυχής τότε υγιαίνει όταν οι ηδονές του σώματος είναι ασθενείς».
Ο συγγραφέας λέγει ότι ο Αντώνιος είχε φθάσει «σ’ αυτόν τον αληθινά θαυμάσιο σκοπό του» «ότι η πρόοδος στην αρετή, και η απάρνηση του κόσμου για χάρη της, δεν θα έπρεπε να μετρείται με το χρόνο, αλλά με τον πόθο και τη σταθερότητα του σκοπού», Ο Αντώνιος, σαν να ήταν στην «αρχή της ασκήσεως του», απέρριπτε σκέψεις του παρελθόντος και «αναλάμβανε μεγαλύτερους πόνους για την προκοπή του, επαναλαμβάνοντας συχνά τους λόγους του Παύλου: «ξεχνώντας τα περασμένα, και προχωρώντας προς τα εμπρός» (Φιλιπ. 3:14). Αν και η δεύτερη άποψη της σκέψεως του Απ. Παύλου στο στίχο 14 δεν περιέχεται στο «Βίο τον Αντωνίου», όμως προϋποτίθεται από το κείμενο: «Τρέχω προς το τέρμα, προς το βραβείο της επουράνιας κλήσεως του Θεού δια Ιησού Χριστού». Ο Απ. Παύλος ύστερα προσθέτει: «Όσοι λοιπόν είμαστε τέλειοι, ας σκεφτόμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο» («όσοι ουν τέλειοι, τούτο φρονώμεν»). Είναι σαφές ότι τέτοια κείμενα του Απ. Παύλου εκφράζουν έναν πνευματικό δυναμισμό, μια ανάπτυξη στην πνευματικότητα. Είναι ακόμα φανερό ότι το τέρμα είναι η «άνω κλήσις» — και αυτή η «άνω κλήσις» ή η «κλήσις άνωθεν» συνδέεται με την «τελείωση». Ο Αντώνιος, όπως φαίνεται, εφαρμόζει τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. Ο συγγραφέας ύστερα παραθέτει το στίχο 18:15 από την Α’ Βασιλειών «Ζη ο Κύριος, μπροστά στον οποίο σήμερα στέκομαι». Ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του «σήμερα» για τη δυναμική πορεία της πνευματικής «δοκιμασίας». «Γιατί ο Αντώνιος παρατήρησε ότι, λέγοντας ‘σήμερα’ ο προφήτης [Ηλίας], δεν μετρούσε τον χρόνο που πέρασε, αλλά την κάθε μέρα την έπαιρνε ως αρχή, σαν να άρχιζε πάντα από την αρχή». Και πάλι η προτεραιότητα της θελήσεως του Θεού τοποθετείται στη σωστή της προοπτική: «αυτός πρόθυμα προσπαθούσε να κάνει τον εαυτό του να φαίνεται κατάλληλος προ του Θεού, όντας καθαρός στην καρδιά και πάντα έτοιμος να υποταγεί στη βουλή του Θεού και στον Θεό μόνο». Και ο Αντώνιος βρήκε στον Ηλία ένα πρότυπο του ερημίτη: «Και αυτός συνήθιζε να λέγει ότι στη ζωή του μεγάλου Ηλία ο ερημίτης έπρεπε να βλέπει τη δική του ζωή σαν σε καθρέπτη».
Το επόμενο βήμα στο δρόμο της «δοκιμασίας» του Αντωνίου είναι η είσοδος του στα «μνήματα». Ο «εχθρός φοβήθηκε ότι σε λίγο χρόνο ο Αντώνιος θα γέμιζε την έρημο με την άσκησή» του. Το κείμενο ισχυρίζεται ότι ένα πλήθος δαιμόνων επιτέθηκε κατά του σώματος του Αντωνίου μέσα στα μνήματα και «τόσο πολύ τον καταπλήγωσε ώστε αυτός έπεσε στο έδαφος άφωνος από τον υπερβολικό πόνο». Εκείνο που ακολουθεί στο κείμενο είναι και πάλι η «πρόνοια του Θεού» η οποία προστατεύει εκείνους «που ελπίζουν στον Θεό». Να, και πάλι οι δυο θελήσεις, οι δυο δραστηριότητες, του Θεού και του ανθρώπου, που συμμετέχουν στην πορεία. Αυτή τη φορά η γλώσσα είναι η ίδια με εκείνη που θα εύρισκε κανείς στις Γραφές. Αν και καθεαυτήν η γλώσσα θα μπορούσε να υπονοεί ότι η ελπίδα του ανθρώπου προκαλεί τη δραστηριότητα του Θεού, τα συμφραζόμενα όπως τα συμφραζόμενα γενικώς της Γραφής- παραπέμπουν κάποιον στην προϋπόθεση της πρωτοβουλίας του Θεού. Η γλώσσα αντανακλά απλώς τον ανθρώπινο ρεαλισμό.
Ο Αντώνιος μεταφέρεται πίσω στην Εκκλησία σε κατάσταση σχεδόν πτώματος. Αλλά ανέλαβε αρκετά, ώστε να μπορέσει, με βοήθεια, να γυρίσει στα μνήματα για να αντιμετωπίσει πάλι τον εχθρό. Ο Αντώνιος αναφωνεί ότι δεν θα ξαναφύγει από «τα χτυπήματα τους» και παραθέτει από την Προς Ρωμαίους επιστολή 8:35 «τίποτα δεν θα με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού». Ο Αντώνιος ύστερα ψάλλει από τους Ψαλμούς (26:3) «Εάν παραταχθεί εναντίον μου ένα ολόκληρο στρατόπεδο, δεν θα φοβηθεί η καρδιά μου». Ο Αντώνιος προκαλεί τους δαίμονες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν με τη μορφή θηρίων και ερπετών», αναφωνώντας: «Γιατί η πίστη στον Κύριο μας είναι για μας σφραγίδα και τείχος ασφαλείας». Το κείμενο παρατηρεί ότι ο «Κύριος ήταν κοντά του». Ο Αντώνιος προκαλεί τον Θεό: «Που ήσουνα; Γιατί δεν εμφανίστηκες στην αρχή να σταματήσεις τους πόνους μου;» Το κείμενο αναφέρει ότι «η φωνή» του Θεού του μίλησε: «Αντώνιε, ήμουνα εδώ, αλλά περίμενα να δω το αγώνισμα σου. Αφού, λοιπόν, έχεις αντέξει… θα είμαι πάντα βοηθός σου, και θα κάνω γνωστό παντού το όνομά σου». Η απάντηση του Αντωνίου ήταν να σηκωθεί και να προσευχηθεί. «Έλαβε τόση δύναμη ώστε να αισθάνεται πως είχε περισσότερη τώρα δύναμη στο σώμα του από όση είχε προηγουμένως».
Το επόμενο βήμα του Αντωνίου στην οδό της «δοκιμασίας» του είναι να φύγει για την έρημο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αντώνιος απαντά σχεδόν πάντα στην επίθεση του εχθρού παραθέτοντας χωρία από την Αγία Γραφή. Στην πρώτη του συμπλοκή στην έρημο παραπέμπει στο χωρίο Πράξεις 8:20. Ο Αντώνιος «όλο και πιο σταθερός στο σκοπό του», εγκαταστάθηκε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο φρούριο, μέσα στο οποίο «αυτός κατέβηκε σαν σε άσυλο, και έμεινε μόνος μέσα, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω ή να βλέπει κάποιον που ερχόταν. Έτσι πέρασε πολύν καιρό ασκούμενος, και παίρνοντας άρτους, που τους έριχναν από πάνω προς τα κάτω δυο φορές το χρόνο». Όταν έρχονταν γνωστοί του, αντί να τον βρουν νεκρό, τον άκουγαν να ψάλλει από τους ψαλμούς. «Ας εγερθεί ο Θεός και ας διασκορπιστούν οι εχθροί του! Και ας φύγουν από μπροστά του αυτοί που τον μισούν! όπως χάνεται ο καπνός, ας χαθούν αυτοί! όπως το κερί λιώνει μπροστά στη φωτιά, έτσι και οι κακοί ας χαθούν από το πρόσωπο του Θεού!» (Ψαλμοί 67:2-3). Και από τον Ψαλμό 117:10: «όλα τα έθνη με εκύκλωσαν, και με το όνομα του Θεού αμύνθηκα εναντίον τους».
Το αποτέλεσμα της «δοκιμασίας» του Αντωνίου ήταν γόνιμο. Αυτός έγινε «ο άτεκνος πατέρας πολυάριθμων απογόνων». Όπως ένας συγγραφέας έχει σωστά παρατηρήσει: «μετά τη μετάβαση από τη συνήθη ζωή στην κοινοβιακή ζωή, ύστερα από το πέρασμα από αυτήν σε όλο και πληρέστερο αναχωρητισμό, έως ότου αυτός ο ίδιος ο αναχωρητισμός αναπτυχθεί πλήρως σε πνευματική πατρότητα. Δεν υπάρχει τίποτε το στατικό σ’ αυτήν την ιδέα· αντίθετα το κάθε τι τείνει διαρκώς να υπερβεί ό,τι έχει ήδη επιτευχθεί… . [αυτός είναι] ο καθαρά ευαγγελικός χαρακτήρας της κλήσεως του Αντωνίου». Όπως αναφέρει ο «Βίος του Αντωνίου», ο Αντώνιος «συνέχισε την εν απομονώσει άσκησή του επί είκοσι σχεδόν χρόνια». Ήλθε ο καιρός που εκείνοι οι οποίοι ήθελαν να μιμηθούν την άσκησή του και οι γνωστοί του «άρχισαν να γκρεμίζουν και να βγάζουν την πόρτα με τη βία».
Η περιγραφή που ακολουθεί στο «Βίο του Αντωνίου» δείχνει ότι ο Αντώνιος είναι ένα πολύ καλά ισορροπημένο πνευματικό πρόσωπο. «Τότε για πρώτη φορά τον είδαν έξω από το φρούριο εκείνοι που ήλθαν να τον δουν. Και αυτοί, όταν τον είδαν, παραξενεύτηκαν για ό,τι είδαν, γιατί αυτός φορούσε το ίδιο ένδυμα όπως και πριν, και δεν ήταν ούτε παχύς, όπως ένας άνθρωπος που δεν ασκείται, ούτε ισχνός από τη νηστεία και τους αγώνες του με τους δαίμονες, αλλά ήταν όπως ακριβώς τον ήξεραν πριν από την απομόνωση του. Και πάλι, η ψυχή του ήταν απαλλαγμένη από ελαττώματα, γιατί ούτε συστέλλετο σαν να ήταν θλιμμένη, ούτε αναπαυόταν με ευχαρίστηση, ούτε κατεχόταν από γέλιο η κατήφεια, γιατί δεν ενοχλείτο όταν έβλεπε το πλήθος, ούτε υπερευφραινόταν όταν τον χαιρετούσαν τόσο πολλοί. Αλλά ήταν απόλυτα ήρεμος, γιατί οδηγείτο από τη λογική και βρίσκόταν σε μια φυσιολογική κατάσταση. Για μέσου αυτού ο Κύριος θεράπευε τις σωματικές ασθένειες πολλών παρόντων, και καθάριζε άλλους από τα πονηρά πνεύματα. Και ο Θεός έδινε χάρη στον Αντώνιο όταν μιλούσε, ώστε να παρηγορεί πολλούς που ήταν λυπημένοι, και να συμφιλιώνει αμέσως αυτούς που διαφωνούσαν, προτρέποντας όλους να προτιμούν την αγάπη του Χριστού από ό,τιδήποτε μέσα στον κόσμο. Και ενώ τους παρότρυνε και τους συμβούλευε να θυμούνται τα μέλλοντα αγαθά, και την αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς, «ο οποίος δεν λυπήθηκε τον δικό του Υιό, αλλά τον παρέδωσε σε θάνατο για χάρη όλων μας» (Ρωμαίους 8:32), έπειθε πολλούς να ακολουθήσουν την ερημική ζωή. Και έτσι συνέβη στο τέλος να εμφανιστούν κελιά ακόμα και στα βουνά, και η έρημος αποικίστηκε από μοναχούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τους συγγενείς τους, και κατέγραψαν τους εαυτούς τους στη βασιλεία των ουρανών».
«Όταν ο Αντώνιος μιλούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο, όλοι χαίρονταν. Σε μερικούς μεγάλωνε η αγάπη της αρετής, σε άλλους απομακρυνόταν η αδιαφορία, και σε άλλους σταματούσε η μεγάλη ιδέα που είχαν για τον εαυτό τους. Και όλοι επείθονταν να καταφρονούν τις επιθέσεις του Πονηρού, και θαύμαζαν για τη χάρη που δινόταν στον Αντώνιο από τον Κύριο για τη διάκριση των πνευμάτων. Έτσι τα κελιά τους ήταν στα βουνά, σαν ιερά σκηνώματα, γεμάτα από ιερούς ομίλους ανδρών οι οποίοι έψαλλαν Ψαλμούς, αγαπούσαν τη μελέτη, νήστευαν, προσεύχονταν, χαίρονταν με την ελπίδα των μελλόντων, ασκούνταν στην ελεημοσύνη, και είχαν αγάπη και αρμονία μεταξύ τους. Και πραγματικά, ήταν δυνατό, τρόπον τινά, να δει κανείς μια ιδιαίτερη χώρα, γεμάτη με ευσέβεια και δικαιοσύνη. Γιατί τότε δεν υπήρχε ούτε ο άδικων ούτε οι αδικούμενοι, ούτε οι επιπλήξεις του φοροσυλλέκτη. Αλλ’ αντί αυτών υπήρχε ίνα πλήθος ασκητών, και ο κοινός σκοπός όλων τους ήταν να επιτύχουν την αρετή».
Ο Αντώνιος μιλά πολύ για την εμπειρία του με τους δαίμονες. Εντούτοις, θέτει ακόμα και την εμπειρία του μέσα σε σωστή ισορροπία όταν μιλά γι’ αυτήν στους άλλους. Τους προειδοποιεί να μην φοβούνται τους δαίμονες, για το πως να διακρίνουν αν ένα δράμα η μια εμφάνιση είναι εκ Θεού η είναι έργο των δαιμονικών δυνάμεων, και να μην υποκύπτουν στον πειρασμό να «εκβάλλουν δαιμόνια». «δεν είναι πρέπον να καυχάται κανείς όταν εκβάλει δαιμόνια, ούτε να το παίρνει επάνω του όταν θεραπεύει ασθένειες. Ούτε είναι πρέπον εκείνος μόνο που εκβάλλει δαιμόνια να εκτιμάται πολύ, ενώ αυτός που δεν τα εκβάλλει να μην εκτιμάται καθόλου. Αλλά ο άνθρωπος ας μαθαίνει την άσκησή του καθενός και ή να την μιμείται, ή να την αμιλλάται, ή να την διορθώνει. Γιατί η επιτέλεση «σημείων» δεν είναι δικό μας έργο, αλλά έργο του Σωτήρος. Και αυτός έτσι έλεγε στους μαθητές του: ‘Μη χαίρεστε για το ότι σας υποτάσσονται τα πνεύματα, αλλά να χαίρεστε γιατί τα ονόματα σας είναι γραμμένα στους ουρανούς’ [Λουκάς 10:20}. Γιατί το γεγονός ότι τα ονόματα μας είναι γραμμένα στον ουρανό είναι μια απόδειξη της ενάρετης ζωής μας, αλλά το να εκβάλλεις δαιμόνια είναι μια χάρη του Σωτήρος που σου δίνεται. Γι’ αυτό σ' αυτούς που καυχώνταν για τα 'σημεία' και όχι για την αρετή, και έλεγαν: 'Κύριε, στο όνομά σου δεν εκβάλαμε δαιμόνια, και στο όνομα σου δεν κάναμε πολλά θαύματα;' [Ματθαίος 7:22], Εκείνος απάντησε, αλήθεια, σας λέγω, δεν σας γνωρίζω’, γιατί ο Κύριος δεν γνωρίζει τας οδούς των κακών. Αλλά θα πρέπει πάντα να προσευχόμαστε, όπως σας είπα προηγουμένως, ώστε να λάβουμε τη δωρεά της διακρίσεως των πνευμάτων ώστε να μπορούμε, όπως γράφεται στην Α’ Ιωάν. 4:1, να μην πιστεύουμε σε κάθε πνεύμα».
Υπάρχουν εμφανίσεις αγγέλων, κατά τον Αντώνιο, και αυτός συμβουλεύει πως να διακρίνουμε αν ένα δράμα η μια εμφάνιση είναι εκ Θεού η είναι έργο δαιμονικών δυνάμεων. «Η οπτασία των αγίων δεν είναι τεταραγμένη». Ο Αντώνιος παραθέτει από το Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο (12:19): «γιατί αυτοί δεν θα φιλονεικούν, ούτε θα φωνάζουν ούτε θα ακούει κανένας τη φωνή τους». «Αλλά αυτή έρχεται τόσο ήσυχα και απαλά ώστε αμέσως χαρά, ευχαρίστηση και θάρρος έρχονται στην ψυχή. Γιατί ο Κύριος, που είναι η χαρά μας, είναι μαζί τους, και η δύναμη του Θεού Πατέρα. Και οι σκέψεις της ψυχής παραμένουν γαλήνιες και ατάραχες, ώστε αυτή, φωτιζόμενη τρόπον τινά από αυτήν με ακτίνες, να βλέπει αυτούς που εμφανίζονται. Γιατί την διακατέχει η αγάπη για ό,τι είναι θεϊκό και για τα μέλλοντα, και θα ήθελε πολύ να ενωθεί πλήρως με αυτά αν μπορούσε να πάει μαζί τους. Αλλά αν, επειδή είναι άνθρωποι, μερικοί φοβούνται την οπτασία των καλών, εκείνοι που εμφανίζονται (στην οπτασία) αφαιρούν αμέσως το φόβο όπως έκανε ο Γαβριήλ στην περίπτωση του Ζαχαρία (Λουκάς 1:13)· και όπως έκανε ο Άγγελος (Ματθαίος 28:5) που εμφανίστηκε στις γυναίκες στο ιερό μνημείο1 και όπως έκανε αυτός που είπε στους ποιμένες στο ευαγγέλιο, «Μη φοβάσθε» (Λουκάς 1:41). Γιατί ο φόβος σ’ αυτούς προξενήθηκε όχι από δειλία, αλλά από την αναγνώριση της παρουσίας ανωτέρων όντων. Τέτοια λοιπόν είναι η φύση των οπτασιών των αγίων».
Ο Αντώνιος έχει πολλά να πει για το φόβο, για το αβλαβές αποτέλεσμα του στον άνθρωπο, για την εκρίζωση του με τη σταθερή πίστη. «Και αυτό ας είναι μια ακόμα απόδειξη για σας: όσες φορές η ψυχή παραμένει φοβισμένη υπάρχει μια παρουσία των εχθρών. Γιατί οι δαίμονες δεν απομακρύνουν το φόβο της παρουσίας τους όπως έκανε ο μεγάλος αρχάγγελος Γαβριήλ για τη Μαρία και τον Ζαχαρία, και όπως έκανε αυτός που εμφανίστηκε στις γυναίκες στο μνημείο. Άλλα μάλλον, όποτε βλέπουν φοβισμένους ανθρώπους, αυξάνουν τα απατηλά τους τεχνάσματα ώστε οι άνθρωποι να φοβηθούν περισσότερο. Και τελικά ορμούν εναντίον τους και τους κοροϊδεύουν λέγοντας, ‘πέσετε κάτω και προσκυνείστε μας… ‘. Αλλά ο Κύριος δεν το ανέχεται να μας απατά ο διάβολος, γιατί τον επιπλήττει όσες φορές σχεδιάζει τέτοια απατηλά τεχνάσματα εναντίον του, λέγοντας, ‘Πήγαινε πίσω μου, Σατανά, γιατί είναι γραμμένο, πρέπει να προσκυνήσεις Κύριο, τον Θεόν σου, και αυτόν μόνον να λατρεύσεις’ – Ματθαίος 4:10. Γι’ αυτό, καταφρονείτε όλο και περισσότερο τον πανούργο (διάβολο), γιατί ό,τι ο Κύριος έχει πει, το είπε για μας, ώστε οι δαίμονες, ακούγοντας παρόμοια λόγια από μας, να τρέπονται σε φυγή δια του Κυρίου ο οποίος τους επιτίμησε μ’ αυτά τα λόγια».
«Αλλά η επιδρομή και η ‘τεταραγμένη φαντασία’ των πονηρών πνευμάτων είναι φορτωμένες από σύγχυση, από θορύβους, από ήχους και κραυγές τέτοιες όπως η ταραχή που προξενούν οι αγροίκοι νεκροί ή οι ληστές. Από αυτά δημιουργείται φόβος στην καρδιά, ταραχή και σύγχυση σκέψεως, αθυμία, μίσος εναντίον εκείνων που ζουν μια ζωή ασκήσεως, αδιαφορία, θλίψη, ανάμνηση των συγγενών και φόβος θανάτου, και τέλος επιθυμία κακών πραγμάτων, αμέλεια για την αρετή και ακατάστατα ήθη. Γι’ αυτό, όποτε έχετε δει κάτι και είστε φοβισμένοι, αν ο φόβος σας αφαιρείται αμέσως και στη θέση του έρχεται ανείπωτη χαρά, φαιδρότης, θάρρος, ανανεωμένη δύναμη, ηρεμία σκέψεως και όλα εκείνα που πριν ανέφερα, τόλμη και αγάπη προς το Θεό πάρετε θάρρος και προσευχηθείτε. Γιατί η χαρά και η σταθερή κατάσταση της ψυχής δείχνουν την αγιότητα εκείνου που είναι παρών.
Έτσι χάρηκε ο Αβραάμ, όταν είδε τον Κύριο, (Ιωάννης 8:56). Έτσι και ο Ιωάννης εσκίρτησε από χαρά στη φωνή της Μαρίας, της Θεοτόκου (Λουκάς 1:41). Αλλά αν με την εμφάνιση κάποιου υπάρχει σύγχυση, χτυπήματα απέξω, κοσμική επίδειξη, φόβοι θανάτου και άλλα που έχω ήδη μνημονεύσει, γνώριζε τότε ότι αυτό είναι μια επίθεση πονηρών πνευμάτων». Επανειλημμένα ο Αντώνιος τονίζει ότι «ο Κύριος είναι μαζί μας».
Ο «Βίος τον Αντωνίου» περιέχει πολλές διεισδυτικές, γνωστικές και αισθηματικά σταθερές συμβουλές. Αλλά πρέπει να δοθεί προσοχή σε μερικές άλλες πλευρές του «Βίου». Ο συγγραφέας γράφει ότι ο Αντώνιος «ήταν ανεκτικός στη διάθεση και ταπεινός στο πνεύμα» και ότι «τηρούσε τον κανόνα της Εκκλησίας με πολλή αυστηρότητα, και ήθελε όλοι οι κληρικοί να τιμούνται πάνω από αυτόν. Γιατί δεν ντρεπόταν να σκύβει το κεφάλι του σε Επισκόπους και ιερείς, και αν ερχόταν κάποτε σ’ αυτόν ένας διάκονος για βοήθεια συζητούσε μαζί του για το τι ήταν ωφέλιμο, αλλά του έδινε το προβάδισμα στην προσευχή, γιατί δεν ντρεπόταν να μαθαίνει από αυτόν … και επιπλέον η όψη του είχε μεγάλη και θαυμάσια χάρη. Αυτό το δώρο το είχε επίσης από τον Κύριο».
Ο «Βίος του Αντωνίου» περιγράφει τη στάση του Αντωνίου έναντι των Αρειανών. «Και κάποτε επίσης αυτός, όταν Οι Αρειανοί ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι οι γνώμες του Αντωνίου ήταν ίδιες με τις δικές τους, δυσαρεστήθηκε πολύ και έπνεε μένεα εναντίον τους. Ύστερα, όταν κλήθηκε από τους Επισκόπους και όλους τους αδελφούς, κατέβηκε από το όρος, και μπαίνοντας στην Αλεξάνδρεια, κατήγγειλε τους Αρειανούς, λέγοντας ότι η αίρεση τους ήταν η τελευταία από όλες και πρόδρομος του αντίχριστου. Και δίδαξε στους ανθρώπους ότι ο Υιός του Θεού δεν ήταν ένα δημιούργημα, ούτε είχε έρθει στην ύπαρξη από την ανυπαρξία, αλλά ότι αυτός ήταν ο Αιώνιος Λόγος και η Σοφία της Ουσίας του Πατρός. Και γι’ αυτό είναι ασέβεια να λέμε, ήταν μια εποχή που αυτός δεν υπήρχε, γιατί ο Λόγος συνυπήρχε πάντοτε με τον Πατέρα. Γι’ αυτό να μην έχετε επαφή με τους ασεβέστατους Αρειανούς. Γιατί δεν υπάρχει κοινωνία ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι (Β΄ Κορινθίους 6:14)… Όταν αυτοί λένε ότι ο Υιός του Πατρός, ο Λόγος του Θεού, είναι ένα δημιούργημα, δεν διαφέρουν καθόλου από τους ειδωλολάτρες, αφού αυτοί λατρεύουν αυτό που δημιουργήθηκε μάλλον παρά το Δημιουργό Θεό, τον Κύριο των πάντων».
Ο «Βίος του Αντωνίου» δίνει ενδιαφέρουσες συναντήσεις του Αντωνίου με τους Έλληνες, με τους οποίους συζητούσε με την βοήθεια διερμηνέως. Μια συζήτηση ήταν για την πίστη και τους αποδεικτικούς λόγους. Ο Αντώνιος έρωτα μερικούς «σοφούς» Έλληνες που είχαν έρθει σ’ αυτόν ζητώντας «ένα λόγο για την πίστη μας στο Χριστό»: «Επειδή εσείς προτιμάτε να στηρίζεστε στους αποδεικτικούς λόγους, και επειδή εσείς, έχοντας αυτήν την τέχνη, θέλετε και εμείς να μη λατρεύουμε τον Θεό παρά μόνο ύστερα από τέτοια απόδειξη, πέστε μας πρώτα πως ακριβώς γνωρίζονται τα πράγματα γενικά και Ιδιαίτερα η γνώση του Θεού. Με αποδεικτικό λόγο ή με την ενέργεια της πίστεως; Και ποιο είναι καλύτερο, η πίστη που έρχεται δια της ενεργείας του Θεού, ή η δια λόγων απόδειξη; … Σ’ αυτούς που έχουν την «δια πίστεως ενέργειαν», ο αποδεικτικός λόγος είναι άχρηστος, η ακόμα και περιττό . Γιατί ό,τι γνωρίζουμε με την πίστη αυτό προσπαθείτε να το αποδείξετε με τα λόγια, και συχνά δεν μπορείτε ούτε να εκφράσετε τι νοούμε. Έτσι η δια πίστεως ενέργεια είναι καλύτερη και ισχυρότερη από τους σοφιστικούς σας συλλογισμού,. Εμείς λοιπόν οι Χριστιανοί έχουμε το μυστήριο όχι με τη σοφία των Ελληνικών λόγων, αλλά με τη δύναμη της πίστεως που μας δίνεται πλούσια από τον Θεό δια του Ιησού Χριστού… Εμείς πείθουμε με την πίστη η οποία ολοφάνερα προηγείται της δια επιχειρημάτων αποδείξεως». Ο Αντώνιος ύστερα τους ζήτα να εκβάλουν τους δαίμονες «ιδού, υπάρχουν εδώ μερικοί που ενοχλούνται από τους δαίμονες». Μόλις ο Αντώνιος καθάρισε τους ανθρώπους από τους δαίμονες, οι φιλόσοφοι «εθαύμαζον». Και η απάντηση του Αντωνίου προς αυτούς είναι ουσιώδης: «Γιατί θαυμάζετε γι’ αυτό; δεν είμαστε εμείς αυτοί που κάνουμε αυτά τα πράγματα, αλλά ο Χριστός που τα κάνει αυτά μέσω εκείνων που πιστεύουν σ’ αυτόν … είναι η πίστη δια της αγάπης που ενεργείται μέσα μας προς τον Χριστό». Εδώ για άλλη μια φορά δίνεται η αυθεντική προοπτική, μια προοπτική που είναι πάντα παρούσα, πάντα τόσο σύμφυτα προφανής και γνωστή ώστε να γίνεται απλά μια προϋπόθεση για την ασκητική και μοναστική ζωή.
Ο συγγραφέας θεωρεί το θάνατο του Αντωνίου σπουδαίο. «Αξίζει εγώ να διηγηθώ και σεις να ακούσετε ποιο ήταν το τέλος του. Γιατί αυτό το δικό τον τέλος αξίζει να το μιμηθούμε. Κατά τη συνήθεια του, αυτός επισκέφτηκε τους μοναχούς που βρίσκονταν στο «έξω όρος». Έχοντας μάθει από την πρόνοια ότι το τέλος του πλησιάζει, είπε στους αδελφούς, ‘Αυτή είναι η τελευταία μου επίσκεψη σε σας. Και θα εκπλαγώ αν ξαναειδωθούμε σ’ αυτήν τη ζωή’. Και όταν αυτοί το άκουσαν αυτό, έκλαιγαν, αγκάλιαζαν και φιλούσαν τον γέροντα. Αλλά αυτός, σαν να απέπλεε από ξένη πόλη για να γυρίσει στην πατρίδα του, μίλησε χαρούμενα, και τους παρότρυνε «να μην ολιγωρούν στους κόπους, να μην λιποψυχούν στην άσκησή τους, αλλά να ζουν σαν να πεθαίνουν κάθε μέρα». Και όπως τους είχε πριν πει, ‘να φυλάγουν την ψυχήν από ρυπαρούς λογισμούς, να μιμούνται πρόθυμα τους αγίους, και να μην προσεγγίζουν τους Μελετιανούς σχισματικούς … ούτε να έχουν καμιά σχέση με τους Αρειανούς… Να τηρούν, τις παραδόσεις των πατέρων, και κυρίως την αγία πίστη στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, την οποία μάθατε από τις Γραφές, και την οποία Εγώ σας υπενθύμησα πολλές φορές’. Αλλά όταν οι αδελφοί τον παρακάλεσαν θερμά να μείνει μαζί τους και να πεθάνει εκεί, αυτός δεν το δέχτηκε για πολλούς μεν άλλους λόγους… Αφού αποχαιρέτησε τους μοναχούς στο έξω Όρος, ήρθε στο «μέσα όρος» όπου συνήθιζε να μένει. Και ύστερα από μερικούς μήνες ασθένησε. Και αφού κάλεσε αυτούς που ήταν εκεί…, τους είπε: Εγώ, όπως έχει γραφεί, πορεύομαι την οδόν των πατέρων, γιατί βλέπω να με καλεί ο Κύριος. Προσέχετε και μη χάσετε τη μακρόχρονη άσκησή σας, αλλά σαν να αρχίζετε τώρα, διατηρήσετε με ζήλο την προθυμία σας. Γιατί γνωρίζετε την επιβουλή των δαιμόνων, πόσο άγριοι αυτοί είναι, αλλά πόσο λίγη δύναμη έχουν. Γι’ αυτό μην τους φοβάστε, αλλά μάλλον αναπνέετε πάντοτε τον Χριστό και πιστεύετε σ’ αυτόν. Ζήσετε σαν να πεθαίνετε καθημερινά. Προσέχετε τον εαυτό σας και να θυμάστε τις παραινέσεις που ακούσατε από μένα… γι’ αυτό να είστε πάντα όλο και προθυμότεροι να είστε οπαδοί πρώτα του Θεού και ύστερα όλων των αγίων, ώστε, μετά το θάνατο, να σας δεχτούν και αυτοί ως γνωστούς και φίλους ‘εις τας αιωνίους σκηνάς’ … . Θάψετε, λοιπόν, το σώμα μου και κρύψετε το κάτω από τη γη, και κάνετε αυτό που σας είπα, ώστε να μην γνωρίζει κανείς τον τόπο της ταφής μου παρά μόνον εσείς. Γιατί κατά την ανάσταση των νεκρών θα το ξαναπάρω άφθαρτο από τον Σωτήρα. Μοιράσετε τα ενδύματα μου. Στον Αθανάσιο τον επίσκοπο δώσετε μια μηλωτή (δέρμα προβάτου) και το ιμάτιο πάνω στο οποίο κοιμάμαι, το οποίο ο ίδιος μου το έδωσε καινούριο, αλλά το οποίο πάλιωσε μαζί μου. Στον Σεραπίωνα τον Επίσκοπο δώσετε την άλλη μηλωτή, και σεις κρατείστε το τρίχινο ένδυμα. Λοιπόν, σας αποχαιρετώ, παιδιά μου, γιατί ο Αντώνιος φεύγει, και δεν θα είναι πια μαζί σας’. Η όψη φαινόταν χαρούμενη πέθανε και προστέθηκε στους πατέρες … η φήμη του έφθασε παντού … Γιατί ο Αντώνιος φημίστηκε όχι για τα συγγράμματα, ή για την κοσμική σοφία, ή για καμιά τέχνη, αλλά μόνο για την ευσέβεια του προς τον Θεό. Το ότι αυτό ήταν δώρο Θεού κανένας δεν θα το αρνηθεί… Διάβαζε λοιπόν αυτούς τους λόγους στους υπόλοιπους αδελφούς ώστε να μπορέσουν κι αυτοί να μάθουν ποια έπρεπε να είναι η ζωή των μοναχών και να μπορέσουν να πιστέψουν ότι ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός δοξάζει αυτούς που τον δοξάζουν».
Αρνητικές εκτιμήσεις του «Βίου του Αντωνίου»
Ο Harnack φέρνει τον «Βίο του Αντωνίου» ως παράδειγμα κειμένου που στερείται κάθε αξίας. «Αν μου επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσω σκληρή γλώσσα, δεν θα δίσταζα να πω ότι κανένα βιβλίο δεν είχε ασκήσει πιο αποβλακωτική –verdummender- επίδραση στην Αίγυπτο, την Δυτική Ασία, και την Ευρώπη από το «Βίο τον Αντωνίου». Θα ήταν αδύνατο να πιστεύει κανείς πιο ειλικρινά στους δαίμονες από τους Χριστιανούς του δεύτερου αιώνα. Αλλά εκείνη η εποχή αγνοούσε ακόμα τα φανταστικά μ’ αυτούς τεχνάσματα, που σχεδόν μετέτρεψαν τον Χριστιανικό κόσμο σε μια κοινωνία απατημένων απατεώνων (αυτή η έκφραση χρησιμοποιήθηκε πρώτα για τους Χριστιανούς από τον Πλωτίνο εξηπάτων και αυτοί ηπατημένοι»). Όταν σκεφτόμαστε ότι ο «Βίος του Αντωνίου» γράφτηκε από έναν Αθανάσιο, τίποτε άλλο δεν μπορεί πια να μας εκπλήξει».
Ο Harnack επιβεβαιώνει τη μεγάλη επίδραση του «Βίου τον Αντωνίου», μια επίδραση που αυτός, φυσικά, θεωρεί ότι ήταν άκρως επιζήμια. Το σχόλιο του Nygren για την επίδραση του «Βίου του Αντωνίου» στηρίζεται στα γεγονότα, δεν είναι παράφορο όπως του Harnack. Εντούτοις καταφέρνει να το χρωματίσει αρνητικά. «Ο Αθανάσιος είναι ο μεγάλος συνήγορος της Παρθενίας -βρίσκει μια από τις καλύτερες αποδείξεις της θεότητας του Χριστού στο γεγονός ότι ο Χριστός πέτυχε όσο κανένας άλλος να κερδίσει τους ανθρώπους στην αρετή της Παρθενίας- και της μοναστικής ευσέβειας — ένα γεγονός ιδιαίτερα αποκαλυπτικό της δομής της σκέψεως του. Ως συγγραφέας του «Βίου τον Αντωνίου», ο Αθανάσιος βοήθησε περισσότερο ίσως από κάθε άλλον να διαμορφωθεί το ασκητικό ιδεώδες του Χριστιανισμού. Είναι σημαντικό ότι η ιστορία του ερημίτη Αντωνίου ήταν η αιτία της μεταστροφής του Αυγουστίνου». Ο Nygren βρίσκει στη διήγηση του Αυγουστίνου γι’ αυτήν στο έργο του De Confessione 8, 6, 15 την «τάση του Έρωτος». Ο Nygren συγκρίνει τη ζωή του ερημίτη με την οικοδομή ενός πύργου, ενδεικτικού του Ερωτικού τρόπου σκέψεως, και παραθέτει από το έργο του Holl «Gesammelte Aufsatze zur Kirchengeschichte» (II, σελ. 396), την εξής μαρτυρία: «στον αγώνα του μοναχού να πλησιάσει τον Θεό δίνεται μια αφελής, εξωτερική εξήγηση όταν ο Στυλίτης ανεβαίνει σ’ ένα στύλο για να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τον ουρανό».
Ο Nygren προχώρησε από την επίδραση του Βίου του Αντωνίου πάνω στον Αγ. Αυγουστίνο στο Στυλίτη για να δηλώσει ότι κατά την εκτίμηση του «Βίου του Αντωνίου» από τον Άγ. Αυγουστίνο υπήρχε μια Ερωτική τάση, μια τάση που φυσικά δεν ήταν αυθεντικά Χριστιανική. Ένας άλλος Προτεστάντης συγγραφέας γράφει ότι ο Άγ. Αντώνιος «είναι ο πιο περίφημος, ο πιο γνήσιος, ο πιο σεβάσμιος εκπρόσωπος αυτής της αφύσικης και εκκεντρικής αγιότητας … Όλη η εποχή της Νικαίας τιμούσε τον Αντώνιο ως πρότυπο αγίου. Αυτό το γεγονός τονίζει πολύ χαρακτηριστικά την τεράστια διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη, την παλιά καθολική και την ευαγγελική Προτεσταντική αντίληψη της φύσεως της Χριστιανικής θρησκείας. Το ιδιάζον Χριστιανικό στοιχείο στη ζωή του Αντωνίου, ιδιαίτερα μετρούμενο με τα μέτρα του Παύλου, είναι πολύ μικρό».
Δυστυχώς το μέτρο με το οποίο κρίνουν αυτοί οι συγγραφείς τον Άγ. Αντώνιο και όλον τον αρχαίο Χριστιανισμό είναι ένα μέτρο εντελώς ξένο προς το μέτρο της αρχαίας Εκκλησίας, ένα μέτρο μιας τελείως διαφορετικής κατανοήσεως του Χριστιανισμού, που παρεισέφρυσε για πρώτη φορά μέσα στη ζωή του Χριστιανισμού με το Λούθηρο. Οι ορθολογιστές και οι υλιστές βρίσκουν επίσης το μοναχισμό αποκρουστικό. Τα σχόλια του Γίββωνος είναι πολύ γνωστά. «δεν υπάρχει ίσως καμιά φάση στην ηθική ιστορία της ανθρωπότητας που να έχει βαθύτερο και πιο οδυνηρό ενδιαφέρον από αυτήν την ασκητική επιδημία. Ένας βδελυρός, διεστραμμένος και κάτισχνος μανιακός, χωρίς γνώση, χωρίς πατριωτισμό, χωρίς φυσική στοργή, που ξοδεύει τη ζωή του μέσα σε μια μακροχρόνια ρουτίνα ενός αχρήστου και στυγερού αυτοβασανισμού, και που δειλιάζει μπροστά στα φρικαλέα φαντάσματα του παραληρούντος μυαλού του, είχε γίνει το ιδεώδες των εθνών που είχαν γνωρίσει τα κείμενα του Πλάτωνος και του Κικέρωνος και τις ζωές του Σωκράτη και του Κάτωνος».
Τα κείμενα του Αγ. Αντωνίου
Ο Αντώνιος είχε επίσης αλληλογραφία με μοναχούς, αυτοκράτορες, και ανθρώπους με υψηλά αξιώματα. Κανένα από τα γράμματα που έστειλε σε πολιτικά πρόσωπα, που τα υπαγόρευε στην Κοπτική γλώσσα, δεν σώζονται. Υπάρχουν επτά επιστολές, που απευθύνονται σε Αιγυπτιακά μοναστήρια. Ο Αγ. Ιερώνυμος είναι ο πρώτος που μνημονεύει αυτές τις επιστολές στο έργο του De νiris illustribus (88). Ο Αγ. Ιερώνυμος τις είχε διαβάσει σε Ελληνική μετάφραση. Η συλλογή έχει φθάσει ως εμάς σε μεταγενέστερες Λατινικές μεταφράσεις άλλων μεταφράσεων. Η πρώτη από τις επτά γνήσιες επιστολές επιζεί επίσης στα Συριακά. Στα Κοπτικά επιζεί η έβδομη, καθώς και το πρώτο μέρος της πέμπτης επιστολής και το τέλος της έκτης. Μια μετάφραση στη Γεωργιανή γλώσσα έχει ανακαλυφθεί πρόσφατα.
Αυτό που είναι γνωστό ως ο «Κανόνας του Ay. Αντωνίου» δεν είναι γνήσιο. Ενώ σώζεται σε δυο Λατινικές μεταφράσεις, η ίδια η φύση του φανερώνει ότι συντέθηκε από αρκετά χέρια. Επίσης πολυάριθμα κηρύγματα έχουν αποδοθεί στον Αντώνιο. Είναι προφανές ότι έκανε κηρύγματα ή ομιλίες. Μια συλλογή είκοσι ομιλιών υπάρχει σε Λατινική μετάφραση, αλλά καμιά από αυτές δεν είναι γνήσια – Sermones ad filios suos monachos. Ένα άλλο κήρυγμα, που διασώζεται επίσης στα Λατινικά, είναι επίσης νόθο – Sermo de vanitate mundi et resurrectione mortuorum (Κήρυγμα Περί της Ματαιότητος του κόσμου και της Αναστάσεως των Νεκρών).
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: “Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες”. (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 166-189).