Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Πίστη & προσευχή δρουν καταπραϋντικά

Πίστη & προσευχή δρουν καταπραϋντικά

από savvasm

Έρευνες σε καρκινοπαθείς.

Ως ισχυρό παυσίπονο φαίνεται να λειτουργεί η πίστη για τους ασθενείς με καρκίνο. Δύο έρευνες από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Πατρών δείχνουν ότι ασθενείς με καρκίνο οι οποίοι είτε πιστεύουν βαθιά σε μια θρησκεία είτε κάνουν συχνά διαλογισμό διαθέτουν μεγαλύτερα ψυχολογικά αποθέματα για να αντιμετωπίσουν την ασθένειά τους.
Δεν αποκλείεται μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως τονίζουν οι επιστήμονες, η πίστη να λειτουργεί καταπραϋντικά στα συμπτώματα της ασθένειας. Ουδείς όμως γνωρίζει αν η πίστη λειτουργεί σαν φάρμακο ή σαν ψευδοφάρμακο (πλασέμπο). Γι΄ αυτό, τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι επιστήμονες επιμένουν ότι παρά τα πρώτα στοιχεία που δείχνουν πως η πίστη επιδρά θετικά σε ανθρώπους που υποφέρουν από διάφορες αρρώστιες, πρέπει να διενεργηθούν περαιτέρω έρευνες.
Δαμάζουν τον φόβο
Αυτό που ωστόσο φαίνεται να ισχύει είναι πως η προσευχή διώχνει τον πανικό και τις αρνητικές σκέψεις. «Οι ασθενείς που καταφέρνουν να δαμάσουν τον πανικό του θανάτου, καταφέρνουν να μαλακώσουν και τα συμπτώματα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πονούν, πως αισθάνονται λιγότερο κουρασμένοι ή πως μπορούν να πάρουν καλύτερες ανάσες. Η πίστη και η θρησκευτικότητα όμως μπορεί να λειτουργούν καταπραϋντικά στα συμπτώματα», τονίζει στα «ΝΕΑ» η κ. Κυριακή Μυστακίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ανακουφιστικής Αγωγής και υπεύθυνη της Μονάδας Ανακούφισης Πόνου και Παρηγορητικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Μαζί με την ερευνητική της ομάδα έχει πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια τρεις έρευνες, διερευνώντας την επιρροή της πίστης στους ασθενείς με καρκίνο. Τι διαπίστωσαν; Οι Έλληνες ασθενείς υποστηρίζουν πως η πίστη τούς δίνει δύναμη να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες.
Παρ΄ όλα αυτά, από ό,τι φαίνεται, η θρησκεία λειτουργεί κυρίως θετικά σε ό,τι αφορά την ψυχολογία τους: όσο πιο βαριά είναι η κατάσταση της υγείας τους τόσο πιο πολύ αντλούν ηρεμία και χαλάρωση από την προσευχή και την πίστη. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι Ελληνίδες που έχουν χτυπηθεί από καρκίνο βρίσκουν μεγαλύτερη παρηγοριά στη θρησκεία.
Αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι γιατροί έχουν αναγνωρίσει την τονωτική επίδραση που έχει στο ηθικό των ασθενών τους το θρησκευτικό συναίσθημα: «Ενισχύουμε ψυχολογικά αλλά και σεβόμαστε το θρησκευτι- κό συναί- σθημα εκείνων των ανθρώπων που αναζητούν βοήθεια και λύτρωση από τον πόνο. Μάλιστα, τους παροτρύνουμε να εκφράσουν την πίστη τους, αφού τους κάνει καλό», προσθέτει η κ. Μυστακίδου.
Παρόμοια είναι τα συμπεράσματα και της έρευνας που πραγματοποίησαν οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Πατρών σε 118 ασθενείς με καρκίνο: αυτοί που εκκλησιάζονταν ή προσεύχονταν συχνότερα (που εμφάνιζαν δηλαδή υψηλή θρησκευτικότητα) εμφανίζονταν να πιστεύουν ότι η ποιότητα της ζωής τους ήταν καλύτερη σε σχέση με εκείνους που είπαν ότι δεν πιστεύουν.
«Η απάντησή τους δεν υποδηλώνει μόνον ευεξία», λέει στα «ΝΕΑ» ο ψυχολόγος στο Ογκολογικό Τμήμα της Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών και από τους υπεύθυνους της έρευνας κ. Γρηγόρης Οικονόμου. «Αυτό σημαίνει ότι διατηρούν καλή ποιότητα ζωής στην ασθένειά τους». Δηλαδή έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ακολουθήσουν πιστά και συνεπώς να ολοκληρώσουν την θεραπεία τους σε σύγκριση με τους άλλους ασθενείς που απάντησαν ότι είναι λιγότερο κοντά στην Εκκλησία.
«Τους ανακουφίζει η έκλυση ορμονών»
«ΝΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ»: αυτό είναι το πόρισμα που βγαίνει όταν διαβάζει κανείς επιστημονικές μελέτες που προσπαθούν να αποδείξουν ή να καταρρίψουν τον «μύθο» πως η θρησκεία λειτουργεί σαν φάρμακο.
Η ανεξήγητη σχέση που έχει η θρησκεία και ο πόνος έχουν τεκμηριωθεί επιστημονικά εν μέρει. Όπως προκύπτει από έρευνες, κατά την προσευχή και γενικότερα τον διαλογισμό, παράγονται ενδορφίνες, γνωστές και ως οι ορμόνες τις ευτυχίας, που μπλοκάρουν το αίσθημα του πόνου δίνοντας τη θέση του στο αίσθημα της ευχαρίστησης ή έστω της ηρεμίας και της στωικότητας.
Οι ιατρικές επιδράσεις της προσευχής
Μειώνει το στρες
● Ρίχνει τους παλμούς της καρδιάς
● Αυξάνει τις ενδορφίνες, ορμόνες που μπλοκάρουν τον πόνο
● Καταπραϋνει τα συμπτώματα
● Κάνει τους ασθενείς πιο υπομονετικούς
Πηγή
 

Φιλοκαλικοί Πατέρες και Ορθόδοξη Λατρεία

Φιλοκαλικοί Πατέρες και Ορθόδοξη Λατρεία

Δημοσιεύθηκε: 28 Μαρτίου 2013 Κατηγορίες: Θεολογία και Ζωή, Ορθόδοξη πίστη
filokalikoi pateres_agios makariosΑρχιμ. Νικόδημου Σκρέττα
επίκ. καθηγητή του Α.Π.Θ.
 
 
Οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος στο Άγιον Όρος υπήρξαν μυσταγωγοί του Γένους και της λογικής λατρείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Oι θεολογικές και λειτουργικές τους θέσεις, για τα ζητήματα της Θείας Ευχαριστίας και των ιερών μνημοσυνών, ήταν απόρροια της λιπαρής και βαθειάς σπουδής στην πατερική παράδοση. Τις εξέφραζαν δε πάντοτε έχοντας γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και ανεπιφύλακτο σεβασμό στα λειτουργικά θέσμια της Ορθοδοξίας.
Κατά συνέπεια δεν πρέπει επ’ ουδενί η προμαχία τους υπέρ της παραδόσεως να θεωρηθεί ως ιδιόγνωμη, εριστική και στασιαστική ενέργεια κατά της εκάστοτε υπευθύνου εκκλησιαστικής αρχής ή ως ανυπακοή προς τους ποιμένες και προς την Εκκλησία. Υπήρξαν μεν αυστηροί, και ενίοτε οξείς, στην υπεράσπιση της παραδόσεως, ποτέ όμως μισάδελφοι και ασεβείς προς τους συμμοναστές η τους ποιμένες και διδασκάλους της εποχής τους.
Η ευχαριστιακή διδασκαλία της χορείας των Κολλυβάδων Πατέρων στοιχεί απαρασαλεύτως στον κανόνα της πατερικής διδαχής και του ευχαριστιακού λειτουργικού βιώματος και ήθους της Εκκλησίας του Χριστού.
Η υπέρ της άξιας, ενσυνειδήτου, εμπροϋπόθετης, συχνής και συνεχούς μεταλήψεως ένστασή τους, σε καιρούςτ υποποιήσεων, αδιαφορίας, αγνωσίας και παραχαράξεων, αναδεικνύει την αλήθεια ότι η υπέρ της λειτουργικής τάξεως αγωνιστική τους πρωτοστασία δεν είχε κίνητρα ταπεινά φανατισμού ή εγωισμού, ούτε υπαγορεύθηκε από ιδιορρυθμίες διχαστικές της εκκλησιαστικής ενότητας. Σκοπός τους ήταν η ανάδειξη της αληθείας. Προσέχουν, γνωρίζουν, ακούν και συζητούν τις θέσεις και τα επιχειρήματα της εναντίας μερίδος. Όμολογούν με βεβαιότητα και διαλέγονται με επιστημοσύνη και οξυδέρκεια, αυστηρά μέν, κριτικά και φιλάδελφα, ποτέ όμως αδιάκριτα, μνησίκακα και εριστικά. Προβάλλουν την αξία της παραδόσεως, υπενθυμίζουν την ορθή και ακριβή πράξη, μάχονται υπέρ της τηρήσεως των κανόνων και των λειτουργικών θεσμών, στηλιτεύουν τις παραχαράξεις του ευχαριστιακού ήθους ή τις ανατροπές της αναστάσιμης τιμής της δεσποτικής Κυριακής οποθενδήποτε προέρχονται, ποτέ όμως δεν επιτρέπουν το πνευματικό και λειτουργικό τους κίνημα να εκπέσει σε φιλέριδες προστριβές και μάχες νομικές, ούτε, ακόμη περισσότερο σε σχισματικές ιδιογνωμοσύνες αντατρεπτικές της εκκλησιατικής ενότητας. Την πολύτιμη αυτή ενότητα οι φιλοκαλικοί πατέρες την θεωρούν τελειούμενη μέσα στο πλαίσιο της ευχαριστιακής συνάξεως και μέσα στον αγιασμό και την αληθή κοινωνία της ευχαριστίας.
filokalikoi pateres_agioi kollivadesΗ Θεία Ευχαριστία, κατά τη θεολογική διδασκαλία των Κολλυβάδων, που στηρίζεται απολύτως στην ευχαριστιολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι το μείζον πάντων θεοποιό μυστήριο και το τελειωτικό δώρημα της χριστιανικής μυήσεως. Όταν επιτελείται ορθοδόξως, είναι η μυστική και ζωοδοτική τραπεζοφορία του δείπνου της Βασιλείας, η θεωτική κοινωνία των αγιασμάτων, που καθιστά τους πιστούς «σύσσωμους» και «ομαίμονες» με τον Χριστό κατά αλήθειαν και όχι κατά δόκησιν.
Στηριζόμενοι oι Κολλυβάδες στη διδασκαλία των Πατέρων, επισημαίνουν την ορθόδοξη δογματική θέση ότι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι ανάμνηση όλης μέν της σωτηριώδους Θείας Οικονομίας, ιδιαίτερα όμως ανάμνηση της επί του Σταυρού θυσίας, του Θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού, ο οποίος δια της μεταλήψεως εσθίεται πλέον μετά την ένδοξη ανάστασή Του διηνεκώς από τους πιστούς, ως πράγματική, άφθαρτη και αιωνίζουσα τροφή.
Η γνώμη των αντιπάλων τους ότι το ζήτημα της Θείας Ευχαριστίας και η ανάγκη της συνεχούς προσελεύσεως σε αυτή δεν είναι τόσο σοβαρό ζήτημα, ώστε να θεωρείται και δόγμα πίστεως, ευρίσκει τους Πατέρες του φιλοκαλικού κίνηματος αντιθέτους. Δόγμα και ήθος στην Ορθοδοξία συμπορεύονται. Θεωρία και πράξη συνυπάρχουν.
Στην τήρηση δε των δεσποτικών εντολών στηρίζεται η καθαρότητα του βίου και της πολιτείας των Χριστιανών, αλλά και η ορθότητα και το απλανές της πίστεώς τους. Άρα η ευχαριστία δέον να αποτελεί το κέντρο της ζωής των πιστών, της λατρείας και της εκκλησιαστικής ζωής. Ως προς τις προϋποθέσεις μετοχής στην Ευχαριστία πρέπει να πούμε ότι αυτές χωρίζονται σε γενικές και ειδικές. Ο κοινωνών, κατά τις γενικές προϋποθέσεις, πρέπει να είναι πιστό και βαπτισμένο μέλος της Εκκλησίας, να έχει βέβαιη και ακράδαντη πίστη ότι η Κοινωνία είναι αυτό το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, να είναι ζών και αυτοσυνείδητος και οπωσδήποτε όχι αιρετικός, σχισματικός ή επιτιμημένος με ακοινωνησία. Επίσης η άκρα προσοχή και ευλάβεια, η πλήρης συναίσθηση του ύψους του μυστηρίου, η καταλλαγή και η συγχώρηση, ο φόβος του Θεού και η αγάπη, η αμνησικακία και η ειρήνη, η ψυχοσωματική καθαρότητα, η εξομολογητική προκάθαρση και η απόρριψη της αυτοδικαιώσεως, η περιφυλακή από τους εμπαθείς λογισμούς, η αυτοεξέταση και αυτομεμψία, η δοκιμή της συνειδήσεως, η αγαπητική επιπόθηση της ευχαριστιακής υποδοχής του μεταλαμβανόμενου Κυρίου, η συντριβή, η ταπεινοφροσύνη και η κατάνυξη, η σωματική καθαρότητα ανδρών και γυναικών, καθώς και η εγκράτεια των συζύγων αποτελούν σχεδόν το σύνολο της προευχαριστιακής ετοιμασίας, η οποία δεν είναι ευκαιριακή, στιγμιαία, τυπική και περιορισμένη σε περατά χρονικά όρια, αλλά δια βίου ετοιμότητα και προσδόκηση μετοχής. Ειδικότερη προϋπόθεση θεωρείται η απολύτως αναγκαία ευχαριστιακή νηστεία, η οποία συνίσταται στην απόλυτη αποχή τροφής και πόσεως από του μεσονυκτίου μέχρι την ώρα της κοινωνίας. Καμμία άλλη ευχαριστιακή νηστεία, μονοήμερη, τριήμερη ή εβδομαδιαία, δεν απαιτούν οι ιεροί κανόνες. Όμως η νηστεία, ως αγιοποιός και παθοκτόνος άρετη, δεν παύει να αποτελεί για τον καθένα προσερχόμενο πιστό προσωπικό άθλημα ελευθερίας και πρακτικό μέσο ψυχοσωματικής προετοιμασίας, η έκταση και η αυστηρότητα της οποίας δεν ορίζονται, αλλά διακριτικά μερίζονται κατά την πνευματική κατάσταση του κάθε ενός ανθρώπου χωριστά από τον πνευματικό του πατέρα.
Στα κείμενα της ορθοδόξου παραδόσεως είναι περισσότερο από προφανές ότι οι Χριστιανοί οφείλουν να κοινωνούν συνεχώς και συχνά. Σκοπός της επιτελέσεως της Θείας Λειτουργίας είναι η προσέλευση και η μετοχή των πιστών στα άγια μυστήρια του Χριστού, γι’ αυτό άλλωστε ονομάζεται ευχαριστιακή σύναξη. Οι Κολλυβάδες γνωρίζουν επαρκώς τα κείμενα, γι’ αυτό δεν καινοτομούν υπεραμυνόμενοι της συνεχούς μεταλήψεως, αλλά αναθερμαίνουν ως σοφοί παραδοσιακοί ανανεωτές το ευχαριστιακό ήθος του πληρώματος της Εκκλησίας, όπως το εβίωσαν οι αιώνες. Συχνή μετάληψη δεν σημαίνει αναγκαστικά καθημερινή. Από την άκρα και αυστηρή τοποθέτηση του Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου για την καθημερινή κοινωνία, μέχρι την απαράδεκτη τυποποίηση της δίς ή τρις του έτους προσελεύσεως, ο μετριοπαθής άγιος Νικόδημος Αγιορείτης ευρίσκει τη βασιλική οδό και τη διακριτική μεσότητα στη δυνατότητα των ευλαβών και αγωνιζομένων Χριστιανών να κοινωνούν τουλάχιστον κάθε Κυριακή στην ευχαριστιακή σύναξη και σε κάθε μεγάλη και εξέχουσα εορτή της Εκκλησίας. Η διαστολή αυτή των τοποθετήσεων περί του «συνεχώς» και «συχνώς» αποδεικνύει και την ελευθερία του πνεύματος των Φιλοκαλικών, οι οποίοι δεν δρούσαν ως μία ομάδα κυβερνώμενη από προδιαγεγραμμένα υποχρεωτικά ιδεολογήματα, αλλά ήταν ένας θεόλεκτος σύλλογος και μία άγια χορεία θεοφωτίστων και διακριτικών διδασκάλων.
Η υπέρ της παραδόσεως ένσταση των Κολλυβάδων Πατέρων εκτείνεται, πέραν του ζητήματος της συνεχούς μεταλήψεως, και στην προβολή και διατήρηση αλώβητου του δεσποτικού, υπέρτιμου και αναστάσιμου χαρακτήρα της ημέρας του Κυρίου. Είναι ημέρα πρώτη και ογδόη, που θα υπερβεί τον εβδοματικό χρόνο, τον νομικό Σαββατισμό και τις προφητικές εσχατολογικές απαρχές, για να αναχθεί στην αιώνια καινή ημέρα του αναστάντος Κυρίου. Το πνεύμα της Κυριακής, ως αναστάσιμη εβδοματική ανακύκληση του πασχαλίου εορτασμού, διαχέεται στο σύνολο της ορθοδόξου λατρείας και διαποτίζει τη λειτουργική ζωή των πιστών αποτελώντας το εβδομαδιαίο Πάσχα της Εκκλησίας, κατά το οποίο καταπαύουν οι Χριστιανοί και λατρεύουν τον Κύριο.
Η αγιαννανίτικη λειτουργική εκτροπή της εντελώς αντιπαραδοσιακής μεταφοράς των μνημοσυνών από το καταπαύσιμο Σάββατο στην αναστάσιμη Κυριακή ήταν απλώς η αφορμή, ώστε οι Φιλοκαλικοί Πατέρες και λειτουργικοί αναμορφωτές να εκδιπλώσουν τη θαυμάσια ορθοδοξοπατερική διδασκαλία τους περί των αναστασίμων προνομίων της ημέρας που είναι αφιερωμένη αποκλειστικώς στον αναστάντα Κύριο. Η Κυριακή ονομάζεται και είναι μείζων των δεσποτικών εορτών, ως εβδομαδιαία πασχάλια μνήμη που εγκαινίζεται χαρμόσυνα στις ψυχές των πιστών και ανακυκλώνει, στο πλαίσιο του χαρισματικά βιούμενου λειτουργικού χρόνου, την πασχαλινή ημέρα της παγκοσμίου χαράς. Ο αναστάσιμος, δοξολογικός, χαρμόσυνος, νικητικός και δεσποτικός-εορταστικός αυτός χαρακτήρας της Κυριακής απαιτεί λειτουργικά να είναι μη νηστευομένη, μη γονυκλιτουμένη, αλλά και άπενθος και αμνημόσυνος. Εξαιτίας λοιπόν της αναστασίμου και δεσποτικής της υπεροχής, έχει το προνόμιο να αποκλείει από τα χρονικά και λειτουργικά της όρια τη νηστεία, ως πρόξενο πένθους και κατηφείας, τη γονυκλισία, ως σύμβολο δουλικότητας, κατανύξεως και μετανοίας, και προ πάντων τα νεκρικά και πενθικά μνημόσυνα. Την ασχημοσύνη αυτή, ως προς τα πανάρχαια λειτουργικά θέσμια, της κυριακάτικης νεκρολογίας δι’ όλων των προσφορών πνευματικών μέσων και δι’ όλων των δυνάμεών τους, μέχρι μαρτυρίων και διωγμών, υπερίσπησαν οι Κολλυβάδες προμαχούντες του ακαινοτομήτου της σεβάσμιας ορθοδόξου παραδόσεως. Η σύνθεση Ευχαριστίας και Κυριακής τεκμαίρεται ασφαλώς από την άμεση σχέση τους. Η αναστάσιμη Κυριακή είναι κατ’ εξοχήν ημέρα κοινωνίας. Αλλά και κάθε κυριακάτικη ή σε άλλη ημέρα επιτέλεση τελείας Θείας Λειτουργίας είναι πασχάλια ανάμνηση. Ο καιρός της ζωής των Χριστιανών είναι εόρτιος και πασχάλιος. Ο χαρμόσυνος λοιπόν χαρακτήρας της κυριακάτικης ιδιαίτερα ευχαριστιακής σύναξης, αλλά και κάθε άλλης τελείας Θείας Λειτουργίας σε οποιαδήποτε ημέρα του βίου των Χριστιανών, υπαγορεύει αβίαστα, και την ορθία στάση προσευχής που εικονίζει τη χαρά της Αναστάσεως, και την παύση της νηστείας που υποδηλώνει την, διά της παύσεως του πένθους της μετανοίας, ελευθερία από τη δουλεία της αμαρτίας των τέκνων του Θεού, αλλά και τη συμμετοχή πάντων, ει δυνατόν, των μη κωλυομένων στη ζωοποίηση της ψυχοτρόφου ευχαριστιακής Τραπέζης του Κυρίου.
Πηγή: Περιοδικό «Ερώ», Κέντρο Ενότητος και Μελέτης-Προβολής των Αξιών μας, τεύχος 9ο, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, Θεσσαλονίκη

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος

Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος
13 Ιουλίου 2013
Θρησκεία / Πατερική Θεολογία   Καθηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους Γεώργιος Καψάνης

Με την ευκαιρία της αυριανής εορτής μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Εκκλησίας και του Γένους, αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα παλαιότερο άρθρο του Πανοσιολ. Αρχιμ. Γεωργίου (Καψάνη), Καθηγουμένου της Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, σχετικά με το φιλοκαλικό κίνημα, το οποίο ζωογόνησε η πάλλουσα προσωπικότητα του αγ. Νικοδήμου.
Η αγάπη του Θεού εχάρισε στην Εκκλησία αγιασμένους πατέρες, οι οποίοι εσφράγισαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα με την φωτεινή παρουσία τους, την ορθόδοξη θεολογία τους, την αυστηρή ασκητική τους ζωή, τα θεοφώτιστα συγγράμματά τους και τις παραδοσιακές μοναστικές τους αρχές. Οι πατέρες μας αυτοί άφησαν ανεξίτηλη την σφραγίδα τους στην εκκλησιαστική ζωή μέχρι τις ημέρες μας. Ονομάσθηκαν σκωπτικα «κολλυβάδες» και η πνευματική τους δραστηριότητα «κολλυβαδικό κίνημα», επειδή την αφορμή για την εμφάνισί της έδωσε το γεγονός ότι οι μοναχοί της Ιερας Σκήτης της Αγίας Άννης τελούσαν τα «μετα κολλύβων» μνημόσυνα των κτιτόρων του ανακαινιζομένου τότε καθολικού ναού (Κυριακού) της Σκήτης κατα την ημέρα της Κυριακής αντί του Σαββάτου. Στην συνείδησι της Εκκλησίας όμως οι «κολλυβάδες» θα παραμείνουν ως «οι Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου και 19ου αιώνος» και το πολύπλευρο έργο τους ως «Φιλοκαλικη Αναγέννησις», όπως εύστοχα τους ονομάζει ο Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος[1]. Οι επιφανέστεροι και γνωστότεροι από αυτούς τους πατέρες είναι ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος.
Λόγω της θεολογικης τους μαρτυρίας, οι αοίδιμοι «Φιλοκαλικοί πατέρες» υπέστησαν διωγμούς και εξορίες από το Άγιον Όρος. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μάλιστα αδίκως αφορίσθηκε. Εν τούτοις η ακούσια διασπορά τους, στα νησιά του Αιγαίου κυρίως, δημιούγησε μία θαυμάσια πνευματική κίνησι με πολλούς και εύχυμους καρπούς. Τα χαρακτηριστικά αυτής της Φιλοκαλικής Αναγεννήσεως είναι επιγραμματικως τα εξής[2]:
α) Ανανέωσαν την αυθεντική Ορθόδοξη πνευματική ζωή, καθώς οι ίδιοι, ασκηταί και θεολόγοι ταυτόχρονα, την εβίωσαν και την εδίδαξαν με τα θεόσοφα συγγράμματά τους.
β) Αντιστάθηκαν στην αλλοτρίωσι που προκαλούσε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός μεταξύ των Ορθοδόξων[3].
γ) Στήριξαν στην Πίστι τους Ορθοδόξους λαούς. Ισχυρό ανάχωμα έναντι της λατινικής προπαγάνδας και του προτεσταντικού προσηλυτισμού υπήρξε το θεολογικό έργο των προκρίτων και μεγάλων «κολλυβάδων» θεολόγων, με το οποίο η Ορθόδοξος Εκκλησιολογία εύρισκε την απαραίτητη για την εποχή και τα προβλήματά της θεολογική κατοχύρωσι.
δ) Ανεπτέρωσαν το ηθικό των υποδούλων Ορθοδόξων καλλιεργούντες μαρτυρικό ήθος[4]. Ύπηρξαν αλείπται πολλών νεομαρτύρων.
ε) Έδειξαν ότι με την πιστότητά τους στην Ορθόδοξο Παράδοσι δεν καλλιεργούσαν την μισαλλοδοξία και τον σκοταδισμό, όπως εκατηγορούντο, αλλα επιβεβαίωναν την διαχρονικότητα του ευαγγελικου μηνύματος.
στ) Έδωσαν απάντησι στα αιτήματα των καιρών. Ανάμεσα σε αυτά ήταν η ανάγκη να επανασυνδεθή ο «κανών της προσευχής» με τον «κανόνα της πίστεως», δηλαδή να επανευρεθή το αυθεντικό λειτουργικό ήθος.
ζ) Ανέδειξαν νέους αγίους στην Εκκλησία. Η ίδια η ζωη των «κολλυβάδων» πατέρων ήταν προσανατολισμένη στην προοπτικη της κατά Χάριν θεώσεως και γι’ αυτό ωρισμένοι έδειξαν σημεία αγιότητος ή ανεκηρύχθησαν επισήμως άγιοι, αλλά και προέβαλαν με τα συγγράμματά τους την αγιότητα των αγίων νεομαρτύρων και συγχρόνων τους οσίων ανδρών.
Η παρακαταθήκη των ιερών αυτών ανδρών είναι πολύτιμη και στις ημέρες μας, καθώς η πρόκλησις από το παλαιό και πάντοτε παρόν στην εκκλησιαστική μας ζωή νεωτερικό ήθος μας υποχρεώνει να μετρούμε τις ενέργειές μας με τον γνώμονα του δικού τους ήθους. Οι άγιοι «κολλυβάδες» προέταξαν την θεολογία από την πρακτική ζωή. Η θεολογία και η ευσεβής παρόδοσις έπρεπε να καθορίζουν τον τρόπο της εκκλησιαστικης δράσεως. Η εποχή τους παρουσίαζε συμπτώματα παρόμοια με την δική μας. Στις ημέρες τους κατόπιν προσκλήσεως του Παροναξίας Ιωσήφ Δόξα καπουτσίνοι ιερομόναχοι εξομολογούσαν Ορθοδόξους πιστούς, γεγονός που προεκάλεσε την σφοδρή αντίδρασι του ιεροδιακόνου Μακαρίου του Πατμίου. Αλλά και ο οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος ο Ε’, ο οποίος με την συμφωνία των πατριαρχών της Ανατολής πλην του Αντιοχείας συνοδικώς απέρριψε ως άκυρο το λατινικό ράντισμα, απομακρύνθηκε από τον θρόνο του μετα από ενέργειες μητροπολιτών που διαφώνησαν με την απόφανσί του με κίνητρα μη θεολογικά και από σκοπιμότητες. Οι άγιοι «κολυββάδες» είχαν ταχθή θεολογικώς υπέρ της απόψεως του πατριάρχου Κυρίλλου Ε’[5]. Οι συμπροσευχές με ετεροδόξους, η τάσις αναγνωρίσεως του βαπτίσματος των ετεροδόξων και κάποιες κοινές ποιμαντικής φύσεως πρωτοβουλίες με τους ετεροδόξους, χάριν πρακτικών σκοπών και άλλων σκοπιμοτήτων, παρακάμπτουν και σήμερα τον «κανόνα της πίστεως».
Εξίσου αντίθετη προς το πνεύμα της Φιλοκαλικής Αναγεννήσεως των «κολλυβάδων» είναι η εκκοσμίκευσις, που παρατηρείται σε διαφόρους τομείς της εκκλησιαστικής μας ζωής και αλλοιώνει την πιστότητά μας στο αποστολο-παράδοτο ευαγγελικό ήθος της Εκκλησίας. Οι όσιοι «κολλυβάδες» πατέρες με τα φιλοκαλικα κείμενα που εξέδωσαν και με τα δικά τους θεόσοφα νηπτικά και ερμηνευτικά συγγράμματα προσέφεραν στον λαό του Θεού το αναλλοίωτο βίωμα της πατερικής Παραδόσεως. Στην Φιλοκαλία, την οποία επεξεργάσθηκαν οι άγιοι Μακάριος Κορίνθου και Νικόδημος ο Αγιορείτης, καταγράφονται η αγιοπνευματικη εμπειρία και η απλανής μέθοδος της νηπτικής εργασίας, όπως την έζησαν και την εδίδαξαν μεγάλοι θεολόγοι και ησυχασταί πατέρες της Εκκλησίας απ’ αρχής και μέχρι του 14ου αιώνος. Κατα τον κρίσιμο για την Βυζαντινή αυτοκρατορία αυτόν αιώνα, το ανθρωποκεντρικό (ουμανιστικό) ρεύμα της ευρωπαϊκής Αναγεννήσεως κατέκλυζε την Ορθόδοξη Ανατολή και απειλούσε με οριστικη αλλοίωσι το θεανθρωποκεντρικό της ήθος. Η ήσυχαστικη όμως θεολογία είχε επιτύχει να το διάσωση. Επιπλέον είχε δημιουργήσει στους κουρασμένους πολιτικά και κοινωνικά Ορθόδοξους λαούς ένα ακμαίο πνευματικό φρόνημα, το οποίο κατα τον Σεβ. Μαυροβουνίου Αμφιλόχιο, «δεν ήταν μόνο ορθόδοξη θεωρητική απάντησι στο σύγχρονό τους φιλοσοφικό και θεολογικό προβληματισμό της Δύσεως ή της αρχαίας ελληνικής σκέψεως. Ταυτόχρονα είχε και συγκεκριμένη ιστορική αποτελεσματικότητα, πολύτιμη για την επιβίωσι των ορθοδόξων λαών και τη διατήρησι της καθολικης αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας στους καιρους των δεινών της τουρκοκρατίας»[6].
Κατα παρόμοιο τρόπο η Φιλοκαλική Αναγέννησις του 18ου αιώνος, η οποία δεν αφορούσε μόνο την πλούσια συγγραφική παραγωγή των «κολλυβάδων» πατέρων αλλά και την δημιουργία πολλών εστιών Ορθοδόξου λατρείας, ήθους και βιοτής (στα κολλυβάδικα μοναστήρια και γύρω από εκκλησιαστικά πρόσωπα στον κόσμο), προσέφερε στην Ορθόδοξο Εκκλησία ισχυρή προστασία από την δυναμική επέλασι του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού κατα τον 19ον αιώνα. Οι Φιλοκαλικοι Πατέρες εγνώριζαν πολύ καλά τα «φώτα» του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και διέκριναν εύστοχα ότι αυτός ο διαφωτισμός απεμάκρυνε τον άνθρωπο από την προσδοκία και την θέα του άκτιστου Φωτός, του οποίου είχαν προσωπική και βιωματική εμπειρία. Γι’ αυτό όλη τους η προσπάθεια ήταν να διασώσουν τον τρόπο και την μέθοδο της ησυχαστικής Ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωής. Το επέτυχαν με πολλές θυσίες. Καρπός του αγώνος των είναι τα χαριτόβρυτα λείψανά τους, τα απαραμίλλου αξίας δογματικά, ποιμαντικά, ερμηνευτικά και λειτουργικά τους έργα, τα μοναστήρια τους. Τα κολλυβαδικά μοναστήρια επί δύο αιώνες κράτησαν την παράδοσι των αγιασμένων κτιτόρων τους. Οι κατανυκτικές αγρυπνίες του Παπαδιαμάντη και του Μωραϊτίδη στον άγιο Ελισαίο της Πλάκας, η αφανής στα μάτια των «φωτισμένων» λάτρεων της ευρωπαϊκής σοφίας λατρευτική και ποιμαντική δραστηριότης του αγίου παπα-Πλανά, ο όσιος Αρσένιος της Πάρου, ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ήταν η ώριμη συνέπεια της προηγηθείσης Φιλοκαλικης Αναγεννήσεως. Η ολοφώτεινη παρουσία του αγίου Νεκταρίου και η υπ’ αυτού ανασύστασις του γυναικείου μοναχισμού στην Ελλάδα, καθώς και η λαμπρή σειρά των αγίων μορφών του 20ου αιώνος, ήταν επίσης καρπός του φιλοκαλικου ήθους. Η αναγέννησις της ησυχαστικής ζωής στην Ρουμανία και την Ρωσσία με τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και τους μεγάλους στάρετς μαρτυρεί την ουσιαστική σημασία που είχε η Φιλοκαλικη Αναγέννησις του 18ου αιώνος για τους Ορθοδόξους του Βορρά, οι οποίοι υπέστησαν και άντεξαν την αθεϊστική λαίλαπα του 20ου αιώνος. Οι νεομάρτυρες και ομολογηταί στην Ρωσσία, την Σερβία, την Ρουμανία είναι καρπός της ησυχαστικής παραδόσεως που μεταλαμπαδεύθηκε εκεί από τον ίερό Άθωνα δια των επιγόνων των «κολλυβάδων» πατέρων.
Η Φιλοκαλικη Αναγέννησις δεν είναι μόνον ιστορία. Είναι κυρίως τρόπος Ορθοδόξου ζωής και μήνυμα Ορθοδόξου φρονήματος. Είναι επίσης πρόσκλησις προς εμάς τους Ορθοδόξους του 21ου αιώνα να μένουμε πιστοί σε ό,τι παρελάβαμε από τους αγιασμένους «κολλυβάδες» πατέρες ως Ορθόδοξο εκκλησιαστικό δόγμα και Ορθόδοξο εκκλησιαστικό ήθος. Τους ευχαριστούμε και τους παρακαλούμε να μας βοηθήσουν με την ευχή τους και την πρεσβεία τους προς τον Άγιον Θεόν να τιμήσουμε τους αγώνες τους με την συνέπειά μας στην ιερά τους παρακαταθήκη, τώρα που νέες προκλήσεις ξενόφερτων και δελεαστικών «διαφωτισμών» απειλούν να ανακόψουν και την ιδική μας πορεία προς το αληθινό Φως της ανεσπέρου Βασιλείας του Αναστάντος Κυρίου μας Ιησού Χριστου.
Άγιον Όρος, 20/4/2009

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ

από savvasm

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

ΠΟΛΛΟΙ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καυχῶνται, γιατὶ γνωρίζουν κάποιον ἐνάρετο κληρικὸ ἢ μοναχὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν πνευματικὰ μαζί του. Ἐκ πρώτης ὄψεως αὐτὸ θεωρεῖται θετικὸ καὶ μακάρι ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ἐπικοινωνοῦσαν μὲ ἐνάρετους ἀνθρώπους καὶ νὰ παραδειγματίζονταν ἀνάλογα. Στὴν πραγματικότητα ὡστόσο τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά, γιατὶ ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία αὐτὴ δὲν ἔχουμε τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα. Καὶ διερωτᾶται κανείς, γιατὶ συμβαίνει αὐτό, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀνεπηρέαστοι καὶ ἄρα ἀδιόρθωτοι; Ποῦ βρίσκεται τὸ ἀδύνατο σημεῖο; Τί πρέπει νὰ προσέξουν; Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παρομοιάσει τοὺς χριστιανοὺς αὐτοὺς μὲ χέρσο ἀγρό, ποὺ δὲν ἀποδίδει τίποτα, ὅσους σπόρους καὶ ἂν ρίξεις. Χρειάζεται προηγουμένως νὰ καθαριστεῖ, νὰ σκαφτεῖ βαθιά, νὰ κοποῦν οἱ ἄγριες ρίζες, νὰ λιπανθεῖ καὶ μετὰ νὰ σπείρει ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια πρέπει νὰ ποτίζει καὶ νὰ βοτανίζει, γιὰ νὰ περιμένει τὴ σοδειά.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ στὰ πνευματικά. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀλλοιώσει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, χρειάζεται νὰ ὑπάρχει πνευματικὸς ἀγώνας καὶ ἱερὸς ζῆλος. Ὁ ράθυμος καὶ κοσμικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὠφεληθεῖ, ὅσες νουθεσίες καὶ νὰ τοῦ δώσει ἕνας πολύπειρος κληρικὸς ἢ μοναχός. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει ἡ καλὴ προαίρεση, ἡ σταθερὴ ἀπόφαση γιὰ ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ ὁ διαρκὴς ἀγώνας κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν. Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης ἔλεγε γιὰ τὸ θέμα αὐτό: «Ὅσο ἔχεις, τόσο θὰ πάρεις». Δηλαδή, προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς ὠφέλειας εἶναι νὰ ὑπάρχει ἀγώνας κατὰ τῆς ἁμαρτίας, μετάνοια, ἐγρήγορση καὶ ταπείνωση.
Μερικοὶ χριστιανοὶ νομίζουν ὅτι πνευματικὴ ζωὴ σημαίνει παθητικὴ ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦν, εὐχαριστιοῦνται, χειροκροτοῦν τὸν ὁμιλητὴ καὶ μετὰ τίποτα ἄλλο. Καμία μεταβολή, καμία ἀναθεώρηση, καμία διόρθωση καὶ στὰ μικρὰ θέματα τῆς ζωῆς. Δὲν θέλουν νὰ διαταράξουν τὴν κοσμική τους μακαριότητα καὶ νὰ κόψουν «ἀθῶες συνήθειες», ποὺ μὲ βεβαιότητα τοὺς κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Μὲ τὴν ἴδια ραθυμία μελετοῦν καὶ τὰ διάφορα πνευματικὰ βιβλία. Συνήθως γιὰ τὸν ἑαυτό τους δὲν παίρνουν τίποτα, γιὰ τοὺς ἄλλους ὅμως βάζουν ἀρκετὰ βέλη στὴ φαρέτρα τους. Χρησιμοποιοῦν τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων ὡς ὅπλα κατὰ τῶν ἀδελφῶν τους, ἐνῶ δὲν θέλουν νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν αὐτογνωσία. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους πολλοὶ κληρικοὶ τοὺς χαρακτηρίζουν ρηχοὺς καὶ ἀδιάβροχους, ποὺ πρέπει νὰ δουλέψουν πολύ, γιὰ νὰ προκόψουν κατὰ Θεόν. Ὅμως ὑπάρχουν δίπλα τους καὶ κάποτε εἶναι ἀπαιτητικοὶ καὶ ἐπίμονοι, γεγονός, ποὺ δημιουργεῖ διάφορα προβλήματα στὴν ἐνορία. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή τους χρειάζεται ἀνοχή, ὑπομονὴ καὶ εἰλικρινὴς ἀγάπη, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι αὔριο ἴσως κάνουν τὴ μεγάλη στροφή.

Ορθόδοξος Τύπος, 28/6/2013
Πηγή

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ - ΠΕΡΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ Ι.Χ

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Ο ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ.







Ό Ίον Όμέσκου σκέφτεται, όταν βγει από τη φυλακή, να γράψει ένα θεατρικό έργο, βλέποντας από τη δική του οπτική γωνία το έργο του Πωλ Ρεϊνάλ για τον Ιούδα: χωρίς τον Ιούδα, λέει, δεν θα μπορούσε να εξελιχθεί ολόκληρο το δράμα που γνωρίσαμε. Ό Ιούδας έπαιξε το ρόλο του σ' αυτή την υπόθεση, γιατί να καταδικαστεί;


Πιστεύω όμως πώς, αν και ήταν από πριν γνωστό, τί θα διαπράξει ό Ιούδας, εντούτοις παραμένει ένοχος. Ό Θεός ως παντογνώστης γνωρίζει από πριν τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές μας. Δεν μας υποχρεώνει όμως να ενεργήσουμε και να συμπεριφερθούμε με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο. Σαν ελεύθεροι άνθρωποι, πού είμαστε, έχουμε διαρκώς επιλογές.
Αν κάποιος κάνει ένα καλό σ' έναν κακό άνθρωπο και δεν περιμένει ανταπόδοση, ή προβλεπόμενη άσχημη αντίδραση του κακού ανθρώπου δεν θα τον παραξενέψει. Αυτό όμως δεν σημαίνει πώς δεν πρέπει να καταδικάσουμε την άσχημη αντίδραση. Όπως και να το κάνουμε, είναι απεχθής αντίδραση.


Η προδοσία του Ιούδα ήταν αναμενόμενη στο δράμα του Ιησού. Παραμένει όμως  προδοσία.

 Θα λέγε κανείς πώς αυτή ή αναμονή (κάτσε να δεις πού θα...) καθίστα τον Ιούδα ακόμα πιο μισητό. Δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από τον κακό του εαυτό, μείνε στον αυτοματισμό του. Ή εντολή του Χριστού όμως είναι ξεκάθαρη: « Όποιος θέλει να λέγεται δικός μου, πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του...»





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ. ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ- ΣΤΑΥΡΟΣ

παρέχεται από


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ "Τρεις ανθρώπινες υπάρξεις, πιστεύω, δρόσισαν για λίγο το Σταυρό του Κυρίου με τις πράξεις του"







Τρεις ανθρώπινες υπάρξεις, πιστεύω, δρόσισαν για λίγο το Σταυρό του Κυρίου  με τις πράξεις τους: ή Μαρία ή Μαγδαληνή, ό έκ δεξιών ληστής ο Νικόδημος, ό όποιος έδειξε στον Κύριο με την πράξη του πώς ακόμα και μέσα  στις τάξεις των υποκριτών μπορεί να βλαστήσει ό καλός σπόρος. (Τρεις υπάρξεις δρόσισαν το Σταυρό του Χριστού — και τα δάκρυα της Παναγίας)





Λίγο πριν από τη Σταύρωση το μανδήλιο της Βερονίκης ήταν ή μοναδική -στάση (συμπόνιας) για τον μελλοθάνατο. Και αν αποτυπώθηκε το Θειο Πρόσωπο στο άγιο μανδήλιο της Βερονίκης, έγινε για να ξέρουν όλοι πώς κάθε πόνος δεν πάει ποτέ χαμένος, αλλά παραμένει αιώνια και κάθε αδικία θα φωνάζει και θα ακούγεται για πάντα.




ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ - ΙΟΥΔΑ

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ «Όποιος και να είναι ό φίλος μου ή ό δάσκαλος μου, εγώ δεν τον προδίδω». Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ.





Όσο για τον Ιούδα:

Ό Ιούδας χάνει την ευκαιρία να κερδίσει και ταυτόχρονα χάνεται, διότι σκέφτεται επιτήδεια, σκέφτεται επιμελώς, σαν σοφιστής. Στις δύσκολες περιπτώσεις, όμως, το πιο καλό είναι να εφαρμόζουμε την απλή λύση της ευθυκρισίας, να σκεφτόμαστε όπως θα σκεφτόταν ένας αγράμματος χωριάτης και να πούμε «Όποιος και να είναι ό φίλος μου ή ό δάσκαλος μου, εγώ δεν τον προδίδω». Ό Ιούδας όμως τί είπε, πώς σκέφτηκε; «Από τη στιγμή πού ό Ιησούς ήρθε για να μας σώσει, από τη στιγμή πού για να μας σώσει πρέπει να σταυρωθεί, από τη στιγμή πού για να σταυρωθεί πρέπει κάποιος να τον προδώσει, έ τότε προσφέρομαι εγώ, εγώ θα τον προδώσω».

Δεν ξέρω  ποιες είναι οι πιθανότητες, δεν ξέρω αν οι παπάδες και οι γραφιάδες θα βρουν άλλο τρόπο, δεν θέλω να ξέρω τίποτα. Εγώ ένα ξέρω, αυτό πού μας έμαθαν οι  πρόγονοί μας: τον φίλο μας και τον δάσκαλο μας δεν τον προδίδουμε 

Κάνε Θεέ μου, τα πράγματα όπως Εσύ νομίζεις καλύτερα. Εγώ δεν είμαι παρά ένα σκουλήκι, και το καθήκον μου, σαν δύστυχος άνθρωπος πού είμαι, είναι να  εφαρμόσω την κοινή ηθική. Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές, συγγνώμες ακόμα  περισσότερες, το ξέρω. Μη μου λέτε όμως τίποτα, δεν θέλω να ακούω για
δικαιολογίες και συγγνώμες.

Ό Ιούδας χάθηκε και επειδή ήθελε να επωμιστεί μια θεϊκή αποστολή, επειδή θεωρησε σωστό (απόδειξη φοβερής αλαζονείας) να αντικαταστήσει τον Θεό.
Έπρεπε να ήταν πιο προσεκτικός. Δεν ξέρω. Δεν ανακατεύομαι. 'Εγώ ένα μόνο ξέρω. Τον Χριστό δεν τον προδίδω.

Γιατί ότι και να έλεγε μετά ό Ιούδας, όσο λεπτόλογες, μεγαλόστομες και απρόσωπες και να ήταν οι δικαιολογίες του, υπάρχει και το κοινό αίσθημα, που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να φανερώσει το ειδεχθές πρόσωπο του προδότη και τις αληθινές του προθέσεις. Το απλό κοινό αίσθημα θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αρχίσει στις ερωτήσεις τον Ιούδα και να τον τελειώσει στα γρήγορα:
—  Ρε σύ, πήγες ή όχι στους Φαρισαίους; 
 — Πήγα, αλλά για να...! 
— Ρε, άστα αυτά. Τον πρόδωσες ή όχι;
 — Κοιτάξτε, εγώ...
—  Ρε, τί εγώ; Πήρες τριάντα αργύρια ή δεν πήρες;( Ό διάβολος με την πράξη μας πιάνει και γενικά με ότι μπορεί. Σαν την αστυνομία που συλλαμβάνει τους εγκληματίες όχι από τα εγκλήματα πού έχουν κάνει, αλλά από μικρές παρατυπίες, όπως π.χ. επειδή χρωστάνε στην εφορία.)
—        Δεν ήθελα να τα πάρω, αλλά μετά τα κράτησα...
—        Δηλαδή τα τσέπωσες, έτσι; Τριάντα.
—        Ναι τριάντα, αλλά...
—        Τί αλλά, ρε; Τον φίλησες στο μάγουλο ή όχι;
—        Ναι τον φίλησα και...
—        Και μετά κατάλαβες τί έκανες, έτσι;
—        Αυτό ακριβώς αποδεικνύει πώς...
—        Άσε, ρε κάθαρμα. Είσαι προδότης. Τέρμα και τελείωσε. Στη δύσκολη στιγμή και στο δίλημμα, ό μόνος σίγουρος δρόμος είναι να πάς
με τούς κανόνες του λαού. Γιατί κι εγώ δεν πήγα να καταθέσω ως μάρτυρας κατηγορίας στο δικαστήριο στη δίκη του Νόικα; (Καλό θα μου έκαναν κι εμένα τα υπνωτικά χάπια πού ζήτησαν όσοι τον πρόδωσαν!) Διότι με βοήθησε ό Θεός θυμήθηκα στην ανάκριση τους μαχαλάδες όπου έπαιζα μικρός στο χωριό μου το Παντελημόν κι εκείνον τον χωριάτη από το Μουκτέλ.

Άπλα πράγματα. Άπλα και στοιχειώδη πράγματα. Χωρίς μπερδέματα και σου  'πα, μου 'πες. Ότι και να γίνει, ότι και να μας σιγοψιθυρίζει ό πειρασμός της λογικής, εμείς θα παραμείνουμε στον απλό και συνάμα αυστηρό κανόνα Εκεί  βρίσκεται ή σιγουριά. Δεν πουλάω (ή δεν προδίδω, εξαρτάται από την περίπτωση) τον φίλο μου. Τα υπόλοιπα, όπως υποστηρίζει και ή Σιμόν Βέιλ, ανήκουν στον Θεό. Κάνε, Θεέ μου, από εκεί και πέρα ότι θέλεις Εσύ. Δεν είναι δική μου δουλειά. Εγώ δεν είμαι Θεός. Ένας δύστυχος αμαρτωλός είμαι, που δεν ξέρω και πολλά. Ένα μόνο ξέρω: Δεν προδίδω τον φίλο μου. Τελεία και παύλα.
Έτσι έπρεπε να σκεφτεί ό Ιούδας, άλλα δεν το έκανε. Έπρεπε να ξέρει πώς παίρνοντας τα τριάκοντα αργύρια και δίνοντας ως αντάλλαγμα ένα φίλημα υποκρισίας, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να ανακηρυχθεί ήρωας, αλλά χυδαίος προδότης.

Ναι, τα συναισθήματα μπορεί να είναι ειλικρινή και πολύπλοκα, άλλα τα λόγια έχουν τρομερή ακρίβεια και κρύβουν μέσα τους όλη την κακία. Το εσωτερικό δράμα του Ιούδα θα ήταν σίγουρα μεγάλο, και τα κίνητρα του ίσως και να ήταν πιο πολύπλοκα απ' ότι τα παρουσιάζει ό Ευαγγελιστής Ιωάννης. Από τη στιγμή όμως πού τα κίνητρα αποκαλύφθηκαν, κάθε ομίχλη, πού τα αθωώνει και τα καλύπτει, εξαφανίζεται.


Προσέξτε λοιπόν τα λόγια που λέτε! Προσέξτε πολύ τα κείμενα πού σας δίνουν να διαβάσετε και προπαντός μην υπογράφετε ποτέ ένα κείμενο πριν το διαβάσετε με προσοχή!

Ό λόγος για τον όποιο οι αρχιερείς επέμεναν πάση θυσία να δώσουν χρήμα στον Ιούδα και στο τέλος να μην τα δεχτούν πίσω, όταν τούς τα επέστρεψε, μην επιτρέποντας του έτσι να ενεργήσει «ιδεαλιστικώς» και «ανιδιοτελώς», ήταν διότι ήθελαν μ' αυτόν τον τρόπο να δώσουν στην όλη υπόθεση χαρακτήρα βρόμικο, να βουλιάξουν τη νέα διδασκαλία του Χριστού μέσα στη βρόμα και στην προστυχιά παρουσιάζοντας τον Χριστός τρελό και τον Ιούδα, έναν μαθητή του, προδότη, κάποιον πού δούλεψε γι' αυτούς.

Ή νέα διδασκαλία έπρεπε να παρουσιαστεί από την αρχή ως διδασκαλία χωρίς αρχοντιά, χωρίς ευγένεια, χωρίς ηρωισμό, τόσο όσον άφορα τον «βασικό της υπεύθυνο», όσο και τον πληροφοριοδότη αντιπρόσωπο.

Πάντως και ή Ασφάλεια κληρονόμησε αυτόν τον τρόπο σκέψης. Όμως ο μάρτυρας  κατηγορίας, με το να καταθέτει ενάντια στον ένοχο, κατηγορεί ταυτόχρονα και τον ίδιο του τον εαυτό (για το γεγονός ότι ήταν παρών την ώρα του εγκλήματος

0 μάρτυρας κατηγορίας νομίζει πώς, βοηθώντας τα όργανα της Ασφάλειας, θα εξασφαλίσει καλύτερη μεταχείριση για τον εαυτό του. Άλλα δεν ξέρει πώς στο θα κερδίσει κι αυτός ότι ακριβώς κέρδισε κι ό Ιούδας από τούς αρχιερείς! Πρέπει να εκτεθούν όλοι! κι ό κατηγορούμενος και οι μάρτυρες και οι πληροφοριοδότες, όλοι! Αυτή είναι ή τακτική. Πρέπει όλοι να γελοιοποιηθούν εξίσου και μετά αφού αρχίσουν να κατηγορούν ό ένας τον άλλο και οδηγηθούν σε παραζάλη  κατά την οποία δεν ξέρουν πια ούτε τί έκαναν ούτε τί πρέπει να κάνουν, θα τους απαγορευθεί κάθε προσπάθεια μεταμέλειας και αποκατάστασης των πραγμάτων, θα ακούσουν κι αυτοί να τούς λένε: «τί προς ημάς; σύ όψει» (Ματθ. 27,5), δηλαδή, κι εμάς τί μας νοιάζει; Είναι δικό σου πρόβλημα, και θα ριχτούν εξίσου 'μέσα σ' εκείνο το βρόμικο μείγμα της λησμονιάς και της περιφρόνησης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ. ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ.